Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Αύριο θα με κοιμίσουν.
Αν ο θεός μίσος δε μου ’χει-
αν μπορώ σ’ αυτό να ελπίσω-
όσο κι αν οι ταλαντούχοι
οι γιατροί κι αν προσπαθήσουν
ας μη στέρξει να ξυπνήσω.
                 ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΑ ΖΗΤΑ

Κάτω απ’ τον πάγκο ο μαραγκός τον βρώμιο και λερό
σκεπάζοντάς τα και με μια βαριά καφέ κουρτίνα
κρύβει απ’ τα μάτια του κοινού τα πράγματα εκείνα
που είναι εκεί από πολύν, αμέτρητο καιρό.

Κάτι εργαλεία παλαιά φθαρμένα απ’ τη δουλειά,
πλάνες, τροχούς, παλιόξυλα, πασέτα χαλασμένα,
δουλειές που δεν παράδωσε, ρούχα δουλειάς σκισμένα
και ένα πάντοτε σχεδόν κλουβί για τα πουλιά.

Κι αν κάποια μέρα του ’λεγαν πως φτάνει χαλασμός
και ότι πράγματα πολλά δε γίνεται να σώσει
πλέον ή βέβαιο είναι πως θα ’θελε να γλιτώσει
εκείνων των παράξενων πραγμάτων ο εσμός.

Ίσως γιατί έχει δεθεί η ζήση του μ’ αυτά.
Ίσως γιατί μπορεί μ’ αυτά να κρύβει κάποια γύμνια.
Ίσως γιατί ξέρει καλά πως σαν αυτά συντρίμμια
δικά του θα ’ναι πάντοτε-κανείς δεν τα ζητά.

                                ---
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και του Κυρίου απλώθηκε σ’ όλα η ευλογία
Όσα ήταν είτε σπίτι του αλλά και στους αγρούς του.
Γι αυτό και όλα τ’ άφησε στου Ιωσήφ τα χέρια
Κι αυτός δεν ενδιαφέρονταν παρά να τρώει μόνο.
Κι όμορφος ήταν ο Ιωσήφ και πρόσωπο είχε ωραίο.
Κι αφού εγίναν όλα αυτά, τα μάτια η γυναίκα
Έριξε, του κυρίου του, στον Ιωσήφ επάνω.
Και του ’πε: έλα κοιμήσου με. Κι είχε αρνηθεί  εκείνος.
Κι είπε σ’ αυτήν ο Ιωσήφ: αφού ο κύριός μου
Δεν ξέρει τι στο σπίτι του γίνεται, γιατί τα ’χει
Όλα σε μένα εμπιστευτεί, και τίποτα στο σπίτι
Δε στέκει αυτό ψηλότερα και ούτε εξαιρείται
Τίποτα απ’ τον κανόνα αυτό, παρά εσύ μονάχα-
Γιατί είσαι η γυναίκα του-, το πράγμα εγώ ετούτο
Πώς να το κάνω το κακό, και αμαρτία να κάνω
Πώς στο θεό απέναντι; Και αν και κάθε μέρα
Εκείνη του το ζήταγε, δε δέχονταν εκείνος
Με κείνη να συνευρεθεί. Και ήρθε μια ημέρα
Που μπήκε μέσα ο Ιωσήφ στο σπίτι για να κάνει
Τις ταχτικές του τις δουλειές. Κι εκεί κανείς δεν ήταν.
Κι αυτή από τα ρούχα του τον άρπαξε και του ’πε:
Να κοιμηθούμε έλα μαζί. Κι έφυγε αυτός, τα ρούχα
Στα χέρια της αφήνοντας. Και όταν είδε εκείνη
Πως φεύγοντας της άφησε στα χέρια της τα ρούχα
Φώναξε αυτούς που ήτανε στο σπίτι και τους είπε:
Να! Δούλο Εβραίο μας έφερε, να μας εξευτελίζει!
Γιατ’ ήρθε αυτός και μου ’λεγε να κοιμηθώ μαζί του.
Και ’γω μεγάλη έβαλα φωνή, και τότε εκείνος
Τα ρούχα του στα χέρια μου τ’ άφησε κι έχει φύγει.
Και κράτησε τα ρούχα του ο άντρας της ως να ’ρθει.
Και όταν ήρθε, του ’πε αυτή τα ίδια λόγια-του ’πε:
Ο Εβραίος δούλος που ’φερες εδώ μ’ έχει προσβάλει.
Ήρθε σε μένα λέγοντας: μαζί ας κοιμηθούμε.
Και όταν είδε πως εγώ ύψωσα τη φωνή μου
Και πως βοήθεια εζήτησα, τα ρούχα του σε μένα
Τ’ άφησε κι έξω έτρεξε. Κ ι όταν ο κύριός του
Τα λόγια της γυναίκας του άκουσε, κι όταν του ’πε
Αυτά μου ’κανε ο δούλος σου, είχε πολύ θυμώσει.
ΧΧΧΙΧ20
Κι  ο κύριός του  τον Ιωσήφ στη φυλακή  τον  βάζει
Στο κτίριο που του  βασιλιά ειν’  οι  φυλακισμένοι
Μέσα εκεί. Στη  φυλακή. Αλλά ο Κύριος  ήταν
Με  τον Ιωσήφ. Και  έλεος  επάνω του  σκορπούσε.
Κι  ο αρχιδεσμοφύλακας  πολύ  τον  εκτιμούσε 
Και  στου Ιωσήφ την άφησε  τη φυλακή  τα χέρια
Και  όλους  όσοι  ήτανε φυλακισμένοι, κι  όλα
Όσα έπρεπε  να γίνονται να τα φροντίζει  εκείνος.
Κι  ο αρχιδεσμοφύλακας  όλα τα είχε αφήσει
Στα χέρια του Ιωσήφ, κι αυτός, απ’ ό,τι  εγινόταν
Τίποτα δεν  εγνώριζε. Γιατί όλα  από τα χέρια
Εγίνονταν  του Ιωσήφ, που ’ταν  ο  θεός  μαζί  του
Και   όσα έκανε αυτός  τα ευόδωνε     ο Κύριος.
(συνέχεια)

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Γιατί έτσι όπως είχε αυτή το πρόσωπο σκεπάσει
Ποιά ήταν δεν κατάλαβε. Κι αυτός από το δρόμο
Που τράβαε λοξοδρόμησε και πήγε και της είπε:
Άσε με μέσα σου να μπω-γιατί πως ήταν ’κείνη
Η νύφη του δεν το ’ξερε. Κι αυτή: τι θα μου δώσεις,
Του είπε, μέσα μου αν θα μπεις; Της είπε: θα σου στείλω
Κατσίκι απ’ τό κοπάδι μου. Και ναι ειπ’ αυτή, αν μου δώσεις
Κάποιαν εγγύηση ώσπου αυτό μου στείλεις. Κι αυτός είπε:
Τί θέλεις για εγγύηση; Κι αυτή: το δαχτυλίδι
Είπε, την αλυσίδα σου, και το ραβδί που έχεις.
Και της τα έδωσε αυτός και μέσα της εμπήκε.
Κι η Θάμαρ έμεινε έγκυος. Κι έβγαλε αυτή το βέλο
Και πάλι της χηρείας της εφόρεσε τα ρούχα.
Και το κατσίκι έστειλε μ τεον Οδολλαμίτη
Ο Ιούδας, τον τσοπάνη του, για να του φέρει πίσω
Όσα είχε για εγγύηση δοσμένα στη γυναίκα.
Μα δεν τη βρήκε όμως αυτός. Ερώτησε τους ντόπιους
Που είναι η πόρνη στης Αινάν που έστεκε το δρόμο,
Και, πόρνη δεν υπάρχει εδώ, του απάντησαν εκείνοι.
Και στον Ιούδα πήγε αυτός, και του ’πε δεν τη βρήκα,
Κι οι ντόπιοι εκεί μου είπανε πως πόρνη εδώ δεν είναι.
Κι είπε ο Ιούσας: ας κρατεί εκείνα που μου πήρε
Η κοινωνία μοναχά μαζί μας μη γελάσει-
Εγώ κατσίκι έστειλα, συ δεν τη  βρήκες όμως.
Και ύστερα από μήνες τρεις, του είπαν του Ιούδα:
Πορνεύτηκε η νύφη σου η Θάμαρ κι έγκυος είναι.
Κι είπε ο Ιούδας: πάρτε την και πάτε να την κάψτε.
Κι αυτή ενώ την πήγαιναν, στέλνει στον πεθερό της
Εκείνα που της έδωσε και είπε να του πούνε,
Έγκυος είμαι απ’ αυτόν που αυτά μου έχει δώσει
Το δαχτυλίδι, το ραβδί, την αλυσίδα κοίτα,
Και τίνος είναι πες αυτά. Τα γνώρισε ο Ιούδας
Και, δίκιο έχω όχι εγώ, αλλά η Θάμαρ, είπε,
Γιατί το γιο μου τον Σηλώμ δεν έδωσα σε κείνην.
Και πάλι δεν εζήτησε να κοιμηθεί μαζί της.
Κι όταν αυτή εγένναγε, το ένα το παιδάκι
Το χέρι του έξω έβγαλε. Κόκκινη τότε η μαία
Κλωστή έδεσε στο χέρι του και είπε: αυτός, σα βγούνε,
θα είναι ο πρωτότοκος. Αυτός όμως το χέρι
Και πάλι μέσα το ’βαλε, και βγήκε ο αδερφός του.
Κι είπε η μαία, γιατί για σε ο δρόμος έχει ανοίξει;
Και τον ονόμασε Φαρές. Και βγήκε κι ο αδερφός του
Με την κλωστή στο χέρι του την κόκκινη, και το ’πε
Τ’ όνομα εκεινού Ζαρά.
XXXIX
Και πήγανε τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο. Κι ο ευνούχος
Κι αρχισωματοφύλακας του Φαραώ, Αιγύπτιος,
Αγόρασε, ο Πετεφρής, απ’ τους Ισμαηλίτες
Που εκεί τον πήγαν, τον Ιωσήφ. Και ήτανε ο Κύριος
Μαζί με τον Ιωσήφ γι αυτό καλά όλα του πηγαίναν.
Και στου κυρίου του έμενε του Αιγύπτιου το σπίτι.
Κι ο κύριός του ήξερε πως σ’ ότι και να κάνει
Μαζί του ειν’ ο Κύριος. Γι αυτό κι ο κύριος του
Τον αγαπούσε τον Ιωσήφ και του καλοφερνόταν.
Γι αυτό και μες στο σπίτι του τον έκανε  επιστάτη
Κι ότι είχε κει, στου Ιωσήφ τα χέρια το ’μπιστεύτη.
Κι όταν του εμπιστεύτηκε το σπίτι του και όλα
Όσα ήτανε μέσα σ’ αυτό, ευλόγησε ο Κύριος
Το σπίτι του Αιγύπτιου για του Ιωσήφ τη χάρη. 
(συνέχεια)
ΣΤΑΣΕΙΣ

Κι άλλη μια στάσις.
Πόσο τάχα θα κρατήσει;
Για πόσο ακόμα
θα τριγυρίζω άσκοπα κι επώδυνα
ανάμεσα σ’ ενός σταθμού
που δεν είναι ο προορισμός μου
τους θορυβώδεις μικροπωλητές;
Ως πότε ασήμαντες κουβέντες
με άγνωστους ανθρώπους θ’ ανταλλάσσω;
Πότε ο σταθμάρχης μου
θα πει απ’ το μεγάφωνο πως φεύγουμε;

Πότε το τράνταγμα θα νιώσω
της εκκινήσεως;

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Irises
(Van Gogh)

Και βέβαια οι ίριδες ανθίζουνε το Μάη
στου Αγίου Παύλου της Μωσόλ το μοναστήρι.
Kι όταν κανείς απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοιτάει
ένα πολύχρωμο θα δει μπροστά του πανηγύρι.

Μα του ζωγράφου η ματιά τις ίριδες τις θέλει
μες σ’ ένα γκρίζο, πήλινο, χωριάτικο κανάτι
και από κει τα φύλλα τους που υψώνονται σα βέλη
λυπητερά μηνύματα να στέλνουνε στο μάτι.

Και θέλει τ’ άνθη τα μαβιά να γέρνουν κουρασμένα
και να γεμίζουν την ψυχή με πένθιμες εικόνες.
Και θέλει τα να μοιάζουνε πουλάκια πεθαμένα
κι ελπίδες που τις σκέπασαν μοίρας κακής οι σκόνες.

Και κάποιο ανθάκι εκεί δεξά, ψηλά ψηλά το στήνει
και με ποτάμια αιμάτινα στολίζει τη θωριά του.
Κι είναι σαν η ύστατη ζωή στ’ άνθος αυτό να σβήνει
ή σαν το φάντασμα εκεί να στέκει του θανάτου.


HENCOCK PARK. PUBLICK LIBRARY.


Πέντε παρά δέκα απόγεμα.

Hencock Park. Publick library.



Κτίριο απρόσμενα άσπρο.

Νεοκλασικό ελληνικό-σχεδόν ιπτάμενο.

Μια έκπληξη.


Σφυρίζοντας κατεβαίνουν δυο έφηβοι.

Μες στ’ όνειρο τα μάτια τους δοσμένα.

Ιδεατοί.


Μπαίνω.

Ί would like..."

Χαμόγελο.

"Tio come please... this gentleman wants... Tio will show you... Thank you... Thank you..."


O ήλιος ενώ θα έπρεπε να 'χει κρυφτεί

φωτίζει χαρούμενα τις στιγμές

μπαίνοντας από τ’ ανοιχτά μεγάλα παράθυρα.


Μια απόκοσμη, αγγελική φωνή:

"Tio, the door please... thank you... thank you..."


Χρυσόδετα βιβλία στα ράφια.

Χώρος άνετος.


"Excuse me, l would like a book about parakeets..."

"This way please... thank you... thank you..."


Στην έξοδο.

"These books please..."

"Sure... thank you..."

Χαμόγελο.

Γλυκιά ματιά αναίτια παρατεταμένη.

"Have a good night..Thank you... thank you..."

"Thank you... thank you..."


Γιατί ετούτο το δεκάλεπτο ντύθηκε άφθαρτα ρούχα;

Γιατί η υπάλληλος

χάιδευε με τα χέρια της τα χέρια μου καθώς υπόγραφα;


Ίσως γιατί tην ώρα εκείνη ακριβώς

η Scherry συνουσιάζονταν.

Κι η μέρα τέτοιαν ώρα ονειροντύνεται.


"Thank you... thank you... thank you..."

"Thank you... thank you... thank you... thank you..."

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΖΩΗ

Κοπέλα μου πουθενά δεν μπαίνω απρόσκλητη. Έχω πρόσκληση διαρκείας από όλους. Και όχι μπαίνω μα έχω την αίσθηση πως πάντοτε βρίσκομαι σα στο σπίτι μου σε κάθε σπίτι που πηγαίνω. Μόνο που οι περισσότεροι με έχουν συνηθίσει πια και είναι σαν να μην υπάρχω γι αυτούς. Μπορώ να πω πως δεν με βλέπουν καν. Και στο δικό σου το σπίτι έχω έρθει -δεn μένεις στην Owensmouth 8741; μα ήμουν τόσο κοντά σου που δεν με είδες.



ΦΕΛ

(κοιτάζει απορημένη μια τη Ζωή μια τον Εριναστό. Στη Ζωή)

Πράγματι… εκεί μένω… Μα ποια είσαι;..



ΖΩΗ

Η Ζωή-μια ζωντανή κοπέλα που όλο γυρνάει.

(Η Φελλίνη σηκώνεται. Κάνει να μιλήσει στη Ζωή, αλλάζει γνώμη και στρέφει στον Εριναστό)

ΦΕΛ

Κύριε Μόρισον νομίζετε πως θα πρέπει να δώσουμε σημασία στη δεσποινίδα ή θα ήταν καλλίτερα να συνεχίσουμε τη δουλειά μας-τη δουλειά μου αν θέλετε; Εκτός αν η παρουσία της σας άλλαξε διάθεση και σκεφτόσαστε διαφορετικά για ό,τι είχατε αποφασίσει.



ΕΡΙ

Κυρία Σμιθ ας ασχοληθούμε με τη δεσποινίδα Ζωή.

(Κοιτάζοντας τη Ζωή)

Ίσως μάθουμε πολλά απόψε και γι αυτήν και για τους εαυτούς μας. Καθίστε παρακαλώ.

(Η Φελλίνη κάθεται. Στη Ζωή)

Εγώ είμαι που πρόκειται να σας αφήσω δεσποινίς Ζωή.



ΖΩΗ

Με τι; Δηλητήριο, κρεμάλα, γκρέμισμα, πιστόλι;..



ΦΕΛ

Αυτό μόνον έχεις να πεις- «Με τι;» Δε θα τον αποτρέψεις; Εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω-γι αυτό είμαι εδώ.



ΖΩΗ

Γιατί να τον αποτρέψω;



ΦΕΛ

Καλή είναι αυτή! Μα να τον αφήσουμε να πεθάνει;



ΖΩΗ

Κοπέλα μου, διακόσια δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει μέχρι σήμερα. Ένας ακόμα σε τι-ποιον θα πείραζε; ως για αυτοκτονίες, κάθε μέρα δεκαριές χιλιάδες αυτοκτονούν. Και οι αρρώστιες και τα δυστυχήματα σκοτώνουν περισσότερους. Λοιπόν τι;



ΕΡΙ

(στη Ζωή, που όσο αυτή μιλούσε με την Φελλίνη αυτός την παρατηρούσε προσεκτικά)

Νομίζω ότι μια τούφα από τα μαλλιά σου έχει ξεστρατίσει.

(σηκώνεται και απλώνει το χέρι του στα μαλλιά της Ζωής)

Μου επιτρέπεις…

(Καθώς προσπαθεί να στρώσει τα μαλλιά της Ζωής μένει στο χέρι του ολόκληρη η περούκα που αποδείχνεται ότι αυτή φοράει, αποκαλύπτοντας μια κατάμαυρη λεία σκληρή επιφάνεια στο μέρος όπου πριν καλύπτονταν από την περούκα)



ΦΕΛ

(με αηδία)

Θεέ μου! Κι ήταν τόσο όμορφη κοπέλα…



ΖΩΗ

(ανέμελα και αδιάφορα)

Ήτανε δώρο ενός φίλου. Θα βρω κάτι άλλο πάλι.

(στη Φελλίνη, συνεχίζοντας την προηγούμενη κουβέντα)

Και ξέρεις πόσοι χάνονται με τα καράβια; Ο βυθός της θάλασσας δε φαίνεται από τα κουφάρια τους.



ΕΡΙ

(στη Ζωή)

Καθώς βλέπω από εδώ που βρίσκομαι, το δεξί σου στήθος σαν να μπαινοβγαίνει σε κάθε σου κίνηση. Σαν ψεύτικο μου μοιάζει.

(σηκώνεται, πλησιάζει τη Ζωή, που δέχεται αδιάφορα τις επεμβάσεις του και της ανοίγει τη μπλούζα. Στο άνοιγμά της φαίνεται όχι δέρμα, μα η ίδια άψυχη σκληρήκαι κατάμαυρη επιφάνεια όπως του κρανίου της, με πάνω της, στη θέση όπου έπρεπε να είναι τα στήθη της Ζωής, δυο ψεύτικα στήθη. Ο Εριναστός βγάζει τα ψεύτικα στήθη και αμέσως μετά τη μπλούζα. Δυο τρύπες μένουν στη θέση του στήθους. Η Φελλίνη σηκώνεται και οπισθοχωρεί τρομαγμένη)



ΖΩΗ

(στον εαυτό της)

Ω! χάλασαν όλα. Μα και τι να περίμενα μετά τόσον καιρό. Πρέπει να πάω για ανασύσταση όπως και να το κάνεις…

(στον Εριναστό, τελείως φυσικά)

Και γιατί θέλεις ν’ αυτοκτονήσεις;

(Ο Εριναστός δεν της απαντάει. Της λύνει τη ζώνη και κατεβάζει την πολύχρωμη φούστα της. Φαίνονται μέση, γλουτοί, μηροί, κνήμες, όπως και πιο πάνω. Η Φελλίνη κραυγάζοντας φωνές φρίκης και τρόμου κρύβεται όπως μπορεί πίσω από τον Εριναστό. Ο Εριναστός κοιτάζει προς το πρόσωπο της Ζωής, το μόνο ανθρώπινο που έχει μείνει από ό,τι πριν ήταν η Ζωή. Την πλησιάζει βλέποντας προς αυτό.)



ΖΩΗ

(βλέποντάς τον, χωρίς προσπάθεια αντίδρασης, σιγά)

Θα φτάσεις λοιπόν ως εκεί;

(Ο Εριναστός σηκώνει το χέρι του ως το μέτωπο της Ζωής, πιάνει το δέρμα από τη γραμμή που χωρίζει το δέρμα και το μαύρο του κρανίου και το τραβάει. Το πρόσωπο της Ζωής είναι μια μάσκα που μένει στα χέρια του Εριναστού, ενώ κάτω από αυτήν αποκαλύπτεται η μαύρη επιφάνεια όπως και πιο πάνω, με τρύπες στη θέση των ματιών της μύτης και του στόματος, που μόλις η Φελλίνη και ο Εριναστός προλαβαίνουν να δουν. Μια δυνατή απόκοσμη κραυγή βγαίνει από το μαύρο που αντιστοιχούσε στο στόμα της Ζωής και την ίδια στιγμή βαθύ σκοτάδι καλύπτει το δωμάτιο. Η Φελλίνη κραυγάζει όλο και πιο δυνατά)

ΕΡΙ

(δυνατά)

Ησυχάστε!.. Ησυχάστε κυρία Σμιθ!

(πολύ δυνατά)

Σταματήστε!

(Οι φωνές της Φελλίνης χαμηλώνουν)

Κάπου έχω ένα κερί… νάτο, το βρήκα…

(ακούγεται ο ήχος ανάμματος ενός σπίρτου και το κερί ανάβεται. Ότι είχε απομείνει από τη Ζωή έχει εξαφανιστεί και μόνο τα ρούχα και η μάσκα της μένουν πεσμένα στο πάτωμα. Η Φελλίνη ρίχνεται στην αγκαλιά του Εριναστού κοιτάζοντας φοβισμένη γύρω. Ο Εριναστός απωθώντας ήρεμα την Φελλίνη απελευθερώνεται από το αγκάλιασμά της. Καθησυχαστικά)

Ησυχάστε κυρία Σμιθ. Όλα πέρασαν πια. Ξέρω, ήτανε φοβερό το θέαμα, για μια γυναίκα τουλάχιστον… Ηρεμήστε…

(Η Φελλίνη κοιτάζει γύρω στο δωμάτιο, ώσπου να βεβαιωθεί ότι όλα είναι όπως πριν εισβάλει η Ζωή σ’ αυτό)

Είστε καλά τώρα;



ΦΕΛ

(Ακόμα επηρεασμένη από τα προηγούμενα, σιγά)

Κύριε Μόρισον… τι φοβερό!..

ΕΡΙ

Αλήθεια φοβερό. Και νομίζω πως ύστερα απ’ αυτό δεν θα έχετε διάθεση για συνέχιση της προσπάθειάς σας, γι αυτό καλλίτερα θα ήταν να πηγαίνατε στο σπίτι σας.




ΦΕΛ
(πάντοτε ταραγμένη)

Έχετε δίκιο. Μου είναι αδύνατο να σταθώ άλλο εδώ μέσα-με συγχωρείτε… Αν και θα ήθελα να σας πω κι εγώ κάποιες γνώμες μου… μα τώρα… μου είναι αδύνατον. Σας παρακαλώ κύριε Μόρισον, δώστε μου την ευκαιρία να σας μιλήσω κάποιαν άλλη μέρα…(παίρνει την τσάντα της από την καρέκλα και κάνει μερικά βήματα προσέχοντας να πατάει μακριά από τα ρούχα της Ζωής)

ΕΡΙ

Σας καταλαβαίνω απόλυτα. Να πάτε στο καλό. Μόνο όταν καλείστε από δω και πέρα σε παρόμοιες περιπτώσεις, επικαλεστείτε οποιαδήποτε επιχειρήματα, μόνο μην υποστηρίξετε ότι η ζωή υπάρχει, ή πώς, αν υπάρχει, ότι είναι ωραία…



ΦΕΛ

Ούτε λόγος… Μόνο σκέπτομαι ότι θα κουβαλώ μέσα μου ολοζωής αυτή τη φρικτή γνώση, χωρίς να μπορώ να μιλήσω γι αυτήν σε κανέναν-ποιος θα με πίστευε…



(Δίνει το χέρι της που ακόμα τρέμει στον Εριναστό)

Σας εύχομαι το καλλίτερο κύριε Μόρισον.

(Βγαίνει γρήγορα αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω της)



ΕΡΙ

Γεια σας κυρία Σμιθ.

(Κλείνει την πόρτα και κατευθύνεται προς το τραπέζι. Σταματάει για λίγο και με το πόδι του αγγίζει τα ρούχα της Ζωής.)

Τουλάχιστον να φορούσε μαύρα…

(Παίρνει το πιστόλι στο χέρι του και με αργές και σίγουρες κινήσεις το κατευθύνει προς τον κρόταφό του ενώ ταυτόχρονα πέφτει κατακόκκινη η)

ΑΥΛΑΙΑ
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Τον βρήκαμε, του είπανε, μην ειν' αυτός του γιου σου;
Και κείνος: τον γνωρίζω, ναι, του γιου μου ειν' ο χιτώνας,
Είπε. Θηρίο τον Ιωσήφ άρπαξε κι έχει φάει.
Κι ο Ιακώβ τα ρούχα του δερνάμενος ξεσχίζει
Και γύρω από τη μέση του έβαλε σάκο πένθους
Και το παιδί του για πολλές ημέρες το πενθούσε.
Και όλοι μαζεύτηκανε, κι οι γιοί του και οι κόρες
Να τον παρηγορήσουνε. Μα δεν παρηγοριόταν.
Και, έτσι, πενθώντας, έλεγε, θα πάω μέχρι τον άδη.
Κι ενώ έκλαιγε ο πατέρας του, πήγαν οι Μαδιανίτες
Και τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο-στον Πετεφρή πούλησαν,
που αρχισωματοφύλακα ο Φαραώ τον είχε
Και αυλικός του ήτανε.
XXXVIII
Και κάποτε τ’ αδέρφια του τ’ άφησε ο Ιούδας
Και πήγε μέχρι κάποιονε που ήταν Οδολλαμίτης
Και που τον λέγανε Βιράς. Και είδε κει ο Ιούδας
Την κόρη κάποιου Χαναναιου, Σαυά που τηνε λέγαν,
Την πήρε, και κοιμήθηκε μαζί της. Κι είχε μείνει
Έγκυος αυτή, και γέννησε αγόρι που Ήρ το είπε.
Και γέννησε κι άλλο ένα γιό, κι αυτόν Αυνάν τον είπε.
Και τρίτο γιό εγέννησε, κι αυτόν Σαλώμ τον είπε.
Κι ήταν εκείνος στο Χασβί όταν αυτούς γεννούσε.
Και ο Ιούδας διάλεξε για τον πρωτότοκό του
Τον Ήρ, γυναίκα όπου Θάμαρ τη λέγαν. Ήταν όμως
Του Ιούδα ο πρωτότοκος, ο Ήρ, κακός στον Κύριο
Και τον θανάτωσε ο θεός. Και του Αυνάν του είπε
Ο Ιούδας: στη γυναίκα συ τράβα του αδερφού σου
Και πάρτηνε γυναίκα σου, και μέσα μπες σ’ αυτήνε
Κι απόγονο ανάστησε συ για τον αδερφό σου.
Και ο Αυνάν γνωρίζοντας πως το παιδί δικό του
Δε θα ’ταν, όταν πήγαινε μαζί με τη γυναίκα
Του αδερφού του, ξέχυνε το σπέρμα του στο χώμα
Ωστε να μη απόγονο στον αδερφό του δώσει.
Και γιατί έκανε αυτό κακός στο θεό  εφάνη
Και τον θανάτωσε κι αυτόν.
ΧΧΧVIII11
Και τότε είπε στη νύφη του τη Θάμαρ ο Ιούδας:
Σα χήρα στου πατέρα σου το σπίτι τράβα κάτσε
Ώσπου ο γιός μου ο Σηλώμ για γάμο να μεστώσει.
Γιατί είπε μη χαθεί κι αυτός όπως οι αδερφοί του.
Κι έφυγε η Θάμαρ κι έκατσε στο πατρικό της σπίτι.
Κι οι μέρες επεράσανε, και η Σαυά του Ιούδα
που ήταν γυναίκα, πέθανε. Κι όταν παρηγορήθη
πήγε ο Ιούδας στα Θαμνά, σ’ αυτούς τα πρόβατά του
που του κουρεύαν. Και μαζί και το βοσκό του είχε
Που τόνε λέγανε Ειράς κι ήταν Οδολλαμίτης.
Και είπανε στη νύφη του Θάμαρ: ο πεθερός σου
Τα πρόβατά του στη Θαμνά πηγαίνει να κουρέψει.
Κι αυτή έβγαλ' από πάνω της τα ρούχα της χηρείας
Κι αφού εκαλλωπίστηκε και βέλο είχε φορέσει,
Στις πύλες ’στάθη της Αινάν, που στη Θαμνά κοντά ’ναι,
Γιατί είδε πως ενώ ο Σηλώμ μεγάλος είχε γίνει
Όμως δε δώσανε σ’ αυτόν εκείνη για γυναίκα.
Και πόρνη την επέρασε όταν την είδ’ ο Ιούδας,
(συνέχεια)
ΤΕΛΕΙΩΣ

Ωραία που βγήκε απ' τ' όνειρο
κι έπεσε ίσα μέσα στην αληθινή ζωή του!
Κι ήταν ωραία η αίσθηση της ευτυχίας
κι ήταν η παρουσία της εκεί η απόδειξη
πως ώρες θα του έδινε γαλήνης και χαράς.

Αρκεί τη δύναμη να έβρισκε
και να προλάβαινε
την κάθε πόρτα
που μέσα του οδηγούσε να 'κλεινε
ώστε απέξω η ευτυχία να μείνει
και σαν ωραίο ψάρι εξωτικό
πολύχρωμο
ενυδρείου
να την χαιρότανε,
από την έλλειψή της τελείως έτσι
προφυλαγμένος.
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

Τα υποταγμένα όντα ας μένουν μέσα σ’ αυτήν. Για κείνα είναι πλασμένη. Η κοινωνία ας βασανίζει αυτά, ας κουρελιάζει την ψυχή τους, ας ματώνει την καρδιά τους. Τα υποταγμένα όντα ευχαριστιούνται μ’ αυτό. Νιώθουν ότι αυτό είναι ο προορισμός τους πάνω στη γη, νιώθουν πως έτσι τα έχει φτιάξει ο καλός θεός και πως θα ’τανε αμαρτία να προσπαθήσουν ν’ αλλάξουν. Τα υποταγμένα όντα τόσο μυαλό έχουν, τόσο μόνο μπορούν να κρίνουν, τέτοια μάτια έχουν, τόσο μόνο κοντά μπορούνε να δουν. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας.

Σεις τη φτιάξατε, για σας είναι. Εσείς όταν μένετε μέσα της νιώθετε δικαιωμένοι σαν υποταγμένα όντα που είστε. Κρατήστε την, σας ανήκει δικαιωματικά.

Μείνετε ο ένας κοντά στον άλλο. Σφιχτείτε ο ένας κοντά στον άλλο, ώστε όταν έρθει ο σωστός λόγος να μπορείτε να τον πετροβολήσετε όλοι μαζί, χωρίς να του αφήσετε περιθώρια νίκης.

«Ο ένας κοντά στον άλλο!» Με τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί να ζήσει και θα ζήσει με κάποιον άλλο; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Πόσο σας λυπάμαι! Πόσο φτιαγμένα για την άφτερη ζωή είσαστε! Πόσο κάτω, κάτω, κάτω βρισκόσαστε!

Συνεταίροι: το μαχαίρι κρυμμένο για λίγο πίσω από την πλάτη του ενός ώσπου να βρει ευκαιρία να καρφωθεί στην πλάτη του άλλου. Συνάδελφοι στο ίδιο γραφείο; Ο κοντυλοφόρος γίνεται κάθε στιγμή κοντάρι έτοιμο να μπηχτεί στο στήθος του συνάδελφου. Αγάπη-το κοράκι που τρώει ό,τι έχει απομείνει από τα άλλα θηρία: τιμή, εμπιστοσύνη, ηθικότητα κι άλλα… κι άλλα… όλα βδελυρά φαντάσματα ενός βδελυρότερου νου.

Ο φόβος! Ο φόβος είναι που ενώνει τα υποταγμένα όντα. Και όχι ο φόβος για τα άγρια θηρία και για τα στοιχεία της φύσης, αλλά ο φόβος του ενός υποταγμένου όντος για το άλλο. Ο φόβος που πρέπει να χωρίζει τα ανθρώπινα όντα το ένα από το άλλο, ο ίδιος φόβος είναι που, επειδή είναι τόσο ισχυρός, σπρώχνει τελικά τον ένα κοντά στον άλλο. Για να μπορεί να βλέπει καλά καλά ο ένας τα χέρια του άλλου άδεια από όπλα. Τόσος τόπος στη γη κι εκείνοι μαζεύονται σε λίγες πόλεις, κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, τρώνε ο ένας πάνω στον άλλο, δουλεύουν ο ένας πάνω στον άλλο, γιατί; Από το φόβο. Γιατί έτσι φυλάγεται καλλίτερα ο ένας από τον άλλο. Και φτιάχνουν οι δυνατοί λέει νόμους, που τάχα προστατεύουν τους πολίτες. Νόμοι: η επίσημη σκλαβιά!

Πόσο αντιανθρώπινοι είναι οι άνθρωποι εκεί, πόσο υποταγμένοι! Ενώ ντυμένοι τη μόνωσή τους, τότε και μόνον είναι άνθρωποι. Γιατί τότε ό,τι κάνουν το κάνουν για τον εαυτό τους. Είναι αυτάρκεις και γι αυτό αξιοπρεπείς. Καμία εξάρτηση, καμία υποχρέωση, κανένα δικαίωμα άλλο, παρά το μεγάλο και μοναδικό δικαίωμα που τους δίνει το ότι γεννήθηκαν. Όλα τα άλλα καθήκοντα και όλες οι άλλες υποχρεώσεις είναι πλαστές. Μόνοι τους! Μόνοι τους με τα φυτά, τα ζώα, τη συνείδησή τους, το χώμα, τον ουρανό- τ’ αδέρφια τους.

Θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, κοινωνία μ’ ένα λόγο, όλα βιαστές. Βιαστές της μεγαλοσύνης του ανθρώπου, της αξιοπρέπειάς του, της δύναμής του ακόμα. Κάνουν τη δύναμή του αδυναμία. Και ο άνθρωπος ζητάει, παρακαλεί, εκλιπαρεί αντί να παίρνει, αντί ν’ αρπάζει, αντί να κατέχει τέλεια και υπεύθυνα όλες τις συνιστώσες του. Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Κακόμοιρα άμυαλα όντα! Ντροπή της φύσης! Και πόσο φοβούνται το θάνατο! Δε θέλουν να πάψουν να υπάρχουν…

Τόσο υπερεκτίμησαν τον εαυτό τους τα υποταγμένα όντα. Δε βλέπουν το κάλλος του άνθους. Δε νιώθουν τη δόξα των λόφων. Δεν τους τυφλώνει η λαμπρότητα της πέτρας. Δεν ακούνε τη μελωδία του αέρα περνώντας από τη χαραμάδα του παράθυρου… Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Δεν ήρθατε στον κόσμο-σάς έφεραν. Δε ζήσατε. Άλλοι για σας έκαναν, είπαν, γέλασαν. Και δε θα φύγετε από τον κόσμο-θα σας διώξουν όποτε το θελήσουν οι δυνάστες σας. Και μέσα σ’ όλα ο χειρότερος δυνάστης: ο γάμος! Η υποχρέωση δυο ανθρώπων που μισούνται αναμεταξύ τους, να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι. Άνθρωποι ενωμένοι μόνο τις στιγμές που σαν γουρούνια κυλιούνται πάνω στο βρωμερό κρεβάτι τους. Και τότε ενωμένα τα κορμιά τους μόνο. Οι παραδόσεις τους, οι καταγωγές, οι φυλές, οι ρίζες τους, μάχη και την ώρα εκείνη δίνουν. Και πώς τρέχουν να πλυθούν μετά το κάθε σμίξιμό τους δείχνοντας έτσι τη σιχαμάρα τους για τους συντρόφους που οι ίδιοι πριν από λίγο, σπρωγμένοι από κάποιες ορμόνες επιζητούσαν… Τ’ αστέρια με το φεγγάρι, ο ήλιος με τη γη, πιο κοντά βρίσκονται το ένα στ’ άλλο. από ό,τι οι «σύζυγοι» μεταξύ τους. Α! Οι συγκοιμώμενοι! Που ζουν με το φόβο πως ο ένας θα σκοτώσει τον άλλονε τη νύχτα. Ασφαλίζουν κι αυτοί την πόρτα τις νύχτες, μα ποιο το όφελος;-ο εχθρός κοιμάται δίπλα τους. Πώς να είναι σίγουροι ότι θα ζουν το πρωί; Και α! μέθοδες που επιστρατεύονται για να σιγουρέψουν πως θα ξυπνήσουν την άλλη μέρα: τα παιδιά, οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν, τα τηλεφωνήματα σε κοινούς γνωστούς πριν από τον ύπνο για να είναι μάρτυρες, κείνη η πανάρχαια συνήθεια που ακόμα διατηρούν-το άνοιγμα διάπλατα του στόματος πριν τον ύπνο, για να δείξουν τα κοφτερά δόντια τους, η υπόσχεση για κάποιο δώρο ή για κάποιο ποσό χρημάτων, ένα βαρύ αντικείμενο ή ένα όπλο στο κομοδίνο, δίπλα τους… Όχι κυρία Σμιθ, κρατήστε την κοινωνία σας!



ΦΕΛ

Είμαι νέα ακόμα και δεν έχω ακούσει άλλη φορά τέτοιες απόψεις, τέτοιες φοβερές σκέψεις. Και αισθάνομαι τον εαυτό μου υποχρεωμένο να αντιδράσει σε αυτή την καταιγίδα μειωτικών για τους ανθρώπους χαρακτηρισμών, προβάλλοντας, με όσην ένταση μπορώ να το κάνω, την άλλη άποψη, την άποψη της αισιοδοξίας, κάτι που κι εσάς πιστεύω θα ωφελήσει. Αν και αυτό θα είναι κάτι δύσκολο για μένα… όμως πρέπει, δεν έχω το δικαίωμα να αφήσω ανυπαράσπιστες τις χαρές της ζωής… την ίδια τη ζωή… γι αυτό επιτρέψτε μου να πω κι εγώ λίγα λόγια…

(Θόρυβος από την πόρτα όπως κλειδιού που γυρίζει στην κλειδαρότρυπά της. Εριναστός και Φελλίνη κοιτάζουν προς τα εκεί. Η Φελλίνη στρέφει ερωτηματικά προς τον Εριναστό)



ΕΡΙ

Ιδέα δεν έχω ποιος μπορεί να έχει το κλειδί μου.

(Η πόρτα ανοίγει και στο άνοιγμά της εμφανίζεται η Ζωή. Είναι μια νέα και όμορφη γυναίκα, ζωηρόχρωμα και παρδαλά ντυμένη. Έχει πλούσια ξανθά μαλλιά, φοράει σανδάλια, είναι έντονα βαμμένη, στο λαιμό έχει γιρλάντες από αγριολούλουδα, βραχιόλια στα χέρια και μια ζώνη κομψή πράσινη στη μέση της. Είναι χαρούμενη και ποτέ στη συνέχεια το χαμόγελο δεν φεύγει από τα χείλη της.)



ΖΩΗ

(γελώντας με την έκπληξή τους, και ενώ ο Εριναστός όσο αυτή μιλάει, την κοιτάζει προσεκτικά, η Φελλίνη με περιέργεια και θυμό)

Από μακριά άκουσα την κουβέντα σας –διαθέτω μια καταπληκτική ακοή- και μέσα της άκουσα πολλές φορές τ’ όνομά μου. Και μιας και τίποτα καλλίτερο δεν είχα, είπα ας πάω να γνωρίσω αυτούς τους συνομιλητές. Και να ’μαι! (Πηγαίνει προς το τραπέζι)

Ου! Βιβλία! Εσείς πρέπει να είσαστε σοφοί!

Εγώ δεν έμαθα να διαβάζω. Μα τι μου χρειάζεται; Όπου και να σταθώ με ταϊζουν. Και ποτέ δε μένω χωρίς στέγη, χωρίς διασκέδαση, χωρίς εραστές. Όλοι, άντρες και γυναίκες με καλοέχουν. Ποτέ έγνοια δε βάζω για τίποτε. Όλος ο χρόνος μου είναι ελεύθερος και δεν ξέρω τι να τον κάνω. Και τριγυρνάω εδώ κι εκεί κάνοντας όποια τρέλα μου έρθει. Και παρέα στις τρέλες μου αυτές δεν μου λείπει-ουρά κάνουν οι άνθρωποι για να με συντροφεύουν. Τους δικαιολογώ. Ποιος άντρας δε θα ’θελε τη συντροφιά μιας νέας και όμορφης κοπέλας και ποια γυναίκα δε θα με ήθελε για φιλενάδα της-κράχτη αρσενικών; Πόρτα, όπως είδατε με τα ίδια σας τα μάτια, καμία δεν μου αντιστέκεται. Μπαίνω όπου θέλω με το μοναδικό μου κλειδί, που όμως ανοίγει όλες τις πόρτες. Χα!.. Μα εσείς τι κάνετε εδώ; Πρέπει να έχετε κάποια σοβαρή συζήτηση. Αν είναι έτσι να σηκωθώ να φύγω γιατί τα σοβαρά μου φέρνουν ανία.

(στη Φελλίνη, με ενδιαφέρον)

Μικρή μου να συμμαζέψεις και να σηκώσεις επάνω τα μαλλάκια σου. Είσαι στρογγυλοπρόσωπη και δε σου πάνε έτσι κάτω ριγμένα.

ΕΡΙ

Είπες πως άκουσες τ’ όνομά σου. Ποιο είναι αυτό;

ΖΩΗ

Ζωή.


ΦΕΛ

(Στον Εριναστό, με επιτιμητική απορία)

Κύριε Μόρισον, δεν σας νοιάζει που μια ξένη μπαίνει απρόσκλητη μέσα στο σπίτι σας και φέρεται τόσο αναιδώς, παρά σας ενδιαφέρει μόνο τ’ όνομά της;

ΕΡΙ

(γελώντας και εξετάζοντας τη Ζωή ενώ μιλάει)

Ελάτε κυρία Σμιθ, τι θα είχα να φοβηθώ; Μήπως με κλέψει ή μήπως με σκοτώσει; Ύστερα δεν ξέρω… μπορεί να μοιάζει για ξένη, όμως μάλλον μου είναι πολύ γνωστή.

ΖΩΗ

(συνεχίζει όπως πριν μη δίνοντας σημασία στις κουβέντες τους)

Η αλήθεια είναι πως λίγοι με ξέρουν. Οι περισσότεροι με φαντάζονται μόνον. Ή με γνωρίζουν από τα επιτραπέζια παιχνίδια μου που όλους τους ενδιαφέρουν. Α! Παίζω πολλά παιχνιδάκια. Το «πόλεμος-ειρήνη» είναι το αγαπημένο μου. «Για γερά νεύρα», «Ο γιατρός και οι αρρώστιες», «Απρόσμενες εξελίξεις», είναι επίσης πολύ καλά. «Οι φυσικές καταστροφές» δεν μου αρέσουν και πολύ, όμως είμαι υποχρεωμένη να το παίζω κι αυτό. Να μη σας παίρνω το χρόνο σας λέγοντάς σας περισσότερα, όταν μάλιστα ο χρόνος είναι τόσο περιορισμένος για κάποιον από τους δυο σας. Αλήθεια, ποιος πρόκειται να μας αφήσει χρόνους-έτσι δεν το λέτε;

(Η Φελλίνη περιμένει μιαν αντίδραση του Εριναστού και όταν βλέπει ότι αυτός δεν αντιδρά αποφασίζει να μιλήσει εκείνη)

ΦΕΛ

Απορώ με σένα δεσποινίς Ζωή. Μπαίνεις απρόσκλητη σ’ ένα σπίτι και φέρεσαι σαν να ήτανε το δικό σου, ενώ ο οικοδεσπότης είναι παρών και μάλιστα έχει μια παρέα που συζητάει μαζί της. Τι συμπεριφορά είναι αυτή; Έτσι κάνεις πάντοτε εσύ; Και τι άπρεπες ερωτήσεις!.. 
(συνέχεια)

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και σηκωθήκαν στη Συχέμ και πήγαν οι αδερφοί του
Και βόσκαν του πατέρα τους τα πρόβατα εκεί πέρα.
Κι ειπ’ ο Ισραήλ στον Ιωσήφ: Δεν είναι οι αδερφοί σου
Στα βοσκοτόπια της Συχέμ; Θα πας κι εσύ εκεί πέρα.
Και, γιατί όχι; Του ’πε αυτός. Κι ο Ισραήλ του είπε:
Τράβα να δεις αν ειν’ καλά τα πρόβατα κι εκείνοι
Και γύρνα πάλι να μου πεις. Και από την κοιλάδα
Τον είχε στείλει της Χεβρών, και στη Συχέμ επήγε.
Και κάποιος βλέποντας τόνε να τριγυρνά στον κάμπο
Του λέει, τί ψάνχεις; κι είπε αυτός, τους αδερφούς μου ψάχνω.
Πες μου πού τώρα βόσκουνε αυτοί τα πρόβατά τους;
Και του ’πε τότε ο άνθρωπος: φύγαν από δω πέρα
Και άκουσα που λέγανε, στη Δωθαείμ ας πάμε.
Και πίσω από τ’ αδέρφια του ο Ιωσήφ τραβάει
Και τους εβρήκε στη Δωθαείμ.
ΧΧΧVΙΙ18
Κι αυτοί τον είδανε προτού κοντά τους πλησιάσει
Και το κακό τους πέρασε απ’ τό νου να τον σκοτώσουν.
Κι ένας στον άλλον έλεγε, έρχετ’ ο ονειράκιας
Ελάτε-ας τον σκοτώσουμε και σένα λάκκο μέσα
Το σώμα του ας ρίξουμε. Και ύστερα θηρίο
θα πούμε πως τον έφαγε. Και τότε τα όνειρά του
Θα δούμε τι αξίζουνε. Και ο Ρουβήν τ’ ακούει
Και μες από τα χέρια τους τον γλίτωσε. Τους είπε:
Ας μη τόνε σκοτώσουμε. Αίμα, ο Ρουβήν τους είπε,
Μη χύστε, παρά βάλτε τον σ’ έν απ’ αυτούς τους λάκκους
Στην έρημο, κι ενάντια του ας μην απλώστε χέρι.
Κι ειπ’ έτσι ώστε απ’ τα χέρια τους αυτόνε να γλιτώσει
Και στον πατέρα του ύστερα να πάει να τον δώσει.
Όταν λοιπόν ήρθ’ ο Ιωσήφ, του βγάλαν το χιτώνα
Που έφορειε τον πολύχρωμο, και σ’ ένα λάκκο μέσα
Που ήταν ξερός τον έριξαν. Κι απάνω κει που τρώγαν
Σηκώσανε τα μάτια τους και είδαν οδοιπόρους
Ισμαηλίτες να ’ρχονται απ’ τής Γαλαάδ τα μέρη,
Με τις καμήλες τους βαριά να ’χουνε φορτωμένες
Με λάδια αρωματικά, θυμίαμα και ρητίνη,
Και πήγαιναν στην Αίγυπτο να τα εμπορευτούνε.
ΧΧΧVII26
Και ο Ιούδας στράφηκε κι είπε στους αδερφούς του:
Κι αν τον σκοτώσουμε κρυφά εμείς τον αδερφό μας
Τί τάχα θα κερδίσουμε; Σ’ αυτούς τους Ισμαηλίτες
Ελάτε κι ας τον δώσουμε. Γιατ’ είναι αδερφός μας
Και σάρκα από τη σάρκα μας. Κι εκείνοι τον ακούσαν.
Κι οι Μαδιανίτες έμποροι καθώς επλησιάζαν
Τ’ αδέρφια του τον Ιωσήφ τον βγάλαν απ’ το λάκκο
Και πούλησαν τον Ιωσήφ. Και οι Ισμαηλίτες
Τους δώσαν είκοσι χρυσά. Και τον Ιωσήφ επήραν
Και πήγανε στην Αίγυπτο. Γυρνά ο Ρουβήν στο λάκκο
Και βλέπει λείπει ο Ιωσήφ. Τα ρούχα του ξεσκίζει
Και γύρισε δερνάμενος στ’ αδέρφια του. Τους λέει:
Δεν είναι το παιδί εκεί-και τώρα τι θα γίνω;
Και το χιτώνα πήρανε του Ιωσήφ εκείνοι
Κι ένα κατσίκι σφάξανε και τον γεμίσαν με αίμα.
Και πήραν τον πολύχρωμο χιτώνα και τον πήγαν
Να τον ιδεί ο πατέρας τους, και, τον χιτώνα αυτόνε
(συνέχεια)
ΚΑΥΓΑΔΑΚΙ

Η καρέκλα σηκώθηκε βαριεστημένη. "Θα πάω έξω" είπε.
Ο καναπές πήγε στο παράθυρο, παραμέρισε την κουρτίνα και "κάνει κρύο έξω", της είπε φωναχτά, "πού θα πας;"
Την έπιασε από το χέρι- "πες μου" της είπε πάλι "πού θέλεις να πας;"
Εκείνη τον έσπρωξε λέγοντάς του "με πονάς!"
Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
Εκείνος, χλωμός μετά απ' αυτή τη σκηνή και χολωμένος που ασυγκράτητος δείχτηκε, έμενε όρθιος στο παράθυρο μπροστά.
Αυτή, αγέρωχη στην αρχή, ήπια κατόπιν, κλεισμένη μέσα στο άψογο τετράγωνό της, έφτιαξε το φόρεμά της.
"Στο είπα-αν δε σ' αρέσω έτσι να μ' αφήσεις ήσυχη. Στο κάτω κάτω αυτό είναι το σπίτι μου".
Έκατσε νευριασμένη
Εκείνη τη στιγμή δυο άντρες μπήκαν στο δωμάτιο. Ο ένας κάθισε στην καρέκλα. Ο άλλος βάζοντας τον καναπέ στη θέση του ρώτησε: "μα ποιος έβαλε τον καναπέ κοντά στο παράθυρο;"
Κάθισε πάνω του και άνοιξε τον χαρτοφύλακά του.
Ύστερα όλα έγιναν με την κανονική τους σειρά.
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συέχεια)

ΈΡΙ

Η κοινωνία!.. Μα, κυρία Σμιθ, υπάρχει άλλο ανοητότερο σύνολο από αυτόν τον αηδιαστικό συμφυρμό κοινά παραδεγμένων κανόνων συμπεριφοράς και διαβίωσης; Αυτή δεν είναι που γεννάει όλες τις προκαταλήψεις και ενστερνίζεται κάθε στραβή ιδέα που κάποιος λαοπλάνος εκμεταλλευτής ξεστομίζει;

Η κοινωνία!.. οι δουλείες της… τα ήθη και τα έθιμά της… οι συνθήκες της…

Και η μεγαλύτερη δουλεία της η θρησκεία! Το πιο αντιανθρώπινο κατασκεύασμα. Βλακείες μικρών ανθρώπων με μεγάλα συμφέροντα. Δε λέω, κάποτε οι θεοί ωφέλησαν τον άνθρωπο. Ήταν τότε που θεοί ήτανε ο κεραυνός, η φωτιά, η βροχή και οι προσευχές των πιστών ήτανε προσευχές προς το θεό να μη τους βλάψει με τη δύναμή του. Μα τώρα που οι άνθρωποι είδανε, τώρα που οι άνθρωποι ξέρουν, γιατί ακόμα πιστεύουν σε θεό; Κολοκύθια-κανένας δεν πιστεύει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα εν γνώσει τους και οι μικροί, όσοι είναι κουτοί απλά ακολουθούν και όσοι είναι ξύπνιοι κάνουν πως τα χάφτουν. Και όλοι μαζί δημιουργούν ένα θέατρο και μέσα του βάζουν χαρτονένιες φιγούρες και καθισμένοι στην πλατεία, παρακολουθούν τι συμβαίνει πάνω εκεί και διασκεδάζουν μ’ αυτά ή δυσφορούν. Και ό,τι οι φιγούρες πούνε οι θεατές τ’ ακούνε και ό,τι διατάξουν αυτοί το εκτελούν, σαν να μην ξέρουν πως αυτοί οι ίδιοι τις ανέβασαν εκεί.

Μερικές φορές κάποιος μπερδεύει τις φιγούρες με τους άλλους ή με τον εαυτό του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς του απασχόλησης με το θέατρο-της πολλής ώρας που έχει καταναλώσει κοιτάζοντάς το κάθε μέρα. Έτσι μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι φιγούρες και ανέβηκαν πάνω στη σκηνή. Και απαιτούν από τους ανθρώπους να τους σέβονται σαν θεούς, σαν ήρωες ή σαν ιδρυτές θρησκειών που ανέβηκαν στην πλατεία για να διορθώσουν τα κακά του κόσμου, ή πως είναι σοφοί, άγιοι, σωτήρες μ’ ένα λόγο της ανθρωπότητας, που χωρίς αυτούς θα χανόνταν η καημένη.

Και φτιάχνουν εκκλησίες και απασχολούν παπάδες, που πλήθη κόσμου βρίσκουν μιαν απασχόληση ακολουθώντας τους. Και οι μεγάλοι στρατηλάτες φτιάχνουν στρατούς και κινάνε πολέμους και κάνουν εκστρατείες ως τα μάκρη της γης και νικιούνται ή νικάνε και γυρίζουν και πεθαίνουν για ν’ αφήσουνε τα χώματα που άρπαξαν στους απογόνους τους.

Κι έρχονται μεγαλοαπατεώνες που βρίσκοντας κατάλληλο το έδαφος κάνουν μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς το πολιτικό, το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό. Και αποκτούν κι αυτοί οπαδούς και ματοκυλάνε τον κόσμο και ύστερα φεύγουν, αφήνοντάς τον σε χειρότερη πάντοτε μοίρα απ’ όποια τον βρήκαν όταν ανάλαβαν να τον σώσουν. Και όλες αυτές οι ανόητες ενασχολήσεις , ίσα για να ξεχνούνε την ιδέα του θανάτου.

Μα πώς όλοι αυτοί βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους και τους ακολουθούν; Πώς καταφέρνουν να κοροϊδεύουν τόσους πολλούς; Τόση ανεπάρκεια υπάρχει λοιπόν στους ανθρώπους; Τόσο είναι αυτοί άναιμοι; Όχι, δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούν σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούνε σε διαταγές, πειθαρχούν σε νόμους, υποτάσσονται σε καταστάσεις. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι υποταγμένα όντα. Δεν είναι άνθρωποι όσοι σκορπάν έτσι ανώφελα τη ζωή τους γεμίζοντάς την με εύκολη φιλία, με ευκαιριακή καλοπέραση, με χρήμα που αποκτιέται και ξοδεύεται σαν να μην υπήρξε, με υποκριτικά συναισθήματα, με ανόητες περιπέτειες. Άνθρωποι είναι οι ξεχωριστοί, οι ανόμοιοι, οι μοναχοί, οι ανυπόταχτοι, οι ανεξάρτητοι.

Α! Κάποιο λάθος έχει γίνει στο βάφτισμα. Άνθρωποι έπρεπε τα ζώα να λέγονται! Αυτά ζούνε ανθρώπινα: ελεύθερα, ανεξάρτητα, μόνα.

Ενώ για τους ανθρώπους… για τους ανθρώπους η ζωή είναι ένα σύνολο ντροπερών πράξεων και λόγων. Η ζωή η αγαπητή! Η ζωή η ποθητή! Η ζωή η μοναδική!.. Ω! Ας περνούσε ο άνθρωπος από δίπλα της χωρίς να της δώσει σημασία! Τότε όλα θα ήταν εντάξει-η ζωή στην ανυπαρξία της και ο άνθρωπος στο ύψος του. Ενώ τώρα όλα χαμένα. Η ζωή λιώνει ανάμεσα στους τροχούς της τους ανθρώπους.

Η ζωή: ένας αγώνας για το τίποτα… για ένα κομμάτι ψωμί, για πλούτη, για δόξα… για το τίποτα. Ένας αγώνας που αφήνει όλους νικημένους. Και πεθαίνουν τα άμοιρα, υποταγμένα όντα, ύστερα από τα τόσα που απόχτησαν, με το χέρι απλωμένο για να πάρουν κάτι που κανείς δεν υπάρχει να τους το δώσει-μια συντροφιά, ένα χάδι…

Ω! Άγια μοναξιά! Με συνείδηση τουλάχιστον της μηδενικότητάς σου! Με αποδοχή της Μοίρας σου χωρίς τσιριμόνιες και ψευτοφάρμακα! Χωρίς υποταγμένα όντα δίπλα σου, χωρίς ταπεινώσεις για ό,τι η ύπαρξή σου ζητάει μόνο για να δικαιωθεί, χωρίς βασανιστές. Μακριά από την κοινωνία, την κόλαση των υποταγμένων όντων, που οι άνθρωποι έχουν εφεύρει για να ξεγελούνε τη μοναξιά που μισούν και το θάνατο που φοβούνται.

Κοινωνία! Η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου! Μια μαύρη αγορά όπου μια ζωή ανταλλάζεται μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, μ’ ένα πανωφόρι… Γιατί να μην ντύνεται και να μην ποδένεται καθένας μόνος του; Ας το κάνει. Όσο μπορεί. Μετά ας κρυώσει, ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Ας ζήσει τρώγοντας φαγητό που θα βρίσκει μόνος του. Όσο μπορεί. Μετά ας πεινάσει, ας πεθάνει. Ας γιατρέψει όσες αρρώστιες μπορεί-μόνος του. Μετά ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Όμως αυτοί; Μια συνεχής πάλη… Για τι; Για ποιον; Για τον εαυτό του καθένας; Όχι. Τότε για ποιον; Και εδώ είναι ο παραλογισμός-αναλώνει τον εαυτό του κάποιος για να κάνει πράγματα με άλλους, από άλλους, για άλλους.

Ω! Μόνωση-Δόξα του ανθρώπου!

Και ω! Κοινωνία!-Όνειδος και κατάρα του ανθρώπου!

Τραγουδάς; Ενοχλείται ο διπλανός σου. Πρέπει να σταματήσεις. Το δέντρο σου πέταξε δυο κλωνιά προς τον κήπο του γείτονα; Θα πας φυλακή αν δεν τα δεις να τα κόψεις. Ευτυχής ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία-για φαντάσου… ο ένας να κλέβει τον άλλονε ωραία ευτυχία μα την αλήθεια.

Άνθρωποι πεθαίνουν δίπλα σου. Πρέπει να κάνεις πως δεν τους βλέπεις γιατί οι δυνατοί τους σκότωσαν κι αν μιλήσεις κινδυνεύεις κι εσύ.

Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας για τον εαυτό σας.

Ανοίγεις την ψυχή σου για να μπουν μέσα της πνεύματα και μπαίνουν είδωλα ανάλγητης ύλης. Απλώνεις το χέρι να χαδέψεις ένα τριαντάφυλλο και ξεπετάει τότε αυτό όλα τα αγκάθια του μαζεμένα και σε κατατρυπάει. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας.

Να μάθεις γράμματα απαγορεύεται. Μαθαίνεις μόνο ό,τι θέλουν να μάθεις αυτοί που χτίσανε τα σχολεία ακριβώς για να σε δουλώσουν. Κι αυτή είναι η δόξα της μεγαλειότητάς τους- ποιας μεγαλειότητάς τους; η μικρότητα είναι η ουσία τους.

Ή μήπως θα με κρατούσε στη ζωή η Τέχνη; Που τόσο μακριά από την αποστολή της αρμενίζει ώστε βλέπει τον κόσμο με τα μάτια του ανθρώπου, ενώ από την τέτοια τέχνη μένουν εκστατικοί μόνον οι ανεπαρκείς… Όχι! Μακριά! Να μην αηδιάζω από τα όσα μηχανεύονται οι άνθρωποι για να δώσουν σκοπό στην έτσι κι αλλιώς άχαρη και άσκοπη ζωή τους-για να μην αηδιάζω από την προσπάθειά τους να ωραιοποιήσουν την ασχήμια.

Όχι! Τέτοια κοινωνία σας τη χαρίζω. 
(συνέχεια)

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΦΕΛ

Είναι μια ενδιαφέρουσα θεωρία, αν και όχι αισιόδοξη.



ΕΡΙ

Αισιόδοξοι είναι οι κουτοί. Δεν θα με κατηγορήσετε που μπορώ και σκέφτομαι.



ΦΕΛ

Όχι. Μα θα αιστανόμουν πιο άνετα μαζί σας αν δεν ήσασταν τόσο κατηγορηματικός.



ΕΡΙ

Αυτός που έχει κάνει το γύρο όλου του κύκλου -αυτός μπορεί να είναι κατηγορηματικός.



ΦΕΛ

Κάνοντας κανείς τον γύρο του κύκλου θα ξαναβρεθεί στο σημείο από όπου άρχισε την πορεία του-και αν ναι, τότε γιατί όλη η προσπάθεια;



ΕΡΙ

Έχετε δίκιο. Θα βρεθεί πράγματι στο σημείο από όπου άρχισε. Τώρα όμως γνωρίζοντας. Και αυτό κάνει όλη τη διαφορά.

ΦΕΛ

Κύριε Μόρισον, όλα αυτά θα ήσαν ωραία και ίσως θα δικαιολογούσαν-αν μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια πρόθεση-την απόφασή σας να φύγετε από τη ζωή, όμως.... όμως να! Πώς μπορείτε εσείς να κατέχετε τη σωστή ερμηνεία της ζωής και να γνωρίζετε όλες τις συνιστώσες της, ώστε να αποφαίνεστε πώς θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι, πώς θα έπρεπε να είναι οι σχέσεις τους και να υποβαθμίζετε την αξία πανανθρώπινων συναισθημάτων; Δεν είναι λίγο εγωιστικό αυτό;



ΕΡΙ

Κυρία-αλήθεια πώς σας λένε;..



ΦΕΛ

Φελλίνη. Φελλίνη Σμιθ.



ΕΡΙ

Κυρία Σμιθ, οι άνθρωποι ή θα ζήσουν τη ζωή ή θα τη γνωρίσουν. Εμένα μου δόθηκε να τη γνωρίσω. Και δεν ξύπνησα μια μέρα με γεμάτο το κεφάλι μου με όλα όσα σας είπα. Όλα αυτά και όσα θα ακούσετε αν επιμείνετε στη συνέχεια της συζήτησής μας, είναι γέννημα χρόνων πόνου και θλίψης. Και όχι πως υπερηφανεύομαι γι αυτό, μάλιστα έρχονταν ώρες που καταριόμουν όποιον έβαλε μέσα μου την άφευγη τάση να δίνομαι σε ό,τι πιο άχαρο υπάρχει στον κόσμο- στη συνεχή προσπάθεια κατανόησης των γύρω μου, στην έρευνα, στην εξέταση κάθε πιθανής αιτιότητας, προοπτικής και έκβασης των κάθε φορά δεδομένων-που θα ήθελα να ήμουν ένας από τους πολλούς που δέχονται τα πράγματα όπως είναι, χωρίς ν’ αναρωτιούνται και χωρίς να ψάχνουν ασταμάτητα απαντήσεις στα πλήθος γιατί τους. Που θα ήθελα να ζήσω και να πεθάνω ανυποψίαστος για όσα φοβερά η κάθε μέρα φέρνει μαζί της, τυφλός στη θεατρική παράσταση της φρικτής καθημερινότητας, ευχαριστημένος από την καλή τύχη που με έφερε σ’ αυτό τον κόσμο.

Μα όχι! Πάντοτε υπερίσχυε η γνώμη πως η χαρά είναι βάρβαρη, η θλίψη ευγενική και πως η άσκεφτη πράξη είναι ανήθικη. Το να υποφέρω, για μένα ήταν τρόπος ζωής. Και αν δεν έχω την απαίτηση να ενστερνιστείτε τις απόψεις μου, όμως δεν θα έστεργα να μου αφαιρέσετε το δικαίωμα να δρω σύμφωνα με αυτές.

Έτσι λοιπόν έφτασα εκεί που έφτασα.

Πρέπει κανείς σε όλη τη ζωή του να μην έχει στο μυαλό του άλλην ιδέα από αυτή-πώς να γίνει ό,τι πραγματικά είναι. Πρέπει σ’ όλη τη ζωή του να τον τυραννάνε τα μεγάλα ρωτήματα και να διερευνά κάθε πιθανή απάντηση ώσπου να έβρει τη σωστή. Πρέπει να έχει απαρνηθεί τα γήινα και να είναι όλος μια σμίλη, που μ’ αυτήν πετώντας κάθε περιττό Ψέμα από πάνω του, θα αφήσει να λάμψει μόνο η Αλήθεια, αστραφτερή και αθάνατη κι ωραία.

Πρέπει να μην έχει χαρεί ούτε μια μέρα του βίου του -αλήθεια ποιος σας είπε πως η αναζήτηση της χαράς και όχι του πόνου, είναι ο σκοπός του ανθρώπου πάνω στη γη;..-πρέπει όταν ταξιδεύει να μην απολαμβάνει το ταξίδι, αλλά να σκέφτεται το αίμα που έχυσαν οι εργάτες φτιάχνοντας το δρόμο. Πρέπει σε έναν αγώνα τένις, αυτός να βλέπει μπροστά του να ξεκοιλιάζεται η γάτα που θα δώσει τα έντερά της για να φτιαχτεί η ρακέτα. Πρέπει όταν είναι πέντε χρονών, μια βραδιά που η μητέρα του θα τηγανίζει πατάτες μέσα στην κουζίνα της τρώγλης όπου ζει, αυτός να βάλει τα κλάματα γιατί είδε το θάνατο μπροστά του και, μικρό παιδί, τρόμαξε απ’ αυτόν. Πρέπει όταν βλέπει ένα γερό κορμί, το μυαλό του να χτίζει νεκροταφεία. Πρέπει όλα αυτά και άλλα ατελείωτα για να μπορέσει μια μέρα να πει στον εαυτό του: «Αρκετά, αυτό ήταν όλο. Ο προορισμός σου πάνω σ’ αυτή τη γη εκτελέστηκε. Κάνε τώρα εκείνο που ξέρεις. Άφησε αυτό τον κόσμο για να ξαναγυρίσεις στο Μηδέν, στην Ανυπαρξία, στο Μεγάλο Τίποτα, στη Μήτρα αυτή του παντός. Αρκετά ξεπόρτισες. Γύρνα σπίτι. Ούτε συν ούτε πλην. Επιτέλους, η ισορροπία, η πλήρης αρμονία.» Και, παραδεχτείτε το, αφού ο έρωτας-η αναζήτηση δηλαδή του θανάτου- δίνει τόσην ηδονή στον άνθρωπο, ο ίδιος ο θάνατος δε θα κάνει όλβιον εκείνον που θα βυθιστεί μέσα του; Και όμως, εσείς είστε εδώ επιζητώντας να μου στερήσετε τη μέγιστη των ηδονών-το θάνατο...



ΦΕΛ

Ψάχνοντας και παρατηρώντας και υπολογίζοντας δεν έτυχε να βρείτε μπροστά σας έναν αδιαπέραστο τοίχο, που κι εσείς αποτελείτε ένα μικρό του κομματάκι-την κοινωνία κύριε Μόρισον, που έχει άλλες ιδέες από τις δικές σας; Πώς μπορέσατε να αγνοήσετε ότι ένα πλήθος εκατομμυρίων-τι λέω εκατομμυρίων, δισεκατομμυρίων-ανθρώπων έχει αντίθετη άποψη για τη ζωή από ό,τι εσείς;



ΕΡΙ

Κυρία Σμιθ, μου αρέσει να μιλώ και είστε καλός ακροατής, αν και αμφιβάλλω αν συμφωνείτε με κάτι από όσα μέχρι τώρα είπα. Αν όμως ξεπεράσω τα όριά σας, ο τρόπος για να σταματήσω, για να ξέρετε, είναι να μην μου κάνετε άλλες ερωτήσεις. Αλλιώς φοβάμαι ότι θα σας κουράσω με την πολυλογία μου.



ΦΕΛ

Κοιτάξτε κύριε Μόρισον… για να είμαι ειλικρινής μαζί σας… αν εννοείτε ξεπέρασμα των ορίων μου την ικανότητά μου να αντικρούω απόψεις, ομολογώ ότι αυτό ξεπεράστηκε από ώρα. Γιατί δεν έχω ίσως τις γνώσεις να παρακολουθήσω όσα λέτε ή γιατί άκουσα τόσα πολλά σε τόσο μικρό διάστημα που δεν έχω καιρό να τα βάλω σε μια σειρά και να προσπαθήσω να τα αντικρούσω ένα ένα. Μην σκέπτεστε όμως καθόλου ότι μπορεί να με κουράσετε μιλώντας. Μπορεί να μην συμφωνώ με όλα όσα ακούω, μα μου είναι ευχάριστο να σας ακούω. Ύστερα εμείς το επιδιώκουμε αυτό. Άνθρωπος που μιλάει είναι ακόμα ζωντανός… Και ακόμα η ομιλία για κάτι που μας ενοχλεί και η εξωτερίκευση συναισθημάτων μ’ αυτήν, θα ξέρετε και σεις πως επηρεάζει θετικά την ψυχική κατάσταση εκείνου που μιλάει. Μη σας περάσει λοιπόν από το μυαλό ότι με ενοχλείτε μιλώντας μου.



ΕΡΙ

Ωραία λοιπόν! Με ρωτήσατε κάτι για την κοινωνία…



ΦΕΛ

Ναι, ρώτησα πώς μπορέσατε και αναπτύξατε απόψεις που έρχονται σε αντίθεση με τα κρατούντα-με κείνα που λαοί και κοινωνίες ολόκληρες έχουν θεσπίσει για χιλιετίες πάνω στη γη αυτή. Και όχι μόνο θεωρητικολογώντας, αλλά επεκτείνοντας την αντίθεσή σας αυτή ως το σημείο να θέλετε να πεθάνετε από και για τις ιδέες σας αυτές.
(συνέχεια)

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΕΡΥΘΡΟ

Θα χτίσει ένα ποίημα όχι με στίχο.
Θα χτίσει ένα ποίημα όχι με λέξη.
Θα χτίσει ένα ποίημα με πέτρινο τοίχο.
Θα φτιάξει ένα ποίημα γερό-για ν’ αντέξει.

Τσιμέντο θα βάλει στην κάθε γωνιά του
θα ντύσει με σίδερο την κάθε του κώχη
θα φτιάξει ένα ποίημα που μόνο η θωριά του
του Χρόνου να κάνει να τρέμει η απόχη.

Κι έτσι όπως αυτός γερά θα ’χει χτίσει
θεμέλια, πατώματα, στέγη και τοίχους
αλήθεια πολύ-πιο πολύ θα κρατήσει
από τους σαθρούς-τους φτηνούς του τους στίχους.

Σε κείνους που θα ’ρθουνε ας τον θυμίζει
λοιπόν όχι οι στίχοι του μα λίγο τσιμέντο.
…μόνο ένα λουλούδι γλυκά που μυρίζει-
λουλούδι ερυθρό να του βάλει στο πέτο...
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)


ΕΡΙ

Να σου αναφέρω μερικά στοιχεία της υπεροχής των Πραγμάτων έναντι των ανθρώπων ρωτάς, και περιμένεις απάντηση, λες κι έχετε μέθοδο συνεννόησης μεταξύ σας οι άνθρωποι. Λες και αυτό που λέτε γλώσσα, σας επιτρέπει να γνωρίσετε τι θέλει να πει ο ένας στον άλλο. Θα προσπαθήσω με λέξεις ανθρώπινες να σου δώσω να καταλάβεις, πράγμα αδύνατο, αλλά τουλάχιστο να πλησιάσεις στην κατανόηση της αλήθειας. Και θα σου μιλήσω σαν Πράγμα –άνθρωπος ή αν θέλεις σαν άνθρωπος-Πράγμα, έτσι σαν όπως οι εραστές μεταμορφώνονται ο ένας στον άλλονε κάθε στιγμή.

ΦΕΛ

Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβω;



ΕΡΙ

Είναι τόσο δύσκολο-ακατόρθωτο είναι για σένα. Γιατί κάθε σας λέξη έχει τέτοια μπερδεμένη σημασία, γιατί κάθε σας λέξη προϋποθέτει για να τη νιώσει κάποιος, τη γνώση τόσων άλλων λέξεων και γιατί οι έννοιες που οι συνδυασμοί της γλώσσας σας εκφράζουν, δεν μπορούν να συλληφθούν από τον εγκέφαλό σας επειδή χάνονται στα μισά του δρόμου και για κείνον που τις λέει και για κείνον που τις ακούει. Έτσι έχετε οι ίδιοι εσείς καταντήσει τη γλώσσα σας για να υπηρετεί τη βολική για σας αοριστία. Όσα λέτε, πύργοι στην άμμο. Και παραδέρνετε έκτοτε-δηλαδή για πάντοτε-αδαείς, ανίδεοι, απληροφόρητοι, ανεπικοινώνητοι. Όλες τις φορές που ο άνθρωπος προσπάθησε ν' ανέβει, ανέβηκε όχι προς την κατανόηση και την αλήθεια, αλλά προς την άγνοια και το ψέμα. Ο άνθρωπος είναι ανίκανος να δει την αληθινή όψη της πραγματικότητας και να σωθεί. Τη βλέπει όπως τη ζωγραφίζουν τα μάτια του και τ' αυτιά του. Και κάθε φορά ο άνθρωπος πιάνεται από τις γνώσεις που του δίνουν οι αιστήσεις του και προχωράει. Και φτιάχνει πολιτισμούς και γαντζώνεται με τα νύχια της γνώσης πάνω στο ανύπαρκτο δέντρο της ζωής και χτίζει ψεύτικα παλάτια πάνω του. Κι έρχεται ένας αγέρας και όλα τα ρίχνει. Και πάλι ξαναρχίζει και πάλι προχωρεί βαδίζοντας στο στραβό δρόμο και πάλι το κτίσμα του γκρεμίζεται στον πρώτον αέρα. Αξιολύπητα όντα, αλλά και αξιοκατάκριτα για την επιλογή τους.

Οι άνθρωποι! Η ντροπή της οικουμένης! Τα σαθρά δοχεία σαθρών έργων και λόγων! Το όνειδος της ζωής! Οι δυνάστες της! Σκέφτηκε ποτέ κανείς πόσο υποφέρει ο κόσμος από τους ανθρώπους; Πόσο πληγώνεται η αγνότητά του; Πόσο καταβαραθρώνεται η ευαισθησία του; Πόσο η μεγαλοσύνη του κόσμου μικραίνει επειδή κλείνει μέσα στους κόλπους του τέτοια όντα; Λες και ο νους σάς δόθηκε για να εξουσιάσετε κι όχι για να υποταχτείτε. Λες και το ύψος σας δόθηκε για να το ανεβείτε κι όχι για να το κατεβείτε. Λες και η ζωή σας δόθηκε σαν χάρισμα κι όχι σαν εργαλείο. Οι άνθρωποι! Η άπρεπη εκλογή! Η εκλογή που εντυπωσιάζει με την ασυμβατότητά της με την καθαρή γνώση. Η εκλογή που κηλιδώνει το στερέωμα. Είστε τα όντα που έχετε νου. Μα ο νους δε σας δόθηκε για να τσακίζετε ο ένας τον άλλο. Δε σας δόθηκε για να κυριέψετε δήθεν το σύμπαν. Δε σας δόθηκε για να τον ξοδέψετε ψάχνοντας να βρείτε τρόπους να ζήσετε μιαν άσκοπη ζωή. Ο νους σας δόθηκε για να σκοτώσετε, με όπλο αυτόν, το μίσος. Για να μερέψετε τα ένστικτά σας. Για να κατακτήσετε τον εαυτό σας. Είναι το εργαλείο που έδωσε σε σας η φύση για να συναδερφωθείτε μαζί της. Και σεις τι κάνετε; Με το νου μαστιγώνετε τα ένστικτα κι αυτά αγριεύουν πιο πολύ. Και θρέφετε το μίσος σας κι αυτό γίνεται όλεθρος.

Όντα λογικά! Που το ένα ζητάει να σπαράξει το άλλο και χρειάζονται νόμοι για να τα συγκρατούν. Όντα λογικά! Που κοιτάτε έξω σας όλο και μακρύτερα και δεν ξέρετε τίποτα για ό,τι έχετε μέσα σας. Η κίνηση σας δόθηκε λες για να κυνηγάτε ο ένας τον άλλο. Η ομιλία για να κρύβετε την αλήθεια. Μια υποκρισία όλη σας η ζωή. Για τι; Για ποιον; Για να πετύχετε τι; Τίποτα. Κι όμως, μια υποκρισία τέτοια που όσο ζείτε ποτέ να μην γίνετε ο πραγματικός σας εαυτός. Και τόσο φτιαχτά-τόσο υποκριτικά υπάρχετε, που η πραγματική ζωή με τα αισθήματα, τα πάθη, τις επιδιώξεις της, είναι κάτι άγνωστο για σας. Και για να πάρετε μια ιδέα της πηγαίνετε να δείτε θεατρικές παραστάσεις. Και εκεί βλέπετε για λίγο να ξετυλίγεται η πραγματική ζωή που εσείς την έχετε αντικαταστήσει με την ψεύτικη της κοινωνίας και φεύγετε πιο αποφασισμένοι να συνεχίσετε να ζείτε ψεύτικα, κοινωνικά. Και μεγαλόσχημοι φιλόσοφοι λένε «κάθαρση». Μα τι μπορεί να καθαρίσει την ψευτιά της κοινωνίας σας; Και ακόμα, αν αυτό ήταν δυνατό, γιατί η κάθαρση να γίνεται από έξω προς τα μέσα και όχι από μέσα προς τα έξω να λάμψει το σύμπαν;

Μια υποκρισία όλη σας η ζωή… Και μια επιθυμία. Επιθυμία για δόξα, για χρήμα, για δύναμη-για όλα τα ανθρώπινα φαντάσματα που σας έχουν γίνει δύστροπα αφεντικά. Όντα λογικά! Που ανακαλύψατε κάτι κύτταρα στο μικροσκόπιό σας και αυτοδικαιολογείστε να κάνετε έρωτα εσείς μόνο απ’ όλα τα ζώα ολοχρονίς. Και γιατί; Γιατί αυτό σας βοηθάει να φτιάξετε απογόνους, δηλαδή άλλα όντα, ασυνεπή και ανεύθυνα κι αυτά, που κι εκείνα θα κάνουν άλλους απογόνους…. Αν όλα αυτά είχαν σαν κατάληξη την αθανασία, ας ήταν κι έτσι ασυνεπή κι έτσι ανεύθυνα. Μα πού είναι η αθανασία για σας;

Πράττετε και μιλάτε σαν να ’σαστε το κέντρο του σύμπαντος, γιατί θαρρείτε ότι αυτό είναι κάτι περισσότερο από το "υπόλοιπο" σύμπαν-γιατί δεν ξέρετε πως στην αληθινή ύπαρξη δεν υπάρχει πρωτιά. Και ύστερα έρχεται το τέλος σας και δε μένει ούτε η ανάμνησή σας. Σκοτωνόσαστε να φτιάξετε λογής έργα, σκοτωνόσαστε να γράψετε λογής γραφτά, σκοτωνόσαστε να κάνετε λογής πράξεις, γιατί; Για να μη μείνει μια μέρα τίποτε από αυτά όλα. Για να τα καλύψει όλα ένα πέπλο ανυπαρξίας-τόσο ψεύτικα είναι όλα σας. Ενώ εγώ, ενώ εμείς, τα Πράγματα, τι διαφορά! Εμείς είμαστε η πραγματική ουσία. Εμείς είμαστε η μόνη αλήθεια. Εμείς. Αναλλοίωτα, άφθαρτα, αμέτοχα, άφοβα, παντοτινά. Ανοιχτά σε κάθε τι. Τη μια μας παίρνει ο αέρας, την άλλη μας μαστιγώνει η βροχή. Μα αφηνόμαστε και πάμε. Εμείς, η μόνη αλήθεια. Εμείς, το μόνο αληθινά υπάρχον.

Αστείοι που μας φαίνεστε οι άνθρωποι με τις παραξενιές και με τις τσιριμόνιες σας… Κάτι άσπρες πέτρες μόνο μένουνε από σας κι αυτές παρά τη θέλησή σας, περίτεχνα σκαλισμένες, όμοιες αναμεταξύ τους, φτιαγμένες όλες στο ίδιο καλούπι-της ματαιοδοξίας σας. Και τα υπολείμματά σας ακόμα υποκρισία και σπουδαιοφάνεια γεμάτα. Ενώ εμείς… Εμείς δεν έχουμε ανάγκη ν' αφήσουμε μνημεία. Είμαστε τα ίδια εμείς μνημεία αιώνια-γιατί εμείς είμαστε ό,τι υπάρχει. Οι άνθρωποι είστε ξεριζωμένοι. Εμείς έχουμε ριζώσει, σαν τα φυτά και τα λουλούδια που είναι όλο ευωδιά και το φύλλωμά τους είναι πάντοτε τρυφερό και ποικιλόμορφο. Κοιτάξτε μας καλά. Με ποιους μπορείτε να μας συγκρίνετε; Κινούμαστε και σαλεύουμε σαν να είμαστε των ανέμων το λάφυρο και η λεία. Κι αν αλλάζουμε μορφή κι αν αλλάζουμε σχήμα κι αν φαίνεται πως με τον καιρό αλλάζουμε, μα μένουμε πάντοτε ίδια. Γιατί και πριν και πάντοτε και τώρα είμαστε δοσμένα σε όλα μέσα στην ασήμαντη πολλαπλότητά μας. Γιατί εμείς δεν είμαστε πολλά, είμαστε ένα, με πλήθος όψεις και μορφές. Γιατί εμείς δεν έχουμε ανάγκη από τη ζωή για να ζήσουμε. Εμείς δίνουμε τη ζωή στα ζωντανά. Και όχι πως τη δίνουμε κάνοντας μιαν ιδιαίτερη παραχώρηση σε κάτι, ούτε πως τάχα κοπιάζουμε γι αυτό-τι λόγος. Πως τα ζωντανά υπάρχουν το βλέπουμε μόνο σα γεννηθούνε. Τόση σημασία δίνουμε στην ύπαρξή τους. Η ζωή που τόσο άπληστα σεις ζητάτε είναι για μας μια από τις τόσες καθημερινές μας άγνοιες. Εμείς υπάρχουμε μέσα στην αιωνιότητα. Εσείς είστε που αλλάζετε χίλια πρόσωπα σε κάθε μια στιγμή. Και όλα σας τα πρόσωπα φθαρτά. Και όλες οι δραστηριότητές σας καταστροφικές της αθανασίας σας. Αθάνατη δεν μπορεί να είναι η κίνηση. Αθάνατη μπορεί να είναι η ακινησία. Αθάνατος δεν μπορεί να είναι ο νους-αθάνατο μπορεί να είναι εκείνο που δημιούργησε το νου. Ό,τι έχει ελευθερία θα χαθεί από την ίδια του την ελευθερία. Θα μείνει μόνο το υποταγμένο, το παραχωρημένο, το άβουλο, το αμέτοχο, το ακίνητο, το Πράγμα. Εκεί έπρεπε να σας οδηγεί ο νους σας-στη μετουσίωσή σας σε Πράγματα. Θα έπρεπε ο νους σας να σας σκοτώνει ο ίδιος παραδίνοντάς σας στην αιωνιότητα και όχι να διαλέγετε να γινόσαστε άβουλη λεία στο θάνατο που είναι η φθορά και η ανυπαρξία. Τώρα ο νους σας, οδηγημένος από την άγνοιά σας, σας απομακρύνει όλο και πιο πολύ από την ύπαρξη. Σας οδηγεί να βλέπετε για ίσιο το στραβό και για στραβό το ίσιο. Σας οδηγεί να ζητάτε στην αγάπη την αιωνιότητα. Καλή σκέψη, μα στραβώνει στην εφαρμογή της όπως κάθε σας προσπάθεια. Γιατί αυτό που εσείς λέτε αγάπη δεν είναι παρά μια ακόμη εκδήλωση της ματαιοδοξίας σας. Αγάπη για σας είναι να υποτάξετε κι όχι να υποταχτείτε. Να εξυψωθείτε κι όχι να ταπεινωθείτε. Να υποδουλώσετε και όχι να υποδουλωθείτε. Και οδηγημένοι έτσι από τον φθοροποιό σας νου, χάνετε τη μοναδική ευκαιρία να γίνετε αθάνατοι. Ακολουθείτε το δρόμο προς τ' άστρα και χάνεστε στο άπειρο. Ενώ εμείς ακολουθούμε το δρόμο προς τη λάσπη και υπάρχουμε αιώνια. Είσαστε το ψέμα, είμαστε η αλήθεια. Είσαστε οι προσωρινοί, είμαστε τα παντοτινά.
(συνέχεια)

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΕΡΙ

Θα μπορούσα να σας ρωτήσω τι είναι αγάπη, αλλά υποψιάζομαι πως δεν θα έπαιρνα απάντηση όπως δεν πήρα απάντηση και στην ερώτησή μου τι είναι ζωή. Αντιλαμβάνομαι πως δεν είναι μέσα στα καθήκοντά σας να ξέρετε κάτι περισσότερο από τους πολλούς ανθρώπους για τη ζωή ή για την αγάπη προκειμένου να κάνετε καλά ή όχι τη δουλειά σας.

Να σας πω λοιπόν εγώ τι είναι η ανθρώπινη αγάπη. Είναι το συμφέρον μας καθρεφτισμένο στο πρόσωπο κάποιου άλλου. Και βέβαια αγάπησα. Αγάπησα πολλές γυναίκες, όλες όσες έκανα έρωτα μαζί τους και για όσην ώρα διάρκεσε αυτός. Ναι, ακούω πολλές φορές τη λέξη αγάπη. Μα τη μεταφράζω αμέσως: συμφέρον.

Οι άνθρωποι ν’ αγαπήσουν; Τι αστείο! Οι άνθρωποι ερωτεύονται μόνο. Και ερωτεύονται σημαίνει κάτι που αυτοί δεν συνειδητοποιούν: πως θέλουν να πεθάνουν. Ο πόθος του άντρα για τη γυναίκα είναι ο πόθος του θανάτου. Θέλουν μπαίνοντας στη γυναίκα να ξαναγίνουν ό,τι ήσαν πριν βγουν από εκεί μέσα, προτού υπάρξουν-να χαθούν μέσα στη μήτρα της. Τι ειρωνεία όμως! Όχι μόνον αυτοί δεν πεθαίνουν, μα η επιθυμία τους για θάνατο γεννάει κι άλλα δυστυχισμένα ανθρωπάκια. Και αυτή η αποτρόπαια συνέπεια του έρωτα και η ανομολόγητη ντροπή που κουβαλάει, είναι ο λόγος που για να ερωτευτούνε κρύβονται οι άνθρωποι. Για σκέψου! Τόσοι ύμνοι για τον έρωτα, τόσες προσπάθειες ολοζωής ώσπου να κερδηθεί το θηλυκό και όταν αυτό γίνει, τότε, ο έρωτας, το πολυϋμνητο όνειρο κάθε ανθρώπου να πρέπει να γίνει κρυφά… Και είναι αυτή η ευτυχία που ζητούν οι γυναίκες από τους άντρες. Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να καταλάβω τι εννοούν τα γελοία υποκείμενα-οι άντρες, λέγοντας στη γυναίκα που θέλουν να παντρευτούν το ψέμα: «θα σε κάνω ευτυχισμένη»… Λες και είναι δυνατό να κάνουν έρωτα εικοσιτέσσερες ώρες το εικοσιτετράωρο για όσα χρόνια ζήσουν… Και το ίδιο εννοούν και οι πατεράδες-μαστροποί λέγοντας στον υποψήφιο γαμπρό : «Να κάνεις την κόρη μου ευτυχισμένη»… Τόσος φόβος και να ψελλίσει ακόμα κανείς τη λέξη «έρωτας»... Πόση δύναμη αλήθεια έχει η γλώσσα που όλοι αποφεύγουν να την χρησιμοποιούν σωστά… Και όμως να! ύστερα από όλα αυτά, οι γυναίκες βγαίνουν έξω με φουσκωμένη την κοιλιά και επιδεικνύονται περήφανες που με την πονηρία τους κατάφεραν να διαιωνίσουν τη δυστυχία.

Και πόση προσπάθεια για να πετύχει αυτή η αποτυχία! Κοιτάζω τους κακόμοιρους τους άντρες. Τους κακότυχους. Τους δύστυχους. Που τρέχουν πίσω από τις γυναίκες σαν ζητιάνοι… πώς τις περιτριγυρίζουν ελπίζοντας πως εκείνες θα κοιμηθούνε μαζί τους… πώς κάνουνε ό,τι μπορούνε για να σκαρφαλώσουν στο κρεβάτι τους…-μιλάνε, γελάνε, υπόσχονται, πληρώνουν, εκθειάζουν, γελοιοποιούνται. Και όλα γιατί; Γιατί αγαπούν, λένε! Δυστυχισμένοι, κακόμοιροι άντρες, τι μοίρα που σας έχει οριστεί, να γυρεύετε σ’ όλη σας τη ζωή και ποτέ να μη βρίσκετε… κακόμοιρα υποταγμένα αντρικά όντα!

Κι ύστερα έρχονται τα παιδιά… Εκείνα τα πλάσματα που τα γεννάει ο άνθρωπος «γιατί έτσι κάνουν όλοι» και που ποτέ ούτε θα τον καταλάβουνε αυτά ούτε αυτός θα τα καταλάβει-ένα ακόμα από τα σωσίβια που μηχανεύονται οι αδύναμοι ενάντια στη μοναξιά. Και τότε πια… ω! τότε πια έχουμε άλλες αγάπες… Όλοι αγαπάνε τα παιδιά… Μα η μητέρα περισσότερο.!.. Τόμοι και τόμοι έχουν γραφτεί για την αγάπη της μητέρας στο παιδί. Μα αγάπη-τι κρίμα!-δεν υπάρχει… Πρόκειται για ένστικτο κυρία μου! Ένστικτο! Όλη αυτή η υπέροχη αγάπη είναι το αποτέλεσμα της έκκρισης ενός αδένα μέσα στο σώμα της γυναίκας. Του ίδιου αδένα που δημιουργεί την ίδια αγάπη για τα παιδιά τους και στη λιονταρίνα και στην ύαινα και στη μαϊμού. Τι άλλη μεγαλύτερη απόδειξη θέλετε πως δεν υπάρχει αγάπη στους ανθρώπους; Η φύση το ξέρει και γι αυτό έδωσε το ένστικτο. Και το ξέρουν πολύ καλά και οι υποκριτές άνθρωποι που έχουν φτιάξει ημέρα της αγάπης, μα δεν έχουν ορίσει και ημέρα καρποφορίας των δέντρων ή ημέρα της αναπνοής…

Ναι κυρία μου, αγάπησα πολλές γυναίκες με την ανθρώπινη, τη ζωώδικη αγάπη-την αληθινή-την άλλη σας αγάπη, το φάντασμα της αγαπης, τη χαρίζω στους κενούς να γεμίσουν μ’ αυτήν την κενή ζωή τους.



ΦΕΛ

Και απ’ ό,τι έχω καταλάβει από όσα άκουσα, δεν αγαπήσατε και κανέναν άλλον.



ΕΡΙ

Καλά καταλάβατε.



ΦΕΛ

Τίποτα δεν αξίζει στους ανθρώπους ώστε να νιώσετε ευνοϊκά γι αυτούς;



ΕΡΙ

Αν κάτι έχουν που να αξίζει είναι τόσο καλά κρυμμένο που δε μετράει.



ΦΕΛ

Μήπως έξω από τους ανθρώπους τουλάχιστον, υπάρχει κάτι άξιο ν’ αγαπηθεί κύριε Μόρισον;



ΕΡΙ

Υπάρχει κυρία. Όχι απλά κάτι αξιαγάπητο, μα που αυτό το κάτι είναι η ίδια η αγάπη. Κάτι αξιοπρόσεχτο θα έλεγα, το μόνο αξιοπρόσεχτο. Αυτό είναι τα Πράγματα. Και στην κοινωνία των Πραγμάτων είναι που θα φτάσω φεύγοντας σε λίγο από εδώ.



ΦΕΛ

Τόσο κοντά αισθάνεστε με τα Πράγματα, ώστε επιζητείτε την κοινωνία τους αντί αυτής των ανθρώπων;



ΕΡΙ

Τόσο κοντά, που κιόλας νιώθω πως είμαι κι εγώ ένα Πράγμα. Ένα Πράγμα που όπως κι εκείνα, αφήνεται σε όλα. Αφήνεται να το πηγαίνουν όπου θέλουν οι άνθρωποι, αφήνεται στην κάθε καταιγίδα ανυπεράσπιστο, σε καμιάς αντιξοότητας την επιδρομή δεν αντιμάχεται, καμιά δόξα δεν επιζητεί. Πλέει μέσα στα νερά της ύπαρξης τελείως άβουλο και τελείως αθώο.

Ο τρόπος βέβαια ύπαρξής μου μέσα στον κόσμο είναι ο ανθρώπινος. Μα έξω από το σχήμα τίποτε άλλο δεν είναι ανθρώπινο σε μένα. Και είμαι και γίνομαι, συνεχώς, Πράγμα.



ΦΕΛ

Ομολογώ ότι μου μοιάζει παράξενο να σας ακούω να υπερηφανεύεστε πως είστε ένα Πράγμα. Θα μπορούσατε να μου αναφέρετε μερικά στοιχεία της υπεροχής των Πραγμάτων έναντι των ανθρώπων;



ΕΡΙ

Ω! Θα μπορούσα να μιλώ ασταμάτητα γι αυτά…



ΦΕΛ

Τότε μιλήστε κύριε Μόρισον!
(συνέχεια)
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Ανά, Δησών, Ασάρ, Ρισών. Οι φύλαρχοι αυτοί ήταν
Στην Ιδουμαία του Σηείρ, που του Χορραίου παιδί ήταν.
Και του Λωτάν οι δύο γιοι Χορρί κι Ατμάν λεγόνταν.
Και μια αδερφή είχε, τη Θαμνά. Και του Σωβάλ οι γιοί είναι:
Γωλάμ, Γαιβήλ και Μαναχάθ, Σωφάρ κι Ωμάρ. Κι οι γιοί ήταν
Του Σεβεγών: Αΐέ και Ανά. Και ο Ανά είναι τούτος,
Αυτός που μες στην έρημο τον Ιαμείν εβρήκε
που του πατέρα του έβοσκε, του Σεβεγών, τα ζώα.
Κι ήταν ο γιός του Ανά ο Δησών κι η Ολιβεμά η κόρη.
Κι είχε ο Δησών τους Αμαδά, Ασβάν, Ιθράν και Χάρραν.
Οι γιοί του Ασάρ: Βαλαάμ, Ζουκάν και Ιουκάμ. Και ήταν
Γιοί του Ρισών οι Ως και Αράν. Και του Χορρί αυτοί ήταν
Οι φύλαρχοι: Λωτάν, Σωβάλ, Ανά, Δησών, κι ακόμα
Ασάρ, Ρισών και Σεβεγών. Αυτοί οι φύλαρχοι ήταν
Που ειν' του Χορρί απόγονοι στη γη την Ιδουμαία,
Στη φυλαρχία του καθείς.
XXXVI31
Κι οι βασιλιάδες είναι αυτοί της Ιδουμαίας, πριν κάποιος
Απ’ τη γενιά του Ισραήλ σε κείνη βασιλέψει:
Ο γιός του Βεώρ βασίλεψε, ο Βαλάκ, στην Ιδουμαία,
Και Δενναβά η πόλη του λεγότανε. Κατόπι
Όταν επέθανε ο Βαλάκ το θρόνο τον επήρε
Ο Ιωβάβ, γιος του Ζάρα, που ήταν απ’ τη Βάσδρρα.
Κι όταν επέθαν’ ο Ιωβάβ το θρόνο τον επήρε
 Ο Ασώμ από τα Θαιμανά. Και ο Ασώμ πεθαίνει
Και ο Αδάδ, γιος του Βαράδ ανέβηκε στο θρόνο
Που τον Μαδιάμ κατάκοψε μες στης Μωάβ τον κάμπο.
Κι η πόλη του ήταν η Γετθαίμ. Κι όταν ο Αδάδ πεθαίνει
Ο Σαμαδά απ’ τη Μασσεκά στο θρόνο ανεβαίνει.
Και πέθανε ο Σαμαδά κι ανέβηκε στο θρόνο
Ο Σαούλ από τη Ροωβώθ, πόλη παραποτάμια.
Και ο Σαοΰλ επέθανε κ ι ανέβηκε στο θρόνο
Ο Βαλλενών του Αχοβώρ. Κι ο Βαλλενών πεθαίνει
Και ο Αράδ, γιός του Βαράδ στο θρόνο ανεβαίνει
Που πόλη του ήταν η Φογώρ. Και τη γυναίκα που ’χε
Μετεβεήλ τη λέγανε και ήταν θυγατέρα
Του Ματραΐθ, γιου Μαιοζώβ. Και τα ονόματα ήταν
Των απογόνων του Ησαύ που φύλαρχοι εγίναν
Ανάλογα του καθενός με τη φυλή, τον τόπο,
Το λαό του και τη χώρα του: Θαμνά, Γωλά, Ιέρεθ,
Ολιβεμάς, Φίνων Ηλάς, Κενέζ, Θαιμάν και Μάζαρ,
Και Μαγεδιήλ και Ζαφωίν. Αυτοί οι φύλαρχοι ήσαν
Της Ιδουμαίας, που έμεναν σε πόλεις που είχαν χτίσει
Μες στην ιδιοκτησία τους. Και είναι ο γενάρχης
Των Ιδουμαίων ο Ησαύ.
XXXVII
Και κατοικούσε ο Ιακώβ στη χώρα που σαν ξένος
Και ο πατέρας του έμενε, στης Χαναάν τη χώρα.
Και ειν’ αυτή του Ιακώβ η γενεαλογία:
Νέος δεκαεφτάχρονος ο Ιωσήφ σαν ήταν
Βοσκούσε του πατέρα του τα πρόβατα, με τ’ άλλα
Τ’ αδέρφια του, που η Βαλλά και η Ζελφά οι γυναίκες
Γέννησαν στον πατέρα του. Κι ο Ιωσήφ μιλούσε
Κι έλεγε στον πατέρα του τον Ισραήλ τις πράξεις
Που αυτοί εκάναν τις κακές. Κ ι ο Ιακώβ απ’ όλους
Του άλλους γιους του, τον Ιωσήφ περσότερο αγαπούσε
Γιατί γεννήθηκε σ’ αυτόν μέσα στα γερατειά του.
Και να φοράει του έφτιαξε πολύχρωμο χιτώνα
Κι οι αδερφοί του βλέποντας ότι αυτόν απ’ όλους
Τους γιους του ο πατέρας τους τους άλλους αγαπούσε,
Τον ζήλευαν και μια καλή κουβέντα δεν του λέγαν.
Κι όνειρο είδε, κι ο Ιωσήφ, στ’ αδέρφια του το λέει.
Τους λέει: ακούστε τ’ όνειρο που είδα: έβλεπα λέει
Ότι δεμάτια φτιάχναμε στη μέση της πεδιάδας.
Και το δεμάτι λέει ορθό στάθηκε το δικό μου
Και τα δικά σας στράφηκαν και κείνο προσκύνησαν.
Και του ’πανε τ’ αδέρφια του, μη βασιλιάς μας γίνεις
Κι αφέντης μας; Και πιο πολύ ακόμα τον μισήσαν
Για τ’ όνειρο που είχε δει και για τα λόγια που είπε.
Και είδε κι άλλο όνειρο, και το ’πε και στ’ αδέρφια,
Το ’πε και στον πατέρα του. Και να! τους είπε, κι άλλο
Είδα εγώ ένα όνειρο. Είδα ότι κι ο ήλιος
Και το φεγγάρι κι έντεκα με προσκυνούσαν άστρα.
Και τότε ο πατέρας του του ’πε μαλώνοντάς τον:
Τι αυτό είναι πάλι τ’ όνειρο που είδες; Μήπως θα ’ρθω
Κι εγώ, κι έρθει η μητέρα σου, κι έρθουν κι οι αδερφοί σου
Και θα σε προσκυνήσουμε βαθιά μέχρι το χώμα;
Κι οι αδερφοί του απ’ αυτό πιότερο τον μισήσαν.
Μα φύλαξε ο πατέρας του εκείνα του τα λόγια.
(συνέχεια)
ΕΝΤΟΙΧΙΣΜΕΝΟ ΤΡΑΓΙΚΟ 

Μπροστά του ο μέγας ο κριτής. Δεξά του οι τρεις του μοίρες.
Αριστερά του ανθόκηπος. Η κόλασή του πίσω.
ΚΡΙΤΗΣ (σ’ αυτόν): Απόφαση πριν βγάλω, πριν ορίσω
πού θα σε στείλω, λέγε μου-τι έδωσες-τι πήρες.

ΑΥΤΟΣ: Χαρά εδώρισα και πήρα πίσω πόνο.
Νομίσματα έδωσα χρυσά με ιδρώτα κερδισμένα,
κατάρες πήρα και βρισιές πως λίγα είχα δοσμένα.
Δάσος ολόκληρο έδωσα, ξερόν επήρα κλώνο.

ΚΡΙΤΗΣ: Πολλά εχάρισες και πίσω πήρες λίγα
γι αυτό μες στον ανθόκηπο να ξαποστάσεις γείρε.
ΜΟΙΡΕΣ: Εμείς του ορίσαμε τι έδωσε-τι πήρε.
ΚΡΙΤΗΣ: Πολύ εβιάστηκα και να λαθέψω πήγα.

Λέγε...τι άλλο έδωσες...τι άλλο έχεις πάρει...
ΑΥΤΟΣ (ιδρώνοντας): Βραδιές πολλές έχω χαρίσει
σ’ αγάπες ανθορόδινες και πίσω πήρα μίση.
Ήλιο λαμπρό έδωσα εγώ κι αστέρια και φεγγάρι

και πήρα σκότος και νυχτιές-και πήρα καταιγίδες.
Έδωσα το αίμα της καρδιάς και της ψυχής μου τ’ άνθι-
πήρα λιωμένο σίδερο και λησμονιάς αγκάθι.
Πουλιά γλυκόλαλα έδωσα και πήρα νυχτερίδες.

ΚΡΙΤΗΣ: Καλά δοσίματα. Σωστά θα σ’ ανταμείψω-
άνθρωπε, ο ανθόκηπος να σε δεχτεί προσμένει.
ΜΟΙΡΕΣ: Εμείς του είχαμε όληνε ορισμένη
τη χάρη του δοσίματος-της πληρωμής του το ύψο.

ΚΡΙΤΗΣ: Τα θεία φρένα μου-ωιμέ- θα πάθαν βλάβη
και δε μετράω καθενός την εδική του πράξη
αλλ’ αν πιστά εκτέλεσε ό, τι άλλοι έχουν διατάξει
(σ’ αυτόν)Τι άλλο-λέγε μου-έδωσες- έχεις πάρει;

ΑΥΤΟΣ (με τρόμο): Εχάρισα μαλάματα κι ασήμι
και πήρα βράχια-έρωτα και πήρα καταφρόνια.
Ζεστό και άσπρο εσκόρπισα και πήρα μαύρα χιόνια.
Αυτά επήρα κι έδωσα. Δε φέρνει άλλο η μνήμη.

ΚΡΙΤΗΣ (στις μοίρες): Σεις κι αυτά του έχετε ορίσει;
ΜΟΙΡΕΣ: Και ό, τι του ’δωσαν και ό, τι έχει δώσει
οι τρεις μας του τ’ ορίσαμε με τη σοφή μας γνώση.
ΚΡΙΤΗΣ (σ’ αυτόν): Άμε λοιπόν στην ίδια πάλι ζήση

κι όταν μονάχος κάποιανε πράξη θα κάνεις άλλη
έξω απ’ αυτές που σου ’χουνε οι μοίρες ορισμένες,
τότε στου κήπου τις βραγιές θα μπεις τις ανθισμένες.
ΜΟΙΡΕΣ (η μια στην άλληνε): δικός μας είναι πάλι…

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Φώτη
Δυο βδομάδες σήμερα κλείνω κρεβάτι- καρέκλα. Αντιφλεγμονώδη και αναλγητικά. Μπορώ σήμερα να πάω κουζίνα να φκιάσω κάτι να φάω. Ψώνια μου κάνει η Άντζυ.
Στο μεταξύ έξω με περιμένουν δουλειές-Ταχυδρομεία, Τράπεζες, Πρεσβείες, που δε γίνεται αν δεν πάω αυτοπρόσωπα.
Ήταν ευκαιρία για την Άντζυ να μου σκουπίσει το πάτωμα. Μου υποσχέθηκε αν είμαστε καλά το Πάσχα να μου συγυρίσει και το τραπέζι.
Προχτές μου έθεσε και αυτή το ζήτημα του θανάτου μου. Θυμάσαι το Χρήστο που ήθελε να με πάρει στην πατρίδα του να με περιποιείται η φιλενάδα του και που άρχισε τη συζήτηση με τη φράση «γιατρέ όταν πεθάνεις ποιος θα σε θάψει»;
Μου κάνει εντύπωση που κανείς και καμία δεν ρωτάει «να έρθω να σε περιποιούμαι όσο ζεις;»
Έτσι προχτές και η Άντζυ. Μου είπε, Γιώργο, εμείς στην πατρίδα μου όταν πεθάνει κάποιος που ζει μόνος του, μαζευόμαστε γυναίκες και τον κλαίμε. Πηγαίνουν στο σπίτι του γυναίκες από τα γύρω σπίτια με φαγητά και τρώνε όλοι μαζί στο διπλανό δωμάτιο, συγυρίζουνε το σπίτι του, και αν δεν έχει λεφτά για την κηδεία βάζουν λίγα ο καθένας για να κάνουν τα απαραίτητα για την ταφή. Εσένα ποιος θα σε κλάψει, ποιος θα σε φροντίσει και ποιος θα σε θάψει;  Το έχεις σκεφτεί;
Ήθελε πράγματι να μάθει. Ίσως από ενδιαφέρον, επειδή δεν βλέπει να έχω ανθρώπους γύρω μου που θα κάνουν όλα αυτά, ίσως και από περιέργεια.
Της είπα ότι εμείς είμαστε πολιτισμένοι και δεν έχουμε τέτοια. Πως όταν πεθάνει κανείς μόνος του σε ένα διαμέρισμα, όταν αυτό γίνει γνωστό με κάποιον τρόπο στους γύρω, τότε καλείται η αστυνομία και είναι δουλειά δική της τα παραπέρα.
Άρχισε να κλαίει.
Προσπάθησα να την κάνω να καταλάβει ότι όταν πεθάνω δεν έχει καμία σημασία για μένα τι θα γίνει το πτώμα μου.
Το κλάμα δυνάμωσε.
Θα ήθελα να της πω πως αυτό της το κλάμα μου είναι αρκετό και για το θανατό μου, μα δεν θα καταλάβαινε.
Στο ενδιαφέρον της για τον θάνατό μου διέκρινα και μια υποχρέωση που υπέκρυπτε για μένα, μιας και έχει μια σχετικά μακριά παρουσία στη ζωή μου.
Τη διαβεβαίωσα ότι δεν έχει καμία υποχρέωση για ότι γίνει από τη στιγμή που θα πεθάνω. Δεν ικανοποιήθηκε από αυτό και ήθελε να ακούσει ότι πριν πεθάνω θα κάνω θα κάνω κάτι ώστε να μην πεταχτεί το σώμα μου στα σκουπίδια από την αστυνομία.    
΄Έτσι της υποσχέθηκα πως θα πάω σε ένα γραφείο κηδειών και θα προπληρώσω για την απλούστερη κηδεία, που για μένα θα συνίσταται στο κουβάλημα στο διαμέρισμα ενός κουτιού όπου μέσα θα μπει η σορός μου, την οποία θα βγάλουν από το σπίτι. Αυτό για να μην έχει να κάνει τίποτα ο σπιτονοικοκύρης μου. Και από κει και πέρα ας κάνουν αυτοί ότι θέλουν με το άψυχο σώμα μου.
Η Άντζυ ησύχασε λίγο αν και ήτανε φανερό πως περίμενε περισσότερα.
Κατά τα άλλα τα ίδια. Τα σαλοσπίρ με φυλάνε από τη γιαουρτοποίηση του αίματός μου, τα αντιυπερτασικά από τα νεύρα του, οι στατίνες στήνουν ομηρικές μάχες κάθε μέρα με τη χοληστερίνη μου, τα αντιαλλεργικά διώχνουν την κοκκινίλα από το δέρμα μου, το ζιλορίκ μου σε όλες τις μάχες του νικημένο.
Δεν ξέρω γιατί ο θάνατος θλίβει τους περισσότερους ανθρώπους. Μη της Άντζυ εξαιρουμένης.
Φτώχεια, μοναξιά, αρρώστιες που μόνος σου αντιμετωπίζεις, δεν κάνουν το θάνατο μια σωτήρια διεξοδο και ταυτόχρονα μια πλουσιοπάροχη ανταμοιβή;
Εγώ απαντάω ναι.
Όταν η ζωή είναι μια εγκατάλειψη, ένα ξεγέλασμα, μια λοιδωρία, μια ταλαιπωρία, ένας δρόμος στρωμένος μόνο με αγκάθια χωρίς ούτε ένα τριαντάφυλλο, μια απόρριψη, τότε ένα πανδοχείο δεν είναι το τέλος όλων αυτών; Δεν είναι ένα αγαθό μετά από τόσα άσχημα;
Εγώ νομίζω ακόμα ότι πρέπει να επιδιώκουν οι άνθρωποι μια τέτοια ζωή. Κοπιώδη. Τα αγαθά κόποις κτώνται. Ποιος κερδίζει κάτι αν δεν κοπιάσει για την απόκτησή του, αν δεν δώσει το ανάλογο αντάλλαγμα γι αυτό;
Μια ζωή για ένα θάνατο δεν είναι δίκαιη ανταλλαγή;
Θέλει πολύν πόνο και μεγάλες θυσίες η κατάκτηση της ευτυχίας. Και όσο περισσότερο κοπιάζεις γι αυτήν-για το θάνατο-, τόσο μεγαλύτερη δεν θα είναι και η απολαυσή της όταν έρθει;
Σκέψου Φώτη πώς νιώθεις όταν αναρρώνεις από μακριά ασθένεια. Δεν είσαι αλαφρός σαν πουλί; Και φαντάσου όλα αυτά που πέρασες στο κρεβάτι του πόνου, πολλαλασιασμένα επί τόσες και τόσες φορές περισσότερο πόνο και δυστυχία-δε θα είναι αφάνταστα μεγαλύτερη τότε η χαρά και η ευωχία του θανάτου; Και μάλιστα παντοτινή πια;
Και μετά από τη ζωή δεν είναι που έρχεται ο θάνατος; 
Όλα δεν ισορροπούν τελικά στον κόσμο;
Γλυκύτερος δεν είναι ο ύπνος μετά από κούραση παρά από μια μέρα τεμπελιάς;
Θυμήσου το ανέκδοτο για κείνον που τα παπούτσια του τον έκοβαν μα δεν τα άλλαζε γιατί όταν πήγαινε στο σπίτι και τα έβγαζε θα ένιωθε ευτυχής! Ο θάνατος δεν είναι το σπίτι του ανθρώπου  μετά την περιπλάνηση της ημέρας-ζωής;
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΕΡΙ

Ω! Δεν υπάρχει για μένα ερωτική απογοήτευση. Όταν ερωτευτώ μια πόρνη, και αυτό συμβαίνει πολύ συχνά, δε χολοσκάζω, ούτε αρχίζω τις πολιορκίες και τα κομπλιμέντα. Της λέω: «κυρά μου θέλω να παίξω μια παρτίδα έρωτα μαζί σου και σου δίνω γι αυτό τόσα χρήματα. Συμφωνείς;» Αν πει ναι καλώς, αλλιώτικα σειρά έχει η επόμενη. Είναι τόσο πολλές οι πόρνες που μου αρέσουν, ώστε δεν έχει νόημα να αργοπορώ κολλημένος σε μίαν από αυτές.

Η ερώτησή σας όμως έχει λόγο-μερικοί πράγματι αυτοκτονούν για τον έρωτα. Αλλά όχι για τον έρωτα μιας γυναίκας, αλλά γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, τους αποκαλύπτει τη γύμνια, τη δυστυχία, την αδυναμία του, το τίποτα.

Μα εγώ δεν περίμενα αυτόν για να μάθω.



ΦΕΛ

Όμως κύριε Μόρισον μιλήσατε για πόρνες. Μόνο με πόρνες κάνετε έρωτα εσείς;



ΕΡΙ

Υπάρχει και άλλο είδος γυναικών;



ΦΕΛ

Δεν υπάρχουν και αξιοπρεπείς κυρίες;



ΕΡΙ

Αυτές δεν πουλιούνται;



ΦΕΛ

Νομίζετε;



ΕΡΙ

Ό,τι και να νομίζω και ό,τι και να νομίζετε κυρία, στη γη, στον πλανήτη της συναλλαγής, δε σας φαίνεται απίθανο να υπήρχε μία εξαίρεση του κανόνα και αυτή μάλιστα η εξαίρεση να ήταν εκείνη ακριβώς μέσα στις αμέτρητες συνιστώσες του, που θα ικανοποιούσε την ιδέα που έχετε για τις «αξιοπρεπείς» κυρίες σας;.. Για χάρη σας όμως, στη συζήτησή μας θα πάψω να αναφέρομαι στους θηλυκούς ανθρώπους σαν σε πόρνες και θα τις μνημονεύω με τη διαφορετικότητα του φύλου τους: γυναίκες.



ΦΕΛ

(εμφανώς δίνοντας τόπο στην οργή της)

Έχω ξανακούσει αυτή τη θεωρία… Μα πέστε μου, τα οικονομικά σας βρίσκονται σε καλή κατάσταση;



ΕΡΙ

Καλλίτερα δεν θα μπορούσε να είναι. Και κυριολεκτώ. Πάντοτε είχα όσα χρήματα μου αρκούσαν για να εξοφλώ το νοίκι μου, να αγοράζω τα τρόφιμά μου και να πληρώνω τις ερωτικές μου συντρόφους. Να ικανοποιώ δηλαδή τις ανάγκες της ζωής. Ποτέ περισσότερα, ενίοτε λιγότερα… Μα φαίνομαι σαν κάποιος που θα αυτοκτονούσε από έλλειψη χρημάτων;



ΦΕΛ

Πράγματι όχι. Δείχνετε αυτάρκης.



ΕΡΙ

Και είμαι.



ΦΕΛ

Δεν με βοηθάτε όμως να διαγνώσω την αιτία της πράξης που μελετάτε να κάνετε.



ΕΡΙ

Σας είπα ότι τίποτε δεν υπάρχει να με κρατάει στη ζωή. Πώς αλλιώς να το ’λεγα;



ΦΕΛ

Έχετε συγγενείς-γονείς, αδέλφια κύριε Μόρισον;-όλο σας ρωτώ, μα δικαιολογείστε με-πρέπει να βρω κάτι από όπου να πιαστώ…



ΕΡΙ

…για ν’ αρχίστε τη νουθεσία σας. Το καταλαβαίνω απολύτως, μη σας στενοχωρεί το πράγμα. Λοιπόν δεν έχω αδέρφια. Είχα δύο αλλά ήσαν φιλάσθενα-έχουν πεθάνει. Και οι γονείς μου έχουν πεθάνει από καιρό.



ΦΕΛ

Από τι πέθαναν τ’ αδέρφια σας;



ΕΡΙ

Καλά καλά κι εγώ δεν ξέρω. Ο αδερφός μου πέθανε στα δεκαπέντε χρόνια του όταν εγώ ήμουν έντεκα. Κάθε τόσο του έκαναν μετάγγιση αίματος και μόνον έτσι έζησε μέχρι τότε. Εγώ έδινα το αίμα κάθε φορά. Θυμάμαι μόνο τα γεγονότα της ημέρας που πέθανε. Είχα τελειώσει το σχολείο και γύριζα στο σπίτι. Έπρεπε να περάσω από ένα δρόμο όπου οι ένοικοι των σπιτιών του την ώρα εκείνη είχαν τελειώσει το μεσημεριανό τους φαγητό και κάθονταν σε καρέκλες έξω από τις πόρτες τους κουβεντιάζοντας και κουτσομπολεύοντας τους σπάνιους περαστικούς. Κάθε που περνούσα μόνος από κει, ένιωθα τις ματιές τους να φτάνουνε ως την ψυχή μου και άκουγα τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους να τρυπάνε τ’ αυτιά μου μιλώντας για μένα. Αυτή η κατάσταση ήταν ένα μαρτύριο κάθε μέρα. Τη μέρα εκείνη μια ελπίδα έφεξε, όταν είδα να πηγαίνει κάμποσο μπροστά μου μόνος του ο αδερφός μου. Του φώναξα μια, δυο, μ’ άκουσε και γύρισε να με δει. «Περίμενε!» του φώναξα, βλέποντάς τονε σαν το στήριγμά μου για να διαβώ από τις συμπληγάδες της γειτονιάς εκείνης, που κάθε τόσο κλείνοντας κόβανε κομμάτια από την ψυχή μου. Τον έφτασα τρέχοντας. «Γιατί με φώναξες;» ρώτησε. «Για να πάμε μαζί στο σπίτι», του είπα λαχανιασμένος. «Γι αυτό με ήθελες;» είπε ενοχλημένος και συνέχισε μόνος του το δρόμο. Το βράδυ της μέρας εκείνης έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο.

Η αδερφή μου πέθανε λίγα χρόνια μετά. Όλο αυτό το διάστημα έβηχε τρομερά. «Έχει αδύνατο οργανισμό», έλεγαν όλοι. Για να δυναμώσει της έδινα κάθε μέρα το μισό φαγητό μου. Η μέρα εκείνη ήταν η μέρα που της είχα δώσει να μου φυλάξει ένα τετράδιο με ποιήματά μου, γιατί έπρεπε να πάω κάπου. Όταν γύρισα και της ζήτησα το τετράδιο, «τις έκαψα τις βλακείες σου», μου είπε, δείχνοντάς μου τη σόμπα. Ήτανε το βράδυ εκείνης της ημέρας που πέθανε και η αδερφή μου.

Καμιά φορά λέω ότι πέθαναν εκείνοι για να ζήσω εγώ. Γιατί με τόσες αφαιμάξεις και με τόση νηστεία δεν θ’ άντεχα για πολύ ακόμα.



ΦΕΛ

Θα ήτανε μεγάλο σοκ για σας αφού από τις μέρες αυτές έχουν καταγραφεί στη μνήμη σας περιστατικά.



ΕΡΙ

Δε θα έλεγα ότι με τάραξαν-έβλεπα τα σημάδια, το περίμενα. Μα ήμουν μικρός βλέπετε…





ΦΕΛ

Δεν αγαπήσατε κάποια γυναίκα κύριε Μόρισον;
(συνέχεια)

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

ΦΕΛ

Πρώτα κύριε Μόρισον θέλω να σας πω αυτό με το οποίο πάντοτε ξεκινάνε όλοι οι συνάδελφοι τη δουλειά τους σε παρόμοιες περιστάσεις, πως τίποτε δεν αξίζει να πεθάνει κανείς γι αυτό. Συμφωνείτε;



ΕΡΙ

Θα συμφωνήσω αντιστρέφοντας την διαπίστωσή σας: τίποτα δεν αξίζει να ζει κανείς γι αυτό.



ΦΕΛ

Ωστόσο η ζωή είναι γεμάτη με ομορφιές. Το λάλημα του σπίνου το πρωί, η ανατολή και το ηλιοβασίλεμα, η ζεστασιά στη σόμπα τις νύχτες του χειμώνα, ένας ωραίος πίνακας, το χαμόγελο των κοριτσιών, τα τραγούδια, οι εκδρομές, το βλέμμα των μικρών παιδιών, η θέα ενός όμορφου τοπίου… θα μπορούσα να μιλώ για ώρες χωρίς να φτάσω στο τέλος του μακριού κατάλογου… όλα αυτά για σας είναι απορριπτέα;-και μόνο για να απολαμβάνετε αυτά δεν θα έπρεπε να ζήσετε;






ΕΡΙ

Μέσα σε όλα αυτά εσείς βλέπετε να θάλλει η ζωή;



ΦΕΛ

Η ζωή στις καλύτερές της ώρες-πραγματικά κύριε Μόρισον έτσι το βλέπω.



ΕΡΙ

Μα πέστε μου κυρία, πού είναι όλα αυτά τα ωραία που περιγράψατε τόσο ζωντανά; Πού είναι τα χαμόγελα των κοριτσιών που άνθισαν ως τώρα; Πού είναι τα τόσα βλέμματα των μικρών παιδιών; Τι έγιναν αυτά;



ΦΕΛ

Τι εννοείτε;...



ΕΡΙ

Εννοώ αυτό ακριβώς που λέω: πού είναι όλα αυτά; Ξέρετε να μου πείτε;



ΦΕΛ

Μα τι να πω… έγιναν… τελείωσαν… πάνε…



ΕΡΙ

Πάνε!.. Αυτό έχετε να πείτε μόνο… Υπήρξαν όμως;.. Υπήρξαν;.. Πώς μπορείτε να μου το αποδείξετε;

(κοιτάζοντας τη Φελλίνη στα μάτια, έντονα)

…Πέστε μου-υπήρξαν;..



ΦΕΛ

Μα… πώς… όλοι θυμόμαστε πως έγιναν…



ΕΡΙ

(δυνατά, σχεδόν επιθετικά)

Κι αν σας αφαιρέσω τη μνήμη… αν σας καταστρέψω τη μνήμη… αν όλοι οι άνθρωποι ξαφνικά έχαναν τη μνήμη τους, θα είχαν τότε κάποτε αυτά υπάρξει;..

(αντιλαμβάνεται ότι δεν θα πάρει απάντηση. Παραιτημένος και χαμηλώνοντας τη φωνή του)



Ω! Να μη σας κουράζω με τέτοια κυρία μου. Ας ξαναγυρίσουμε στην ερώτησή σας. Και ήταν αυτή, γιατί κι εγώ δεν βλέπω μέσα σε όσα αραδιάσατε να θάλλει η ζωή. Επειδή τα μάτια μας διαφέρουν κυρία μου, γι αυτό. Εγώ παρατηρώντας με τα δικά μου μάτια τις εκδηλώσεις της ζωής εγνώρισα μόνο το θάνατο μέσα σ’ αυτές. Ένα ψέμα είναι η ζωή. Ένα μεγάλο φάντασμα με μέσα του άλλα μικρότερα που το ίδιο γεννάει. Όλα είναι θάνατος κυρία. Έχετε δει ποτέ την αμαρτία μεταμφιεσμένη σε αρετή; Το ίδιο είναι και με τη Ζωή: είναι ο θάνατος μεταμφιεσμένος. Ζωή δεν υπάρχει-είναι ένα όνειρο χωρίς καν ονειρευτή. Και σεις προσπαθείτε να με αποτρέψετε από κάτι που ποτέ δε θα κάνω.



ΦΕΛ

Κύριε Μόρισον, δεν ήμουν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσω τέτοιες απόψεις. Ίσως δε θα γίνω ποτέ ικανή γι αυτό. Όμως με τρομάζετε όσο δεν πάει άλλο όταν μου λέτε ότι γνωρίσατε το θάνατο βλέποντας τον ήλιο ν’ ανατέλλει, ή ένα δροσερό ρυάκι μέσα στη ζέστα του καλοκαιριού. Ή δεν κατάλαβα καλά;



ΕΡΙ

Όπως το λέτε. Καλά καταλάβατε. Ναι, μέσα σε όλα τα αξιοθαύμαστα, για σας, της ζωής, εκεί εγώ εγνώρισα το θάνατο. Και αφού σας τρόμαξα όσο δεν πάει άλλο, δε θα σας τρομάξω περισσότερο αν, σηκώνοντας για χατίρι σας και κάποιες άλλες πέτρες γύρω μας, σας αφήσω να δείτε το θάνατο που βρίσκεται κάτω απ’ όποια πέτρα κι αν σηκώσει κανείς. Δεν είναι λοιπόν που εγνώρισα το θάνατο μέσα σε όσα μου αραδιάσατε. Παντού κοιτάζοντας τον βρήκα, γιατί αυτός παντού είναι για όποιον μπορεί να τον δει: Εγνώρισα το θάνατο μέσα στο ποδοβολητό των σπίνων του Ιουνίου. Εγνώρισα το θάνατο στις κρύες νύχτες του χειμώνα, στις ζεστές μέσα νύχτες του καλοκαιριού. Εγνώρισα το θάνατο μέσα στα πράσινα φύτρα των πρώτων σκίνων. Μέσα στα μάτια πληγωμένου ελαφιού, μέσα σε καλοκαίρια ολόκληρα βουτηγμένα σε άσκοπον ιδρώτα, μέσα σε νερά γαλήνια, νύχτα ανάστερη, το σοβαρό και αμέτοχο πρόσωπό του μου γελούσε. Εγνώρισα το θάνατο στα επιφωνήματα των άστρων όταν πέφτουν. Στο κρυφομίλημα παρθένων. Στο γέλιο των πορνών. Κάτω από λέξεις χωματένιες, βαριές ακόμα από σίδερο και ιλύν εγνώρισα το θάνατο. Εγνώρισα το θάνατο μέσα στου πέπλου της σιωπής τις παχιές δίπλες. Μέσα στην άτολμη οργή και την αμηχανία, μέσα στην πλήρη επάρσεως άρνηση, στην τυφλή μέσα κατάφαση και την υπακοή. Εγνώρισα το θάνατο μέσα στων αηδονιών το γλυκολάλημα, μες στην καρδιά και μέσα μέσα στις έλικες τις ευφυείς του εγκεφάλου. Μέσα κι ανάμεσα σε δυο κορμιά αγκαλιασμένα εγνώρισα το θάνατο. Εγνώρισα το θάνατο μέσα στο μέγα άδειο της ώρας που ο ύπνος του μεσημεριού χωρίζει από το σώμα. Μες στων παιδιών το βύζαγμα-στο δέσιμο χειλιών και ρόγας εγνώρισα το θάνατο… λυπάμαι αν σας εκπλήσσω δυσάρεστα…



ΦΕΛ

(έκπληκτη για ό,τι άκουσε)

Θεέ μου, εσείς καταργείτε την ανθρώπινη φύση!

(κάνοντας προσπάθεια να συνέλθει)

μα απόψεις είναι αυτές, απόψεις σεβαστές, που μάλιστα επιβεβαιώνουν τη διαφορετικότητα των ανθρώπων… Δεν πρέπει να ξεχάσω γιατί είμαι εδώ… Μάλιστα… Κύριε Μόρισον αντιμετωπίσατε πρόσφατα κάποια ερωτική απογοήτευση;
(συνέχεια)

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Κι έφυγε από τη Χαναάν, κοντά απ' τον αδερφό του,
Γιατί πολλά, τα υπάρχοντα ήτανε και των δυο τους
Και η σ’ αυτήν που μένανε δεν τους χωρούσε χώρα.
Και ο Ησαύ στο όρος Σηείρ πήγε να κατοικήσει.
Και ο Ησαύ ειν’ ο Εδώμ. Κι οι απόγονοι αυτοί είναι
Που στο Σηείρ έκαν’ ο Ησαύ, των Εδωμαίων γενάρχης.
Και των παιδιών του Ησαύ αυτά είναι τα ονόματά τους:
Ο Ελιφάς, γιός της Αδά, που ’χε ο Ησαύ γυναίκα.
Ο Ραγουήλ, γιος Βασεμάθ, κι αυτή του Ησαύ γυναίκα.
Κι ήταν οι γιοί του Ελιφάς: Θαιμάν, Ωμάρ, κι ακόμα
Σωφάρ, Γομώθ και ο Κενέζ. Κι είχε μια παλλακίδα
Που τήνε λέγανε Θαμνά ο Ελιφάς. Κι εκείνη
Του έκανε τον Αμαλήκ. Αυτοί του Ησαύ οι γιοί ήταν
Απ’ τή γυναίκα του Αδά. Κι οι γιοί Ραγουήλ αυτοί ’ναι:
Ναχώθ, Ζαρέ, Σομέ, Μοζέ, της Βασεμάθ εγγόνια.
Και της Οβελιμά οι γιοι, που θυγατέρα ήταν
Του Ανά, του γιου του Σεγεβών, τον Ιεούς γεννάει
Και τον Εγλώμ και τον Κορέ. Κι οι απόγονοι αυτοί ’ταν
Του Ησαύ, που γίναν φύλαρχοι και που τ’ αγόρια ήταν
Του Ελιφάς, πρωτότοκου του Ησαύ. Κι οι φύλαρχοι ήταν:
Θαιμάν, Ωμάρ, Σωφάρ, Κενέζ, Κορέ, Γοθάμ, κι ακόμα
Ο φύλαρχος ο Αμαλήκ. Αυτοί οι φύλαρχοι ήταν
Στην Ιδουμαία-και του Ελιφάς και της Αδά γιοί ήσαν.
Κι αυτοί ειν’ οι γιοι του Ραγουήλ που του Ησαύ γιός ήταν:
Οι φυλαρχοι Ναχώθ, Ζαρέ, Σομέ, Μοζέ. Αυτοί ’ταν
Οι φύλαρχοι του Ραγουήλ στη γη Εδώμ, και ήταν
Οι εγγονοί της Βασεμάθ, που ’χε ο Ησαύ γυναίκα.
Και της γυναίκας του Ησαύ Ολιβεμά, οι γιοί ήταν:
Οι φυλαρχοι Ιεούς. Ιεγλόμ, και ο Κορέ. Αυτοί ’ναι
Οι φύλαρχοι που γέννησε η Ολιβεμά, που κόρη
Ήταν του Ανά, και του Ησαύ που ήτανε γυναίκα.
Αυτοί ’τανε οι γιοί του Ησαύ κι αυτοί οι φύλαρχοι ήταν
Που από κείνους βγήκανε που λέγονται Ιδουμαίοι.
Και του Σηείρ, που στο βουνό Σηείρ εκατοικούσε
Γιου του Χορραίου, αυτοί ’ν’ οι γιοί: Λωτάν, Σωβάλ, Σεβέγων,
(συνέχεια)
Η ΣΑΥΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Η σαύρα της ερήμου η κακομοίρα
 που μέρες νηστική μένει η καημένη,
για να τραφεί μονάχα περιμένει
μέσα στου καύσωνα τη λαύρα πύρρα,
από μιας θύελλας την αμμοπλημμύρα.
Γιατί με όλα τ’ άλλα είναι ξένη
η σαύρα της ερήμου η κακομοίρα
που μέρες νηστική μένει η καημένη.

Κι έτσι αφού της έγραφε η μοίρα,
Μέσα εκεί, απ’ την πείνα ρημαγμένη
το κρύο της μ’ αυτά για να θερμαίνει
βρίσκει νεκρά κορμιά-της ζήσης φύρα-
η σαύρα της ερήμου η κακομοίρα...
Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)


ΦΕΛ

Κύριε Εριναστέ ξέρετε γιατί είμαι εδώ, άλλωστε σας είπα ποια είμαι. Θέλετε να αυτοκτονήσετε και εγώ είμαι εδώ για να σας αποτρέψω από μια τέτοια ενέργεια. Η υπηρεσία μας έλαβε σοβαρά υπόψιν της αυτά που μας κατέθεσε ο κύριος Πρέστον-και βλέπω ότι καλά έκανε-και έστειλε εμένα που είμαι εκπαιδευμένη στην αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων.



ΕΡΙ

Η υπηρεσία σας;..

(Χωρίς να εννοεί ό,τι λέει)

Και αυτό σας δίνει λέτε το δικαίωμα να μπείτε σε ένα ξένο σπίτι; Ξέρετε φαντάζομαι, ότι μπορώ να σας πετάξω έξω αυτή τη στιγμή χωρίς να δώσω λόγο σε κανένα-μην ξεχνάτε ότι εδώ είναι το σπίτι μου.



ΦΕΛ

Εσείς μου ανοίξατε κύριε Μόρισον. Και σας παρακαλώ να μη το κάνετε -δε θα το αρνηθείτε αυτό σε μια γυναίκα που σας παρακαλεί. Είμαι καινούργια στην Υπηρεσία ξέρετε και αν με διώχνατε…



ΕΡΙ

Μα φυσικά… Δεν έχω σκοπό να σας στερήσω τη δουλειά σας. Σας εύχομαι μάλιστα και να ριζώσετε σ’ αυτήν. Όμως πέστε μου, πώς ξέρετε ότι ο φίλος μου ο Νικ σας είπε την αλήθεια για μένα-ότι πράγματι θέλω να αυτοκτονήσω;



ΦΕΛ

Η πείρα μου είναι μικρή, όμως η αντίδρασή σας στα λόγια μου με πείθει πως έτσι έχουν τα πράγματα. Όταν σας είπα το σκοπό της επίσκεψής μου δεν εκπλαγήκατε, δεν παραξενευτήκατε καν και συζητάτε το θέμα μαζί μου τόσο ήρεμα, σαν αποφασισμένος γι αυτό.



ΕΡΙ

Έχετε δίκιο. Πράγματι θ’ αυτοκτονήσω. Θα μπορούσα βέβαια να αρνηθώ πως έχω τέτοια πρόθεση, να σας εφοδιάσω με κάποιο σημείωμα που θα βεβαίωνε για το αντίθετο και να σας συνοδεύσω μέχρι την πόρτα. Μα δε θα το κάνω. Όχι πως περιμένω να με μεταπείσετε, μα για να μάθω πώς εργάζεστε, κάτι που μέχρι τώρα δεν μου είχε τύχει να δω. Όχι καθόλου για τίποτε άλλο. Γιατί όλα είναι μάταια. Όλα τελείωσαν για μένα πάνω στη γη. Μα ακόμα θα σας ακούσω και για να έχω την ευκαιρία να αντικρούσω τα επιχειρήματά σας-γιατί φυσικά δεν θα παλέψετε μαζί μου για να μου πάρετε το πιστόλι, ούτε θα με δέσετε ώστε να μην μπορώ να πιάσω το όπλο- αυτά θα ήσαν αλυσιτελή μέσα, αφού με την πρώτη νέα ευκαιρία θα πραγματοποιούσα την απόφασή μου. Ούτε σκοπεύετε να με κρατήσετε φυλακισμένον και υπό φρούρηση ώσπου να πεθάνω από φυσική αιτία, παρά θα προσπαθήσετε να με αποτρέψετε από την αυτοκτονία χρησιμοποιώντας την πειθώ-ή έχω λάθος;



ΦΕΛ

Όχι, δεν κάνετε λάθος. Όμως πάλι, μια ιδέα μου περνάει από το νου. Μήπως όλο αυτό είναι ένα αστείο, ένα τέχνασμα για να διασκεδάσετε. Επειδή μπορεί, λέω, όλη αυτή η ηρεμία και η ψύχραιμη συμπεριφορά σας να μην είναι παρά η πραγματική σας καθημερινή συμπεριφορά, που όμως θελήσατε σήμερα να την στρέψετε προς άλλη κατεύθυνση, εκείνη που οι αδικαιολόγητες υποψίες του φίλου σας μόλις σάς ενέπνευσαν να κάνετε.



ΕΡΙ

Α! Όσο γι αυτό όχι. Κυρία μου, πράγματι έχετε μπροστά σας έναν υποψήφιο αυτόχειρα. Αναπτύξτε λοιπόν το ταλέντο και αξιοποιείστε τις γνώσεις σας, προσπαθώντας να με πείσετε να μην πεθάνω. Είμαι εδώ και περιμένω. Ποιος ξέρει, μπορεί κάτι να μου έχει ξεφύγει και όταν μου το γνωρίσετε να αλλάξω γνώμη, που ως τώρα, παρά την επί τόσην ώρα παρουσία σας εδώ, δεν κάνατε καμία προσπάθεια να μου αλλάξετε.



ΦΕΛ

Κύριε Μόρισον μπορείτε να μου πείτε το λόγο για τον οποίο θέλετε να βάλετε τέλος στη ζωή σας; Δώστε μου μιαν αιτία, γιατί απ’ ό,τι εγώ βλέπω, αδυνατώ να σκεφτώ κάτι που να σας έφερε στην κατάσταση αυτή.



ΕΡΙ

Με ρωτάτε για το λόγο που με κάνει να βάλω τέλος στη ζωή μου. Επιτρέψτε μου πριν απαντήσω να σας κάνω εγώ μιαν ερώτηση: τι είναι η ζωή, που ενδιαφέρεστε τόσο γι αυτήν-να μη τη χάσω;



ΦΕΛ

Μα… ζωή… το να υπάρχουμε… να ζούμε… όλοι ξέρουν τι λέμε ζωή… αυτό το ωραίο δώρο του θεού στους ανθρώπους.



ΕΡΙ

Πολύ καλά. Με ρωτάτε να σας πω γιατί θέλω να φύγω από τη ζωή, όμως δεν ξέρετε τι είναι ζωή… μα πέστε μου τουλάχιστον… είστε σίγουρη πως υπάρχει ζωή-πως ζείτε;



ΦΕΛ

Μα και βέβαια! Τι ερώτηση… Δεν είμαι εδώ τώρα μαζί σας και σας ρωτώ ορισμένα πράγματα;



ΕΡΙ

Να υποθέσω λοιπόν ότι ζωή είναι να είσαι μαζί με κάποιον και να του κάνεις ερωτήσεις;



ΕΡΙ

Είναι φανερό πως έτσι είναι, πως και από αυτό μόνο αποδεικνύεται ότι είμαστε ζωντανοί…



ΕΡΙ

Δε θα συνεχίσω πάνω σ’ αυτό και θα αφεθώ στη διάθεσή σας ακολουθώντας σας στον τρόπο που έχετε κατά νου να χειριστείτε την υπόθεσή μου.

(με χαμόγελο που κάνει το μάλωμα ήπιο και κουνώντας τον δείκτη του δεξιού του χεριού προς αυτήν ενώ την κοιτάζει)

Όμως κρατώ ότι δεν μου απαντήσατε στο ερώτημά μου αν πράγματι υπάρχουμε, αν πράγματι ζούμε.



ΦΕΛ

(ενοχλημένη)

Τι να πω… ίσως έχετε δίκιο. Μα ας περιοριστούμε στα λίγα που ξέρει ο καθένας για τη ζωή και πάνω σ’ αυτά ας συνεχίσουμε την κουβέντα μας.



ΕΡΙ

Δεν έχω αντίρρηση. Και απαντώ στην ερώτησή σας τι με έφερε σ’ αυτή την κατάσταση. Για να μην σας κουράζω, μια κι έξω, όλα με έφεραν εδώ, να θέλω δηλαδή ν’ απαλλαγώ από τη ζωή. Όλα μαζί και καθένα χωριστά.



ΦΕΛ

Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι. Όλα είναι για σας άσχημα;



ΕΡΙ

Αν κάτι δεν είναι, βοηθήστε με να το δω-γι αυτό εξάλλου είστε εδώ.
(συνέχεια)

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Στον τόπο αυτόν που ο θεός εμίλησε μαζί του
Έστησε. Στήλη πέτρινη. Και χοές είχε προσφέρει
Και λάδι πάνω έχυσε στη στήλη αυτή. Και είπε 
Αυτού του τόπου τ’ όνομα-αυτού που είχε μιλήσει
Μ’ αυτόν εκεί ο θεός- Βαιθήλ. Κι απ’ τη Βαιθήλ σηκώθη
Και τη σκηνή του έστησε ο Ιακώβ πιο πέρα
Λίγο, απ’ τον πύργο του Γαρέδ. Κι όταν αυτός περνούσε
Απέξω από τη Χαβραθά στην Εφραθά να πάει
Τότε η Ραχήλ εγέννησε. Και δύσκολη είχε γέννα.
Κι ενώ υπόφερε αυτή, θάρρος, της είπε η μαία,
Είναι αγόρι το παιδί. Και λίγο πριν πεθάνει-
Γιατί ετότε πέθανε-τ’ όνομα του παιδιού της
Το ’πε ο Γιός του Πόνου μου. Και Βενιαμίν το είπε
Το αγόρι ο πατέρας του. Κι είχε η Ραχήλ πεθάνει 
Και στον ιππόδρομο κοντά της Εφραθά τη θάψαν.
Και είναι αυτή η Βηθλεέμ. Κι ο Ιακώβ μια στήλη
Έστησε στο μνημείο της, και ως τη μέρα ετούτη 
Βρίσκεται πάνω στης Ραχήλ το μνήμα αυτή η στήλη.
Κι όταν στον τόπο ο Ισραήλ αυτόν εγκαταστάθη
Επήγε τότε και, ο Ρουβήν με τη Βαλλά εκοιμήθη
Που του πατέρα του ήτανε Ιακώβ η παλλακίδα.
Και όταν τ’ άκουσε, κακό του Ισραήλ του εφάνη.
ΧΧΧV22
Και όλα ήσαν δώδεκα του Ισραήλ τ’ αγόρια.
Οι γιοί της Λείας: ο Ρουβήν, του Ιακώβ ο πρώτος,
Συμεών, Λευί και Νεφθαλείμ, και Ισσάχαρ και Ιούδας.
Και της Ραχήλ ο Ιωσήφ κι ο Βενιαμίν γιοι ήσαν.
Κι η δούλα της Ραχήλ Βαλλά, δύο αγόρια είχε:
Ήταν οι Δαν και Νεφθαλείμ. Κι είχε της Λείας η δούλα
Που τήνε λέγανε Ζελφά, Γαδ και Ασήρ παιδιά της.
Κι είναι αυτοί του Ιακώβ οι γιοί που είχε γεννήσει
Σα στης Συρίας βρίσκονταν τη Μεσοποταμία.
Και στον πατέρα του Ισαάκ ο Ιακώβ επήγε
Που στη Μαμβρή βρισκότανε, μια χώρα της πεδιάδας.
Κι ειν' η Χεβρών της γης Χαναάν αυτή, που κατοικούσαν
Ο Αβραάμ κι ο Ισαάκ. Και εκατόν ογδόντα
Έζησε χρόνια ο Ισαάκ. Και πέθανε και πήγε
Εκεί που κι οι προγόνοι του είχανε όλοι πάει,
Μεγάλος-πλήρης ημερών. Κι οι γιοί του αυτόν τον θάψαν,
Ο Ιακώβ και ο Ησαύ.
XXXVI
Κι ο Ησαύ, που λέγονταν κι Εδώμ αυτούς είχε απογόνους:
Επήρε τις γυναίκες του από τις Χαναναίες.
Κι ήταν αυτές: πρώτη η Αδά, κόρη του Αιλώμ, Χετταίου,
Η Ολιβενά, κόρη του Ανά, γιου Σεβεγών του Ευαίου
Κι η Βασεμάδ, κόρη Ισραήλ, που είχε αδερφό της
Τον Νεβαιώθ. Και η Αδά τον Ελιφάς γεννάει,
Η Βασεμάθ τον Ραγουήλ, κι η Ολιβενά γεννάει
Τον Ιεούς, τον Ιεγλώμ και τον Κορέ. Κι αυτοί ’ναι
Οι γιοί του Ησαύ, στη Χαναάν που είχε αποκτήσει εκείνος.
Και πήρε τις γυναίκες του, τους γιους του και τις κόρες
Και όλους τους ανθρώπους του κι όλα τα υπάρχοντα του
Κι όλα τα ζώα, κι ολ’ αυτά που έκανε δικά του
Και που ο Ησαύ απόκτησε στη γη Χαναάν σαν ήταν,
(συνέχεια)

ΟΙ ΑΤΣΑΛΙΝΟΙ

Κερένια είμαστε λοιπόν αθύρματα ατσαλένιων
υπάρξεων-ανδρείκελα σε λίγων μεταξένιων
κλωστών τις άκρες άκοπα κι αχώριστα δεμένοι
με κάθε ελπίδα για φυγή εντός μας σκοτωμένη.

Ένα παιχνίδι θεατρικό οι ατσάλινοι έχουν στήσει
κοπαδιαστά μέσα σ’ αυτό μας έχουν οδηγήσει
και κει αυτοί τα ευαίσθητα κινώντας νήματά μας
ρυθμίζουνε τα λόγια μας και παν τα βήματά μας.

Και το παιχνίδι της φθοράς αρχίζει: μεθυσμένους
από χαρά μας θέλουνε; Μας θέλουν λυπημένους;
Μας θέλουν να υποφέρουμε; Ν’ ασπαίρουμε; Να κλαίμε;
Κινούνε τις κλωστίτσες μας και θέλουμε ότι θε’ νε.

Μας δίνουν αξιώματα, επαγγέλματα μοιράζουν
μας ρίχνουν, μας σηκώνουνε, διαθέσεις μας αλλάζουν
και στέλνουν κατεπάνω μας τα κύματα του τρόμου
σε κάθε βήμα του σαθρού κερένιου μας του δρόμου.

Και όταν πια χορτάσουνε το αστείο τους παιχνίδι
μας αποσπούν απ’ του φρικτού θεάτρου το σανίδι
και με του ενός δαχτύλου τους ωθώντας μας τη ράγα
οριστικά μας ρίχνουνε στη φλόγα την παμφάγα.
                                      ----  
 Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
(συνέχεια)

Γεια σου πόρνη και συ και οι χιλιάδες σου.

(παίρνει χαρτί και μολύβι)

Κι ένα γράμμα για τον Νικ. (γράφει μιλώντας ) Νικ φεύγω. Ίσως να το έχεις καταλάβει από τη χτεσινή κουβέντα μας. Δεν ήθελα να σου το πω φανερά γιατί έτσι βλάκας που είσαι θα έκανες το παν για να με αποτρέψεις. Όλα όσα βρεις εδώ μέσα κάνε ό,τι θέλεις μ’ αυτά. Στο μέρος που ξέρεις θα βρεις κάμποσα λεφτά. Δώσε δυο χιλιάρικα στη Ντόρα και τα υπόλοιπα στη διάθεσή σου. (Όλα αυτά βέβαια αν υπάρχει κάτι μετά την αυτοκτονία μου). Γεια χαρά. Εριναστός.

(Διπλώνει και αφήνει το γράμμα πάνω στο τραπέζι. Πηγαίνει αργά προς το παράθυρο)

Γεια σου ήλιε. Που τόσο οι θνητοί σε αγαπάνε. Γεια σου ήλιε που απέξω κι ανακατωτά σε ξέρω.

Να! σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα και σ' όλα γύρω σου ένα πορτοκαλί θα δώσεις χρώμα. Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο, που λίγο λίγο αναιμικά θ' αδυνατίζει, κι όταν τελείως πια θα 'χεις βυθιστεί, ένα μολυβί βαρύ. Και ξέρω, τ' άλλο πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις καθώς θα 'ρχεσαι: μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί, και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο, εξονυχιστικά ερευνητικό, παμφάγο άσπρο. Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια...και τα ίδια...και τα ίδια... Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια φανερώματα.

Σε βαρέθηκα ήλιε!

Α! να λυτρωθεί κανείς απ’ όλα!..

Γεια σου ουρανέ και γη και όλα τα γεννήματά σας: κραυγές, πεδιάδες, πόνοι, έρωτες, ιδέες, μυαλά, ποιητές και φαντασία… Γεια σας βροντές και αστραπές και βλέμματα του μίσους… γεια σας μεγαλοφυίες και ασπόνδυλα και χοίροι… τη ρίζα σας να συναντήσω έρχομαι.

Γεια σου κόσμε που νόημα σου δίνει η ανοησία των ανθρώπων.

Γεια σου της ζωής το ψέμα με τις παγίδες σου, που με ανίδεα τρέφεσαι νιάτα.

Γεια σας άνθρωποι που είστε τόσο σίγουροι λέγοντας «βρέχει» ή «αυτό είναι εδώ».

Γεια σας άνθρωποι με τις πατρίδες σας, με το χρυσάφι σας, με την ηθική και τη γλώσσα σας καθένας.

Γεια σου Γυναίκα, των ανέραστων παράδεισε.

Γεια σου θεέ, μηχανή αόρατη, δυνάστη των ανθρώπων-κατασκευαστών σου.

Πράγματα, σοφοί χωρίς λαλιά, έρχομαι κοντά σας.

Γεια σου πιστόλι μου, ύστατο καταφύγιο του κάθε εσύ κυνηγημένου.

(Παίρνει στα χέρια του το πιστόλι. Χτύποι στην πόρτα. Απορημένος)

Άνθρωποι! Τι θέλουν πάλι από μένα;

(Δυνατά, αλλάζοντας τη φωνή του)

Ο κύριος Μόρισον λείπει από το σπίτι και μου έδωσε εντολή να μην ανοίξω σε κανέναν.

(Σιγά, χαμογελώντας)

Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό…

(Οι χτύποι συνεχίζονται πιο δυνατοί)



ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Ανοίξτε παρακαλώ.



ΕΡΙ

Δεν είναι κανένας στο σπίτι. Ούτε εγώ.

(Χαμόγελο. Σιγά)

Καμιά ζητιάνα θα είναι. Ή καμιά παραδουλεύτρα που ζητάει δουλειά.



ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Κύριε Εριναστέ ανοίξτε σας παρακαλώ.



ΕΡΙ

Ποια είσαι που ξέρεις τ’ όνομά μου;



ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Κύριε Μόρισον, είμαι κοινωνική λειτουργός από το Τμήμα Προλήψεως Αυτοκτονιών. Ο κύριος Νικ Πρέστον μας έδωσε τη διεύθυνσή σας. Τηλεφώνησα επανειλημμένα, όμως είχατε κλειστό το τηλέφωνο.


ΕΡΙ

(Για μια στιγμή ξαφνιάζεται. Μετά αμέσως χαμογελά. Στον εαυτό του)

Ώστε κατάλαβε… και έδρασε… Α! τον καλό, τον κουτό μου τον Νικ… καλά, ας είναι, ας το δω κι αυτό…

(Πηγαίνει προς την πόρτα, κοντοστέκεται, γυρίζει και αφήνει το πιστόλι πάνω στο τραπέζι. Ανοίγει την πόρτα. Μια γυναίκα νέα στέκει εκεί, λίγο ανήσυχη, λίγο χλωμή)

Περάστε.

(Η Φελλίνη μπαίνει βλέποντας γύρω το δωμάτιο)

Καθήστε παρακαλώ.

(Η Φελλίνη κάθεται στην καρέκλα κοντά στο παράθυρο.)



ΦΕΛ

Ευχαριστώ.

(στον εαυτό της με ανακούφιση)

Ευτυχώς πρόλαβα.



ΕΡΙ

Λοιπόν;..Τι λέει ο καλός μου φίλος Νικ;
(συνέχεια)