Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Στο πατρικό το σπίτι μου και πάλι με γυρίσει,
Τότε για μένα θα ’ναι αυτός ο Κύριος και θεός μου.
Κι η πέτρα ετούτη που έστησα σα στήλη, αυτή ο οίκος
Θα ’ναι για μένα του θεού. Κι απ’ ότι θα μου δώσει
Το ένα δέκατο εγώ σ’ αυτόνε θα προσφέρω.
XXIX
Και πήρε πάλι ο Ιακώβ το δρόμο προς τη χώρα
Εκείνη της Ανατολής που θα ’βρισκε τον Λάβαν,
Το γιό του Σύρου Βαθουήλ, που γι αδερφή του είχε
Του Ιακώβ και του Ησαύ τη μάνα, τη Ρεβέκκα.
Και να! κοιτάει φτάνοντας κι ένα πηγάδι βλέπει
Και τρία κοπάδια πρόβατα σταλιάζανε κοντά του
Γιατί απ’ το πηγάδι αυτό ποτίζαν τα κοπάδια.
Και πέτρα ήταν μεγάλη μια στου πηγαδιού το στόμα,
Κι όταν εκεί τα πρόβατα μαζεύονταν να πιούνε
Τότε οι βοσκοί κυλάγανε την πέτρα απ’ το πηγάδι,
Ποτίζανε τα πρόβατα, και τηνε βάζαν πάλι
Εκεί που ήταν η θέση της, στου πηγαδιού το στόμα.
Κι είπε σ’ αυτούς ο Ιακώβ: αδέρφια από πού είστε;
Απ’ τή Χαρράν, του είπανε. Μην ξέρετε τον Λαβαν
Που ’χει πατέρα τον Ναχώρ; τους λέει. Κι εκείνοι του ’παν
Και βέβαια τον ξέρουμε. Είναι καλά; ρωτάει.
Και του ’πανε, είναι καλά. Και να! την ώρα εκείνη
Που με τα πρόβατα η Ραχήλ ερχόταν στο πηγάδι.
Κι είπε σ’ αυτούς ο Ιακώβ: νωρίς ακόμα είναι
Να μαζευτούν τα πρόβατα, νερό λοιπόν ας πιούνε
Και πάτε πάλι για βοσκή. Κι αυτοί είπαν δεν μπορούμε,
Πρέπει να περιμένουμε όλοι οι βοσκοί να ’ρθούνε
Ώστε την πέτρα όλοι μαζί απ’ του πηγαδιού το στόμα
Να την κυλίσουμε, και πια τα πρόβατα να πιούνε.
Κι ενώ ακόμα μίλαγε μ’ αυτούς, να η θυγατέρα
Του Λαβαν έφτανε, η Ραχήλ, μαζί με το κοπάδι
Που ήταν του πατέρα της γιατί τα πρόβατα του
Εκείνη ήταν που τα ’βοσκε. Και τη Ραχήλ σαν είδε
Ο Ιακώβ, του αδερφού της μάνας του την κόρη,
Και είδε και τα πρόβατα που ήτανε δικά του,
Την πέτρα από του πηγαδιού το στόμα πάει κυλάει,
Και πότισε τα πρόβατα του Λαβαν, που αδερφό της
Τον είχε η μητέρα του. Και τη Ραχήλ φιλάει
Ο Ιακώβ, και μια φωνή αφήνοντας μεγάλη
Εξέσπασε σε δάκρυα. Και ανεψιός πως είναι
Της είπε του πατέρα της και ότι τη Ρεβέκκα
Είχε μητέρα. Και αυτή, τρέχοντας όλα πήγε
Και τα είπε στον πατέρα της. Και του Ιακώβ ο Λάβαν
Τ’ όνομα όταν άκουσε, του γιου της αδερφής του,
Κοντά του πήγε τρέχοντας και μες στην αγκαλιά του
Τον έσφιξε, τον φίλησε, και σπίτι τον επήγε.
Κι είπε στον Λαβαν ο Ιακώβ όλα όσα είχαν γίνει.
Και του ’πε ο Λάβαν, κόκαλο είσαι απ’ τα κόκαλά μου
και σάρκα από τη σάρκα μου. Και για τριάντα μέρες
Οι δυο εμείνανε μαζί.
ΧΧΙΧ15
Κι  είπε ο Λαβαν στον Ιακώβ: γιατί   είσαι  ανεψιός  μου
Δε  θα δουλεύεις  δωρεάν. Ποιός  είναι  ο  μισθός σου;

(συνέχεια)