Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνεχεια)
Τη γη που τώρα κάθεσαι να την κληρονομήσεις-
Χώρα που έχει ο θεός στον Αβραάμ δοσμένη.
Κι έτσι, ο Ισαάκ τον Ιακώβ στη Μεσοποταμία
Τον έστειλε, και πήγε αυτός στο Λαβαν, γιο του Σύρου
Του Βαθουήλ, που αδερφός ήτανε της Ρεβέκκας
Της μάνας Ιακώβ και Ησαύ.
ΧΧVΙΙΙ6
Και, ο Ησαύ,  του Ιακώβ  είδε   την  ευλογία,
Και  στη Συρία ο Ισαάκ  της  Μεσοποταμίας
Ότι  τον έστειλε από κει  γυναίκα για να πάρει,
Ώστε  την  ευλογία του  να ’χει, και  πως του  είπε
Γυναίκα να μην  πάρει αυτός από  τις Χαναναίες,
Και  ότι  άκουσ'   ο Ιακώβ  πατέρα και   μητέρα
Και  στη Συρία τράβηξε-στη  Μεσοποταμία.
Και  είδε  ακόμα ο Ησαύ  πως  για τις Χαναναίες
Άσχημη   ο πατέρας  του  γνώμη  είχε  σχηματίσει,
Και  πήγε ο Ησαύ στον Ισμαήλ και  για γυναίκα πήρε
Την  Μαελέθ, του  γιου Αβραάμ-του Ισμαήλ-κορίτσι,
Την  αδερφή   του Ναβεώθ, μαζί   με  τις  γυναίκες
Που είχε από πρωτύτερα.
ΧΧVΙΙΙ10
Κι ο Ιακώβ απ’ του Ορκισμού έφυγε το πηγάδι
Και τράβηξε για τη Χαρράν. Κι απάντησε έναν τόπο
Κι έπεσε κι εκοιμήθη εκεί, γιατ’ είχε ο ήλιος δύσει.
Κι ένα λιθάρι απ’ αυτό τον τόπο είχε βάλει
Κάτω από το κεφάλι του. Κι έπεσε κει για ύπνο.
Και είδε όνειρο. Και να! Μια σκάλα στηριγμένη
Που ήταν στη γη, και που έφτανε στον ουρανό η κορφή της,
Και ανεβοκατέβαιναν σ’ αυτήν θεού αγγέλοι.
Και πάνω εστηρίχτηκε σ’ αυτήν ο Κύριος κι είπε:
θεός είμαι του πατέρα σου του Αβραάμ. Και είμαι
Και ο θεός του Ισαάκ. Καθόλου μη φοβάσαι.
Τη χώρα όπου πάνω της κοιμάσαι θα τη δώσω
Σε σένα και σ’ αυτούς μετά που θα ’ρθουν από σένα
Βγαλμένοι από το σπέρμα σου. Κι άμετροι εκείνοι θα ’ναι
Όπως η άμμος πα’ στη γη. Και θα εξαπλωθούνε
Προς θάλασσα κι Ανατολή και προς Βορρά και Νότο.
Και από σε και απ’ αυτούς που θα ’ναι απόγονοί σου
θα ευλογηθούνε οι φυλές σ’ όλη τη γη  επάνω.
Και δίπλα σου θα στέκω εγώ φύλακας για να σου είμαι
Σε όποιον δρόμο πορευτείς. Και πίσω θα σε φέρω
Πάλι εγώ σ’ αυτή τη γη-δε θα σ’ εγκαταλείψω
Μέχρι όλα αυτά να κάνω εγώ που σου ’χω ειπωμένα.
Κι από τον ύπνο ο Ιακώβ σηκώθηκε και είπε:
Θεός υπάρχει πράγματι σ’ αυτόν εδώ τον τόπο
Κι εγώ αυτό δεν το ’ξερα. Και εφοβήθη κι είπε:
Τι φοβερός τόπος αυτός! Κι αυτό δεν είναι άλλο
Παρά το σπίτι του θεού, κι αυτή η ουράνια πύλη.
Και το πρωί σηκώθηκε και πήρε το λιθάρι
Που κάτω απ’ το κεφάλι του είχε το βράδυ βάλει,
Σα στήλη όρθιο το ’στησε, και στην κορφή του επάνω
Λάδι έχυσε. Και τ’ όνομα του τόπου εκείνου το ’πε
Οίκος Θεού. Και Ουλαμλούζ τ’ όνομα αυτής της πόλης
Ήταν ως τότε. Κι ο Ιακώβ, αν ο θεός και Κύριος,
Είπε, μαζί μου θα ’ναι, κι αν, σε τούτο το ταξίδι
Με προστατέψει που άρχισα και φαγητό μου δώσει
Και ρούχα ώστε να ντυθώ, και πίσω με ασφάλεια
(συνέχεια)