Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Ο Λαβαν είχε κόρες δυο. Τη μία, τη μεγάλη,
Λεία τη λέγαν. Και Ραχήλ λέγανε την πιο νέα.
Κι είχε η Λεία αδύνατα τα μάτια της. Και ήταν
Πολύ ωραία η Ραχήλ σε πρόσωπο και σώμα.
Και τη Ραχήλ ο Ιακώβ αγάπησε. Και είπε:
Για τη Ραχήλ την κόρη σου που είναι η πιο νέα
Θα σου δουλέψω εφτά χρονιές. Κι είπε σ’ αυτόν ο Λάβαν:
Καλλίτερα σε σε, παρά σε άλλον να τη δώσω.
Μείνε μαζί μου. Κι ο Ιακώβ για της Ραχήλ τη χάρη
Χρόνια εφτά εδούλεψε. Και λίγες σα να ήταν
Μέρες του φάνηκε, γιατί, πολύ την αγαπούσε.
Κι είπε στον Λάβαν ο Ιακώβ: Η ώρα έχει φτάσει,
Δώσε μου τη γυναίκα μου να κοιμηθώ μαζί της.
Κι όλους αφού εμάζεψε της περιοχής τους άντρες
Το γάμο ο Λαβαν έκανε. Και όταν ήρθε βράδυ
Πήρε τη Λεία την κόρη του, στον Ιακώβ την πήγε
Κι ο Ιακώβ κοιμήθηκε μ’ αυτήν. Κι έδωσε ο Λαβαν
Στη Λεία τη θυγατέρα του την υπηρέτρια του
Που τηνε λέγανε Ζελφάν για υπηρέτριά της.
Και το πρωί ο Ιακώβ κοιτάει, βλέπει τη Λεία.
Κι είπε στο Λαβαν, συ γιατί αυτό μου το ’χεις κάνει;
Για τη Ραχήλ δε δούλεψα; Γιατί μ’ έχεις γελάσει;
Κι είπε ο Λαβαν, έτσι εδώ το ’χουμε, τη μεγάλη
Πρώτα να την παντρεύουμε, και τη μικρή μετά της.
Αφού μαζί κάτσεις μ’ αυτή για μία εβδομάδα,
Θα δώσω και την κόρη μου σε σένα εγώ την άλλη.
Μα θα δουλέψεις και γι αυτήν εφτά χρονιές ακόμα.
Κι ο Ιακώβ αυτό έκανε. Έκατσε εφτά ημέρες
Και τη Ραχήλ του έδωσε γυναίκα του ο Λάβαν.
Κι έδωσε ο Λαβαν τη Βαλλάν την υπηρέτρια του
Στην κόρη του, υπηρέτρια δική της να την έχει.
Και ξάπλωσε με τη Ραχήλ. Και πιο πολύ απ’ τη Λεία
Του άρεσε η Ραχήλ. Κι εφτά δούλεψε ακόμα χρόνια.
ΧΧΙΧ31
Κι όταν ο θεός και Κύριος είδε  ότι η Λεία
Δεν άρεσε στον Ιακώβ, της άνοιξε τη μήτρα
Και στείρα ήταν η Ραχήλ κι η Λεία έγκυος μένει
Και γιο γεννάει στον Ιακώβ. Και τ’ όνομά του το ’πε
Ρουβήν, γιατί ο Κύριος τον εξευτελισμό μου
Τον είδε, είπε, κι ένα γιό μου έχει εμένα δώσει.
Τώρα ο άντρας μου απ’ αυτό θα μ’ αγαπήσει βέβαια.
Και πάλι έγκυος έμεινε, και δεύτερον γεννάει
Γιό του Ιακώβ. Και, ο Κύριος, είδε πως δεν με θέλουν,
Είπε, και μού ’δωσε κι αυτόν. Και Συμεών τον είπε.
Και πάλι έμεινε έγκυος και πάλι γιό γεννάει.
Και είπε, θα ’να τώρα πια ο άντρας μου δικός μου
Μια και του έκανα τρεις γιους. Γι αυτό και τ’ όνομά του
Το ’πε Λευεί. Και γέννησε κι άλλο ένα γιό και είπε
Τώρα τον Κύριο γι αυτό θα τον δοξολογήσω.
Γι αυτό και το παιδί αυτό τ’ ονόμασε Ιούδα.
Κι έπαψε πλέον να γεννά.
XXX
Και   όταν  είδε     η  Ραχήλ ότι  παιδιά  δεν  κάνει
Την αδερφή  της ζήλεψε και  του Ιακώβ του  είπε:
Δος  μου  παιδιά και   μένανε. Κι  αν  όχι θα πεθάνω.
 (συνέχεια)