Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ

Μέσα στην ησυχία
θόρυβοι κάτι αλαφροί έρχονται απ' τον καφέ του.
Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας εμπήκε στο φλιτζάνι του
και κει τα μάγια του δουλεύει. Και αυτό
καλά θα ταίριαζε με τις μαγείες του καφέ.
Και λέγοντάς το
από το απίστευτο θα ξέφευγε να πει
ότι το θρο ακούει της διάχυσης της ζάχαρης
που στο πικρό μέσα διαλύεται υγρό.

Απίστευτο για κείνον όχι-γιατί αυτός
φορές πολλές μες στη σιωπή
της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει
καθώς αυτή μες στην πικρή
γλυκαίνοντάς τηνε διαλύεται ζωή του.


Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Κι  ο Ιακώβ  με  τη Ραχήλ θύμωσε και  της λέει:
Μήπως εγώ είμαι  θεός και  σ’ έχω κάνει  στείρα;
Κι  είπε η Ραχήλ στον Ιακώβ: με  τη Βαλλά κοιμήσου
Τη  δούλα μου. Κι αυτή  παιδιά θα κάνει  αντίς για μένα
Και   θα ’ναι  σαν  εγώ παιδιά να έχω αποκτήσει.
Και τη Βαλλά τη  δούλα της  του ’δωσε  για  γυναίκα.
Κι  ο Ιακώβ κοιμήθηκε  με  τη Βαλλά, και κείνη
Η  υπηρέτρια της  Ραχήλ, έγκυος  είχε   μείνει
Κι  έκανε  γιό  στον  Ιακώβ. Και  η  Ραχήλ  τότε  είπε:
Μ’ έχει ακούσει  ο  θεός και  γιό  μου έχει  δώσει.
Γι  αυτό και το  παιδί  αυτό Δαν το ’χε   ονομάσει.
Και η  δούλη  της Ραχήλ Βαλλά, έγκυος πάλι  μένει
Και  δεύτερο στον Ιακώβ γεννάει  ένα  αγόρι.
Και, ο  θεός, είπε η  Ραχήλ, βοηθός  μου  έχει  γίνει
Και πάλεψα και νίκησα εγώ την αδερφή  μου.
Κι  είπε τ’ αγόρι  Νεφθαλεί. Τώρα η  Λεία είδε
Πως  είχε πάψει  να γεννά. Και  τη Ζελφά επήρε
Τη  δούλη  της, και  στον Ιακώβ την έδωσε  γυναίκα.
Κι  αυτός κοιμήθηκε μ’ αυτήν, κι η δούλα είχε  της Λείας
Έγκυος  μείνει, η Ζελφά, και  γιο είχε  γεννήσει.
Και είπε η Λεία, έτυχε. Γι αυτό και  το παιδί  της
Το  είπε  Γαδ. Και  η  Ζελφά έγκυος  πάλι   μένει,
Της Λείας η  δούλα, και  γεννάει  στον Ιακώβ γιό πάλι.
Και, ευτυχισμένη  είμαι εγώ, η Λεία τώρα είπε,
Και   θα  με  μακαρίζουνε  οι  γυναίκες. Και   το  είπε
Ασήρ εκείνο το παιδί. Και ο Ρουβήν επήγε
Μια  μέρα που  θερίζανε, και μήλα μαντραγόρα
Έφερε  στη   μητέρα του  τη  Λεία απ’ τα χωράφια.
Κι   είπε  στη  Λεία η  Ραχήλ η  αδερφή   της: δος  μου
Το μαντραγόρα που ’φερε σε σένα το παιδί σου.
Κι  είπε η Λεία, δεν σου αρκεί  τον άντρα που μου πήρες
θες και   το  μαντραγόρα συ  να πάρεις  του  παιδιού  μου;
Και, όχι, είπε η Ραχήλ, δεν  ειν’ αυτό που  θέλω.
Μα να, το  μαντραγόρα συ αν  μου δώσεις  του παιδιού σου
Τη  νύχτα αυτή  ο άντρας  μου  θα κοιμηθεί με  σένα.
Κι  όταν  το  βράδυ ο Ιακώβ γύρισε απ’ το χωράφι
Βγήκε και  τον απάντησε η Λεία. Και  του είπε,
Τη  νύχτα αυτή  θα κοιμηθείς   μαζί   μου-νοικιασμένον
Το  μαντραγόρα δίνοντας του γιου  μου σ’ έχω απόψε.
Κι  ο Ιακώβ κοιμήθηκε  τη νύχτα αυτή  μαζί  της
Και  ο  θεός  την άκουσε  τη Λεία κι  είχε εκείνη
Έγκυος  μείνει, κι  έκανε στον Ιακώβ γιό πέμπτο.
Κι  η Λεία, μ’ αντάμειψε ο θεός, είπε, γιατί  είχα δώσει
Τη  δούλη  μου στον άντρα μου. Και Ισαχάρ  το είπε
Τ’ όνομά του παιδιού αυτού, που ανταμοιβή σημαίνει.
Κι  έκανε η Λεία κι άλλο γιό  στον Ιακώβ, τον έκτο.
Κι  είπε η Λεία, του’ τον καιρό καλό  μου  έχει  ένα
Δώρο χαρίσει  ο θεός. Θα προτιμάει  τώρα
Ο άντρας  μου εμένα γιατί γιους  έξη  του έχω κάνει.
Και  του  έκτου  γιου  της  Ζαβουλών  το  είπε  τ’ όνομά του.
Και  μία κόρη έκανε, και  τ’ όνομά της Δείνα.
Και  ο  θεός   θυμήθηκε  και  της  Ραχήλ  τον  πόνο
Και  άνοιξε   τη   μήτρα της κι   έγκυος  είχε   μείνει
Κι   έκανε  γιό  στον  Ιακώβ. Και, ο  θεός  μου  πήρε
Το  ντρόπιασμα, είπε  η  Ραχήλ. Και  Ιωσήφ  το  είπε
Τ’ όνομα του παιδιού αυτού. Και, ο  θεός ας  δώσει
Να κάνω, είπε, κι  άλλο  γιό.
(συνέχεια)
(άτιτλο)

Η μέρα αυτή με άγγιξε σαν ήχος μιας αιθέριας μουσικής.
 Ότι να δω ποθούσα
μόνο του μπροστά μου ήρθε κι εστάθη.
Με κύκλους που όλο και μεγάλωναν
τ’ αρχαία μυστήρια μου αποκαλύφτηκαν κόσμου.
Με φως οι αισθήσεις όλες πλημμυρίσανε
κι ανάμεσα στη Γνώση και στο νου 
μόνο ένας τοίχος λεπτός τόσο
που στο λογισμό μου συνευρίσκονταν
κι ο κεραυνός κι η σκέψη του θεού κι η νεροστάλα.

Σαν δέντρο μέσα μου εβλάστησεν η μέρα αυτή.
Κι ως η εσπέρα της λιποθυμούσε,
όπως το άνθος την ψυχή 
έτσι κι αυτή κοντά της με τραβούσε.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ

Όταν με τα χέρια σας, κορίτσια,
αγκάλιαζε το άπειρο
και με του στήθους σας τη θαλπωρή
χλίαινε τον κόσμο,
δεν εφαντάζονταν πως όλα αυτά
τα τόσο καθάρια και λαμπρά
σε κάποιον άλλον γίνονταν. 

Ούτε να φανταστεί εδυνόταν
Πως κάποτε οι δρόμοι θα σκοτείδιαζαν
και στα σπίτια μέσα  ότι τα κρεβάτια
αρρώστους μόνο
στα σιδερένια μπράτσα τους θα κουβαλούσαν.

Τώρα οι φαντασιές δεν του χρειάζονται.
Αυτός ο ίδιος πάνω στο κρεβάτι κείται
γέρος κι άρρωστος, 
κι αλήθεια κάποιος άλλος
των κοριτσιών τα δώρα σπαταλούσε
Μονάξα αφήνοντας σ’ αυτόν και Κρύο.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Ο Λαβαν είχε κόρες δυο. Τη μία, τη μεγάλη,
Λεία τη λέγαν. Και Ραχήλ λέγανε την πιο νέα.
Κι είχε η Λεία αδύνατα τα μάτια της. Και ήταν
Πολύ ωραία η Ραχήλ σε πρόσωπο και σώμα.
Και τη Ραχήλ ο Ιακώβ αγάπησε. Και είπε:
Για τη Ραχήλ την κόρη σου που είναι η πιο νέα
Θα σου δουλέψω εφτά χρονιές. Κι είπε σ’ αυτόν ο Λάβαν:
Καλλίτερα σε σε, παρά σε άλλον να τη δώσω.
Μείνε μαζί μου. Κι ο Ιακώβ για της Ραχήλ τη χάρη
Χρόνια εφτά εδούλεψε. Και λίγες σα να ήταν
Μέρες του φάνηκε, γιατί, πολύ την αγαπούσε.
Κι είπε στον Λάβαν ο Ιακώβ: Η ώρα έχει φτάσει,
Δώσε μου τη γυναίκα μου να κοιμηθώ μαζί της.
Κι όλους αφού εμάζεψε της περιοχής τους άντρες
Το γάμο ο Λαβαν έκανε. Και όταν ήρθε βράδυ
Πήρε τη Λεία την κόρη του, στον Ιακώβ την πήγε
Κι ο Ιακώβ κοιμήθηκε μ’ αυτήν. Κι έδωσε ο Λαβαν
Στη Λεία τη θυγατέρα του την υπηρέτρια του
Που τηνε λέγανε Ζελφάν για υπηρέτριά της.
Και το πρωί ο Ιακώβ κοιτάει, βλέπει τη Λεία.
Κι είπε στο Λαβαν, συ γιατί αυτό μου το ’χεις κάνει;
Για τη Ραχήλ δε δούλεψα; Γιατί μ’ έχεις γελάσει;
Κι είπε ο Λαβαν, έτσι εδώ το ’χουμε, τη μεγάλη
Πρώτα να την παντρεύουμε, και τη μικρή μετά της.
Αφού μαζί κάτσεις μ’ αυτή για μία εβδομάδα,
Θα δώσω και την κόρη μου σε σένα εγώ την άλλη.
Μα θα δουλέψεις και γι αυτήν εφτά χρονιές ακόμα.
Κι ο Ιακώβ αυτό έκανε. Έκατσε εφτά ημέρες
Και τη Ραχήλ του έδωσε γυναίκα του ο Λάβαν.
Κι έδωσε ο Λαβαν τη Βαλλάν την υπηρέτρια του
Στην κόρη του, υπηρέτρια δική της να την έχει.
Και ξάπλωσε με τη Ραχήλ. Και πιο πολύ απ’ τη Λεία
Του άρεσε η Ραχήλ. Κι εφτά δούλεψε ακόμα χρόνια.
ΧΧΙΧ31
Κι όταν ο θεός και Κύριος είδε  ότι η Λεία
Δεν άρεσε στον Ιακώβ, της άνοιξε τη μήτρα
Και στείρα ήταν η Ραχήλ κι η Λεία έγκυος μένει
Και γιο γεννάει στον Ιακώβ. Και τ’ όνομά του το ’πε
Ρουβήν, γιατί ο Κύριος τον εξευτελισμό μου
Τον είδε, είπε, κι ένα γιό μου έχει εμένα δώσει.
Τώρα ο άντρας μου απ’ αυτό θα μ’ αγαπήσει βέβαια.
Και πάλι έγκυος έμεινε, και δεύτερον γεννάει
Γιό του Ιακώβ. Και, ο Κύριος, είδε πως δεν με θέλουν,
Είπε, και μού ’δωσε κι αυτόν. Και Συμεών τον είπε.
Και πάλι έμεινε έγκυος και πάλι γιό γεννάει.
Και είπε, θα ’να τώρα πια ο άντρας μου δικός μου
Μια και του έκανα τρεις γιους. Γι αυτό και τ’ όνομά του
Το ’πε Λευεί. Και γέννησε κι άλλο ένα γιό και είπε
Τώρα τον Κύριο γι αυτό θα τον δοξολογήσω.
Γι αυτό και το παιδί αυτό τ’ ονόμασε Ιούδα.
Κι έπαψε πλέον να γεννά.
XXX
Και   όταν  είδε     η  Ραχήλ ότι  παιδιά  δεν  κάνει
Την αδερφή  της ζήλεψε και  του Ιακώβ του  είπε:
Δος  μου  παιδιά και   μένανε. Κι  αν  όχι θα πεθάνω.
 (συνέχεια)
Η ΠΡΩΤΗ

Απάνω στο βιβλίο μου
καθώς καθόμουνα στο ηλιοστάσι
μια μύγα ήρθε να διαβάσει.

Τα πόδια της ελύγισε
και κάθισε έτσι λίγο διπλωμένη
στο διάβασμά της ξεχασμένη.

Κατόπι εσηκώθηκε
και το σοφό της ξύνοντας κεφάλι
"θεέ μου", είπε, "τέτοιο χάλι

ποτέ δεν το περίμενα:
οι άνθρωποι μοχθούν να μάθουν ότι
για μας η γνώση ήταν η πρώτη".

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Στο πατρικό το σπίτι μου και πάλι με γυρίσει,
Τότε για μένα θα ’ναι αυτός ο Κύριος και θεός μου.
Κι η πέτρα ετούτη που έστησα σα στήλη, αυτή ο οίκος
Θα ’ναι για μένα του θεού. Κι απ’ ότι θα μου δώσει
Το ένα δέκατο εγώ σ’ αυτόνε θα προσφέρω.
XXIX
Και πήρε πάλι ο Ιακώβ το δρόμο προς τη χώρα
Εκείνη της Ανατολής που θα ’βρισκε τον Λάβαν,
Το γιό του Σύρου Βαθουήλ, που γι αδερφή του είχε
Του Ιακώβ και του Ησαύ τη μάνα, τη Ρεβέκκα.
Και να! κοιτάει φτάνοντας κι ένα πηγάδι βλέπει
Και τρία κοπάδια πρόβατα σταλιάζανε κοντά του
Γιατί απ’ το πηγάδι αυτό ποτίζαν τα κοπάδια.
Και πέτρα ήταν μεγάλη μια στου πηγαδιού το στόμα,
Κι όταν εκεί τα πρόβατα μαζεύονταν να πιούνε
Τότε οι βοσκοί κυλάγανε την πέτρα απ’ το πηγάδι,
Ποτίζανε τα πρόβατα, και τηνε βάζαν πάλι
Εκεί που ήταν η θέση της, στου πηγαδιού το στόμα.
Κι είπε σ’ αυτούς ο Ιακώβ: αδέρφια από πού είστε;
Απ’ τή Χαρράν, του είπανε. Μην ξέρετε τον Λαβαν
Που ’χει πατέρα τον Ναχώρ; τους λέει. Κι εκείνοι του ’παν
Και βέβαια τον ξέρουμε. Είναι καλά; ρωτάει.
Και του ’πανε, είναι καλά. Και να! την ώρα εκείνη
Που με τα πρόβατα η Ραχήλ ερχόταν στο πηγάδι.
Κι είπε σ’ αυτούς ο Ιακώβ: νωρίς ακόμα είναι
Να μαζευτούν τα πρόβατα, νερό λοιπόν ας πιούνε
Και πάτε πάλι για βοσκή. Κι αυτοί είπαν δεν μπορούμε,
Πρέπει να περιμένουμε όλοι οι βοσκοί να ’ρθούνε
Ώστε την πέτρα όλοι μαζί απ’ του πηγαδιού το στόμα
Να την κυλίσουμε, και πια τα πρόβατα να πιούνε.
Κι ενώ ακόμα μίλαγε μ’ αυτούς, να η θυγατέρα
Του Λαβαν έφτανε, η Ραχήλ, μαζί με το κοπάδι
Που ήταν του πατέρα της γιατί τα πρόβατα του
Εκείνη ήταν που τα ’βοσκε. Και τη Ραχήλ σαν είδε
Ο Ιακώβ, του αδερφού της μάνας του την κόρη,
Και είδε και τα πρόβατα που ήτανε δικά του,
Την πέτρα από του πηγαδιού το στόμα πάει κυλάει,
Και πότισε τα πρόβατα του Λαβαν, που αδερφό της
Τον είχε η μητέρα του. Και τη Ραχήλ φιλάει
Ο Ιακώβ, και μια φωνή αφήνοντας μεγάλη
Εξέσπασε σε δάκρυα. Και ανεψιός πως είναι
Της είπε του πατέρα της και ότι τη Ρεβέκκα
Είχε μητέρα. Και αυτή, τρέχοντας όλα πήγε
Και τα είπε στον πατέρα της. Και του Ιακώβ ο Λάβαν
Τ’ όνομα όταν άκουσε, του γιου της αδερφής του,
Κοντά του πήγε τρέχοντας και μες στην αγκαλιά του
Τον έσφιξε, τον φίλησε, και σπίτι τον επήγε.
Κι είπε στον Λαβαν ο Ιακώβ όλα όσα είχαν γίνει.
Και του ’πε ο Λάβαν, κόκαλο είσαι απ’ τα κόκαλά μου
και σάρκα από τη σάρκα μου. Και για τριάντα μέρες
Οι δυο εμείνανε μαζί.
ΧΧΙΧ15
Κι  είπε ο Λαβαν στον Ιακώβ: γιατί   είσαι  ανεψιός  μου
Δε  θα δουλεύεις  δωρεάν. Ποιός  είναι  ο  μισθός σου;

(συνέχεια)
ΤΡΟΜΟΣ

Όταν μιλούν οι άνθρωποι τρομάζει.
Βλήματα γι αυτόν οι λέξεις
και ο λόγος
όπλο εκηβόλο από τα τελειότερα.

Και σκέφτεται:
«Μη τόσο αρχέγονος εγώ έχω μείνει
κι η κατοικία μου το άναρθρο είναι;
Και όμως
οι κραυγές προτιμότερες θα ήσαν
να τραβούν ίσια στον αρχαίο ορίζοντα: 
ένας ψίθυρος για την αγάπη,
ένας γρυλισμός συγνώμης για τη χαρά,
 μια οιμωγή για το αύριο,
αντίς τα στρογγυλεμένα
πληγές γεμάτα λόγια
που την ψυχή πάντοτε βρίσκουν.
Έτσι και ο μέσα μας ουρανός δεν θα μάτωνε
Και το δαχτυλίδι της ευτυχίας μας
θα το φορούσαμε ακόμα
καθώς οι ζέβρες τις γραμμώσεις τους
και την περφάνια τους οι αετοί.»
ΕΛΛΗΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Επειδή η Αμερική είναι βάρβαρη χώρα
γι αυτό κάθε πρωί παίρνω βαθιά μιαν εισπνοή
από λέξεις σαν αυτές:
δυσραγής, έμμαλος, επικράζω.
Επανθέω, αεροκόλακες, ευθάλαττος.
Άπληκτος, υπέρλεπτος, αριζήλως.
Αυτολυρίζω.

Επειδή η ζωή εδώ είναι ένα μαύρο αγριοπούλι
την ημερεύω κάθε μέρα
με λέξεις όπως:
ύποινος, ανθοκρατέω, αθηνιώ.
Αυτόκλαδος, βιωφελής, ερώτιον.
Κισσηρεφής, περιλάμπω, πυριάλωτον.
Νεαροηχής.

Και μετά από κάθε τους επίθεση
ιαίνω τις πληγές μου
ψιθυρίζοντας:
καταβόησις, ηχή.
Κλεψίχωλος, τεττιγγώδης, δρύπτω.
Αύχημα, άτυμβος, βραχυβλαβής.
Συνοχμάζω.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνεχεια)
Τη γη που τώρα κάθεσαι να την κληρονομήσεις-
Χώρα που έχει ο θεός στον Αβραάμ δοσμένη.
Κι έτσι, ο Ισαάκ τον Ιακώβ στη Μεσοποταμία
Τον έστειλε, και πήγε αυτός στο Λαβαν, γιο του Σύρου
Του Βαθουήλ, που αδερφός ήτανε της Ρεβέκκας
Της μάνας Ιακώβ και Ησαύ.
ΧΧVΙΙΙ6
Και, ο Ησαύ,  του Ιακώβ  είδε   την  ευλογία,
Και  στη Συρία ο Ισαάκ  της  Μεσοποταμίας
Ότι  τον έστειλε από κει  γυναίκα για να πάρει,
Ώστε  την  ευλογία του  να ’χει, και  πως του  είπε
Γυναίκα να μην  πάρει αυτός από  τις Χαναναίες,
Και  ότι  άκουσ'   ο Ιακώβ  πατέρα και   μητέρα
Και  στη Συρία τράβηξε-στη  Μεσοποταμία.
Και  είδε  ακόμα ο Ησαύ  πως  για τις Χαναναίες
Άσχημη   ο πατέρας  του  γνώμη  είχε  σχηματίσει,
Και  πήγε ο Ησαύ στον Ισμαήλ και  για γυναίκα πήρε
Την  Μαελέθ, του  γιου Αβραάμ-του Ισμαήλ-κορίτσι,
Την  αδερφή   του Ναβεώθ, μαζί   με  τις  γυναίκες
Που είχε από πρωτύτερα.
ΧΧVΙΙΙ10
Κι ο Ιακώβ απ’ του Ορκισμού έφυγε το πηγάδι
Και τράβηξε για τη Χαρράν. Κι απάντησε έναν τόπο
Κι έπεσε κι εκοιμήθη εκεί, γιατ’ είχε ο ήλιος δύσει.
Κι ένα λιθάρι απ’ αυτό τον τόπο είχε βάλει
Κάτω από το κεφάλι του. Κι έπεσε κει για ύπνο.
Και είδε όνειρο. Και να! Μια σκάλα στηριγμένη
Που ήταν στη γη, και που έφτανε στον ουρανό η κορφή της,
Και ανεβοκατέβαιναν σ’ αυτήν θεού αγγέλοι.
Και πάνω εστηρίχτηκε σ’ αυτήν ο Κύριος κι είπε:
θεός είμαι του πατέρα σου του Αβραάμ. Και είμαι
Και ο θεός του Ισαάκ. Καθόλου μη φοβάσαι.
Τη χώρα όπου πάνω της κοιμάσαι θα τη δώσω
Σε σένα και σ’ αυτούς μετά που θα ’ρθουν από σένα
Βγαλμένοι από το σπέρμα σου. Κι άμετροι εκείνοι θα ’ναι
Όπως η άμμος πα’ στη γη. Και θα εξαπλωθούνε
Προς θάλασσα κι Ανατολή και προς Βορρά και Νότο.
Και από σε και απ’ αυτούς που θα ’ναι απόγονοί σου
θα ευλογηθούνε οι φυλές σ’ όλη τη γη  επάνω.
Και δίπλα σου θα στέκω εγώ φύλακας για να σου είμαι
Σε όποιον δρόμο πορευτείς. Και πίσω θα σε φέρω
Πάλι εγώ σ’ αυτή τη γη-δε θα σ’ εγκαταλείψω
Μέχρι όλα αυτά να κάνω εγώ που σου ’χω ειπωμένα.
Κι από τον ύπνο ο Ιακώβ σηκώθηκε και είπε:
Θεός υπάρχει πράγματι σ’ αυτόν εδώ τον τόπο
Κι εγώ αυτό δεν το ’ξερα. Και εφοβήθη κι είπε:
Τι φοβερός τόπος αυτός! Κι αυτό δεν είναι άλλο
Παρά το σπίτι του θεού, κι αυτή η ουράνια πύλη.
Και το πρωί σηκώθηκε και πήρε το λιθάρι
Που κάτω απ’ το κεφάλι του είχε το βράδυ βάλει,
Σα στήλη όρθιο το ’στησε, και στην κορφή του επάνω
Λάδι έχυσε. Και τ’ όνομα του τόπου εκείνου το ’πε
Οίκος Θεού. Και Ουλαμλούζ τ’ όνομα αυτής της πόλης
Ήταν ως τότε. Κι ο Ιακώβ, αν ο θεός και Κύριος,
Είπε, μαζί μου θα ’ναι, κι αν, σε τούτο το ταξίδι
Με προστατέψει που άρχισα και φαγητό μου δώσει
Και ρούχα ώστε να ντυθώ, και πίσω με ασφάλεια
(συνέχεια)
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

-Κύριε δρόμε
πού πηγαίνετε;

«Στην άλλη πόλη»

-Γιατί μας κοροϊδεύετε κύριε δρόμε;
Αφού ολημερίς κι ολονυχτίς είστε ακίνητος.
Εμείς επάνω σας πηγαίνουμε.

«Μ’ αφού εγώ δεν πάω πουθενά
τότε ουτ’ εσείς κάπου πηγαίνετε
κι ας περπατείτε πάνω μου.»

-Έχετε δίκιο κύριε δρόμε μου.
Κανείς μας δεν πηγαίνει πουθενά.
Όλοι μας μένουμε.
Μένουμε.
Μένουμε.
Μένουμε.
ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ

Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.

Δεν είναι βέβαια ποιητές.
Αν ήταν, θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.

Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΙΑ

Δώδεκα ο μήνας.
Ετοίμασε Θεέ το δεκατρία
και στείλ’ το με την αυριανή αποστολή στον κόσμο.
Πρέπει να κανονίζουμε τις δουλειές μας.
Αύριο το γραμμάτιο,
χτες το ταξίδεμα,
στις τριανταμία τα γενέθλια
με το πάρτι και τα δώρα.

Να μετράμε τις ημέρες μας πρέπει.

Και την τελευταία ημέρα μας τον ήλιο
μέσα στην τελευταία θάλασσά μας σβήσε
και το χνώτο της τελευταίας μας
αναπνοής ακολουθώντας
σύρσου και συ μαζί μας στο χαμό.

Κι ύστερα πάλι φτιάχνουμε Θεούς άλλους εμείς
κι άλλες δημιουργίες
κι άλλα σύμπαντα-
ξέρουμε πια...
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Και κείνος του ’πε: ήρθε εδώ με δόλο ο αδερφός σου
Και την δική σου που ήτανε πήρε την ευλογία.
Δίκαια, είπε ο Ησαύ, Ιακώβ τον έχουν βγάλει
Γιατί για δεύτερη φορά μ’ εξαπατάει τώρα.
Πρώτα τα πρωτοτόκια μου εκείνος είχε πάρει
Και τώρα τη δική μου αυτός πήρε την ευλογία.
Και είπε στον πατέρα του ο Ησαύ: για με πατέρα
Για να μου πεις δεν έμεινε καμία ευλογία;
Και αποκρίθηκε ο Ισαάκ και του Ησαύ του είπε:
Αυτόν αν έχω κάνει εγώ αφεντικό δικό σου
Και δούλους έκανα σ’ αυτόν όλους τους αδερφούς του,
Κι αν με κρασί τον έχω εγώ γεμίσει και με στάρι
Τότε παιδί μου τί μπορώ για σένανε να κάνω;
Και στον πατέρα του ο Ησαύ ξανάπε: ούτε μία
Πατέρα δε σου έμεινε να δώσεις ευλογία;
Παρακαλώ, ευλόγησε και μένανε πατέρα.
Και να δακρύσει ο Ισαάκ έτοιμος ενώ ήταν
Φώναξε δυνατά ο Ησαύ και άρχισε να κλαίει.
Και είπε τότε ο Ισαάκ: Η κατοικία σου να ’ναι
Κάτω απ’ τη δρόσο τ’ ουρανού και σ’ εύφορη μια χώρα.
Να ζεις με το μαχαίρι σου του αδερφού σου δούλος
Ώσπου να ’ρθει ένας καιρός που το ζυγό θα σπάσεις
που σου ’χει αυτός στον τράχηλο, και θα τόνε πετάξεις.
Και ο Ησαύ του Ιακώβ του το ’χε κρατημένο
Που είχε ο πατέρας του εκείνον ευλογήσει.
Και στο μυαλό του έλεγε: οι μέρες ας περάσουν
Του πένθους του πατέρα μου όταν αυτός πεθάνει,
Και θα σκοτώσω τον Ιακώβ τότε, τον αδερφό μου.
Και η Ρεβέκκα τα ’μαθε αυτά που στο μυαλό του
Είχε ο μεγάλος της ο γιός. Και τον Ιακώβ φωνάζει,
Το γιό της το μικρότερο, και, ο Ησαύ, του λέει,
Να σε σκοτώσει απειλεί. Τώρα λοιπόν παιδί μου
Άκου με. Σήκω και να πας στον αδερφό μου Λάβαν
που ζει στην πόλη τη Χαρράν της Μεσοποταμίας.
Και λίγες μέρες μείνε εκεί, ώσπου του αδερφού σου
Να του περάσει ο θυμός και η οργή που σου ’χει
Και να ξεχάσει ό,τι συ του έχεις καμωμένα.
Και από κει θα στείλω εγώ και θα σε φέρω πίσω-
για να μη χάσω δυο παιδιά μαζί σε μία μέρα.
Και του Ισαάκ, βαρέθηκα, του είπε, τη ζωή μου
Με τις Χετταίες νύφες μας. Κι ο Ιακώβ αν πάρει
Γυναίκα από τη χώρα αυτή, τη ζωή μου τι τη θέλω;
XXVIII
Κι ο Ισαάκ τον Ιακώβ έστειλε και φώναξαν,
Τον ευλογεί και εντολή του δίνει και του λέει:
Γυναίκα από τις κόρες συ των Χαναναίων μην πάρεις.
Σήκω λοιπόν και πήγαινε στη Μεσοποταμία
Και στον Βαθουήλ, στης μάνας σου πήγαινε τον πατέρα,
Και από κει γυναίκα σου να πάρεις, απ’ τις κόρες
Του αδερφού της μάνας σου, του Λαβαν. Κι ο θεός μου
θα σ’ ευλογήσει εσένανε και θα σε αναδείξει.
Και πλήθος οι απόγονοι θα ’ναι που θα σου δώσει.
Και θα ’βγουνε λαοί πολλοί από σε. Και θα σου δώσει
Την στον πατέρα μου Αβραάμ που έδωσε ευλογία:
Σε σε και στους απόγονους που θα ’ρθουν από σένα
(συνέχεια)
ΠΡΟΣΩΠΑ

Τα πρόσωπα.
Παντοδύναμα.
Μια κομψή μύτη
γκρεμίζει έθνη.
Μια μικρή σύσπαση του πάνω χείλους
αυτοκρατορίες γεννάει.
Μια ματιά τους
ανεπιθύμητων σωρεία εξολοθρεύει.

Τα πρόσωπα.
Επιπόλαια.
Λένε Εγώ
και κάτι άλλο μ’ αυτό
που άγνωστο τους είναι
εννοούν.

Και όταν ο Αιώνιος έρθει,
Αυτός,
ο χωρίς πρόσωπο,
και ορθός κι ακίνητος 
σαν σύνορο άγνωστης χώρας
στη σκοτεινή εμπρός είσοδο σταθεί,
τα πρόσωπα προς αυτόν στρέφουν
και προς αυτόν υποτακτικά τραβούν.

Και μέσα στο σκοτάδι ως ξανοίγονται
αδύναμα
σαν μέγα πλήθος από φθορές,
η θάλασσα της σιωπής
τα πνίγει μες στα κύματά της.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού το δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς τριγύρω να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι.
Για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μένεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις
για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.

Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
XXVII15
Και, η Ρεβέκκα, τη στολή του γιου της του μεγάλου
Του Ησαύ επήρε την καλή, που βρίσκονταν στο σπίτι
Και το νεότερο έντυσε γιό της Ιακώβ με κείνη.
Και γύρω από τα χέρια του κι απ’ του λαιμού τη γύμνια
Του έβαλε τα δέρματα που μείναν απ’ τα ρίφια.
Και το ψωμί και το φαί που είχε καμωμένο
Στο γιό της τα ’δωσε Ιακώβ. Κι εκείνα αυτός κρατώντας
Επήγε στον πατέρα του. Πατέρα, λέει, κι εκείνος
Εδώ ’μαι, του απάντησε. Και, γιέ μου, εσύ ποιός είσαι;
Και είπε στον πατέρα του ο Ιακώβ, εγώ ’μαι,
Ο Ησαύ, ο πρώτος σου ο γιος. Έκανα όπως μου ’πες.
Έλα κι απ' το κυνήγι μου κάτσε και φάε πατέρα
Κι ευλόγησέ με ύστερα. Κι ειπ’ ο Ισαάκ στο γιό του:
Τι ζώο τόσο γρήγορα εσκότωσες παιδί μου;
Ότι μπροστά μου έστειλε ο Κύριος και θεός σου.
Κι ειπ’ ο Ισαάκ στον Ιακώβ: Πλησίασε παιδί μου,
Να δω αν είσαι ο Ησαύ ή όχι, αφού σ’ αγγίξω.
Και στον πατέρα του Ισαάκ ο Ιακώβ πλησιάζει.
Κι αφού τόνε ψηλάφησε  ο Ισαάκ, του λέει:
Του Ιακώβ ειν’ η φωνή και του Ησαύ τα χέρια.
Και δεν τον αναγνώρισε, γιατί τα χέρια του ήταν
Όπως τα χέρια τριχωτά του Ησαύ, του αδερφού του.
Και τότε τον ευλόγησε. Και, συ, του είπε, είσαι
Ο γιος μου ο Ησαύ; Εγώ, του είπε ευθύς εκείνος.
Και του ’πε: απ’ το κυνήγι σου φέρε να φάω παιδί μου
Να σ’ ευλογήσω ύστερα με όλη την ψυχή μου.
Και του ’φερε έφαγε φαί, κρασί του ’φερε κι ήπιε.
Και ο πατέρας του Ισαάκ, είπε σ’ αυτόν: παιδί μου
Πλησίασε και φίλα με. Πλησίασε, τον φιλάει.
Και μύρισε τα ρούχα του και είπε: αυτή του γιου μου
Είναι η μυρωδιά: αγρού, που ευλογημένος είναι
Από τον Κύριο, και καρπό ειν’ ολόκληρος γεμάτος.
Και τότε τον ευλόγησε. Και, είθε ο θεός, του είπε,
Δροσιά ουράνια σε σε να δώσει, και χωράφια
Που εύφορα να ’ναι, κι άφθονο να ’χεις κρασί και στάρι
Κι άρχοντες να σε προσκυνούν, κι έθνη να σου δουλεύουν.
Του αδερφού σου αφεντικό να ’σαι, και μπρος σε σένα
Οι γόνοι του πατέρα σου να ’ρθουν να προσκυνήσουν.
Κι όποιος εσέ καταραστεί καταραμένος να ’ναι.
Κι ευλογημένος να ’ναι αυτός που εσέ θα ευλογήσει.
XXVIΙI30
Κι όταν ευλόγησε ο Ισαάκ τον Ιακώβ το γιό του
Κι απ’ τον πατέρα του Ισαάκ ο Ιακώβ γυρνούσε,
Να κι ο αδερφός του o Ησαύ που ήρθε απ’ το κυνήγι.
Και στον πατέρα του αυτός φτιάχνει φαί και πάει.
Και είπε στον πατέρα του: Σήκω πατέρα κι έλα
Κι απ’ το κυνήγι φάε αυτό που σου ’φερε ο γιός σου
Κι ευλόγησέ με ύστερα με όλη την ψυχή σου.
Κι είπε σ’ αυτόν ο Ισαάκ, ποιός είσαι εσύ; και κείνος:
Εγώ ’μαι ο πρωτότοκος γιός σου, ο Ησαύ, του λέει.
Κι έκπληξη ένοιωσ’ ο Ισαάκ πολύ μεγάλη, κι είπε:
Τότε ποιος ήτανε αυτός που μου ’φερε κυνήγι
Και πριν εσύ ερθείς, εγώ απ’ όλα έχω φάει
Και τον ευλόγησα και πια ευλογημένος  είναι;
Και όταν άκουσε ο Ησαύ του Ισαάκ τα λόγια
Φωνή μεγάλη και πικρή πολύ μια είχε βγάλει
Και του ’πε: ευλόγησε και με παρακαλώ πατέρα.
(συνέχεια)
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τα στόματα κουράστηκαν.
Τα μάτια γέμισαν μάταιες εικόνες.
Τα πόδια
σαν μέσα σε χιονοθύελλες να περπατούν
τα τελευταία βήματα βαριά σέρνουν.

Είναι η ώρα των ψυχών.

Μέχρι τώρα εκείνες σώπαιναν
μέσα στους κρινένιους τους κήπους.
Τώρα δοκιμάζουν τα φτερά τους
όπως πουλιά φυλακισμένα. 
Για να θυμηθούν. 

Τα σώματα νιώθουν το σάλαγό τους
ακούγοντας το τραγούδι της δροσοπηγής
ή ένα μεθυσμένο από φως πρωινό θωρώντας.

Κι όταν αυτές πετάξουν
εκείνα μένουν άδεια
σαν παιδιά
όταν το παραμύθι τελειώνει.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Που τόνε λέγανε Φιχόλ. Κι ο Ισαάκ του είπε:
Γιατί ήρθατε σε μένανε; Σεις μ’ είχατε μισήσει
Και διώξει τότε μ’ είχατε. Κι αυτοί, είδαμε, του είπαν
Πως σ’ αγαπάει ο Κύριος και είπαμε πως πρέπει
Μια συμφωνία ανάμεσα σε σε και μας να γίνει
Ώστε όπως σου φερθήκαμε καλά εμείς εσένα
Και δε σ’ αποστραφήκαμε, και όπως με ειρήνη
Μακριά σε στείλαμε, και συ κακό να μη μας κάνεις.
Κι ευλογημένος θα ’σαι συ τότε από τον Κύριο.
Κι αυτός τραπέζι έστρωσε και φάγανε και ήπιαν.
Και τ’ άλλο πρωί ορκίστηκαν κι ο ένας και ο άλλος.
Κι ο Ισαάκ ειρηνικά τους έστειλε και φύγαν.
Και πήγαν την ημέρα αυτή στον Ισαάκ οι δούλοι
Και του ’παν πως δε βρήκανε νερό μες στο πηγάδι
Που ’χαν ανοίξει. Κι Όρκο αυτό το είπε το πηγάδι.
Και από κει και τ’ όνομα το είχε πει της πόλης
Πηγάδι του Όρκου-και αυτή ως σήμερα υπάρχει.
ΧΧVI34
Σαράντα χρόνων ο Ησαύ ήταν όταν παντρεύτη
Και πήρε του Χετταίου Βεώχ την κόρη για γυναίκα.
Και πήρε και τη Βασεμάθ, κόρη του Ελώ, Χετταίου.
Και μάλωναν με τον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα εκείνες.
XXVII
Κι ο Ισαάκ δεν έβλεπε καλά στα γηρατειά του.
Και τον Ησαύ εκάλεσε, το γιό του τον μεγάλο
Και του ’πε: γιέ μου. Κι είπε αυτός: εδώ ’μαι! Και του είπε:
Παιδί μου εγώ εγέρασα και φτάνει όπου να ’ναι
Η ώρα του θανάτου μου. Λοιπόν το τόξο πάρε
Και τη φαρέτρα, τα όπλα σου, και τράβα στην πεδιάδα,
Σκότωσε κάτι, και φαί φτιάξε καθώς μ’ αρέσει
Και φέρε μου να φάω εγώ ώστε να σ’ ευλογήσω
Προτού ο θάνατος με βρει. Κι άκουσε η Ρεβέκκα
Αυτά που είπε στον Ησαύ ο Ισαάκ το γιό του.
Κι ο Ησαύ για τον πατέρα του πήγε να βρει κυνήγι.
Και στο μικρότερό της γιό, Ιακώβ, είπε η Ρεβέκκα:
Άκουσα τον πατέρα σου να λέει στον αδερφό σου
Τράβα κυνήγι φέρε μου και φτιάξε μου να φάω
Ώστε να σ’ ευλογήσω εγώ στ’ όνομα του Κυρίου
Προτού ο θάνατος με βρει. Τώρα λοιπόν παιδί μου
Άκου καλά τι θα σου πω. Τράβα στα πρόβατά μας
Και δύο ρίφια τρυφερά φέρε μου και θρεμμένα
Και ’γω όπως του πατέρα σου τ’ αρέσει θα τα κάνω
Και στον πατέρα σου εσύ τα πας. Και όταν φάει
Εσύ την ευλογία του θα πάρεις πριν πεθάνει.
Και στη Ρεβέκκα ο Ιακώβ, που ’ταν μητέρα του, είπε:
Γεμάτος τρίχες ο Ησαύ κι εγώ άτριχος είμαι.
Κι αν τύχει κι ο πατέρας μου απάνω μου ακουμπήσει
Τότε στα μάτια του εγώ θα ’μαι απατεώνας
Κι αντίς την ευλογία του κατάρα θα μου δώσει.
Απάνω μου η κατάρα του, του είπε αυτή, παιδί μου.
Μονάχα άκου με κι αυτά που σούπα τράβα φέρε.
Και πήγε κείνος κι έφερε, και φαγητό με κείνα
Έφτιαξε η μητέρα του, όπως ότι τ’ αρέσει
Ήξερε του πατέρα του.
(συνέχεια)
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ

«Θέλω Βασίλειον παρακοιμώμενον…»
είπε ο Μιχαήλ
«…ως πιστόν όντα...
υπό πάντων ευφημείσθαι ως βασιλέα.»

«Βασιλεύς δε», λέει το Χρονικό,
«επληρούτο δακρύων.»

«Και των σκήπτρων πεσόντων ως έθος»
τον έστεψε συμβασιλέα.

Λίγο αργότερα ο Βασίλειος
εδολοφόνησε τον Μιχαήλ.
Κι αφού ήταν πια ο μόνος βασιλιάς
το ελαφρυντικό βρέθηκε αμέσως:
μεγάλο κάθαρμα ο Μιχαήλ...

Μα ο Βασίλειος δεν εστάθηκε σ’ αυτό.
Έχτισε μοναστήρια κι εκκλησίες τόσες
που φτάναν γι άλλα δέκα εγκλήματα.
«Εξιλασκόμενος τω θεώ»
λέει ο Ζωναράς.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Απλόχερα το σκότος σκορπισμένο
μες στο μικρό το καμαράκι
που μέσα του αποθήκευαν τα ξύλα-
τα πυρομαχικά για την αντίσταση
στον άλλο τους εχθρό: το κρύο. 

Μ’ αυτά για σκηνικό
μπροστά στο ανύποπτο παιδί φάνηκε ο Θεατρώνης
βικτωριανά ντυμένος ρούχα.

Παρουσιάστηκε
κι ευθύς άρχισε να μιλάει.
Προλόγισε το έργο
για συγγραφέα μίλησε
για σκηνοθέτη κι ενδυματολόγο
για ηχητικά και οπτικά εφέ
για μουσικούς, για υποβολείς, για ιμπρεσάριους…
Κι έλεγε και σταματημό δεν είχε.

Η ώρα πέρασε και πέρασε.

Τα παιδικά τα βλέφαρα εβάρυναν.
Ώρα για ύπνο.
Κι ως το μικρό το καμαράκι είχε γεμίσει
με σκηνικά του έργου που ούτε η πόρτα
δεν άνοιγε για κάποιον να ’βγει έξω,
πήγε και ξάπλωσε σ’ ένα κρεβάτι
που στη σκηνή βαλμένο ήταν επάνω.

Τα λόγια μπλέκοντας του Θεατρώνη
με τις δικές του ιδέες
πριν κοιμηθεί σκεφτόνταν το παιδί:
«Άραγε μη το έργο είναι μονόλογος;
Ή τάχα ο πρόλογος είναι το έργο;
Κι έτσι κι αλλιώς η υπόθεση ποια είναι;
Ποιο το τέλος του;»

Μα ενώ του κλείνανε τα μάτια
και η φωνή του θεατρώνη όλο αλάργευε,
οι σκέψεις του όλες έσβησαν και οι αισθήσεις του
τίποτε πια δεν του ζητούνε.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Για να γλιτώσω, ο Ισαάκ του είπε, τη ζωή μου.
Γιατί μας το ’κανες αυτό; του είπε ο Αβιμέλεχ.
Λίγο ακόμα κι από μας κάποιος θα εκοιμόταν
Με τη γυναίκα σου, και πια θα είχε αμαρτήσει
Χωρίς ιδέα να ’χει γι αυτό. Κι όλους ο Αβιμέλεχ
Τους υπηκόους του μάζεψε, και, όποιος ακουμπήσει
Ή τη γυναίκα του, ή αυτόν τον άνθρωπο, τους είπε,
 Αυτός το θάνατο θα βρει. Και τη χρονιά εκείνη
Όταν στη γη ο Ισαάκ έσπειρε αυτήν, ο σπόρος
Εκατονταπλασιάστηκε. Γιατί ευλογημένος
Ήταν από τον Κύριο. Και πλούτισε και όλο
Πιο πλούσιος εγινότανε, ώσπου τρανός εγίνη.
Και είχε βόδια, πρόβατα, κι είχε πολλά χωράφια.
Κι οι Φιλισταίοι τον ζήλεψαν. Και όλα τα πηγάδια
Που του πατέρα του άνοιξαν, σα ζούσε, οι υπηρέτες,
Οι Φιλισταίοι χώματα τους ρίξαν και τα κλείσαν.
Κι ο Αβιμέλεχ του Ισαάκ, φύγε από δω, του είπε,
Γιατί έχεις πιότερη από μας δύναμη αποχτήσει.
Και από κει ο Ισαάκ έφυγε κι είχε πάει
Και στην κοιλάδα τη σκηνή έστησε των Γεράρων.
Και κει έμεινε μόνιμα.
XXVI18
Και άνοιξε  ο Ισαάκ και πάλι τα πηγάδια
Αυτά που είχαν του Αβραάμ οι δούλοι ανοιγμένα
Και που όταν ο πατέρας του Αβραάμ είχε πεθάνει
Οι Φιλισταίοι τα ’φραξαν. Κι ονόματα τους είχε,
Αυτά που κι ο πατέρας του είχε σ’ αυτά δοσμένα.
Και σκάψανε του Ισαάκ οι δούλοι στην κοιλάδα
Που βρίσκονταν τα Γέραρα, κι ανοίξανε πηγάδι
Που ’χε ολοκάθαρο νερό. Και οι βοσκοί εκείνοι
που ζούσανε στα Γέραρα πόλεμο εσηκώσαν
Ενάντια στους τσοπάνηδες του Ισαάκ, γιατ’ ήταν
Δικό τους λέει το νερό που ’βρέθη στο πηγάδι.
Και τ’ όνομα του πηγαδιού το είπε  Αδικία
Γιατί τον αδικήσανε. Κι έφυγε από κείθε
Κι άλλο πηγάδι άνοιξε. Μα και γι αυτό εκείνοι
Τα ίδια ισχυρίζονταν. Και στο πηγάδι εκείνο
τ’ όνομα Εχθρία έδωσε. Κι έφυγε κι από κείθε
Κι άλλο πηγάδι άνοιξε. Και πόλεμο για κείνο
Δεν του κήρυξαν και γι αυτό το είπε Ευρυχωρία
Γιατί, είπε, μας μεγάλωσε ο Κύριος και μας έχει
Πλούσιους στη γη κάνει αυτή.
ΧΧVI23
Και από κει  στου Ορκισμού ανέβη  το πηγάδι.
Κι   ο Κύριος  φανερώθηκε  σ’ αυτόν   τη  νύχτα εκείνη.
Και, του πατέρα σου Αβραάμ είμαι ο  θεός, του είπε.
Φόβο   μην  έχεις  γιατί   εγώ  μαζί   με  σένα είμαι.
Για χάρη  του πατέρα σου Αβραάμ θα σ’ ευλογήσω.
Και πλήθος  οι απόγονοι  θα είναι  οι  δικοί σου.
Και κει  θυσιαστήριο έχτισε, κι  απ’   τον Κύριο
Να τον  βοηθήσει  ζήτησε κι  έστησε  τη  σκηνή  του.
Και  στην κοιλάδα όπως αυτοί  έκαναν  των Γεράρων,
Και  κει  οι   δούλοι  του  Ισαάκ  ανοίξανε  πηγάδι.
Κι  από τα Γέραρα σ’ αυτόν επήγε ο  Αβιμελεχ,
Κι  ο αρχιευνούχος  του Οχοζάθ, κι  ο αρχιστράτηγός  του
(συνέχεια)
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη.
-Αδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω,που σκοπός
και μέτρο είναι της γήϊνης ζωής σου.
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
            (του Γύζη)

Τι θαμασμό γεμάτα μάτια
που τα παιδιά έχουν ανοίξει!
Τάχατες τι κρυφά παλάτια 
το παραμύθι θα τους δείξει;

Θα σκοτωθεί ο δράκος ή όχι;
Και η πριγκίπισσα θα ζήσει;
Α! Σ’ άλλη τέτοια μια κώχη
δεν έχει άνθρωπος πατήσει.

Καλή γιαγιά, τόσες ψυχούλες
που από το στόμα σου κρεμόνται-
τόσες ψυχές  που μένουν δούλες
σ’ όσα απ’ τα χείλια σου ακουγόνται,

λυπήσου τες και χάρισέ τους
την ευτυχία που καρτερούνε-
το παραμύθι τέλειωσέ τους
όπως, οι αγνούλες μας, ποθούνε.

Μία ζωή έχουν μπροστά τους
για δυστυχία και για πόνο.
Από τα χείλια της γιαγιάς τους
την ευτυχία ας έχουν μόνο.

Μα όμως όχι! Καμιά λύση
Στην ιστορία σου δε θα δώσεις.
Και το μαγκάλι δε θα σβήσει.
Το γνέσιμο δε θα τελειώσεις.

Όλα αιώνια έτσι θα ’ναι
καθώς ο Γύζης τα ’χει πλάσει.
Λαχταριστά θα σε κοιτάνε
κάθε αγόρι και κοράσι.

Κι ίσως αυτό της Τέχνης να ’ναι
το μυστικό: αυτά που κλείνει
άλλες υπάρξεις να μεθάνε-
στους ζωντανούς να μην τα δίνει.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Ο ΝΙΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

-Σε τούτο το χωριό ήξερα ένα νιο τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλλα μου;
-Είναι αυτός εδώ μα η φωνή του
στ’ ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλα μου;
-Τ’ αστέρια με τα λαμπερά τ’ αυτιά τους.
Kαι το φεγγάρι,
με το μαντήλι η γη να του κρατάει
γύρω της χορεύει.
-Αχ! και πού τον έχουνε θαμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο το λευκό και χρυσαφένιο
και στο λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού.
ΟΙ ΑΠΟΜΑΚΡΟΙ

Στο σπίτι όταν μπουν
αφού διπλά πρώτα κλειδώσουνε την πόρτα
ευθύς μετά στο βάθος κρύβονται του δωματίου τους
κι ανήσυχοι ακόμα στην καρέκλα κάθονται
ακίνητοι αναμένοντες ωσότου
κι ο τελευταίος απόηχος
του δρόμου και της αγοράς να σβήσει.

Μετά στα χέρια ένα βιβλίο παίρνουν
και διαβάζοντας
τα φύλλα του απαλά γυρίζουν
μη κάποιος ήχος ανεπαίσθητος
ραγίσει την μονάκριβη
κρυστάλλινη ερημία του σύμπαντός τους.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και με το χέρι του έπιανε του Ησαύ αυτός τη φτέρνα.
Κι αυτόν τον είπε Ιακώβ. Και όταν η Ρεβέκκα
Γέννησε, τότε ο Ισαάκ ήταν εξήντα χρόνων.
Κι οι νέοι εμεγάλωναν. Κι ο Ησαύ άνθρωπος ήταν
Που στο κυνήγι ήταν καλός και στους αγρούς εζούσε.
Κι ο Ιακώβ ήταν απλός και του άρεσε το σπίτι.
Και τον Ησαύ ο Ισαάκ αγάπαγε, γιατί είχε
Φαί απ’ το κυνήγι του. Κι από τους δυο η Ρεβέκκα
Τον Ιακώβ αγάπαγε.
ΧΧV92
Κι ένα φαί μαγείρεψε ο Ιακώβ μια μέρα.
Κι    από   τον κάμπο  ήρθε   ο Ησαύ και  ήταν  πεινασμένος.
Κι  είπε  ο Ησαύ  στον Ιακώβ:   Απ’   το φαί  ετούτο
Δος   μου κι   εμέ  το κόκκινο, γιατί  πολύ  πεινάω.
Γι αυτό τον  είπανε κι Εδώμ. Κι  ο Ιακώβ  του είπε:
Μόνο αν  τα πρωτοτόκια σήμερα θα μου δώσεις.
Κι  είπε  ο Ησαύ: Εδώ  εγώ πεθαίνω από  την  πείνα,
Τα πρωτοτόκια μούλειψαν. Κι  ο Ιακώβ του  είπε:
Ορκίσου  το  μου τώρα εδώ. Κι  ευθύς ορκίστη    εκείνος
Και  του Ησαύ ο Ιακώβ πήρε τα πρωτοτόκια.
Κι  έδωσε  στον Ησαύ αυτός φακές  μαγειρεμένες
Να φάει, και   μαζί  ψωμί. Κι  έφαγε εκείνος  κι  ήπιε
Κι ύστερα σ’κώθη κι  έφυγε. Κ ι  έτσι  τα πρωτοτόκια
Τα περιφρόνησε  ο Ησαύ.
XXVI
Κι ήρθε στη χώρα ένας λιμός σαν κείνον που είχε πέσει
Την εποχή του Αβραάμ. Κ ι ο Ισαάκ επήγε
Στον Αβιμέλεχ, βασιλιάς που ήταν των Φιλισταίων
Στα Γέραρα. Κι ο Κύριος σ’ αυτόν εφανερώθη
Και του ’πε: μη στην Αίγυπτο να πας, παρά να μείνεις
Στον τόπο εγώ που θα σου πω. Προσωρινά εκεί μείνε.
Κι η ευλογία μου με σε θα ’ναι, κι εγώ μαζί σου.
Γιατί στους απογόνους σου θα δώσω και σε σένα
Ολόκληρη τη χώρα αυτή. Εγώ θα τον κρατήσω
Τον που έχω στον πατέρα σου τον Αβραάμ δώσει όρκο.
Κι όσα τ’ αστέρια τ’ ουρανού θα ’ν’ οι απόγονοί σου
Κι ολόκληρη αυτή τη γη δική τους θα την κάνω
Και απ’ αυτούς θα ευλογηθούν όλα της γης τα έθνη.
Γιατί ο πατέρας σου Αβραάμ άκουσε τι του είπα
Και φύλαξε τις εντολές και τα προστάγματα μου
Και τήρησε το νόμο μου και τα δικαιώματα μου.
Κι έμειν’ ο Ισαάκ στα Γέραρα. Και στους εντόπιους άντρες
Όταν για τη γυναίκα του ρώτησαν, τη Ρεβέκκα,
Είπε πως είναι του αδερφή. Γιατί το φόβο είχε
Πως αν γυναίκα του έλεγε πως είναι, τότε εκείνοι
Για να την αποκτήσουνε, που ήτανε ωραία,
θα σκότωναν αυτόν. Κ ι εκεί πολλά έζησε χρόνια.
Κι ο Αβιμέλεχ, βασιλιάς στα Γέραρα που ήταν
Απ’ το παράθυρο έσκυψε κι είδε με τη Ρεβέκκα,
Που ήτανε γυναίκα του, τον Ισαάκ να παίζει.
Κι ο Αβιμέλεχ κάλεσε τον Ισαάκ και του ’πε:
Λοιπόν γυναίκα σου ειν’ αυτή. Γιατί είπες αδερφή σου;
(συνέχεια)
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και με το χέρι του έπιανε του Ησαύ αυτός τη φτέρνα.
Κι αυτόν τον είπε Ιακώβ. Και όταν η Ρεβέκκα
Γέννησε, τότε ο Ισαάκ ήταν εξήντα χρόνων.
Κι οι νέοι εμεγάλωναν. Κι ο Ησαύ άνθρωπος ήταν
Που στο κυνήγι ήταν καλός και στους αγρούς εζούσε.
Κι ο Ιακώβ ήταν απλός και του άρεσε το σπίτι.
Και τον Ησαύ ο Ισαάκ αγάπαγε, γιατί είχε
Φαί απ’ το κυνήγι του. Κι από τους δυο η Ρεβέκκα
Τον Ιακώβ αγάπαγε.
ΧΧV92
Κι ένα φαί μαγείρεψε ο Ιακώβ μια μέρα.
Κι    από   τον κάμπο  ήρθε   ο Ησαύ και  ήταν  πεινασμένος.
Κι  είπε  ο Ησαύ  στον Ιακώβ:   Απ’   το φαί  ετούτο
Δος   μου κι   εμέ  το κόκκινο, γιατί  πολύ  πεινάω.
Γι αυτό τον  είπανε κι Εδώμ. Κι  ο Ιακώβ  του είπε:
Μόνο αν  τα πρωτοτόκια σήμερα θα μου δώσεις.
Κι  είπε  ο Ησαύ: Εδώ  εγώ πεθαίνω από  την  πείνα,
Τα πρωτοτόκια μούλειψαν. Κι  ο Ιακώβ του  είπε:
Ορκίσου  το  μου τώρα εδώ. Κι  ευθύς ορκίστη    εκείνος
Και  του Ησαύ ο Ιακώβ πήρε τα πρωτοτόκια.
Κι  έδωσε  στον Ησαύ αυτός φακές  μαγειρεμένες
Να φάει, και   μαζί  ψωμί. Κι  έφαγε εκείνος  κι  ήπιε
Κι ύστερα σ’κώθη κι  έφυγε. Κ ι  έτσι  τα πρωτοτόκια
Τα περιφρόνησε  ο Ησαύ.
XXVI
Κι ήρθε στη χώρα ένας λιμός σαν κείνον που είχε πέσει
Την εποχή του Αβραάμ. Κ ι ο Ισαάκ επήγε
Στον Αβιμέλεχ, βασιλιάς που ήταν των Φιλισταίων
Στα Γέραρα. Κι ο Κύριος σ’ αυτόν εφανερώθη
Και του ’πε: μη στην Αίγυπτο να πας, παρά να μείνεις
Στον τόπο εγώ που θα σου πω. Προσωρινά εκεί μείνε.
Κι η ευλογία μου με σε θα ’ναι, κι εγώ μαζί σου.
Γιατί στους απογόνους σου θα δώσω και σε σένα
Ολόκληρη τη χώρα αυτή. Εγώ θα τον κρατήσω
Τον που έχω στον πατέρα σου τον Αβραάμ δώσει όρκο.
Κι όσα τ’ αστέρια τ’ ουρανού θα ’ν’ οι απόγονοί σου
Κι ολόκληρη αυτή τη γη δική τους θα την κάνω
Και απ’ αυτούς θα ευλογηθούν όλα της γης τα έθνη.
Γιατί ο πατέρας σου Αβραάμ άκουσε τι του είπα
Και φύλαξε τις εντολές και τα προστάγματα μου
Και τήρησε το νόμο μου και τα δικαιώματα μου.
Κι έμειν’ ο Ισαάκ στα Γέραρα. Και στους εντόπιους άντρες
Όταν για τη γυναίκα του ρώτησαν, τη Ρεβέκκα,
Είπε πως είναι του αδερφή. Γιατί το φόβο είχε
Πως αν γυναίκα του έλεγε πως είναι, τότε εκείνοι
Για να την αποκτήσουνε, που ήτανε ωραία,
θα σκότωναν αυτόν. Κ ι εκεί πολλά έζησε χρόνια.
Κι ο Αβιμέλεχ, βασιλιάς στα Γέραρα που ήταν
Απ’ το παράθυρο έσκυψε κι είδε με τη Ρεβέκκα,
Που ήτανε γυναίκα του, τον Ισαάκ να παίζει.
Κι ο Αβιμέλεχ κάλεσε τον Ισαάκ και του ’πε:
Λοιπόν γυναίκα σου ειν’ αυτή. Γιατί είπες αδερφή σου;
(συνέχεια)

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΑΡΙ ΣΤΟ ΣΑΚΚΙ

Τόσο πολλά είναι μέσα στον μικρό χώρο
και τόσο κοντά το ’να στ’ άλλο
τα πριν τόσο απλωμένα, που
ασυνήθιστα σ’ αυτό
ασφυκτιούν.

Η μέσα τους ζωή
πιεσμένη έτσι, κινδυνεύει
όλη κλείσιμο να γίνει
και αδημονία
και να φθαρεί.

Ν' αγαπιούνται, όμως έμαθαν εκεί
χωρίς υπεκφυγές. Aλλιώς
θα ξέφευγαν από την ηρεμία του κέντρου τους
και θα έμεναν χωρίς ελπίδα
κάποτε,
σε πεδίο πλατύ να ριχτούνε,
και με της γης την ευλογία, το πράσινο,
που τώρα σαν σε όνειρο κατέχουν,
ν' αξιωθούν.
ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ

Πάνω στο γράμμα γράμμα
το πρώτο θα σβηστεί.
Πάνω στο θάμα θάμα
το ’να θα ξεχαστεί.

Πάνω στον πόνο πόνος
πα’ στον καημό καημός
διπλά μετράει ο πόνος
διπλά μετρά ο καημός.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Και, πριν πεθάνει, μακριά απ’ τον Ισαάκ τα στέλνει
Να πάνε στην Ανατολή. Και ήτανε τα χρόνια
Ο Αβραάμ που έζησε, ’κατόν ’βδομήντα πέντε.
Κι ο Αβραάμ επέθανε αφού είχε πια γεράσει
Κι είχε καλά γεράματα. Και πήγε όπου κι οι άλλοι
Απ’ το λαό του πήγανε. Και στο Διπλό το Σπήλιο-
Που στο χωράφι του Εφρών βρίσκεται, του Χετταίου,
Που ’χει πατέρα τον Σαάρ και που απέναντι είναι
Απ’ τη Μαμβρή, και που τα δυο, και Σπήλιο και χωράφι
Απ’ τους Χετταίους ο Αβραάμ τα είχε αγοράσει-
εκεί τον θάψαν ο Ισαάκ κι ο Ισμαήλ, οι γιοί του.
Εκεί και η γυναίκα του η Σάρρα, και ο ίδιος
Ο Αβραάμ εθάφτηκε. Κι ο θεός είχε ευλογήσει
Αφού επέθαν’ ο Αβραάμ, τον Ισαάκ-το γιο του.
Κι έμεινε ο Ισαάκ κοντά στο μέρος που το λένε
πηγάδι της Οράσεως. Κι οι απόγονοι αυτοί είναι
Του Ισμαήλ, γιου του Αβραάμ, που η Αιγύπτια Άγαρ
Δούλη της Σάρρας που ήτανε, σ’ αυτόν είχε γεννήσει.
Κι είναι των γιων του Ισμαήλ αυτά τα ονόματά τους
Σύμφωνα με τα ονόματα που είχαν οι γενιές τους:
Στον Ισμαήλ πρώτο παιδί ο Ναβαΐώθ γεννήθη.
Μετά: Κηδάρ και Ναβδεήλ, Μασσάρ, Μασμά. Κατόπι
Δουμά, Μασσή, Χοδδάν, Θαιμάν, Ιετούρ, Ναφές και Κέδνα.
Αυτοί ’ναι οι γιοι του Ισμαήλ κι αυτά τα ονόματά τους,
Δώδεκα όλοι κι αρχηγός ενός λαού καθένας.
Κι είχαν αυτοί καταυλισμούς από σκηνές φτιαγμένους.
Κι είναι εκατόν τριάντα εφτά τα χρόνια που είχε ζήσει
Ο Ισμαήλ. Και πέθανε, και πήγε όπου κι οι άλλοι
Απ’ τη φυλή του πήγανε. Και οι απόγονοί του
Ανάμεσα Ευιλάτ και Σουρ την κατοικία τους είχαν
Που εκτείνεται απ’ την Αίγυπτο μέχρι την Ασσυρία. 
Κατοίκησαν απέναντι από τους αδερφούς τους.
ΧΧV19
Οι απόγονοι του Ισαάκ, του γιου Αβραάμ αυτοί είναι.
Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ. Και ήταν
Χρονών σαράντα ο Ισαάκ τότε που τη Ρεβέκκα,
Την κόρη επαντρεύτηκε, του Βαθουήλ του Σύρου,
Απ’ τη Συρία που ήτανε της Μεσοποταμίας
Κι ήταν του Λαβαν αδερφή-του Σύρου. Και στον Κύριο
Προσεύχονταν ο Ισαάκ και τον παρακαλούσε
Για χάρη της γυναίκας του Ρεβέκκας, που ήταν στείρα.
Και ο θεός τον άκουσε κι έκανε τη Ρεβέκκα
Να μείνει έγκυος. Και σ’ αυτήν μέσα, τα δυο παιδιά της
Κινούνταν σα να μάλωναν. Κι είπε αυτή: αν είν’ έτσι
Γιατί να μείνω έγκυος ; Και πήγε και να μάθει
Από τον Κύριο εζήτησε. Κι είπε σ’ αυτήν ο Κύριος:
Δυο έθνη έχεις στην κοιλιά, και δυο λαοί θα βγούνε
Και θα χωρίσουν απ’ αυτήν. Κι ο ένας απ’ τον άλλο
θα είναι αξιότερος. Κι αυτός που θα ’ν’ μεγάλος
Θα υπηρετήσει τον μικρό. Κι όταν η μέρα ήρθε
Εγέννησε και πράγματι, δίδυμα είχε κάνει.
Και βγήκε ο πρώτος κόκκινος και τριχωτός στο δέρμα
Κι αυτόν τον έβγαλε Ησαύ. Και βγήκε ο αδερφός του
(συνέχεια)

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΕΡΙ

Θα πήγαινε ν’ ανάψει ένα κερί.
Το ύφος του θα διόρθωνε εις συντετριμμένον
με βήματα μικρά θα έμπαινε, διστακτικά
και με σκυφτό κεφάλι.
Θα έκαμνε μια κίνησιν φιλήματος προς την εικόνα-
όμως χωρίς να ακουμπήσει εις το γυαλί-
μετά δυο τρία βήματα οπίσω
κάμνοντας ταυτοχρόνως το σημείον του σταυρού.

Ύστερα ήταν το κερί. Για να τ’ ανάψει
έγερσις της κεφαλής (να μην καούμε κιόλας),
στερέωσίς του εις το μανουάλι
κι υπόκλισις μετρία προς το ιερόν.

Σ’ αυτήν την στάσιν πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα
με το σιαγόνι ν’ ακουμπά εις το στέρνον
κι ύστερα έξοδος ως είχε μπει:
αθορύβως.

Αυτά καλώς.
Μα το κυριότερον είναι το πρόσωπον να κρύβονταν.
Α! Να! Θα πήγαινε την ώρα
που το σκοτάδι πέφτει λίγο λίγο
ενώ τα φώτα δεν ανάβουνε ακόμα-
στο μισοσκόταδον
το πρόσωπον
σχεδόν καθόλου δεν θα φαίνονταν.
Ο ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ

Όταν του μιλούν απ' το παράθυρο
σαν σε νεκρό να μιλούν είναι:
και σε αρρώστους ακόμα
αλλιώς τις λέξεις-με απαίτηση-συλλαβίζουν.

Από σπλαχνιά μπορεί και να το κάνουν
για τους ίδιους
να μην του δώσουν την οδύνη τους να καταλάβει
που τόσα πράγματα τους λείπουν.

Εκείνος
βαρετά τους κοιτάζει
και ότι αυτοί θα ήθελαν
με άπλωμα ένα του χεριού του
αυτός έχει.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Να!  Η Ρεβέκκα είναι  δω, παρ’ την λοιπόν και  τράβα
Κι ας γίνει στου κυρίου σου το γιό αυτή γυναίκα
όπως ο Κύριος πρόσταξε. Και  του Αβραάμ ο δούλος
Σαν άκουσε  τα λόγια αυτά προσκύνησε  τον Κύριο
Και  ασημένια και  χρυσά σκεύη  έβγαλε και  ρούχα
Και στη Ρεβέκκα τα ’δωσε. Και  δώρα της  μητέρας
Και  του αδερφού της έδωσε. Και  φάγανε και ήπιαν
Και κείνος και οι άντρες του, και πέσανε για ύπνο.
Και  το πρωί  σηκώθηκε και, ετοιμάστε με, είπε,
Να πάω στον αφέντη  μου. Κι οι αδερφοί  της  είπαν
Το ίδιο κι η μητέρα της: Ας   μείνει  δέκα  μέρες
Ακόμα η κόρη  μας  με μας, και  ύστερα θα έρθει.
Μη  με κρατάτε, είπε αυτός. Ο Κύριος το σκοπό του
Τόνε πραγματοποίησε. Στείλτε  με στον κύριό  μου.
Κι  είπαν αυτοί, ας ρωτήσουμε  την  ίδια την κοπέλα.
Και  τη  Ρεβέκκα φώναξαν, και, θες  να φύγεις  τώρα
Της είπαν, με τον άνθρωπο; Κι αυτή  είπε ναι, θα φύγω.
Και  τη Ρεβέκκα ξέβγαλαν αυτοί, την αδερφή  τους
Μ’ όλα της  τα υπάρχοντα, και  του Αβραάμ το δούλο
Κι  όσους  μαζί  του ήτανε. Κι  ευχήθηκαν  τ’ αδέρφια
Και  στη Ρεβέκκα είπανε: Είσαι η αδερφή μας.
Η προγονή γίνου εσύ χιλιάδων  μυριάδων
Κι  οι απόγονοί  σου  των  εχθρών ας πάρουνε τις πόλεις.
Και η Ρεβέκκα, και  μαζί  μ’ αυτήν  οι ακόλουθές  της
Σηκώθηκαν κι  ανέβηκαν   επάνω  στις καμήλες
Κι  έφυγαν  με  τον άνθρωπο. Και τη Ρεβέκκα πήρε
Ο υπηρέτης κι έφυγε.
ΧΧΙV62
Ο Ισαάκ επήγαινε απ’ την έρημο περνώντας
Για το πηγάδι που το λεν της Όρασης Πηγάδι-
Στο νότιο μέρος έμενε της χώρας. Και το δείλι
Προς την πεδιάδα τράβηξε για να ξεδώσει λίγο.
Κοιτάει και βλέπει προς αυτόν να έρχονται καμήλες.
Μα κι η Ρεβέκκα τον Ισαάκ από μακριά τον είδε
Και γρήγορα επήδησε κάτω από την καμήλα
Κι είπε στο δούλο, αυτός εκεί ο άνθρωπος ποιος είναι
Που απ' την πεδιάδα έρχεται για να μας συναντήσει;
Ο κύριός μου είναι αυτός, της είπε ο υπηρέτης.
Και κείνη με το βέλο της αμέσως εσκεπάστη.
Κι ο δούλος είπε στον Ισαάκ όλα όσα είχαν γίνει.
Και μπήκε στης μητέρας του ο Ισαάκ το σπίτι
Και πήρε και γυναίκα του έκανε τη Ρεβέκκα.
Κι αυτό τον παρηγόρησε για το χαμό της Σάρρας.
XXV
Ο Αβραάμ παντρεύτηκε και δεύτερη γυναίκα,
Που τ’ όνομά της ήτανε Χεττούρα. Κι απαυτήνε
Απόκτησε τον Ιεζάν, Ζομβράν, Μαδάλ, Σωίε,
Τον Ιεσβώκ και τον Μαδιάμ. Και τον Δεδάν γεννάει
Ο Ιεζάλ, και τον Σαβά. Και ο Δεδάν γεννάει
Τον Ασσουριείμ, τον Λατουσιείμ και τον Λαωμείμ. Και ήταν
Γιοί του Μαδιάμ οι Ελγαδά, Αφείρ, Ενώχ, κι ακόμα
Ο Αβειδά και ο Γεφάρ. Και είναι η Χαττούρα
Η προγονή όλων αυτών. Κι έδωσε όσα είχε
Ο Αβραάμ στον Ισαάκ. Και στα παιδιά που είχε
Από τις παλλακίδες του, δώρα τους είχε δώσει,
(συνέχεια)

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ ΦΥΤΑΛΗ

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας.
όπως τον έκανε ο Φυτάλης.
Καλόν, ολύμπιον, άλκιμόν τε.
Έτσι τον θέλαμε.

Να βλέπει όχι στα καράβια
κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί
αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει
και με μιαν άλληνε φωτιά
όχι τους τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει.

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας-
μια σερνική Ελλάδα.
ΟΙ  ΣΟΛΙΣΤ

Εκείνες οι σολίστ- ή όπως τις λένε...
πώς κάνουνε τα μάτια μας και κλαίνε...
Μικρόσωμες, ευκίνητες, μυώδεις
αλλά παρ' όλα ταύτα ονειρώδεις...

Ένα βιολί κρατούν ή παίζουν πιάνο
και παίζοντας γλυκά, μας παίρνουν πάνω
στης μουσικής τον κόσμο τον ωραίο
τον πάντα μαγικό και πάντα νέο.

Του έρωτα η φλόγα δεν τις καίει
αλλά τις στεφανώνουν άλλα κλέη
στην όψη τους θαμπώνει κάτι θείο-
περίεργο-που δεν είναι γυναικείο.

Και μεις με τους σπανίους αμεθύστους
μεθούμε της ωραίας μουσικής τους
και κάνουνε τα μάτια μας και κλαίνε
εκείνες οι σολίστ-ή όπως τις λένε…
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)
Για τις καμήλες του τροφές κι άχυρο, και για κείνον
Και για τους άντρες του νερό, τα πόδια τους να νίψουν.
Και φαγητό τους έφερε να φάνε. Κι είπε ο ξένος:
Φαί εγώ δε θα γευτώ μέχρι να πω εκείνα
Που έχω να σας πω. Κι αυτοί, πέστα μας τότε, του είπαν.
ΧΧΙV34
Κι  είπε: υπηρέτης  ειμ’ εγώ  του Αβραάμ. Ο Κύριος
Τον κύριό  μου  ευλόγησε κι έγινε αυτός μεγάλος.
Του ’δωκε  μόσχους, πρόβατα, κι άργυρο και  χρυσάφι
Και  υπηρέτες  του ’δωκε, και  όνους και καμήλες.
Κι η Σάρρα, η γυναίκα του, γιό κάνει  στον κύριό μου
Όταν αυτός  εγέρασε. Κι ο κύριός μου όλα
όσα δικά του ήτανε στο γιό  του  τα ’χει  δώσει.
Κι  ο κύριος  μου  μ’ όρκισε και  μου ’πε: για το γιό  μου
Πρόσεξε  μη  διαλέξεις  συ γυναίκα Χαναναία
Που εγώ στη γη  τους κατοικώ, αλλά στα πατρικά μου
Να πας  τα  μέρη, κι  από κει, γυναίκα απ’ τη  φυλή  μου
Για το παιδί  μου διάλεξε. Και στον κύριό μου είπα:
Και αν με  με  μαζί  να ’ρθει  δε θέλει αυτή η γυναίκα;
Κι  είπε, ο Κύριος και  θεός που μ’ έχει αγαπήσει
Αυτός  θα στείλει άγγελο κι  αυτός  θα σε  βοηθήσει
Απ’ τού  πατέρα μου  το  σόι  και  από  τη  φυλή   μου
Να ’ναι  η γυναίκα πού εσύ στο γιό  μου θα διαλέξεις.
Κάνοντας έτσι, από  με κατάρα συ δε θα ’χεις.
Κι  αν πάλι  στη φυλή  μου πας, και κείνη  δε σου δώσει,
Απαλλαγμένος  θα ’σαι συ απ’  τον  όρκο που ’χεις πάρει.
Και  σήμερα ήρθα στην πηγή και  είπα: Κύριε, που είσαι
Θεός  του  αφέντη  μου Αβραάμ, αν θες να με βοηθήσεις
Στο έργο που ανάλαβα, να! που εγώ έχω φτάσει
Εδώ, κορίτσια για νερό που ’ρχονται  από  την  πόλη.
Κάνε η παρθένα που εγώ νερό θα της ζητήσω
Και, πιες και  συ, αυτή  μου πει, κι  εγώ νερό θα δώσω
Να πιούνε κι   οι καμήλες  σου, αυτή  να ’ναι  η κόρη
Που για το  δούλο  του Ισαάκ ετοίμασε ο Κύριος.
Και  εγώ θα ξέρω τότε πια πως ελεήμων είσαι
Στον κύριό μου Αβραάμ. Και  πριν  τη  σκέψη κάνω
Να κι η Ρεβέκκα που ’ρχονταν, κι  η στάμνα της στον ώμο.
Κι όταν τη γέμισε νερό της  είπα πως διψάω.
Κι  έγειρε αυτή  τη  στάμνα της  στο χέρι  της απάνω
Και  μου ’πε, πιες και συ, κι εγώ τα ζώα σου θα ποτίσω.
Κι  ήπια και   τις καμήλες  μου αφού είχε ποτίσει
Τη ρώτησα να μου ειπεί ποιανού   είναι   θυγατέρα.
Κι  αυτή  μου λέει  του Βαθουήλ, που  είναι  γεννημένος
Απ’ τον Ναχώρ και  τη Μελχά. Τα σκουλαρίκια τότε
Της  έδωσα, και   πέρασα στα χέρια της  βραχιόλια.
Κι  έσκυψα και χαρούμενος προσκύνησα τον Κύριο
Που του κυρίου  μου Αβραάμ θεός και Κύριος είναι,
Και  τόνε δοξολόγησα που  βοήθεια μου ’χε  δώσει
Ώστε αυτή που διάλεξα γυναίκα για το γιό του
Να είναι του κυρίου μου του αδερφού η  κόρη.
Λοιπόν αν καλοσύνη  εσείς και  δίκια κρίση  δείξτε
Για τον κύριό  μου, πέστε  μου. Κι  αν  όχι, πέστε πάλι
Ώστε  να ψάξω εγώ αλλού.
ΧΧΙV50
Κι ο Λαβαν και ο Βαθουήλ του απάντησαν  και του ’παν:
Από τον Κύριο είναι αυτό-τι  άλλο  εμείς να πούμε;
(συνέχεια)

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

(συνέχεια)

Κάνε ώστε η παρθένα αυτή που θα της πω εγώ «δος μου
Μα πιω από τη στάμνα σου» και κείνη θα μου δώσει
Και «πιες και συ» θα μου ειπεί, «και ’γω νερό θα δώσω
Και στις καμήλες σου ώσπου αυτές άλλο να μη διψάνε»,
Να ’ναι όποια για το δούλο σου τον Ισαάκ προορίζεις.
Κι εγώ θα ξέρω απ’ αυτό πως έχεις ελεήσει
Τον κύριό μου Αβραάμ.

XXIV15
Και, πάνω που το σκέφτονταν, να σου και η Ρεβέκκα
Του Βαθουήλ, γιού της Μαλχά, που  το Ναχώρ είχε άντρα,
Τον  αδερφό  του Αβραάμ, να ’ρχεται, μία στάμνα
Έχοντας πα’  στον ώμο της. Και  είχε η κοπέλα
Πολύ  μεγάλη ομορφιά. Και  ήτανε  παρθένα
Και άντρα δεν εγνώρισε. Επήγε στο πηγάδι,
Τη στάμνα της εγέμισε και  σ’κώθηκε να φύγει.
Κι ο υπηρέτης έτρεξε για να τη συναντήσει
και  «δος  μου από τη στάμνα σου λίγο νερό»  της  είπε.
Κι είπε αυτή: «πιες-κύριε» και γρήγορα τη στάμνα
Χαμήλωσε  στο χέρι  της και  του ’δωσε και ήπιε
Μέχρι που εξεδίψασε. Κι είπε: «και  στις καμήλες
Μέχρι  που όλες ποτιστούν θα δώσω εγώ να πιούνε».
Και κένωσε  τη στάμνα της στο ποτιστήρι  μέσα
Και  στην  πηγή  πηγαίνοντας κι άλλο  νερό  επήρε
Και  τις καμήλες πότισε όλες. Κι  ο υπηρέτης
Την κοίταζε  προσεχτικά κι  αμίλητα, να  μάθει
Αν το σκοπό του ευόδωσε ο Κύριος ή  όχι.
Και  όταν  όλες πάψανε να πίνουν οι καμήλες,
ο υπηρέτης  δυο χρυσά επήρε  σκουλαρίκια
που μια δραχμή ζυγίζανε, και  δυο  βραχιόλια πήρε
Και πέρασε στα χέρια της, που και  τα δύο είχαν
Δέκα χρυσών  βάρος δραχμών. Και ρώτησ’ ο υπηρέτης:
Ποιανού είσαι  θυγατέρα συ; Και πες μου αν υπάρχει
Τόπος για μας να μείνουμε στο πατρικό σου σπίτι.
Και  του ’πε αυτή: του Βαθουήλ είμαι η  θυγατέρα,
Γιου της Μελχά και  του Ναχώρ. Κι  έχουμε  εμείς, του είπε,
Και φαγητό, και άχυρα, και  τόπο να σταθείτε.
Κι ο άνθρωπος χαρούμενος προσκύνησε  τον Κύριο
Και είπε, ο Κύριος και  θεός ας είναι  δοξασμένος
Του αφέντη   μου  του Αβραάμ, που  με  τη  δικιοσύνη
Και  την αλήθεια του τιμά τον κύριό μου ακόμα
Και που εμένα ο Κύριος στο σπίτι έχει  φέρει
Του αδερφού  του αφέντη  μου. Και  τρέχοντας  η κόρη
Επήγε στη  μητέρα της κι  είπε ότι  είχε γίνει.
Κι  είχε η Ρεβέκκα εν’ αδερφό που τόνε λέγαν Λάβαν.
Κι  όταν ο Λάβαν άκουσε τι είπε η αδερφή  του
ότι  της  είπε ο άνθρωπος, και όταν  της Ρεβέκκας
Είδε τα χέρια να ’χουνε  βραχιόλια, κι όταν είδε
Τα σκουλαρίκια, τότε αυτός  εκίνησε και  πήγε
Στον άνθρωπο που στέκονταν  δίπλα  από το πηγάδι
Και  στις καμήλες  του κοντά, και  του ’πε: σπίτι  μου έλα.
Έξω γιατί  να στέκεσαι  συ που ευλογημένος
Είσαι από  τον Κύριο; Για σένα ετοιμασμένο
Έχω το σπίτι κι  έκαμα για τις καμήλες  τόπο.
Και πήγε ο ξένος άνθρωπος στο σπίτι, τα σαμάρια
Έβγαλε απ’ τις καμήλες  του, και   του ’φερε ο Λάβαν

(συνέχεια)

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

                         ΜΙΑ ΣΕΜΝΗ ΚΟΠΕΛΑ

(Εκείνη και Εκείνος κάθονται σε ένα καφενείο. Εκείνη με ένα ύφος αναμονής και εκείνος διστακτικά εξομολογητικός.
Το γκαρσόνι φέρνει τα ποτά. Πίνουν. Εκείνη αφήνει το κύπελλο και τον βλέπει. Εκείνος αρχίζει να μιλάει με δισταγμό στην αρχή, σαν να κάνει μπροστά σε άλλον κάτι άπρεπο.)

Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να με ακούσετε... Είναι φυσικό να περιμένετε να σας πω ξεκάθαρα και γρήγορα ό,τι έχω να σας πω... και δε θέλω να κάνω κατάχρηση της ευγένειας που μου δείξατε αποδεχόμενη την παράκληση μου να σας απασχολήσω για λίγο. Δεν ξέρω όμως πώς, αλήθεια, ν’ αρχίσω... Ίσως ακόμα ακόμα δεν ξέρω τι θέλω να σας πω.
Ξέρω, ακούγεται παράξενα, όμως έτσι είναι...
Γιατί μιλώντας ένας άντρας με μια γυναίκα, πάντοτε αυτός θα βάλει μέσα στα λόγια του, χωρίς διόλου να το θέλει και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, λίγη ευγνωμοσύνη πέρα από εκείνη που θα έδειχνε μιλώντας με έναν άντρα, και ακόμα μιαν ερωτική απόχρωση, κάτι σαν μια ροζ πινελιά στον γκρίζο τοίχο του δωματίου ενός γέρου.
Ίσως έτσι να είναι από τη φύση ορισμένο, να γίνεται φανερή η αναπαραγωγική σχέση που υπάρχει ανάμεσα άντρα και γυναίκας σε κάθε συνάντηση τους, ακόμα και άσχετης με την αναπαραγωγή, όπως σε συναντήσεις επαγγελματικές, φιλικές, κοινωνικές, κάθε είδους. Σας έγινε φαντάζομαι αμέσως φανερό πως δύσκολα θα βρω τα λόγια που θα εκφράσουνε την κατάσταση για την οποία θέλω να σας μιλήσω.
Αν θα θέλατε... αν αλλάξατε ίσως γνώμη.. .ίσως να βιάζεστε... αν θέλατε να μη συνεχίσω...

(Εκείνη κινεί αρνητικά το κεφάλι ενώ κάθεται αναπαυτικότερα στην καρεκλά της και το πρόσωπο της παίρνει μιαν έκφραση κατανόησης)

Σας ευχαριστώ.
Ξέρετε, μένω απέναντι από το σπίτι σας-εννοώ από το διαμέρισμα σας. Ίσως εσείς δεν θα με έχετε προσέξει.
Βέβαια η απόσταση των διαμερισμάτων μας είναι μεγάλη, ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίσει κανείς παρά τη σιλουέτα κάποιου ενοίκου της απέναντί του πολυκατοικίας.
Αυτό συνέβαινε και με μένα. Βλέποντας σας όμως πολλές φορές την κάθε ημέρα, άθελά μου, μπόρεσα να αποτυπώσω τις κινήσεις και τη συμπεριφορά σας τόσο καλά, ώστε να τα γνώριζα όταν τα έβλεπα σε κάποια γυναίκα, ταυτίζοντάς έτσι αυτήν με εκείνη που βλέπω κάθε μέρα από το παράθυρο μου.

Ίσως έχετε προσέξει πως ένα παράθυρο της απέναντι σας πολυκατοικίας μένει πάντοτε με ανοιχτές  και στην ίδια πάντοτε θέση τις κουρτίνες του. Αυτό το παράθυρο είναι το δικό μου. Ζω μόνος και ένας άντρας που ζει μόνος, δεν δίνει μεγάλη προσοχή σε θέματα νοικοκυροσύνης. Ακόμα η μοναξιά γίνεται πιο υποφερτή αν εκείνος που μένει μόνος κρατεί ελεύθερα από κουρτίνες τα παράθυρά του γιατί έτσι έρχεται σε ενός είδους επαφή με τον έξω κόσμο, κάτι που του δίνει την εντύπωση ότι έχει κάποια συντροφιά.
Ο Θεός βυθισμένος στην αιωνιότητα, υπέφερε από την ερημιά και τη μόνωση, και δημιούργησε τον κόσμο για να κατευνάσει την οδύνη του. Εγώ ο ελάχιστος δημιούργησα ένα άνοιγμα στο παράθυρο μου.

Έχω λοιπόν για δυο χρόνια τώρα τις κουρτίνες του παραθύρου μου ορθάνοιχτες νύχτα μέρα.
Θα έχετε καταλάβει πως σε κείνο το διαμέρισμα μένει ένας άντρας βέβαια. Ποια γυναίκα θα έδειχνε τόσην ανεμελιά για κάτι τόσο βασικό γι αυτήν-τις κουρτίνες, που η νοικοκυρεμένη φροντίδα ενός σπιτιού τις θέλει κλειστές το βράδυ ώστε να μη φαίνεται τι κάνει κανείς μέσα στο σπίτι του...
Εδώ θα είχα μόνο μιαν αντίρρηση, ή μια δικαιολογία αν θέλετε, για την ατσάλιά μου αυτή, μια δικαιολογία που στηρίζεται στην αντρική πρακτική, που δεν γνωρίζει από γυναικείες συνήθειες και προστατευτικές τακτικές. Και αυτή η δικαιολογία είναι ότι από πουθενά δε φαίνομαι όταν είμαι μέσα στο δωμάτιο και κάθομαι στη θέση όπου εργάζομαι. Και όταν χρειάζεται να μετακινηθώ μέσα στο δωμάτιο μου τις νυχτερινές ώρες, προσέχω να μη φανώ από όποιον θα μπορούσε κατά τύχη να βλέπει προς το παράθυρό μου. Αντιθέτως εγώ καρπώνομαι τα πλεονεκτήματα της κατάστασης αυτής-των ανοιχτών κουρτινών μου εννοώ-, όποια ώρα του εικοσιτετραώρου.
Η πρώτη φορά της ημέρας που θα κοιτάξω έξω, είναι η στιγμή που σηκώνομαι το πρωί. Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου θέλει να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του κάθε τόσο, προϋπόθεση απαραίτητη για τη συνέχιση της επίγειας ζωής του. Και η καλύτερη επιβεβαίωση είναι η σιγουριά της διαπίστωσης ότι ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται, να ζει, να υπάρχει. Ξέρετε, μιλώ για τον κόσμο μας αυτόν. Τον κόσμο που μέσα του ζω και ζείτε, τον κόσμο που αποτελείται από πράγματα, πράγματα χειροπιαστά, από αντικείμενα που βρίσκονται πιο κοντά ή πιο μακριά μας, από άλλους ανθρώπους, από τόσα γνωστά μας έμψυχα και άψυχα. Τον κόσμο στον οποίο κατοικεί και η μοναξιά.
Βλέποντας λοιπόν τον κόσμο σιγουρεύομαι ότι ζω και ότι και πάλι θα πρέπει να προετοιμαστώ για μια δύσκολη ημέρα. Ότι θα ζήσω και σήμερα δηλαδή.

Πολλές φορές αμέσως με την πρώτη μου αυτή ματιά, σας βλέπω.
Τα παράθυρα!
Τα παράθυρα!
Πόσο μεγάλη η προσφορά τους στους ανθρώπους!.. Και τι δεν δίνουν τα παράθυρα... Αέρα και φως μέσα σε ένα σπίτι με κλειστές πόρτες, οδούς διαφυγής όταν οι πόρτες για κάποιο λόγο δεν προσφέρονται για την έξοδο από αυτές, κουβέντες με κάποιον που βρίσκεται απέξω σταυρώνοντας αυτός που βρίσκεται μέσα τα χέρια του πάνω στο περβάζι του παραθύρου. Κυρίως όμως προσφέρουν θέα.
Θέα! Πόσα μάτια που βρίσκονταν μέσα σε ένα δωμάτιο δεν έχουν καθηλωθεί από ένα θέαμα που αντικρίζουν όταν κοιτάξουν έξω από ένα παράθυρο! Πόσα τοπία δεν έχουν αιχμαλωτίσει τα μάτια αυτά! Τοπία θαλασσινά, τοπία βουνήσια, τοπία κάμπων ανθόσπαρτων, ποτάμια, λίμνες, δάση, και τι δεν έχει ποζάρει έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο... Μα και πόσοι ζωγράφοι δεν έχουν βάλει ένα παράθυρο στα πορτραίτα τους ώστε να δουν οι άλλοι μέσα από αυτό ό,τι η μαγευτική τους δύναμη της αναπαράστασης της φύσης τους οδηγεί να πραγματώσουν! Και πόσοι ζωγράφοι δεν έχουν βάλει τριαντάφυλλα είτε μέσα σε ένα βάζο που βρίσκεται πάνω σε ένα παράθυρο, είτε στο τοπίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια εκείνου που θα κοίταζε έξω από αυτό...
Λοιπόν μπροστά στα δικά μου μάτια καθώς κοιτούσα έξω, βρισκόταν η εικόνα σας.
Μια εικόνα λίγο μακρινή, λίγο θαμπή, λίγο ακαθόριστη. Μια εικόνα πολύ φωτεινή, πολύ θηλυκή, πολύχρωμη. Μια εικόνα ζωντανή, νεανική. Μια οπτασία.
Ξέρω, κάθε γυναίκα όταν ακούει να την περιγράφει ένας άντρας, διαλογίζεται ότι αυτός υπερβάλλει, ιδίως όταν η γυναίκα αυτή ακούει η ίδια την περιγραφή της. Γιατί και είναι στις συνήθειες του άντρα η υπερβολή, όταν μιλάει για μια όμορφη γυναίκα. Γι αυτό και πολλοί νομίζουν πως έγιναν ποιητές με το να μιλούνε για μια γυναίκα, μιας και της ποίησης ιδιότητα είναι η υπερβολή.
Μα εγώ μιλώντας για σας δεν υπερβάλλω. Γιατί όλα αυτά είστε.
Ύστερα δεν έχω ανάγκη να νιώσω ποιητής γιατί είμαι ποιητής.
Είμαι δηλαδή ο αυτοφυής μεσολαβητής ανάμεσα ζωής
και Θανάτου.
Είμαι ο σύντροφος του ζώου, ο έμπιστος του δέντρου, ο
φίλος του ορυκτού, ο σπουδαστής των Πραγμάτων.
Είμαι ευαίσθητος, νευρωτικός, οραματιστής,
διαισθητικός.
Και αντιμετωπίζω τον εξωτερικό κόσμο με δέος, με
συστολή, με άγχος.
Έλεγα λοιπόν ότι βλέποντας μια τέτοια εικόνα-την εικόνα σας-δε χρειάζεται κανείς περισσότερο για να νιώσει ζωντανός κι αυτός, παίρνοντας από τη δική σας όση ζωντάνια του χρειάζεται για να περάσει την ημέρα. Γιατί η ζωντάνια των ωραίων γυναικών είναι ανεξάντλητη.
Ποιο θέαμα ποιου άνθους θα γεννούσε μεγαλύτερη ευτυχία στην ψυχή ενός άντρα από τη θέα μιας όμορφης γυναίκας;
Ποιος ζωγράφος θα ήταν ικανός να δώσει στο μάτι να δει πρωί πρωί κάτι ομορφότερο από σας;
Αφήστε μου το δικαίωμα να εκθειάζω την ομορφιά σας, όταν δεν το κάνω με σκοπό να κερδίσω την ερωτική σας εύνοια.

Μα δεν είναι μόνο η ομορφιά σας που έχει δώσει στη
ζωή τόσες δυνατότητες ευμενούς αντιμετώπισης μου
από αυτήν.
Είναι ακόμα και το γεγονός ότι ζείτε μόνη.
Και όλα όσα πιο πάνω είπα δεν θα τα έλεγα αν δεν
συνυπήρχε αυτό το χαρακτηριστικό της δικής
σας περίπτωσης.
Συγχωρείστε μου ό,τι θα πω, που ίσως αντιβαίνει στους τρόπους καλής συμπεριφοράς απέναντι σε μια γυναίκα, όμως το γεγονός αυτό πολλαπλασιάζει την αξία που έχετε για μένα.
Μια μόνη γυναίκα είναι το δυνητικό ταίρι όλων των
αντρών.
Μια μόνη γυναίκα είναι το στημόνι για να πλέξει μ’ αυτό όλα του τα όνειρα ο ποιητής. 

Έχει πολλά διαμερίσματα η πολυκατοικία στην οποία
μένετε.
Μα σε κανένα διαμέρισμα δεν μένει μια γυναίκα μόνη.
Έχετε έτσι όλες τις ιδιότητες που γυρεύει μια φαντασία από την πραγματικότητα, για να απογειωθεί.
Μα θα προχωρήσω και σε μιαν άλλη ιδιαιτερότητα που
σας κοσμεί.
Και είναι αυτή ότι δεν έχετε δεσμό-έτσι δε τον λένε;
Αλήθεια, κάποιος άντρας κάνει την εμφάνιση του στο
σπίτι σας πού και πού, μα η συμπεριφορά σας απέναντι
του δεν είναι η συμπεριφορά γυναίκας που χαίρεται τη
ζωή και, περισσότερο, τον ερωτά μαζί του.
Ποτέ δεν του μιλήσατε, ποτέ δεν σας είδα κοντύτερα σ’
αυτόν πέρα από όσο επιβάλλουν οι συνθήκες ζωής σε
ένα μικρό διαμέρισμα, και το σπουδαιότερο, ποτέ δεν τον
έχετε αφήσει να βγει έξω στο μπαλκόνι, ώστε να φανεί
από όλους.
Και οι κινήσεις σας είναι πάντοτε βαριεστημένες όταν
είστε μαζί του.
Δεν έχω δει ποτέ σε σας το ευτυχισμένο χαμόγελο της γυναίκας που απολαμβάνει τον έρωτα.
Είστε μόνη, ακόμα και όντας πολύ κοντά του ή για πολύ
μαζί του.
Ποιος ξέρει ποια έξω από σας ανάγκη σάς τον έχει επιβάλει, σκέπτομαι, και φρικιώ στη σκέψη αυτή, που η αλήθεια της θα σήμαινε ότι η δυστυχία είναι ο κοινός τόπος μας και η αιτία που αυτή την ώρα με ευωχείτε με την παρουσία σας.

Είτε έτσι είτε αλλιώς όμως, υποθετικά, είστε διπλά δική καθενός που σας γνωρίζει.
Είναι κάπως όπως πηγαίνει κάποιος μόνος στα "καφέ" της πόλης, γυρεύοντας να περάσει ευχάριστα την ώρα του.
Και δεν πηγαίνει εκεί για τον καφέ, πηγαίνει μόνο και
μόνο για να έχει την ευκαιρία να του προσφέρει τον
καφέ η σερβιτόρα, που τη στιγμή εκείνη είναι δική
του, όπως δική είναι σε καθέναν που πηγαίνει εκεί.
Και αυτό είναι το ζητούμενο από μια γκαρσόνα, να κάνει
όλους να νομίζουν ότι είναι δική τους.
Εγώ δεν έχω τέτοιαν ανάγκη, όσα μου προσφέρετε εσείς
είναι πολύ περισσότερα από όσα μια υπάλληλος ενός καταστήματος μαζί με τον καφέ προσφέρει.

Και σας έχω μόνιμη συντροφιά όλες τις ημέρες. Και ζώντας κοντά σας, ζω από τη ζωή σας.
Σας βλέπω που πλένετε τα πιάτα σας. Σας βλέπω που
στρώνετε το κρεβάτι σας. Σας βλέπω που πλένετε το
σπίτι σας. Σας βλέπω που ξεσκονίζετε, που τρώτε, που
κουβεντιάζετε με καμιά φιλενάδα σας, που απλώνετε
τα πλυμένα ρούχα, που λιάζετε και τινάζετε τις
κουβέρτες.
Τι άλλο από αυτό θα ήθελα;
Κι όμως, μου δίνετε κι άλλα. Πολλές φορές κοιμάμαι αργά. Κοιτάζοντας έξω τις τέτοιες νύχτες, δεν βλέπω παρά
μόνο στο παράθυρο σας φως, λες και με νοιώθει και το κάνει
για να μου κρατήσει συντροφιά στις μοναχικές
ξάγρυπνες νύχτες μου.
Ευχαριστώ διπλά τότε την τύχη μου που με έφερε να
κατοικήσω κοντά σας.
Και πολλές φορές το φως στο δωμάτιο σας μένει
ανοιχτό όλη τη νύχτα.
Αναρωτιέμαι γιατί.
Ίσως ,λέω, να εργάζεστε νύχτα.
Ίσως πάλι, λέω, το αποξεχνάτε διαβάζοντας και κοιμάστε με ανοιχτό φως.
Πάλι μπορεί να φοβάστε σαν γυναίκα και το φως διώχνει το φόβο σας.
Και άλλοτε πάλι σκέφτομαι πως δεν κοιμάστε από τη στενοχώρια σας που είστε μόνη.
Δε σας έχω δει ποτέ να γελάτε. Είναι τάχα η θλίψη που σας επιβάλλει τη σοβαρότητα αυτή, ή τάχα η σοβαρότητα είναι αναπόσπαστο επακολούθημα του κλίματος της χώρας προέλευσής σας;

Μα με όλα αυτά που ξέρω για σας, υπάρχουν και πολλά
άλλα που δεν τα ξέρω.
Όπως είπα και μόλις πριν, αν είστε ελληνίδα ή όχι.
Η ξανθή, λευκόδερμη ομορφιά σας παραπέμπει στις
ρωσίδες που ήρθαν από την παλιά Σοβιετική
Ένωση και γέμισαν ομορφιά και αγνό έρωτα την
ανέραστη χώρα μου.
Ύστερα δεν ξέρω πώς σας λένε. Σας έχω δώσει το όνομα Σόνια.
Ποιον έχετε συγγενή εδώ, ποιοι είναι οι φίλοι και οι φιλενάδες σας, αν εργάζεστε και πού.
Μα όποια και να είναι η απάντηση στις απορίες μου αυτές, δε μετράει για την αιτία που με έσπρωξε να σας μιλήσω.
Και η αιτία είναι πως θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ γιατί χωρίς εσάς θα ήμουν έρημος στη ζωή. Χωρίς τη συντροφιά που μου έκανε το φως του παραθύρου σας θα ήμουν βυθισμένος σε ωκεανούς θλίψης. Χωρίς τη θέα σας από το παράθυρο μου θα ήμουν ο Αδάμ πριν από το πλάσιμο της Εύας. Όταν όλα τα φώτα σβήνουν στις γύρω πολυκατοικίες και μόνος εγώ ξαγρυπνώ, στρέφω με αγωνία τα μάτια μου προς το παράθυρό σας. Έχετε φως; Είμαι ευτυχισμένος. Δεν έχετε φως; Πέφτω στα δίχτυα της πιο μαύρης δυστυχίας. Νιώθω τότε σαν χαμένος μέσα σε ένα σκοτεινό αφιλόξενο σύμπαν που ο μόνος κάτοικος του είμαι εγώ.
Και ας αναρωτιέμαι: πώς γίνεται ένα μικρό πλάσμα όπως εσείς να μπορείτε να μου δίνετε τόση σιγουριά, τόση θαλπωρή, τόση ευδαιμονία να με κάνετε να αισθάνομαι, όμως γρήγορα παύω τις ερωτήσεις και απολαμβάνω την ηδονή-ναι, αυτή είναι η λέξη-της ύπαρξης σας μαζί μου στη γη αυτήν επάνω.
Δεν σας κρύβω πως αλλιώς θα ήσαν τα πράγματα εάν στο διαμέρισμα που τώρα μένετε δεν μένατε εσείς, αλλά μια γυναίκα όχι όμορφη ή νέα. Αναλογιστείτε μόνο το γεγονός πως είμαι ποιητής, ότι ο ποιητής αναγνωρίζει πως υπάρχει αναλογία και αντιστοιχία ανάμεσα στο ρυθμό του σύμπαντος και στους χτύπους της καρδιάς του, και ότι ο θίασος του Διόνυσου με κισσούς και σμίλακα, αναπαριστάνει και δοξολογεί την κραιπάλη του σύμπαντος.
Μα δεν θα υμνήσω τα κάλλη σας.
Το έχω κάνει κυρία σε ποιήματα που ποτέ δε θα σας
ενοχλήσω μ’ αυτά.
Μα θα ήθελα, μιας και έχετε την καλοσύνη να με ακούτε, να σας πω ορισμένα πράγματα με την πείρα που έχω σαν μεγαλύτερος. Επειδή δεν χρειάζεται να έχει γνώσεις ψυχολογίας κάποιος για να δει τη θλίψη που σας κατέχει εξαιτίας της μοναξιάς σας.
Σας παρακαλώ ακούστε με.
Μη θλίβεστε γιατί ακόμα δεν ήρθε η ώρα της χαράς σας.
Δε θα πει αυτό ότι σας ξέχασε.
Η χαρά που η φύση σας χρωστάει δε θα χαθεί.
Θα σας δοθεί αργά ή γρηγορότερα.
Και όσο αργεί τόσο θα είναι πιο επιθυμητή.
Ίσως πρέπει να ωριμάσει μέσα σας το δέντρο του πόνου πρώτα, για να δώσει τον καρπό της χαράς που ως τώρα δεν γνωρίσατε και που γι αυτό θλίβεστε.
Πιστέψτε με όμως-θα έρθει.
Θα έρθει φορώντας ίσως ρούχα άλλα από κείνα που
φαντάζεστε. Μα έτσι έτοιμη που θα είσαστε πια να τη
δεχθείτε, θα την γνωρίσετε αμέσως.
Και θα είναι όλη δική σας.
Η χαρά του έρωτα θα έρθει και για σας μικρή μου κυρία. Και αν είστε μια γυναίκα για την οποία το ερωτικό φαινόμενο είναι περιορισμένο, τότε τα όρια του θα συμπέσουν με τα όρια της ψυχής σας. Τότε ο έρωτας θα έχει το πρόσωπο ενός ταιριαστού στην αγωνία σας αρσενικού. Εάν πάλι σε σας ο έρωτας διανοίγεται και ξεφεύγει στην απλωσιά της απεριόριστης έκτασης, τότε ερωτεύοντας θα γονιμοποιήσετε όλη την περιοχή που συμπίπτει με το χώρο μιας άγνωστής σας μέχρι τώρα θηλυκότητας.
Έτσι ή αλλιώς είναι γυναίκες σαν και σας που θα σώσουν τον άνθρωπο. Γιατί το τιμιότερο έργο που θα είχε να παρουσιάσει αυτός σαν απολογία μπροστά στο θεό την ώρα της έσχατης κρίσης και να το επικαλεστεί για να μαρτυρήσει την αγωνιστική προθυμία του, δεν είναι ούτε η αρχιτεκτονική, ούτε ή μουσική και η ποίηση, αλλά μια ερωτευμένη γυναίκα που ατενίζει ήρεμα από το παράθυρο της τη νύχτα και διαλέγεται με τα σκοτάδια της ερωτικής απουσίας.
Και οι πόρνες ακόμα είναι ευλογημένες-δεν μετράει το πού φτάνει κανείς αλλά από πού άρχισε-και από την αγάπη άρχισαν κι αυτές.
Στα χέρια σας κυρία, στα χέρια που καίγονται από τη φωτιά που δεν μπορεί να ζεστάνει τίποτα, κλείνεται, σαν φτερούγισμα περιστεριών, η ταραχή του κόσμου.
Και η αδυναμία σας ακριβώς αυτή είναι η παντοδυναμία σας.
Αποδεχτείτε την σα δώρο που θα χαρίσετε με τη σειρά
σας στην ανθρωπιά του ανθρώπου.

Σαν γυναίκα κατέχετε τον έρωτα κυρία.
Και ο έρωτας είναι το πιο ισχυρό όπλο του ανθρώπου-η
σημαντικότερη δυνατότητα που του δόθηκε από τη
φύση-στον αγώνα του να προσεγγίσει την Αλήθεια, να
κατακτήσει την καθαρή, την απλή βεβαιότητα, υπερβαίνοντας τα σχετικά με την ουσία του δεσμά.
Και αν τώρα κάθομαι εδώ και σεις απέναντι μου και σας μιλώ, το θεωρώ αυτό σαν μια προσευχή μου στη Γυναίκα, την πρέσβειρα του ανθρώπινου πόνου στη χαμένη μας Χαρά.
Βλέπω στα μάτια σας ένα λαμπύρισμα που έχει το χρώμα της ελπίδας.
Βλέπω να έχει φύγει από μέσα τους η θλίψη. Και βαθαίνει σ’ αυτά η αυτοεκτίμηση.
Αν κάτι από όσα σας είπα βοήθησαν σ’ αυτό, ας θεωρηθεί το γεγονός αυτό μικρή μου κυρία σαν μια ελάχιστη ανταπόδοση για όσα εσείς μου έχετε δώσει μέχρι τώρα.
Ίσως καταχράστηκα της αποδοχής σας για μια συζήτηση και ξεπέρασα τα χρονικά όρια που θα έθετε μια γυναίκα.
Αυτά είχα να σας πω μικρή μου κυρία και να σας ευχαριστήσω για μια ακόμα φορά που με ακούσατε.
 (Εκείνη σηκώθηκε με ήρεμες κινήσεις, στάθηκε όρθια περιμένοντας να πληρώσει εκείνος και ύστερα προχώρησε μαζί του προς την έξοδο.)
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

Τι δυστυχία να χωρίζουν δυο ερωτευμένοι!
Εσύ δε μ’ αγάπησες.
Ούτε ήμασταν μαζί για να χωρίσαμε.
Γιατί λοιπόν είμαι δυστυχής; 

Η αγάπη για μια γυναίκα που δεν τον αγαπάει, μπορεί να κάνει αυτόν τον άντρα δυστυχή;
Αν είναι ονειροπόλος ναι.
Είσαι το όνειρό μου.

Βασανίζει η ωραιότητα ή η μαγεία ενός ονείρου;
Ναι, γιατί ο ονειρευτής  γνωρίζει πλέον ότι υπάρχει το ωραίο και το μαγευτικό, ενώ την ίδια στιγμή ξέρει ότι είναι αδύνατο να το απολάψει.
Και τότε ναι, είναι δυστυχής.

Πρόνοια κάποιου που αγαπάει τους ανθρώπους είναι το γρήγορο σβήσιμο των ονείρων του ύπνου από τη μνήμη τους.

Είσαι πραγματική.
Σε είδα, υπάρχεις, ζεις μέσα στον ίδιο κόσμο με μένα, είσαι-αλίμονο!-χειροπιαστή.
Είσαι το όνειρό μου.
Ξεχνιέται ένα χειροπιαστό όνειρο;

Έχω υποχωρήσει πολύ σχετικά με τις απαιτήσεις μου που αναφέρονται στην πραγματοποίηση του ονείρου μου.
Δεν απαιτώ πια μια ζωή κοντά σου.
Δε ζητάω μια νύχτα μαζί σου.
Δεν επιζητώ καν ένα άγγιγμα του δαχτύλου μου στην άκρη του φορέματός σου.

Βρίσκομαι στο στάδιο που θα θεωρούσα εξαιρετική τύχη, αν κάποτε διασταυρωθούν οι δρόμοι μας, να με κοιτάξεις συμπονετικά.
Τρέμω στη σκέψη της ευτυχίας που θα με πλημμύριζε ένα τέτοιο βλέμμα σου.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΘΕΙΑ

(συνέχεια)
Οι πόρτες κλείνουν γι αυτούς όπως κλείνουν για έναν άγνωστο ή για έναν αλήτη.
Γιατί τι να πει κανείς μ' ένα γέρο;
Για να μιλήσει ένας γέρος σε κάποιον πρέπει να τον πληρώσει.
Και ποιος θα πάει να μου ψωνίσει εμένα; Εγώ μόλις που μπορώ να πηγαίνω ως το κρεβάτι μου την ώρα του ύπνου.
Περνάει κανένα γειτονοπούλα και του δίνω να μου φέρει κάτι. Αλλιώς περνάω με παξιμάδια που έχω πάντοτε κοντά μου.
Και έτσι που ο παππούς σου με έχει εγκαταλείψει, όταν πεθάνω, θα με βρουν από τη βρώμα που θα αναδίνει το λιωμένο σώμα ή όταν έρθει το παιδί για να δει αν θέλω τίποτα.
Μα ήμουν συνηθισμένη στην τέτοια ζωή από μικρή.
Κανείς νέος δε ζήτησε να χορέψει μαζί μου στα γλέντια μας, ενώ γύρω από την Καλλιστώ σχηματίζονταν ένας φράχτης από αντρικά
κορμιά που ποθούσαν ν' αγγίξουν το δικό της.
Τότε...
Τα πρωινά, όταν ακόμα ένας κρύος αχνός σκέπαζε τις σπορές, συνήθιζα να βγαίνω έξω απ’ το παλάτι και να κάνω βόλτες στον κήπο και στα γύρω χωράφια.
Άκουγα το τραγούδι των δροσοπηγών μέσα στη βαθιά γαλήνη της φύσης.
Τα γύρω βουνά μοιάζανε σαν τεράστιοι βωμοί με την ομίχλη μυρωμένη κνίσα να χαϊδεύει ερωτικά τις κορφές τους.
Το τελευταίο αστέρι έσβηνε στον ουρανό αφήνοντάς τον όλον άδειο, για να φανερωθεί σε όλη του τη βασιλική μεγαλοπρέπεια ο μεγάλος άρχοντας, ο ήλιος.
Τότε αυτός γινόταν ένα με την ψυχή μου.
Τέτοια πρωινά η θλίψη ήτανε ποτισμένη από τη δροσιά, που δεν ήτανε νερό αλλά δάκρυα χυμένα για κάποιο συντριμμένο ειδύλλιο. Οι μαργαριτούλες των πράσινων λιβαδιών-μικροί ήλιοι-τέντωναν τα φυλλαράκια τους σαν αχτίδες γύρω από το κροκάτο κίτρινο κέντρο τους.
Το παλάτι πίσω μου έμοιαζε μες στην πρωινή πάχνη σαν ένα πλοίο χωρίς κατάρτια και πανιά.
Μα ένα καράβι με άξιον κυβερνήτη, τον Λυκάονα, τον άγιο πατέρα μου. 
Ένα καράβι που οι γύρω θάλασσες το σέβονταν.
Κι όταν μέσα από το παλάτι ακούγονταν ο θόρυβος των τετζερέδων, οι θόρυβοι του αρμέγματος και οι φωνές από τα
αλληλοπειράγματα των αδερφών μου καθώς πλένονταν για να διώξουν από πάνω τους τα όνειρα και τις σκιές του ύπνου, τότε ήξερα πως είναι ώρα να γυρίσω.
Μετά το φαγητό τ’ αδέρφια μου σκορπίζονταν με τα κοπάδια στα γύρω χωράφια και οι δούλες ξαναγύριζαν την αυλή από την αντρική αναστάτωση στη γυναικεία τάξη.
Το χειμώνα κλεινόμασταν όλοι μέσα στο παλάτι και τρώγαμε τραχανά το πρωί και παστό χοιρινό το μεσημέρι.
Τα ψωμιά ψήνονταν κάθε μέρα στους φούρνους που είχε χτίσει ο πατέρας.
Τριζοβολούσανε τα ξύλα στο τζάκι.
Η Μαία μάζευε γύρω της τις γυναίκες του σπιτιού και λέγαμε τις γυναικείες μας κουβέντες με χάχανα και με ιστορίες για αγόρια.
Οι άντρες γυρίζοντας κουβαλούσανε ξύλα και ταχτοποιούσανε στο τζάκι το κρέας.
Το κρασί έτρεχε από τα γένια τους καθώς έπιναν ρίχνοντας ξαναμμένα βλέμματα στις καλόβολες δούλες.
Και τα καλοκαίρια περνούσαν, και οι χειμώνες και
τα χρόνια περνούσαν.

Και ήρθε η ώρα να έρθει ο Δίας στο παλάτι μας και να ταϊστεί το απαίσιο φαγητό. Και πάνε οι αδερφοί μου στον Άδη, και πάει ο πατέρας μου ο Λυκάονας στα βουνά ν’ αλυχτάει.
Ο θεός άφησε από τ’ αδέρφια μου τον Νύκτιμο μονάχα.
Η Καλλιστώ αργότερα έφυγε από το σπίτι.
Την ξεμυάλισε μια φίλη της να αφιερωθεί στην Άρτεμι. Και κείνη, με τόση ζωή και με τόση πεθυμιά μέσα της επήγε, κι ας ήξερε πως η Άρτεμι δε συγχωρεί τους παραβάτες των κανόνων της.
Και σε μια πομπή προς τιμήν της θεάς την είδε ο Δίας και την ερωτεύτηκε.
Λέω πως δε θα δυσκολεύτηκε να τηνε κατακτήσει.
Μα όταν έμαθε η Ήρα ότι η Καλλιστώ εγέννησε από το Δία τον παππού σου τον Αρκάδα, φρένιασε.
Και περίμενε την ευκαιρία να εκδικηθεί.
Ήτανε ρημαγμένο το σπίτι μας, θα του ’ρχονταν κι άλλα κακά.
Ο Νύκτιμος δεν είχε τη δύναμη που χρειάζονταν ούτε το παλάτι ούτε η Αρκαδία για να κυβερνηθούνε. Οι δούλοι και οι δούλες το ’σκασαν. Και οι γύρω χωρικοί, που ο πατέρας μου είχε συμμαζώξει και τους έβαλε να ζουν σαν άνθρωποι μέσα σε πόλη κι όχι ένας ένας σαν αγρίμια, να δουν ότι ο Νύκτιμος δεν ήξερε από διοίκηση, αρχίσανε να ξεσηκώνονται και να ζητάνε.
Ως για τον Αρκάδα, μικρός ακόμα ήτανε για βασιλιάς. Κι όταν μεγάλωσε κι αυτός και είχε βγει κάποια μέρα για κυνήγι, η Ήρα, για να εκδικηθεί μέχρι τέλους, τού έστειλε μπροστά του τη μάνα του και αδερφή μου, την Καλλιστώ μεταμφιεσμένη σε αρκούδα, ώστε ο ίδιος της ο γιος να την τοξέψει. Μα ο Δίας πρόλαβε, την πήρε από κει, κι αστερισμό την έκανε στον ουρανό. Κι έχουμε από τότες τη Μεγάλη Άρκτο που βοηθάει τους ναυτικούς να βρίσκουνε το δρόμο τους.
Και σαν έφτασε σε ηλικία ο Αρκάδας κι ήρθε η ώρα κι έγινε ο ίδιος βασιλιάς, έδιωξε τον ανάξιο θείο του κι η Αρκαδία βασίλειο έγινε πάλι ισχυρό.
Και παντρεύτηκε ο παππούς σου εσένα και μένα τ’ ανίψι μου, ο Αρκάδας, την Ερατώ, κι έκανε τρεις γιους-τον πατέρα σου και τους δυο θείους σου, τον Αζάν και τον Αφείδαντα.
Αυτά πια είναι κοντινά, τα ξέρεις.
Το γιο του Αζάν τον Κλείτορα έχει η Αρκαδία τώρα βασιλιά, αφότου οι θεοί κάμανε αστερισμό και τον παππού σου τον Αρκάδα, και δίπλα τον εβάλανε στη μάνα του να μένει σαν η Άρκτος η Μικρή.
Μόνο στον ουρανό θα γλίτωναν οι δυο τους από της Ήρας τη μανία.
Μα κι εκεί ήσυχους δεν τους άφησε η μανιασμένη γυναίκα του ερωτύλου του θεού.
Είπε στους θεούς των θαλασσών να μην αφήνουν τις δυο ουράνιες αρκούδες να βουτάνε μέσα τους και να δροσίζονται.
Έτσι εξηγιέται που και οι δυο αυτοί, μόνοι από τους άλλους τους αστερισμούς, μένουνε πάντα φανεροί στον ουρανό.
Κι απέ ο Αφείδαντας κι ο γιος του ο Αλεός πιάσανε την Τεγέα, ενώ εσένα ο πατέρας σου σου 'καμε δώρο την Ελάτεια στη Φωκίδα. Μα ξέρω και ας μη κανείς να μου το πει, πως ζήτημα είναι χρόνου της Αρκαδίας τα γκέμια συ να πάρεις.
Εμείς οι γριές μπορούμε να διαβάζουμε.
 Όταν έχεις ζήσει τόσα χρόνια κι έχεις δει τόσα πράγματα να
γίνονται και να ξαναγίνονται ίδια και ίδια, τότε μ’ ένα βλέμμα που θα ρίξεις σε έναν άνθρωπο καταλαβαίνεις τα πάντα γι αυτόν.
Από τον τρόπο που μιλάει, από το ύφος που παίρνει για να ξεστομίσει την κάθε λέξη, από τα συναισθήματα που διαβάζεις σαν σε βιβλίο ανοιχτό μέσα στα μάτια του, από τον τρόπο που κινεί τα χέρια του ή το κορμί του ολόκληρο μιλώντας, από ένα μικρό σπασμό της γωνίας του στόματος του, οι γέροι άνθρωποι, από το καθένα απ’ αυτά και από όλα μαζί, οι γέροι μπορούν να σου
πουν τα πάντα για κάποιον άλλο.
Οι γύφτισσες που λένε τη μοίρα στης Τρίπολης τα σπίτια, οι καφετζούδες που βλέπουν το μέλλον στο φλιτζάνι, οι χαρτορίχτρες, οι πεντοβολατζούδες και τόσες άλλες γυναίκες που λένε τη μοίρα στην πόλη σου ή στην Αρκαδία ή στα παζάρια της Ανατολής, δεν είναι παρά έξυπνες και εξασκημένες γυναίκες, που με μια ματιά που θα ρίξουν στον άνθρωπο που πάει να μάθει τη μοίρα του, μπορούν να πουν τα πάντα-πίστεψέ με: τα πάντα-για τον άνθρωπο αυτόν. Και όλα να βγουν αληθινά.
Έτσι κι εγώ που βλέποντας σε ξέρω τα πάντα για σένα, σου δίνω τη σίγουρη πρόβλεψη ότι θα βασιλέψεις στην Αρκαδία.
Και σου αξίζει.
Και της αξίζει.
Έχει πολύν δρόμο να κάνει ακόμα η Αρκαδία-κι ένα της βήμα θα είσαι εσύ.
Εγώ θα σε βλέπω από εδώ μέσα, από το σπίτι-παλάτι από όπου ξεκίνησε η πορεία των βασιλιάδων της Αρκαδίας και θα μαθαίνω από τ’ αστέρια πώς προοδεύει η βασιλεία σου, κοιτάζοντάς τα από το παράθυρό μου μέσα.

Και τι δεν μπορεί να δει κανείς από το παράθυρο του!
Τον Απρίλη να φτάνει φορτωμένον ελπίδες κι αρώματα, τα δέντρα να φιλιούνται στο μισοσκόταδο, τη χλόη κάθε μέρα και πιο ζωντανή, τη φρεσκάδα των ολοκόκκινων λουλουδιών, το άσπρο φεγγάρι, τα μαραμένα φύλλα του χινόπωρου, τη γαλήνια λευκότητα του χιονιού το χειμώνα.
Και ακούς...
Ακούς τους λυγμούς των δέντρων για τα πουλιά που τους έφυγαν, τον αντίλαλο των κραυγών των πουλιών που τρομάζουν από τα γεράκια, τα καμπίσια σκυλιά να γαυγίζουν τους περαστικούς, τον αγέρα να καρφώνει τα κρύα του δόντια στα παράθυρα, το μονότονο και θλιβερό τραγούδι της βροχής.
Κάποιες φορές το δείλι,  κάποιο παιδί με βοηθάει να κατέβω στον κήπο.
Τότε παίρνω μια βέργα και χαράζω γραμμές στο χώμα. Γραμμές που δεν ξέρω γιατί, αλλά μου μοιάζουνε σαν οι εικόνες τους να βγαίνουν από την ψυχή μου, Κάθομαι και τις κοιτάζω ώρα
πολλή.
Και τότε νιώθω ελαφριά την ψυχή που έβγαλε τόσο βάρος από μέσα της και γίνομαι εγώ το μελτέμι που περνάει μέσα από τα τραχιά δέντρα, και γίνομαι εγώ τα πέταλα τα άλικα των ανθών, και είμαι εγώ κι όχι οι πηγές που αναβλύζουν το δροσερό νερό, και είμαι εγώ ο μεταξένιος ιστός της αράχνης που χωρίζει το γαλάζιο τ’ ουρανού από το γαλάζιο της θάλασσας. Και πέφτοντας ο ήλιος, βλέπω τον κάμπο πέρα να θρηνεί και βλέπω τον πράσινο βάλτο να σβήνει τα φώτα του και ν’ ανάβει τις πράσινες φωνές των βατραχιών του, και βλέπω να μεθάει όλη η φύση με πιοτό καμωμένο από δάκρυα…

Μιλάω και συ αγαπητό μου παιδί δεν με διακόπτεις.
Με ακούς με προσοχή και θα έλεγα όλο και με περισσότερο σέβας.
Μα παιδί μου, ολοζωής κι αν μιλάει ο άνθρωπος δεν καταφέρνει να πει όσα ένα πράγμα με την ύπαρξη του μόνο λέει.
Α! Τα πράγματα!
Και με την ανάσα μας μόνο τα βεβηλώνουμε!
Τα πράγματα!
Που μόνο επειδή αυτά μας ανέχονται υπάρχουμε!
Πότε άραγε θα πάψουμε να πληγώνουμε την αγιότητα της σιγής τους με επινοημένα βλήματα λέξεων που δε ζουν παρά ώσπου να διαγράψουν την τροχιά τους στον έρημο αέρα και που ποτέ δε βρίσκουν το στόχο τους; Αχ! Θα μπορέσουν ποτέ να μας συγχωρήσουν όλα αυτά που, προσπαθώντας να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, περιγράφουμε;
Μα σε κρατώ και ίσως θέλεις να πας κάπου με τους φίλους σου, να δεις την πόλη.

(Ο Στύμφαλος κυττάζει το ρολόι του και κάνει μια καθησυχαστική κίνηση. Σιωπή.)

Έχω καιρό να μιλήσω τόσο.
Είχα σωπάσει.
Δε μιλούσα σε κανέναν.
Είχα αρχίσει να βυθίζομαι στην επικράτεια της αδιάλυτης ομίχλης.
Έχω τόσον καιρό να μιλήσω που αύριο, λέω, θα με πονάει ο λαιμός μου-όχι, μην ανησυχείς, ευχάριστος πόνος θα είναι.

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι θα είχαν απογίνει τα αδέρφια μου αν είχαν ζήσει, και δίνω μόνη την απάντηση: θα είχαν απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο μακρύτερα από όσο οι γαλαξίες, που όπως λένε οι σοφοί μας όλο και απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο-όσοι θα προλάβαιναν να επιζήσουν από το αλληλοεξόντωμα για την εξουσία-γιατί λίγοι θα επιζούσαν.
Και γιατί άραγε θα σκότωναν ο ένας τον άλλο; Μα για τη γωνιά της γης που λέγεται Αρκαδία, Τεγέα, Παρρασία, Ελάτεια, 'Αργος, Σπάρτη…
Τι τάχα περιμένουν οι άνθρωποι διεκδικώντας μια δράκα γης; Τι περιμένουν μπαινοβγαίνοντας σαν τους τυφλοπόντικες μέσα στις τρύπες τους; Πού οδηγάει όλο αυτό το ρέμα της ασέβειας και
της αναξιοπρέπειας;

(Μικρή σιωπή. Η Θεία τινάζει ελαφρά το κεφάλι σαν για να διώξει ένα έντομο ή μια σκέψη ανεπιθύμητη)

Πού έχετε αλήθεια αφήσει το λεωφορείο; Στην πλατεία του Άρεως υποθέτω. Όλοι οι τουρίστες εκεί κατεβαίνουν, Τρώνε βιαστικά το σουβλάκι τους ενώ ο οδηγός που πάντοτε τελειώνει γρήγορα και πηγαίνει πρώτος στο αμάξι του τους φωνάζει:
"Άντε, αργήσαμε, έχουμε δρόμο!"
Δρόμο για πού; Δρόμο για τι; Και πότε τελειώνει αυτός ο δρόμος;
Και άραγε στο τέλος του θα ξαναβρούμε την αγνή μας ψυχή;

Νοιώθω πως το μυαλό σου ανταριάζει αγαπημένε απόγονέ μου από τα σχέδια και τις σκέψεις γι αυτό που έχεις βάλει για σκοπό της ζωής σου: να κερδίσεις το θρόνο της Αρκαδίας.
Όμως μην ανυπομονείς παιδί μου. Ξέρεις και συ αλλά και η αρχαία μου γνώση στο επιβεβαιώνει, ότι δικός σου θα γίνει ο θρόνος της.
Ο Κλείτορας δε θα σου φέρει αντίσταση. Δεν έχει άξιους βοηθούς.
Ο Αλεός, και να 'χε τα κότσια να τόνε βοηθήσει, είναι τόσο τώρα απασχολημένος με τους έρωτες της κόρης του της Αυγής με τον Ηρακλή, και είναι ευκαιρία θα ’λεγα, να κάνεις τώρα κείνο που είναι να γίνει.
Άλλωστε του Κλείτορα η καρδιά χτυπάει για βόρια.
Δεν ξέρω αν έχεις γνωρίσει το γιο του το Λυκούργο που ’κανε με κάποια Νέαιρα.
Αυτός είναι ακίνδυνος, όμως ένας γιος εκείνου του Λυκούργου, Αγκαίο τόνε λένε, είναι σκληρός και τον τραβάει η δόξα.
Έμοιασε της Ευρυνόμης της μητέρας του-το θρακιώτικο πείσμα της έχει πάρει.
Αυτός μετά από σένα στης Αρκαδίας το θρόνο θα καθίσει.
Εσύ θα ’χεις γεράσει πια.
Γενιά κι αυτός δικιά μας-τι να πεις...

Μα τα δικά μας τώρα ας δούμε.
Εσύ θα γίνεις βασιλιάς κι εγώ από δω όλα θα τα μαθαίνω για σένα.
Μα ακόμα βασιλιάς δεν είσαι, και τώρα για το σπίτι σου τραβάς.
Όταν λοιπόν θα πας εκεί με το καλό, να μου φιλήσεις τη μητέρα σου. Θαρρώ απ’ όλο μας το σόι εκείνη μόνο μ’ αγαπάει.
Και οι γέροι που μονάχοι ζουν, θέλουνε κάποιος να τους δείξει πως τάχα τους αγαπάει. Κάποιος να τους ειπεί μια λέξη φιλική. Τότε νομίζουν ότι παίρνουν κάποια αξία και πως γι αυτήνε τη ζητιανεμένη αξία έχουν δικαίωμα να ζήσουν λίγο ακόμα.
Θλιβεροί δεν είναι οι γέροι;   
Α! Πόση ζωή να μου ’δωσε τάχα αυτή η επίσκεψή σου;
Βλέπεις κάθομαι εδώ και περιμένω να έρθει κάποιος να μου μιλήσει. Ναι, έτσι είναι. Έτσι έκανα από μικρή. Νόμιζα πως κάποιος ωραίος και πλούσιος νέος θα ερχότανε να μου πει πόσο ωραία είμαι και δε θα φύγει πια από κοντά μου. Θα με παίρνει από πίσω όπου πάω παρακαλώντας με να τον παντρευτώ. Και μη νομίσεις πως θ’ άλλαζα κι αν ακόμα ήξερα πως κανείς δεν πρόκειται να έρθει. Και δεν άλλαξα. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Πεθαίνει ίδιος όπως γεννιέται, μόνο τώρα με γεμάτο ζάρες το πρόσωπο του.
Κι έτσι αργά, θλιμμένη και σκεπασμένη τον μανδύα της σιωπής όπως ζω, έτσι και θα περάσω την πύλη του θανάτου.
 Κι αν αργεί ακόμα ο θάνατος να έρθει είναι που δεν μπορεί να με βρει εδώ μέσα χωμένη που είμαι.

Η αδερφή μου δε γνώρισε τέτοιες ανησυχίες. Το ίδιο κι ο πατέρας και τ’  αδέρφια μου. Κι αναρωτιέμαι-αυτοί ή εγώ είμαι η κερδισμένη που ζω για να με βασανίζουν όλα τούτα;
Μα τι ρωτάω; Ποιος θα μου απαντήσει;
Θα μένω μόνη εδώ βλέποντας με νοσταλγία να φεύγουν το πρωί τα κοπάδια των προβάτων σηκώνοντας κουρνιαχτό στον ήσυχο δρόμο.
Οι πηγές θα ζητούνε τα χείλια μου, τα δέντρα το άγγιγμα μου, μα εγώ θα μένω ακίνητη σ’ αυτή την ετοιμόρροπη πολυθρόνα και θα πετώ βορά στις τύψεις τη συνείδηση μου κοιτάζοντας το φεγγάρι που γυρίζει την πλάτη του στους γαλαξίες για να συντροφεύει συμπονετικά και ανυστερόβουλα τη γη.
Η αθώα ψυχή της χλόης και τα τραγούδια του νερού, θα ζευγαρώνουνε κάθε μέρα στο ζείδωρο πάντρεμά τους, πλέκοντας το πράσινο πλατύ κρεβάτι της γης, το πάντα έτοιμο για έρωτα ή για θάνατο.
Θα βλέπω τα βουνά ν’ αναπνέουν, το φως να μαραίνεται κάθε βράδυ, και θα νιώθω το μυτερό αγκάθι της θλίψης θα εξερευνάει τα βάθη της ανήσυχης μου ψυχής.
Η απελπισία δεν έχει μυστικά από μένα.
Οι σταγόνες της βροχής θ' αργοπεθαίνουν στα τζάμια του παράθυρου και σκιά βαριά θα σκέπει τα δρομάκια της πικρής μου σκέψης.
Θα είμαι μια γριά που θα βλέπει να θρυμματίζεται ο ουρανός και θα νιώθει την ψυχή της γεμάτη με πόνο για ό,τι άγνωστο της μένει. Κι αυτό θα είναι το τέλος του παραμυθιού. Μόνο που κανένα παιδάκι δε θα λυπηθεί γι αυτό-κανένα δε θα τ’ ακούσει.

(Ακούγεται κόρνα αυτοκινήτου. Ο Στύμφαλος σηκώνεται)

Στύμφαλε συ, που έδωσες τ’ όνομα σου στη λίμνη με τα σιδερένια πουλιά-και που έδωσες ζωή και πάλι σε μιαν ετοιμοθάνατη
γριά, η ορισμένη ώρα που ήμασταν μαζί πέρασε. Ναι, πρέπει να πηγαίνεις.
Οι οδηγοί είναι ανυπόμονοι και εγωιστές. Νομίζουν πως οδηγούν τον κόσμο ολόκληρο,
Δε σε κέρασα τίποτα-δεν μου βρίσκεται. Μα βγαίνοντας, κόψε από τον κήπο μήλα και κέρασε και τους φίλους σου, Φαίνονται ακόμα οι καρποί πάνω στα δέντρα.
Μην πεις όλα τούτα στην οικογένεια.
Πες τους πως περνώ καλά με μια μαγείρισσα και με μιαν υπηρέτρα.
Μπορείς ακόμα να τους πεις πως δε με βρήκες ,ή πως σου είπαν ότι έχω πεθάνει.
Εξάλλου δε θα πεις και κανένα μεγάλο ψέμα.
Κράτησε για τον εαυτό σου τη συνάντηση αυτή.
Πάλι όπως θέλεις. Εσύ είσαι ο βασιλιάς, εσύ αποφασίζεις.
Μόνο, αν αποφασίσεις να πεις πως πέθανα, στη μητέρα σου να πεις την αλήθεια.
Και μην ξεχάσεις να τηνε χαιρετίσεις από μέρους μου.
Στάσου να σου κατεβάσω λίγο πίσω το πουλόβερ σου. Ίδια όπως του παππού σου τραβάει προς τα πάνω.
Σκύψε να σε φιλήσω.
Και τώρα βόηθα με να έρθω μαζί σου μέχρι την πόρτα.
Όταν φύγεις, κλείνοντάς την πίσω σου, όλα θα γίνουν πάλι ίδια εδώ μέσα. Με μιαν ανάμνηση παραπάνω μέσα σε αυτές που ακόμα δεν έχουν παραδοθεί: την επίσκεψη σου.
Στο καλό παιδί μου.

(Ακούγεται κόρνα αυτοκινήτου)

Καλά, καλά, έρχεται.

(Στον Στύμφαλο)

Καλό σου δρόμο συνεχιστή της ιστορίας της Αρκαδίας και της οικογένειας.
Και πες του οδηγού να μην τρέχει.
Οι δρόμοι μας δεν είναι οι καλύτεροι.

(Ο Στύμφαλος βγαίνει. Η Θεία κλείνει την πόρτα και κάθεται στην πολυθρόνα.  Μένει για λίγο ακίνητη. Ακούγεται η μηχανή του αυτοκινήτου. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη της και σηκώνει το χέρι της σε αργή κίνηση αποχαιρετισμού).

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016


                          ΘΕΙΑ

Η Θεία κάθεται στην πολυθρόνα της στο δωμάτιό της, με αδημονία να διαγράφεται στις αδιόρατες κινήσεις ή στο βλέμμα της που συχνά γυρνάει προς το παράθυρο, από όπου φαίνεται ο χωματόδρομος, ενώ τινάζεται ελαφρά σε κάθε θόρυβο που ακούγεται από μακριά.
Τα παλαιικά μισοσάπια έπιπλα του δωματίου μοιάζουν σαν να στέκονται μόλις στα πόδια τους.
Ακούγεται το σαράκι που δουλεύει στις σανίδες του ταβανιού.
Χτυπάει η πόρτα.
 Η Θεία πηγαίνει ως αυτήν και την ανοίγει. Στο έμπα της στέκει ο Στύμφαλος.
Σαν να ήταν αυτό μόνο που περίμενε η Θεία, αρχίζει να μιλάει με φωνή σιγανή αλλά ξεκάθαρη.

ΘΕΙΑ

Καλώς τόνε.
Πέρασε.
Μου είπανε ότι μπορεί να ερχόσουν.
Οι εκδρομές με το σχολείο έχουν κι αυτά τα ευχάριστα, να ξαναβλέπει κανείς συγγενείς που είχε χρόνια να δει.
Κάτσε αγαπητό μου παιδί.

(Ο Στύμφαλος κλείνει την πόρτα και κάθεται με το κορμί στητό στην πολυθρόνα απέναντι στη Θεία)

Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Δέκα; Εκατό; Εκατό χιλιάδες; Τι σημασία έχει; Τι αλλάζει; Τίποτα δεν αλλάζει. Όλα είναι ίδια, τόσο ίδια που δεν ξέρεις αν ζεις στο τώρα ή στο τότε. Δεν ξέρεις καν τι θα πει τότε και τι τώρα. Και ο όρος επανάληψη έχει χάσει κάθε έννοια. Λες και ο χρόνος δεν υπάρχει. 
Τότε παιδιά παίζανε με ψεύτικα τόξα, τώρα παίζουνε με ψεύτικα περίστροφα. Τότε οι μεγάλοι τσακώνονταν ποιος θα γίνει βασιλιάς, τώρα ποιος θα γίνει πρωθυπουργός. Κι εγώ ανάμεσα σε δύο κόσμους, ίδια μακριά και ίδια κοντά από τον ένα και με τον άλλο-κι εγώ ανάμεσα σε δυο κόσμους, τόσο μεγάλη και τόσο μικρή...
Έχω ξεχάσει πια πόσων χρονών είμαι.
Νομίζω πως έχω πεθάνει κιόλας και πως και όλοι οι άλλοι είσαστε πεθαμένοι και πως ετούτος είναι ο Άδης και όλα γίνονται σ' αυτόνε μέσα.
Και βουίζουν στ' αυτιά μου οι φωνές από τα γλέντια και από τους θρήνους του παλατιού μας τότε, και βουίζουν τ' αυτιά μου από τα τραγούδια στο μαγνητόφωνο και από το θόρυβο των αυτοκινήτων σήμερα. Και να ζυγιάζω σε μια ζυγαριά τη ζωή του τότε και τη ζωή του σήμερα και διαφορά να μη βρίσκω. Τόσοι πόλεμοι, τόσοι θάνατοι, τόση δυστυχία, τόσος πόνος για τι; Γιατί έπρεπε να γίνουν όλα εκείνα; Για να πετάνε με αεροπλάνα οι Αρκάδες σήμερα και να γεμίζουν οι νέοι μας τα καφενεία; Γι αυτό ο πατέρας μου ο Λυκάονας έγινε λύκος; Γι αυτό ο γάμος του Πελασγού με τη Μελίβοια, το χτίσιμο της Παρρασίας από αυτόν, η γέννα του Αρκάδα από την Καλλιστώ με το Δία και η μεταμόρφωσή των δυο τους σε αστερισμό, γι αυτό το κεραυνοβόλημα των αδερφών μου, ο γάμος του Αρκάδα με την Ερατώ που γέννησε τον πατέρα σου, η γέννα η δική σου για να γίνεις και συ βασιλιάς της Αρκαδίας-αλήθεια γι αυτό δεν προετοιμάζεσαι;-γι αυτό όλα αυτά-για να ζούνε σήμερα στο ίδιο αυτό μέρος άνθρωποι ίδιοι σαν και μας, με τα ίδια πάθη και με τις ίδιες ψεύτικες και μισοπεθαμένες από τη γέννα τους χαρές;
Επανάληψη, επανάληψη, τίποτα χειρότερο, τίποτα καλλίτερο... Τίποτα προς τα εμπρός, τίποτα προς τα επάνω. Όλο προς τα κάτω, κάτω, κάτω, κάτω... Και μέσα σ' αυτόνε το βάλτο να πρέπει να ζούμε και να πεθαίνουμε… και να ξαναζούμε...

Μα σε άρχισα με όλα αυτά και θα αναρωτιέσαι για την παράξενη προγιαγιά σου. Νέο παιδί εσύ κι εγώ κάθομαι και σου λέω τι;
Μα δε μου 'μεινε μυαλό παρά για να σκέφτομαι τέτοια.
Και σ' έχω μπροστά μου εσένα παιδί του εγγονού μου, που μόνο μια φορά σ' είδα λίγο μετά τη γέννα σου και, η ξεμωραμένη εγώ, άρχισα τα δικά μου.
Μα πόσο μεγάλος και πόσο όμορφος έχεις γίνει καλέ μου Στύμφαλε!
Αν δεν ήξερα πως θα ’ρθεις δε θα σε γνώριζα.
Και μοιάζεις περισσότερο του παππού σου παρά του πατέρα σου έτσι που έχεις και συ αφήσει μακριά τα μαλλιά σου και το
ίδιο πείσμα και την ίδια δύναμη βλέπει κανείς στο στόμα και στο πηγούνι σου.
Έχω την εντύπωση ότι αν δε σ' έστελναν δε θα ερχόσουν από μόνος σου να με δεις, κι ας έφτασε το πούλμαν κοντά στο προγονικό σπίτι σου, κι ας ξέρεις πως βρίσκομαι εδώ εγώ, η
προγιαγιά σου, που ζει μονάχη της τόσα και τόσα χρόνια τώρα.
Μα όπως και να ’χει είσαι εδώ.

Η Ελάτεια πρέπει να είναι όμορφη πόλη. Ο πατέρας σου θα είναι πολύ υπερήφανος που έκανε εκεί μια αποικία και που ρίζωσε και άνθισε.
Δεν έχω πάει.
Πουθενά δεν έχω πάει.
Μένω πάντα εδώ, σ' αυτό το μεγάλο σπίτι το μισογκρεμισμένο πια, παρέα με τις κουκουβάγιες που έχουν χτίσει στα χαλάσματα του τις φωλιές τους.
Και κανείς δε με ξέρει, ούτε ποτέ με ήξερε κανείς. Ω! ναι, με ήξεραν σαν κόρη του Λυκάονα. Εμένα, τη Θεία, για τον εαυτό μου, κανείς δε μ’ ήξερε ουδέ με ξέρει. Όλοι γνωρίζουν όμως την Καλλιστώ. Βλέπεις εκείνη ήταν η όμορφη, η ζωηρή, η τολμηρή, εκείνη διάλεξε ο θεός να κάνει έρωτα μαζί της.
Μα κάτσε πιο βολικά στην καρέκλα σου. Εσείς οι νέοι, πάντοτε έτοιμοι για κίνηση, για τίναγμα, για φευγιό.
Όπως βλέπεις μου βρίσκονται καρέκλες ακόμα.
Μα και τι τις θέλω;..
Τις βλέπω κάθε μέρα έτσι έρημες μπροστά μου και λέω να δω ποιος θα βαστάξει περισσότερο, εγώ ή αυτές...
Όμως χώρος υπάρχει εδώ μέσα για πολλά έπιπλα. Κάποτε ζούσαν σ' αυτό το σπίτι πενήντα παιδιά, χώρια το υπόλοιπο
σόι.
Θα στα ’χουν πει.
Οι άνθρωποι και όχι ο χώρος λείπουν από το σπίτι ετούτο που  κάποτε πλαντούσε από ζωή.
Δε θα πετάξω τις καρέκλες όσο κι αν παλιώσουν. Κάποτε μπορεί τα κουρασμένα σώματα των πεθαμένων να ζητάνε να ξεκουραστούνε. Και πού αλλού θα πήγαιναν παρά στο σπίτι τους;
Όταν έχει συννεφιά πώς ξέρω ότι ο παππούς σου ή η μητέρα του δεν έρχονται για να ξεκουραστούν λίγο εδώ μέσα;
Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως κιόλας είναι εδώ και ανοίγω κουβέντα μαζί τους, ίδια καθώς τώρα κουβεντιάζω με σένα.
 Το καταλαβαίνω πως είναι εδώ γιατί οι πολυθρόνες που κάθονται πάνω τους λάμπουν μ’ ένα χρυσό αστροφώς.
Και κάποτε ήρθε ο πατέρας μου ο ίδιος και κάθισε σε κείνην εκεί την καρέκλα.
Το κατάλαβα από τον τρόμο που πήραν οι γάτες που μαζεύονται στην εξώπορτα και από τα ανήσυχα γαυγίσματα των σκύλων γύρω από το σπίτι.
Ποιος ξέρει, μπορεί να έρχονται και τα πενήντα αδέρφια μου, μοιάζοντας σαν ανθρακωρύχοι που έχουν γίνει ένα με το κάρβουνο, έτσι καθώς τους άφησε με τις σάρκες καρβουνιασμένες από τους κεραυνούς του ο μεγάλος μας θεός. Μας ρήμαξε ο θεός αυτός.
Έδωσε λέει θεϊκή ρίζα στο γένος μας. Ποιος του το ζήτησε; Ύστερα θεϊκή ρίζα δεν έλειπε από το γένος μας. Η Γη, ο Πόντος, ο Ωκεανός, η Τηθύς, ήτανε προγονοί μας.
Ναι, μιλάω τόσο ελεύθερα για τους θεούς γιατί είμαι τόσο γριά που σχεδόν είμαι αθάνατη κι εγώ. Τίποτε άλλο δεν ξεχωρίζει τους θεούς από τους ανθρώπους παρά η αθανασία τους. Γι αυτό οι γέροι και οι γριές τους πλησιάζουν κι έχουν το δικαίωμα να μιλάνε γι αυτούς άφοβα, Μετριούνται σαν ίσοι προς ίσους πια με κείνους. Γιατί βλέπουν πως δεν είναι οι θεοί αθάνατοι, μόνο οι άνθρωποι είναι θνητοί και δεν προλαβαίνουν να δουν τους θεούς να πεθαίνουν.

Σου ’λεγα πριν πως μπορεί να ’ρχονται και τα πενήντα αδέρφια μου εδώ μέσα. Μια μυρουδιά σερνικού γεμίζει τότε το σπίτι. Και μπορεί η δύσπνοια που με πιάνει τις ημέρες εκείνες να είναι από το συνωστισμό με τόσους νεκρούς που μαζεύονται τότε, καθώς κουβαλούν μαζί τους και την άπνοια και μένουν εδώ για κάμποσο,
Α! Πόσο διαφορετικά ήταν όταν όλοι αυτοί ήσαν ζωντανοί και το παλάτι έμοιαζε σαν μια μεγάλη κυψέλη που χαρούμενες μέλισσες το γέμιζαν…
Ναι, μου ’ρχονται στη θύμηση μου τέτοια κάποτε, σαν τώρα που σε είδα.
Τι αίσθηση και κείνη, να είμαστε μαζί με την προγιαγιά σου την Καλλιστώ οι μόνες αδερφές μέσα σε πενήντα αγόρια!
Είσαι μοναχογιός και δεν ξέρεις τι θα πει αδερφός και αδερφή.
Δεν μπορείς να ξέρεις πόσο θα καμάρωνες να βγαίνεις με την αδερφούλα σου στο παζάρι ή για να μαεζέψετε ξύλα και να μην μπορεί να την πειράξει κανείς επειδή εσύ θα την προστάτευες.
Και βέβαια δεν θα ήξερες ούτε τότε, πόσο ήσυχες, αμέριμνες, ασφαλείς από κάθε κακό και πόσο περήφανες αισθάνονται δυο αδερφές με πενήντα αδέρφια.
Αν φτιάχνανε αυτοί ένα γύρο και μεις καθόμασταν δίπλα του, θα ήμασταν τα πολύτιμα πετράδια σ’ αυτό το δαχτυλίδι.

Όλοι μας ζήλευαν να έχουμε αδέρφια τόσα.
Αλλά κι αυτά μας αγαπούσαν.
Κι η πιο παράξενη πεθυμιά μας ήτανε διαταγή γι αυτούς.
Η Καλλιστώ πολλές φορές τους είχε ζητήσει χάρες, κάτι  εγώ δε θα τόλμησα ποτέ να κάνω.
Μια φορά θυμάμαι-πόσο μακρινές θύμησες!-τους απαίτησε να της φέρουνε τρία λιοντάρια μέσα σε κλουβιά.
Ήθελε, τους είπε, να νιώσει βασίλισσα των λιονταριών έτσι που θα τα έκανε ότι ήθελε καθώς αυτά θα ήσαν φυλακισμένα.
Το έκαναν. Πενήντα θεριά τι ήτανε γι αυτούς να πιάσουνε τρία άλλα θεριά ζωντανά;
Και στάθηκαν μετά όλα τ’ αδέρφια στη σειρά να περάσει και να τους φιλήσει έναν έναν μετά το κατόρθωμα τους η Καλλιστώ, για να τους δείξει την αγάπη της και για να τους ανταμείψει για την υπακοή τους.
Για μέρες παίδευε τα κακόμοιρα τα λιοντάρια.
Πόσα δεν είχανε κάνει τ’ αδέρφια της γι αυτήν!
Δε λέω, και μένα μ’ αγαπούσαν, όμως εγώ δεν τους γύρεψα τίποτε άλλο παρά την ήρεμη και σίγουρη αγάπη τους. Και είναι αλήθεια πως ποτέ δεν με ρώτησαν και μένα αν θέλω κάτι.
 Επειδή δεν ήμουν αρκετά όμορφη σαν την Καλλιστώ; Επειδή ήξεραν πως θα τους έλεγα πως δε θέλω τίποτα; Ποιος ξέρει.
Η ντροπαλή-έτσι μ’ έλεγαν.
Και ήμουνα.
Πάλι ποιος μπορεί να ξέρει τι έχει μέσα του το μυαλό πενήντα νέων που τους ενώνει το ίδιο αίμα και που αυτό το αίμα βράζει από νιάτα, από δύναμη, από ομορφιά και εξουσία;
Κυρίως το τελευταίο.
Και είχανε μεγάλη περηφάνια να είναι πριγκιπόπουλα της Αρκαδίας.

Και καθότανε με τις ώρες ο πατέρας μας να τους διηγιέται την καταγωγή μας και την ανωτερότητα τους απέναντι σε άλλους, άσημους βασιλιάδες. Τα βράδια μπρος στο τζάκι, στη μεγάλη πίσω αίθουσα, ό πατέρας έλεγε κι έλεγε, ενώ με περιέργεια και με ενδιαφέρον τον ακούγανε πηγαινοέρχοντας τα παιδιά και τσιμπώντας την ίδια στιγμή από τα ανθρώπινα κρέατα που ψήνονταν στο μεγάλο τζάκι. Κι αν έχαναν κάποιο κομμάτι από τη διήγηση δεν τα πείραζε. Στην αυριανή ή στην παραυριανή μάζωξη θα τα ξανάκουγαν. Δε βαριότανε-τι λέω δε βαριότανε, ευκαιρίες γύρευε να τα λέει και να τα ξαναλέει ο παππούς σου.
Και με τη μυρωδιά από ψημένα κρέατα να γεμίζει την αίθουσα, τους έλεγε για τον πατέρα του τον Πελασγό, πόσο γενναίος και έξυπνος ήταν ανάμεσα στους συμπατριώτες του και πόσο
ένιωθε να μη τον χωράει ο τόπος που ζούσε ώστε έχτισε δική του πόλη, την Παρρασία, και έγινε βασιλιάς της για εικοσιπέντε
χρόνια.

Είμαι σίγουρη πως ξέρεις τα ονόματα όλων των προγόνων και συ, μα μπορεί και να τους μπέρδευες καμιά φορά. Γιατί βλέπω πως κάποτε πρέπει να σκέφτεσαι για λίγο, ώστε να μπορέσεις να παρακολουθήσεις τα λεγόμενα μου. Και αυτό το βρίσκω φυσικό μιας και ζεις μακριά από την Αρκαδία.
Γι αυτό θα ακούσεις κι από μένα λίγα για του σογιού μας την γενεαλογία-έτσι δεν τη λέτε στο σχολείο σας;
Ο Πελασγός ήτανε ο παππούς μου. Πατέρας του πατέρα μου του Λυκάονα.
Ο πατέρας μου λοιπόν, διηγιόταν συχνά τα κατορθώματα και τις νίκες που είχε κάνει ο δικός του πατέρας, ο Πελασγός, σε τοπικούς πολέμους, ώσπου να επικρατήσει στην περιοχή χτίζοντας την Παρρασία.

Τους έλεγε ακόμα για τον παππού του τον Αρέστορα, πατέρα του Πελασγού, που είχε την καταγωγή του από τον Φόρκυ, γιο του Πόντου και της Γης, για τη μητέρα του τη Μελίβοια, που ήτανε παιδί του Ωκεανού και της Τηθύς, τους έλεγε ιστορίες που ο πατέρας και η μητέρα η δική του του είχαν διηγηθεί.
Εκείνο όμως που περισσότερο χαιρόταν να λέει και να ξαναλέει ήτανε για τη ζωή του σαν πριγκιπόπουλου της Παρρασίας-πριν γίνει βασιλιάς ολόκληρης της Αρκαδίας.
Και έλεγε... και έλεγε...
Και αν κάποιος απ’ όλους τον ρωτούσε πώς αυτός που ήτανε γέννημα της θάλασσας από πατέρα και μάνα κατάντησε να ζει σε μια χώρα πετρωτή και βουνίσια, τότε σταμάταγε τη διήγηση, έμενε για λίγο σκεφτικός και ύστερα σήκωνε το μεγάλο χοντρό του κεφάλι προς εκείνον που τον ρώτησε και ξύνοντας το πηγούνι του έκανε απορημένος: "Έλα ντε!"
Όλοι γελούσαν κι εκεί τελείωνε η διήγηση για
κείνο το βράδυ.

Η ζωή ήταν δική μας τότε. Και τι την κάναμε;
Τίποτα.
Η ζωή είναι δική σας τώρα.
Και τι θα την κάνετε;
Τίποτα.
Πού είναι όλα εκείνα που πέρασαν; Χάθηκαν μέσα στο Κενό που όλα στο τέλος καταπίνει.

Θύμησες...
Μα τι άλλο είναι η ζωή παρά θύμησες;
Ως και το που κάτι σου είπα μέχρι τώρα, μόνο να το θυμάμαι μπορώ. Γιατί κι αυτό περασμένο πια είναι.
Ώρες ώρες λέω πως ο άνθρωπος είναι άνθρωπος μόνο επειδή έχει μνήμη. Μα ας έλειπε τέτοια βασανιστική ανθρωπιά.
Α! Και τι δε θα είχα να θυμηθώ! Τα παιχνίδια μας στο δάσος; Το σκαρφάλωμα στα γύρω βουνά;

Όλοι με πρόσεχαν και με περιποιόνταν τότε.
Έψαχνα να βρω το γιατί.
Ούτε που μου πήγαινε στο μυαλό πως στο πρόσωπο μου τιμούσαν τον Λυκάονα που φοβόνταν, και τ’ αδέρφια μου και την αδερφή μου.
Όταν ο Δίας κεραύνωσε τα’ αδέρφια μου, έχασα όλη τη χαρά μου. Τα παιχνίδια σταμάτησαν, η περηφάνια που έκρυβα κι εγώ μέσα μου για την καταγωγή μου έχασε τα φτερά της. Η αδερφή μου μόνο η Καλλιστώ εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται σαν να μην έγινε τίποτα. Γι αυτήν σα να μην χάθηκαν σαράντα εννέα αδέρφια της, κρεμάστηκε τώρα από το λαιμό του Νύκτιμου, του μόνου που μας άφησε ζωντανόν ο Δίας και που ανάλαβε τη βασιλεία της χώρας όταν τον παππού σου τον Λυκάονα τον μεταμόρφωσε ο Δίας σε λύκο. Δεν ξέρω αν σου έχουν πει την αιτία αυτής της μεταμόρφωσης, όμως θα στην πω εγώ έτσι κι αλλιώς, γιατί πρέπει να ξέρεις όλα για την οικογένεια σου που είναι και δική μου. Βασιλιάς λοιπόν όντας ο Λυκάονας, κάλεσε σε τραπέζι το Δία. Νέος θεός τότε ο Δίας και με την ανάγκη όλων για να σταθεροποιηθεί στο θρόνο του, δεχόνταν προσκλήσεις τέτοιες από ισχυρούς θνητούς.
Είναι όπως όταν σήμερα οι βουλευτές κάνουνε κουμπαριές.
Μα στην Αρκαδία τρώγαμε ακόμα ανθρώπινο κρέας. Είτε των εχθρών που πιάνονταν αιχμάλωτοι, είτε πολιτικών εχθρών του βασιλιά. Και ενώ είναι η αλήθεια ότι πρόσφερε πολλά καλά στην Αρκαδία ο πατέρας, όπως ας πούμε ημέρεψε τους κατοίκους και τους έμαθε να ζούνε σε πόλεις και όχι ένας ένας σαν τα θηρία, όμως δεν είχε αλλάξει τη συνήθεια της ανθρωποφαγίας.
Πρόσφερε λοιπόν και στο Δια κρέας ανθρώπινο.
Αυτό είναι και η αιτία που όταν το έμαθε ο Δίας εξαγριώθηκε κι έκανε λύκο τον πατέρα μου και κατακαρβούνιασε με τους κεραυνούς του τα παιδιά του και αδέρφια μου.

Όταν λοιπόν ο πατέρας μου έγινε λύκος και πήρε τα βουνά και ο Νύκτιμος έγινε βασιλιάς της Αρκαδίας, ακόμα ο κόσμος με σέβονταν και με θεωρούσε κάποια με αξία. Μα όταν ανάλαβε ο ανηψιός μου και παππούς σου, ο Αρκάδας, που όπως ξέρεις έγινε βασιλιάς της Αρκαδίας σκοτώνοντας τον Νυκτιμο, τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο για μένα. Δε με ήθελε διόλου.

Κανείς δε νοιάζονταν για μένα τότε.
Με ενοχλούσε αυτό στην αρχή, όταν δεν είχα καταλάβει ακόμα την αιτία της αλλαγής τους.
Περίμενα να παραμερίζουν στο δρόμο όταν περνούσα, όμως αυτοί ούτε που έβλεπαν ότι υπάρχω. Επίτηδες πήγαινα στην αγορά μόνη μου και γύριζα κουβαλώντας δυο τρεις γεμάτες
μεγάλες τσάντες για να δω αν κανείς θα προθυμοποιόνταν να με βοηθήσει.
Τίποτα. Ούτε σα γριά που σχεδόν ήμουν κιόλας.
Κι αν τους εμπόδιζα στο διάβα τους με βρίζανε από πάνου.
Θα πεις πως οι μεγάλοι που με γνώριζαν για χρόνια είχαν λείψει οι περισσότεροι ή σε μάχες σκοτωμένοι ή, σε μετανάστεψη, ή έχοντας πεθάνει νέοι.
Μα έμεναν ακόμα αρκετοί. Κι αυτοί όμως σα να μην με γνώριζαν έκαναν.
Μερικοί βιαστικά περπατώντας με χαιρετούσαν μόνο.
Ένιωσα πως δεν άξιζα πια τίποτα στην Αρκαδία μέσα.

Το πράγμα χειροτέρεψε-αν μπορούσε να γίνει χειρότερο-όταν ο παππούς σου, άφησε αυτό το σπίτι για να φτιάξει το καινούργιο του παλάτι "μακριά από τις γριές" όπως έλεγε. Η άλλη γριά ήτανε η Μαία, η γυναίκα που τον ανάθρεψε όταν η Καλλιστώ έγινε αστερισμός. Κι όταν κι αυτόν οι θεοί τον κάνανε αστερισμό και ανέβηκε κι αυτός να κάνει παρέα με τη μητέρα του μέσα στα κρύα πλάτη του ουρανού, ένιωσα τέλεια μόνη και αδύναμη.

Ο παππούς σου θα μπορούσε να είχε αλλάξει μερικά πράγματα σ' αυτό το σπίτι που κάποτε ήτανε παλάτι, αν τα πήγαινε καλά μαζί μου.
Δεν ξέρω γιατί δε με συμπάθησε.
Ίσως γιατί δεν πέθανα κι εγώ καθώς η μητέρα του.
Μετά, ίσως επειδή ήτανε παιδί θεού είχε μεγάλη περηφάνια και δεν ανεχότανε να ζει κοντά σε παρακατιανούς συγγενείς. Μου ’λεγε όταν τον πιάνανε τα νεύρα του «εκτος που είμαι βασιλιάς είμαι και μισός θεός-τι συγγένεια έχεις εσύ με μένα;"
Δεν τον παρεξηγούσα. Μάλιστα τον καταλάβαινα. Δεν ήτανε πολλά τα παιδιά των θεών στον κόσμο.

Κοιτάζω από το παράθυρο τα βράδια και τον βλέπω στον ουρανό. Τα πέντε αστέρια του λάμπουνε σχεδόν σαν της μητέρας του. Κι έτσι όπως είναι βαλμένοι οι δυο τους μοιάζει σαν να τον πιάνει από το χέρι η μητέρα του και γιαγιά σου.
Και ο προπάππος σου, όταν αυτοί βγαίνουν σον ουρανό, εκείνος αρχίζει τις σπαραχτικές κραυγές του μέσα από τα δάση, σαν να τους καλεί να ξανάρθουν ή σαν να θέλει κάτι να τους πει-λες και θα τον άκουγαν εκεί πάνω,
Κι εγώ τον ακούω να αλυχτάει φρικώδικα μέσα στο σκοτάδι και η καρδιά μου σπαράζει.
Μα έτσι το θέλησε ο Δίας, Και ποιος μπορεί να πάει κόντρα στη θέληση του;
Μας βάζει νόμους και μεις τους τηρούμε και ζούμε μ’ αυτούς.
Και ξαφνικά η βουλή του αλλάζει. Πώς θα έπρεπε να ξέρει ο πατέρας μου πως δεν πρέπει πια να τρώει ανθρώπινο κρέας;
Μα όταν οι θεοί θέλουνε να χαλάσουνe κάποιον, δε λογαριάζουν νόμους κι ας τους είχανε οι ίδιοι βάλει.

Εγώ βαθιά μου δεν πολυπίστευα πως οι θεοί κανονίζουν όλα τα ανθρώπινα. Και αυτό ο παππούς σου το είχε καταλάβει και ήταν ένας άλλος λόγος αυτό να μην με χωνεύει. Γιατί ήταν σαν έτσι να αμφισβητούσα την αξία της καταγωγής του από το Δία από τη μια και από την άλλη να πρόσβαλα την τιμή της μητέρας του.
Βέβαια θα σου έχουν μάθει όλες τις ιστορίες σχετικά με την καταγωγή σου, με τους προγόνους, με τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους.
Μα ξέρω πως οι νέοι θέλουν ν' ακούνε οικογενειακές ιστορίες από κάποιον που ο ίδιος τις έχει ζήσει. Και περισσότερο όταν πρόκειται για ιστορίες πολύ δικών του προσώπων.
Και μένα μου άρεσε αυτό όταν ήμουνα μικρή.
Μικρή! Ποιος ξέρει πόσους αιώνες πριν... Από μια ηλικία κι ύστερα δεν παίζουν ρόλο τα χρόνια, όσα κι αν περάσουν.
Φτάνει να καταλάβει κανείς μερικά πράγματα για
να είναι όλα ίδια από κει και πέρα.
Αυτό ίσως δίνει μιαν άλλη όψη στα πρόσωπα και στα γεγονότα, και γι αυτό μπορεί οι νέοι να θέλουν ν' ακούνε τα ίδια πράγματα κι από άλλους. Μπορεί να ’χουν μια κρυφή ελπίδα να
μάθουν κάτι που οι γονείς τους τους έκρυψαν, ή ότι κάποιο περιστατικό δεν έγινε ακριβώς έτσι όπως τους το έχουν πει.
Και καμιά φορά αυτό αλλάζει πολλά πράγματα στη ζωή των νέων.
Και ακόμα όντας νέοι, το μυαλό τους είναι στα παιχνίδια, ξεχνάνε συχνά ό,τι ακούνε και πρέπει να το ακούσουν πολλές φορές για να το θυμούνται.
Ενώ εμένα κάθε ρυτίδα μου είναι κι ένα αυλάκι στο χωράφι της γνώσης. Βλέπεις, όλο τ’ όργωσα.
Σε σένα υνί δε βυθίστηκε ακόμα στο δικό σου χωράφι.
Είσαι τόσο νέος!...
Είσαι το μέλλον, είμαι το παρελθόν.
Και αναρωτιέμαι γιατί μένω ακόμα μέσα στο παρόν της ζωής αφού όλη ανήκω στο παρελθόν της.
Οι γριές έπρεπε να πεθαίνουν.
Ο πατέρας σου είμαι σίγουρη θα με είχε σκοτώσει και ίσως να μ' έτρωγε αν δε φοβόταν την εκδίκηση του Δία.
Οι γέροι και οι γριές έπρεπε να πεθαίνουν.
Γιατί κανείς δεν τους υπολογίζει.
Ούτε πια και η ζωή.
Είναι γι αυτήν όπως ένα ρούχο παλιό, χιλιοφορεμένο, που όμως δεν το πετά γιατί τους θυμίζει την παλιά της εποχή.
Οι γέροι άνθρωποι είναι σαν τα χιόνια τα βρώμικα και μισοπαγωμένα που μένουν σε κάτι σκιερές γωνιές όταν όλα τα άλλα έχουν λιώσει.
Κανείς, ούτε και τα φοβάται πια, ούτε και χαίρεται
μαζί τους.

(συνεχίζεται)