Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

ΚΛΑΨΕ ΡΩΣΙΑ

Κλάψε Ρωσία τα παιδιά σου-άλλος ποιος
παιδιού που γέννησες εσύ
μπορεί να νιώσει τη μεγαλοσύνη;

Αηδόνι χάνεται φτωχαίνει ο κόσμος. Και τώρα τι
που χάθηκε το απάνθισμα της ρώσικης ψυχής; 
Γιατί η ψυχή του ρώσου ήταν- αισθαντική
στέρια κι αντρίκια -
που έπαλλε
και με αγάπη για όλους ξεχυνόνταν
κι αγκάλιαζε τον άνθρωπο όπου γης κι αυτός ημέρευε.
Γιατί η ψυχή του ρώσου ήταν που η γη μας
λαμπρό στο στέμμα της διαμάντι εφορούσε
αλλιώς στα χάη θα τριγυρνούσε ανεόρταστη. 

Κλάψε Ρωσία τα παιδιά σου. Κι ενώ εμείς
με τις μικρές ανάγκες μας δεμένοι-
κακόμαθα παιδιά- θα κλαψουρίζουμε,
με τα καυτά σου δάκρυα εσύ
το καρπερό ποτίζοντάς σου χώμα
καινούργιους κόκκινους ανθούς και πάλι δρέψε
και το κελάδημα και πάλι δος μας
της ανθρωπιάς.

Κλάψε Ρωσία τα παιδιά σου.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Σαν μια κραυγή
Σαν μια στιγμή
Που ο χάρος τη βαραίνει
Σε φτωχική μια κλινική
Που λένε καρδιολογική
Θα σβήσουμε θλιμμένοι.

Κάποια αδελφή
Αυταρχική
Με μας και μ’ όλα ξένη
Θα μας σκεπάσει βιαστική
καθώς θα τρέχει εδώ και κεί
κατάκοπη η καημένη. 

Κι ένας θεός
Που στοργικός
Ως τώρα ήταν για μένα
Την άλλη μέρα στοργικά
Τα πλάσματά του όταν μετρά
Θα γράψει: «μείον ένα».

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Χαιρετίζω τη νίκη του Τραμπ. Οι Αμερικάνοι ακολουθώντας τα μηνυματα των Καιρών τόλμησαν τη Μεγάλη Αλλαγή. Καλλίτερες μέρες περιμένουν την ανθρωπότητα. Φίλοι, πανηγυρίστε! TpEnCa

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

ΟΥΤ’ ΕΝ’ ΑΣΤΡΟ

plaudite, amici, comedia finita est!

Κανένα πλέον δεν προσμένει χέρι
να 'ρθεί στον πυρετό του τον βαρύ
κι ήρεμο κι απαλό σαν περιστέρι
μιαν αύρα να του φέρει δροσερή.

Μιλιά δεν καρτερεί αγαπημένη
των βόγγων να σκεπάσει τη βοή
και κάποιου φως ηλιού δεν περιμένει
να φέρει στη νυχτιά του το πρωί.

Κι οι λέξεις που έψαλλαν ευτυχισμένες
στα θαλερά της ποίησης κλωνιά
ψεύτικες εχαρίζαν οι καημένες
παρηγοριές κι ελπίδες και φιλιά.

Τώρα, ουρανός με δίχως ουτ’ εν’  άστρο
στητός κι αλύγιστος στέκει καθώς
βιγλάτορας που βλέπει πως το κάστρο
το ρίχτει απ' ώρα σ' ώρα ο εχθρός.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Φώτη
α.   Η Γιωργία είναι χάλια. Στο καροτσάκι μονίμως από προβλήματα της ΣΣ, νεφρά που οδηγούν σε αιμοκάθαρση, αναιμία που μόνο με μετάγγιση διορθώνεται προσωρινά. Ο γιατρός της λέει πως αν κάνει εγχείρηση για τη μέση, περισσότερες πιθανότητες έχει να πεθάνει στην εγχείρηση. Με ρώτησε τι να κάνει. Της είπα πως εγώ θα έκανα την εγχείρηση.
Αν πας προς τα εκεί δες την. Σε αγαπάει και θα θαρρέψει.

β. 
Η Α τις δυο τελευταίες μέρες αισθάνεται αδύναμη. Ζήτησε από την μητέρα της στη πατρίδα να την ξεματιάσει. Αυτή κάλεσε εξορκιστή για να λύσει τα μάγια και αυτός είπε ότι θα λυθούν μόνον αν η μητέρα ανάψει εξακόσα κεριά.
Δεν κοροϊδεύω, όλα είναι πιθανά και δυνατά σ’ αυτόν τον κόσμο.

γ. 
Πήγα στον πνευμονολόγο. Είχε πολλούς, έφυγα και ξαναπήγα σε μισή ώρα. Γεμάτος πάλι. Έφυγα οριστικά. Έκατσα στο γωνιακό, πήρα έναν καφέ και απόλαυσα την ημέρα με τον καλό της τον καιρό.
Το δεξί μου πόδι πονάει πάλι και φοβάμαι ότι όπως πέρσι θα μείνω και φέτος στο κρεβάτι για δυο μήνες. Εκτός αν έρθουν χειρότερα. 
Φιλιά στη Ζέτα
Χαιρετίσματα στα παιδιά.
ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΚΕΡΙ

Να το κερί. Το βλέπω καθώς λιώνει
φωτίζοντας αχνά την κάμαρά μου.
Κάποιο αόρατο για τη ματιά μου
το κόβει αργά και σταθερά πριόνι.

Και όλο λιγοστεύοντας δω χάμου,
χαρτιά μου δείχνει, ξύλα, ένα κασόνι...
Να τώρα! Του θερμού του η κόρη γάμου
με τ’ οξυγόνο, παύει να ψηλώνει. 

…Δυο λαμπυρίσματα προτού να σβήσει…
και πάει. Για λίγο, σαν μια σκότους δίνη
στο δωμάτιό μου ένας καπνός θα πλέει. 
Όμως η απουσία μόνο θα μείνει
σα φύγω εγώ, πως πέθανα να λέει
χωρίς να έχω τίποτα φωτίσει.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

                          ΑΡΑΓΕ ΠΩΣ

Πώς έτσι εφτάσαμε λοιπόν σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ'  άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια φωνή...

Εσμίλεψε το πνεύμα μας όχι του μίσους σμίλη
αλλά της αναντίρρητης κι απλής αποδοχής
όσων κι αν έρχονταν δεινών κι ευφρόσυνα τα χείλη
δε μισανοίξανε παρά για λόγια προσευχής.

Το δρόμο της τον πέρασε η ζωή όχι πατώντας
πάνω στ’ ολόπαχο χαλί της σκέψης της φτηνής
μα σε βουνών τις μυτερές τις πέτρες σκαρφαλώντας
κατ’  από δηώσεις, απειλές, και διώξεις απηνείς.

Εξασκηθήκαμε στα πιο εξαίσια μέρη του όλου
κάθε ημέρα φτάνοντας ψηλότερες κορφές.
Η ορμή μας το προπέτασμα του επουράνιου θόλου
διέσχισε, πίσω αφήνοντας πρωτόγονες μορφές.

Απ’  του νερού κι απ'  της φωτιάς τα χέρια ξεκινώντας
μες στο νερό βρεθήκαμε πάλι και στη φωτιά
όχι στεκάμενοι, αλλά, το μέγα κύκλο κλειώντας
που άγνωστα του βρίσκονται και τέρμα και πρωτιά.

Σε κάθε που φαινότανε να φτάνει καταιγίδα
κι ενώ τη μάχη ετοίμαζε ο μαύρος ουρανός
του έαρος μεις εφέραμε στους ώμους τη χλαμύδα-
κι από ελπίδες ξαστεριάς ο σάκος μας κενός.

Κι ο πόνος για το πάτημα της χλόης και το κλάμα
για του χιονιού το λιώσιμο στην ήσυχη βροχή
αντί ν’  ανοίγουν τον κρουνό στερεύανε το νάμα
του λυτρωμού απ’  την άδικη κι αναίτια ενοχή.

Άραγε πώς εφτάσαμε σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ’  άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια φωνή…

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

                    ΟΙ ΟΡΕΣΙΒΙΟΙ

Αν κάποιοι ορεσίβιοι ένα κοχύλι βρούνε
χαρούμενοι το παίρνουνε, στα χέρια το κρατούν
και φέρνοντάς το στο αυτί νομίζουν πως ακούνε
τα μακρινά της θάλασσας τα βύθη να βοούν.

Σαν τη ζωή μου μοιάζει εμένα ετούτο το κοχύλι
απατηλά μηνύματα που πλάθει απ’ τη σιωπή
που σήμα ένα αληθινό ποτέ του δε θα στείλει
και προς το ψέμα πάντοτε το νου θα οδηγεί.

Όμως εκείνοι τ’ όστρακο κραδαίνοντας σαν ξίφος
ολόχαροι το φέρνουνε από αυτί σ’ αυτί
και τη ζωή ερμηνεύουνε με σοβαρό ένα ύφος
ενώ ουτ’ εκείνοι υπάρχουνε ούτε υπάρχει αυτή.
Φώτη 
α.
Το καρέ συμπληρώθηκε.
Έλεγα, ο αυτοτιτλοφορούμενος «γιος» μου μού έχει κάνει όλα τα άλλα, όμως δεν μου έχει κλέψει λεφτά μέχρι τώρα.
Να που έγινε κι αυτό. Μου έκλεψε από τον κοινό μας λογαριασμό εξήμισυ χιλιάδες (6.500) δολάρια.
Αυτά ήταν όλα κι όλα τα λεφτά της σύνταξής μου από το SSN (Αμερικάνικη Κυβέρνηση) για τα χρόνια της σκληρής και αταίριαστης σε μένα δουλειάς που έκανα για δέκα χρόνια εκεί. 
Το πράγμα γίνεται αστείο (ή τραγικό, όπως το πάρει κανείς) αν σκεφτείς ότι τη δουλειά εκείνη την έκανα για να σπουδάσω το «γιο» μου αυτόν.
Και λέω πως το καρέ συμπληρώθηκε, γιατί δεν μου μένει κάτι άλλο να μου κλέψουνε.

β.
Και λίγο κουτσομπολιό: Ο αδερφός της Νλ τα είχε με μια κοπέλα. Χτες τους έπιασε ο πατέρας της κοπέλας στα πράσα και ζητάει από τον νεαρό να παντρευτεί την κόρη του απειλώντας πως αλλιώς θα τον σκοτώσει.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

       ΤΙ ΚΡΙΜΑ!

Βλέπεις τον άντρα αυτό τον κακομοίρη
που πάνω στην ανάγκη του στηρίζεται-
που στην οδύνη του έχει πάνω γείρει;

Κάτω από μια γυναίκα υποταγμένος
πονάει απ’ αυτήν και βασανίζεται
και υποφέρει σαν εσταυρωμένος.

Κάνει ό,τι πει, πηγαίνει όπου τον στείλει,
τον βρίζει, τον χτυπάει με βαναυσότητα-
το άρσεν-ένας δούλος για το θήλυ.

Κι όλα γιατί; Γιατί σ’ αυτόν το βράδυ
τα πόδια της θ’ ανοίξει με οικειότητα.
Τι κρίμα μια ζωή για ένα χάδι...

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Αν σε τρεις ημέρες πρόκειται να χειρουργηθείς και σκέφτεσαι θα ζήσω ή θα πεθάνω στην εγχείρηση.
Και αν σκέφτεσαι αν πεθάνω καλά αν όμως ξυπνήσω ποιος θα με κουμαντάρει τις πρώτες μέρες μετεγχειρητικά;
Και αν λες θα μπορούσα να το ζητήσω από την Α, όμως εκείνη δεν έχει πού να αφήσει το παιδί της και να έρθει, να το ζήταγα από την Αν. αυτή δεν μπορεί να δει τον εαυτό της πόσο μάλλον κι έναν άλλο μαζί, η Ν πάλι δουλεύει και της είναι αδύνατο.
Και αν σκέφτεσαι πως μπορεί να βρεθεί στον ίδιο θάλαμο κάποιος ή κάποια που θα σε προσέξει για μια-δυο μέρες ώσπου να μπορείς να βοηθήσεις κάπως τον εαυτό σου.
Και αν δεν γνωρίζεις καμία άλλη γυναίκα τόσο που να την πλησιάσεις και να της ζητήσεις να κάνει αυτή τα χρέη της νοσοκόμας.
Και αν λες από πριν όχι στη σκέψη να παραγγείλεις μια αποκλειστική νοσοκόμα από τη λίστα των αποκλειστικών του Νοσοκομείου γιατί είναι σαν να παραγγέλνεις φαγητό σε ένα άγνωστό σου φτηνό εστιατόριο που ποιος ξέρει ποιος και με τι χέρια και υλικά το έφτιαξε και προκαταβολικά διανοείσαι τους πόνους που το φάγωμά του θα σου έφερνε από τη διαφραγματοκήλη την παγκρεατίτιδα και την κολίτιδά σου.
Και αν ξέρεις ότι σου είναι αδύνατο να σταματήσεις μια γυναίκα στη μέση του δρόμου και να τη ρωτήσεις κυρία μου πρόκειται να χειρουργηθώ σε τρεις ημέρες, θα είχατε το χρόνο και τη διάθεση να με προέχετε για δυο τρεις ημέρες μετά την εγχείρηση έναντι πολύ καλής αμοιβής φυσικά.
Και αν αναλογίζεσαι ότι οι νοσοκόμες του νοσοκομείου θα έρθουν να σε δουν μόνο αν κάποιος τις ειδοποιήσει ότι πέθανες.
Και αν είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση πως οι σπιτονοικοκύρηδες που μένεις δίπλα τους και που από τις κουβέντες τους στο διάδρομο καταλαβαίνεις πως υπάρχεις και από τους θορύβους που κάνουν χτίζεις τη ζωή σου, αν τους έλεγες ότι πηγαίνεις για μια μεγάλη εγχείρηση θα σου έλεγαν πάρα πολύ ευγενικά ομολογουμένως κύριε τάδε επειδή ανθρώπινα είναι όλα και όλα μπορεί να συμβούν μήπως θα ήταν δυνατό να μας δώσετε ένα ενοίκιο μπροστά και άλλα τρακόσα ευρώ για να καθαρίσουμε το διαμέρισμά σας μετά, από κείνα τα βιβλία;
Και αν πάρεις την απόφαση ότι θα πας στο νοσοκομείο μόνος με ένα ταξί που δεν θα ξέρει αν σε πηγαίνει εκεί για να χειρουργηθείς ή για να επισκεφτείς έναν άρρωστο ή για να δεις μια φιλενάδα σου νοσοκόμα στην ώρα του μεσημεριανού της διαλείμματος.
Και αν μη μπορώντας όλα αυτά, ο νους σου ψάχνει κάποιον γνωστό ή κάποια γνωστή από τις μέρες του δοσίματος και του καλός είσαι όταν όλα πάνε καλά και δεν βρίσκει κανέναν κατάλληλο για να τους πει σε τρεις μέρες χειρουργούμαι χωρίς ο άλλος ή η άλλη να κάνουν ότι δεν σε άκουσαν ή να σου πουν α ναι; κουράγιο, πριν συνεχίσουν να σου μιλάνε για τον πονοκέφαλο που είχαν χτες. 
Και αν λες αδίκως κάνεις αυτές τις σκέψεις γιατί ξέρεις από παλιά ότι δεν υπάρχει κάποιο φωτεινό σημείο στο σκοτάδι της αδιαφορίας και αν αφού εκπλήρωσες και αυτή την αναγκαιότητα αν και όντας σίγουρος πως δεν θα έβγαινε πουθενά κι ότι μόνος σου θα είσαι και τώρα όπως ήσουν πάντοτε, κοιτάζεις μήπως μπορείς να ξεγελάσεις το γιατρό και να ακούσεις από αυτόν κάποια λέξη ανθρώπινη ή μια συμπάθεια στη φωνή και τον παίρνεις για κάτι από την προετοιμασία που τάχα δεν είχες καταλάβει και αυτός σου λέει βιαστικά και ενοχλημένος μα τα είπαμε κύριε τάδε, να τα πούμε πάλι;
Και αν αποκομμένος από την ανθρώπινη κοινωνία πας την προηγούμενη της εισαγωγής σου στο νοσοκομείο και αγοράζεις καινούργιες φανέλες και πιζάμες από το κατάστημα που έχεις πάει δυο τρεις φορές τα τελευταία χρόνια και που ένας σοβαρός και διακριτικός και ευπρεπής άνθρωπος είναι ιδιοκτήτης του και εκείνος αφού σε εξυπηρετήσει αξιόπιστα και γρήγορα και δυσεύρετα ευγενικά, βγαίνοντας  εσύ από το κατάστημά του ακούς απρόσμενα να σε ραίνει λυτρωτικά πίσω σου η ζεστή φωνή του που σαν να τα κατάλαβε όλα σου λέει καλή τύχη, ε τότε φίλε μου, βγαίνοντας από το νοσοκομείο πήγαινε σε ένα μέρος κατάλληλο για προσευχή και προσευχήσου για τα καλλίτερα στη ζωή του του  καταστηματάρχη εκείνου που η κουβέντα του σου έδωσε το σωματικό και το ψυχικό σθένος να αντιμετωπίσεις όλα τα βάσανα της εγχείρησης και του νοσοκομείου με αξιοπρέπεια.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο ΝΑΥΑΓΟΣ

Είναι ναυαγός.
Γεννήθηκε ναυαγός.
Κι ολοζωής στέλνει μηνύματα
μες σε μπουκάλια:
«μην πλησιάζετε».

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΠΟΥΛΑΚΙ

Χαϊδεψε ο γίγας τ’ ατσαλιού τ’ ατσάλινά του γένια,
στα δυο του πόδια τα χοντρά ωρθώθη τ’ ατσαλένια,
τ’ όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε καθώς έσβηνε  να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσε η απόνετη ατσάλινη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

          ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Αρίζωτοι στη νέα κι απ' την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι,
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.

Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι…
και λεν: "η αγαπημένη μας πατρίδα»…
Όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Η ΟΡΝΙΘΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

To βλέπω το μαχαίρι που κρατάς. 
Άνθρωπε σκότωσέ με να με φας.
Το θάνατο αυτόν μου τον χρωστάς.

Κάθε κι εγώ που βγαίνω απ’ το κατώι
χορταίνω απ’ το σκουλήκι που σε τρώει
κι απ’ τη δροσάτη που λιπαίνεις χλόη.

Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά
το θάνατο ο ένας τ’ άλλου να πεινά…
Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά...

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

                       ΝΑ  ΠΙΩ

Ολάνθιστος ήμουν και μ’ έχεις ξεράνει.
Μου έχεις χτυπήματα δώσει σωρό
που αν ήθελα  αρχίσει εδώ να ιστορώ
μεγάλου βιβλίου ο χώρος δε φτάνει.

Μετά τάχα πού από δω θα με στείλεις;
Θα πάω όπου να  ’ναι-θα κάνω ό, τι πεις.
Τα σύνορα εγώ θα διαβώ της Ντροπής.
Το ρόπτρο θα κρούσω της Άθλιας Πύλης.

Αλλά δε θ’  ακούσεις ποτέ παρακάλιο
να βγάλω απ’  τα χείλια ή λόγο πικρό.
Φαρμάκι ή μεγάλο να πιω ή μικρό
μου δώσεις, θα το ’πιω  με ύφος νηφάλιο.

Και όταν στο τέλος θα βγω νικητής
σε όσα μου έχεις γραφτό να τραβήξω
λιθάρι αναθέματος ζωή θα σου ρίξω
κι εγώ θα  ’μαι τότε δικός σου κριτής.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

                       ΔΕΝ  ΕΠΡΕΠΕ

Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι-
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Nανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος

τους αποκοίμιζε. Kι εμείς, ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ’  τα βιβλία ελπίδα.

Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της "ΠΡΕΒΕΖΑΣ" και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.

Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να  ’ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.

Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα-
οι δράκοι μας εσπάραξαν κι αφήσαν μόνο ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη…

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

ΩΡΑΙΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝ’ Ο ΥΠΝΟΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ!    

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!    
Και τα όνειρά του τι γλυκά!
Εφιάλτες όχι.
Σκοτεινά όχι κενά. 
Κι όταν μισόυπνος τα μάτια μισανοίγεις
λιόλουστα όλα και φωτεινά.

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!    
Σαν άρρωστος να είσαι και στο διπλανό δωμάτιο
κάποιος για σένα ανησυχεί
κι έρχεται όπου να ’ναι
αν αναπνέεις ήρεμα να δει.

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!    

(Ποιος είναι σίγουρος ότι κι ο θάνατος
δεν είναι ένας αιώνιος
τέτοιος ύπνος;)

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Φώτη σήμερα είχα πάει στη θεία του Κρις που τον φιλοξενεί στις διακοπές του εδώ.
Ήταν εκεί εκτός από τον Κρις και τη θεία του και ο άντρας της και ένας ξάδερφος του Κρις από την Αυστραλία με τη γυναίκα του.
Κρις, εξάδελφος και γυναίκα του είναι γέννημα και θρέμμα αμερικάνος ο μεν, αυστραλοί οι δε.
Και οι τρεις τους με έβλεπαν με περιέργεια, σαν ένα άλλο είδος ανθρώπου, του έλληνα. Τρία ζευγάρια μάτια να με κοιτάζουν κατάματα περιμένοντας να μιλήσω για να δούνε τι θα πω, πώς θα το πω, τι κινήσεις θα κάνω μιλώντας.
Οι θείος και θεία του Κρις, αν και έλληνες, γέροντες όντας και βλέποντάς με για πρώτη φορά, με εξέταζαν από πάνω ως κάτω συνέχεια, σαν να ήθελαν να γνωρίσουν και κάτι άλλο πριν πάνε εκεί όπου οι γνωριμίες είναι παρελθόν.
Ο Κρις, που ήταν ο μόνος που με ήξερε καλά, λες και είχε κολλήσει από κείνους, όχι μόνο δεν μεσολαβούσε ώστε να σπάσει με κάποιον τρόπο ο πάγος μεταξύ εμού και των άλλων τεσσάρων, αλλά με έβλεπε κι αυτός ερωτηματικά. Περιμένοντας ίσως να δει πώς θα τα κατάφερνα μόνος μου ή επειδή ήθελε να σπάσει πλάκα μαζί μου; Άγνωστο.
Εγώ τώρα, που ένας μόνο να με παρατηρεί δεν μπορώ να λειτουργήσω, ένιωθα σαν κατηγορούμενος με βαριά κατηγορία, με το φως μάλιστα του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο να υποκαθιστά επάξια τα εκτυφλωτικά φώτα που στοχεύουν ανακρινόμενο από έλληνα αστυνομικό ύποπτο.
Πέρασα μια δύσκολη ώρα αισθανόμενος σαν βουβάλι περιτριγυρισμένο από αγριόσκυλα που το κατασπαράζουν όχι με νύχια και με δόντια, μα με βλέμματα. Κατάλαβα τι ήθελε να πει ο Σαρτρ όταν έγραφε ότι η κόλαση είναι για τον καθένα οι άλλοι ή αν θέλεις η κριτική ματιά τους.
Αυτή μου η συνάντηση με τον Κρις σηματοδοτεί και το πέρας της πολυήμερης διαβούλευσής μας γύρω από τα θεσπισμένα ομόλογα.
Μετά από αυτό που μου πήρε τρεις εβδομάδες, ξαναγυρίζω στα καθ’ ημάς.

Ως για τον Αύγουστο, ο Αύγουστος Φώτη πέρασε λιώνοντας από τη ζέστη, με ερωτικές επιτυχίες και ερωτικές απογοητεύσεις, δύσκολος και πολυδάπανος.
Την ημέρα ξύπνημα αργά, καφές, λίγο συγύρισμα στο σπίτι, λίγα νέα από τον κομπιούτερ, φαγητό μεσημεριανό φτιαγμένο από μένα για απασχόληση, απόγεμα βαρετό.
Και το στημόνι σε όλα αυτά κυρίαρχο η ιδέα του τέλους. Τι λέω η ιδέα-η θέα.
Αρχίζεις με γεμάτες τις χούφτες σου με άμμο που τον βλέπεις να λιγοστεύει με τα χρόνια, όμως καλύπτει ακόμα ως ένα σημείο το δέρμα των παλαμών σου.
Με τον καιρό, από τις μικρές σχισμές ανάμεσα στα δάχτυλα φέυγοντας οι κόκκοι, αρχίζουν να φαίνονται το θέναρ και οι μεσοφαλαγγικές πτυχές πρώτα του αντίχειρα και κατόπιν του δείχτη.
Περνώντας τα χρόνια εμφανίζονται οι πτυχές και των υπόλοιπων δακτύλων καθώς και οι γραμμές της ζωής, της καρδιάς, της υγείας, της επιτυχίας, της τύχης. Παρατηρείς ότι ακόμα καλύπτονται με άμμο οι γραμμές του Νου και του Έρωτα.
Στη συνέχεια και όλο πιο γρήγορα τα δάχτυλα αδυνατίζουν και παρά την προσπάθεια που κάνεις να κλείσεις τις σχισμές ανάμεσά τους, αυτές όλο μεγαλώνουν.
Τέλος μερικοί κόκκοι έχουν μόνο μείνει πάνω στα επάρματα του δέρματος που καλύπτει τις φάλαγγες των δακτύλων. Και νοιώθεις, όσο και αν ήθελες κάτι τέτοιο, πως ίσως ακόμα δεν είσαι έτοιμος να τινάξεις τα δάχτυλα και να πέσουν όλα μονομιάς από τα χέρια.
Σκέπτεσαι ότι ίσως στα τελευταία εκείνα ψίχουλα κρύβεται το μεγάλο μυστικό, συμπυκνωμένο μέσα σ’ αυτό κάτω από την πίεση των υπόλοιπων ψίχουλων για τόσα χρόνια. Και δεν τινάζεις τα χέρια. Γιατί μπορεί κάθε κόκκος άμμου που έπεφτε από τα χέρια σου, να άφηνε στους υπόλοιπους απομένοντες κάθε φορά την παρακαταθήκη και το καθήκον να τηρήσουν συμπυκνωμένη μέσα τους όλη την ουσία, και ο τελευταίος τελευταίος τους να την αποδώσει γερή και πλήρη και γεμάτη και ανόθευτη.
Και περιμένεις.
Ναι, περιμένεις, όλη όμως αυτή η αναμονή που έχει σκοπός του βίου  γίνει, πρέπει να υποστηριχτεί από τη βεβαιότητα ότι ζεις. Και δεν αρκεί το ανόητο του Ντεκάρτ ότι σκέπτεσαι, αλλά προβάλλει το πανάρχαιο της Γραφής: αναζητάς συντροφιά. Και αυτή δεν θα πέσει στα πόδια σου σαν μήλο ενώ εσύ βρίσκεσαι μονίμως κάτω από μια αγριαπιδιά. Και να το αγριάπιδο: η Ερμιόνη και η Έλσα.
Η Ερμιόνη και η Έλσα, ζωγραφιές από το βιβλίο των επίγειων γνωριμιών του, είναι που βοηθήσανε το γέρο φίλο σου να περάσει τα άζωα βράδια του.
Η Έλσα. Ελληνίδα. Είναι μια δεκαεφτάχρονη που οι άρρενες όλοι της πόλης την έχουν γνωρίσει σεξουαλικά. Δεκατεσσάρων ετών όντας την έδιωξαν από το σχολείο γιατί πουλούσε ναρκωτικά.
Ο αδερφός της, εφτάχρονος, «παίρνει πίπες» σε αξιοσέβαστους κυρίους αντί αμοιβής τριών ευρώ ή ενός σάντουιτς.
Μου τον γνώρισε. Ένα παιδί με χαρακτηριστικά ώριμου άντρα. Μελαψός, σχηματισμένος, εύσαρκος, με βλέμμα αθώο και φοβισμένο μαζί, ένα παιδί φτιαγμένο για τη δουλειά που κάνει. Αν ήμουν παιδόφιλος, θα ήμουν ευτυχής που το γνώρισα.
Η Έλσα ζει με τη μητέρα της η οποία δουλεύει σε ένα εργοστάσιο νυχτερινές ώρες για δεκαπέντε ευρώ τη νύχτα.
Στη ΔΕΗ μόνο χρωστάνε πέντε χιλιάδες ευρώ.
Η Ερμιόνη. Είναι μια δεκαεφτάχρονη επίσης, που «σαν κοπέλα κι εγώ είχα τους φίλους μου», και που «τώρα είμαι ελεύθερη». Κυκλοφορεί με μια έξωμη μπλούζα που κρύβει μόνο τις θηλές από το στήθος της, καπνίζει το ένα μετά το άλλο τσιγάρα που στρίβει μόνη της με ύφος μπλαζέ, στο σχολείο δεν πηγαίνει γιατί την «ψυχοπλακώνει», «δούλευε αλλά σταμάτησε τη δουλειά» γιατί «δεν της άφηνε ώρα για ξεκούραση».
Βρισκόμασταν όλον τον Αύγουστο βραδάκι στις οχτώ-εννιά και πηγαίναμε σε κάποιο από τα πλήθος εξοχικά κέντρα της πόλης-σουβλατζίδικα, ψησταριές, εστιατόρια, καφέ, πετσοκόβοντας έτσι τις οικονομίες μου αφού εγώ πλήρωνα κάθε φορά για αντίδωρο στη συντροφιά που μου πρόσφεραν.
Μαζί τους έφερναν συχνά και κάποια πεινασμένη φίλη τους ή κάποιον περιστασιακό φίλο.
Με κουβέντες χωρίς νόημα και με χυδαία τραγούδια πέρασαν οι βραδιές του Αυγούστου. Και τα γράφω αυτά στον παρατατικό γιατί με το έμπα του Σεπτέβρη φρέναρα τις τέτοιες εξόδους μου για οικονομικούς λόγους.
Τα τηλεφωνήματα και οι προσκλήσεις δεν έχουν ακόμα σταματήσει από τις δυο φίλες μου, που τις βλέπω τώρα μόνο για λίγο κάθε φορά.
Και λέγοντας αυτά Φώτη, σου περιγράφω τη σημερινή νεολαία. Οικογένεια κατά κανόνα μονογονεϊκή, σχολείο όχι, μητέρα ή πατέρας με σκιώδη παρουσία, ξενύχτι μέχρι τις πρωινές ώρες, ύπνος μέχρι τις δύο το απόγεμα.
Για μαγείρεμα φαγητού στο σπίτι ας μη γίνει κουβέντα, έχει εξοστρακιστεί από τη ζωή τους. Δεν ξέρουν να βράσουν ούτε νερό. Τρώνε ό,τι τους κεράσουν οι φίλοι τους στα σουβλατζίδικα ή ό,τι πρόχειρο φαγώσιμο που βρίσκεται στο ψυγείο μπορεί να γεμίσει, αμαγείρευτο, το στομάχι-οι Έλσα και Ερμιόνη παράγγελναν περισσότερο φαγητό από εκείνο που θα μπορούσαν να φάνε κάθε φορά, ώστε το υπόλοιπο να μένει και να το παίρνουν μαζί τους στο σπίτι.
Ό,τι χρήματα τύχει να πέσουν στα χέρια τους πηγαίνουν για καλλυντικά ή ρούχα. Και ένα παράξενο πράγμα: όταν τους δώσει κάποιος ένα χαρτονόμισμα, όσο μικρό ή μεγάλο, λένε ένα ευχαριστώ. Πραγματική χαρά όμως-θα έλεγα ευτυχία-απλώνεται στο πρόσωπό τους όταν κάποιος τους δώσει κέρματα-πολύ μικρότερης αξίας βέβαια από εκείνη ενός χαρτονομίσματος. Γιατί άραγε; Είναι αυτό κατάλοιπο της χαράς  του άγριου-απολίτιστου ανθρώπου όταν οι εξερευνητές τους πρόσφεραν έναν αναπτήρα ή ένα καθρεφτάκι; Μάλλον.
Το σχολείο έχει τοποθετηθεί στα τελευταία ενδιαφέροντά τους. Οι συνεχείς απουσίες και το καθόλου διάβασμα είναι ο κανόνας.
Κάποιοι δάσκαλοι και καθηγητές βρίσκονται και περνάνε πολλούς τέτοιους μαθητές και μαθήτριες στην παραπάνω τάξη. Υποθέτω πως το κάνουν λόγω εντολών από πάνω, για να φαίνεται ότι υπάρχει Παιδεία.
Για ξενύχτι ας μην πω. Η νεολαία μας κοιμάται τις πρωινές ώρες.
Στα λέω αυτά για να είσαι ενημερωμένος(!) επειδή τον περισσότερο καιρό ζεις εκτός Ελλάδας…
Όσο για μένα, βοηθώντας  την Υπηρεσία αλλά και σπρωγμένος από την συνειδητή τάση μου για εξομοίωση με την αθλιότητα, έχω, αφότου γυρίσει στην Ελλάδα, γνωριστεί στενά με δεκάδες οικογένειες μεταναστών και συμφάγει με υπερδιακόσιους νηστικούς μετανάστες, από αυτούς που γέμιζαν παλιότερα επαιτώντας τους δρόμους τις πλατείες και τα λιμάνια.
Στα πλαίσια αυτών των καταστάσεων έχω μπει σε υπόγειες τρώγλες, σε ετοιμόρροπα άχρηστα κτίρια ενοικιαζόμενα από «τυχερούς» ιδιοκτήτες προς τρία ευρώ το άτομο τη βραδιά, έχω βρεθεί σε χώρους όπου στοιβάζονταν σε μια αίθουσα τριάντα τετραγωνικών σαράντα μετανάστες, έχω βεβηλώσει διαδρόμους ύποπτων ξενοδοχείων όπου κοιμόνταν αποκλειστικά γυναίκες, έχω βρεθεί σε καταγώγια όπου χρήστες ναρκωτικών επί το έργον συναλλάσσονταν με βαποράκια, έχω γνωρίσει από κοντά και σε βάθος πόρνες και πορνεία, κλέφτες, σεξουαλικά διεστραμμένους, αλλά και απλά παράξενους, ιδιόρρυθμους, ακοινώνητους, περιθωριακούς εκ πεποιθήσεως ανθρώπους.
Ήταν η πλευρά των αλλοδαπών όπου επιλεκτικά εγνώρισα, αφήνοντας στην πάντα τους αλλοδαπούς που ήσαν «καλοί οικογενειάρχες», «αξιοπρεπείς» κύριοι, γενικά τους βολεμένους αλλοδαπούς.
Τώρα οι περισσότεροι αλλοδαποί που πιο πάνω σου περιέγραψα έχουν φύγει λόγω κρίσης.
Τη θέση τους παίρνουν σιγά σιγά αλλά σταθερά ημεδαποί όμοιοί τους. Και κατ’ ανάγκην με τέτοιους νταραβερίζομαι πια. Κι αν τελευταία έχω περιορίσει τα νταραβερίσματά μου με αυτούς τους τύπους, το που ξαναγύρισα κοντά τους για λίγες εβδομάδες δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Και αυτοί-αυτές- με τις οποίες έκανα παρέα αυτό τον καιρό, είναι ίδιοι-ίδιες- με κείνους, μόνον που ακόμα προσπαθούν να τηρήσουν τα προσχήματα ψευδόμενες και εξευτελιζόμενες περισσότερο από αυτή τους την προσπάθεια.  Η Έλσα για παράδειγμα διακηρύσσει με κάθε ευκαιρία σε όποιον δεν την ξέρει, ότι ο πατέρας της έχει πολλά λεφτά στην Τράπεζα και ότι κάθε καλοκαίρι πηγαίνουν οικογενειακώς διακοπές στο Παρίσι.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι το καλλίτερο σημάδι ότι πηγαίνουμε χρόνια πίσω, όταν φωτιζόμασταν με λάμπες πετρελαίου, όταν «γυρίζαμε» τα ρούχα μας για να φαίνονται καινούργια, όταν το κρέας ήταν πολυτέλεια.
Μα αρκετά. Να σ’ αφήσω.
Ελπίζω γρήγορα να αποτοξινωθώ από αυτόν τον μήνα της… κραιπάλης και να ξαναπέσω στην «ευεργετική ρουτίνα» της ανιαρής καθημερινότητας. Για τώρα, σιγουρεύω πως δεν «παραστράτησα» ανεπιστρεπτί, μαθαίνω στις πουτανίτσες μου ότι δεν ήτανε αυτές η ζωή μου αλλά μόνο μια παραφυάδα της που κιόλας ξεραίνεται, και ταιριάζω τις αλυσίδες μου με τα σημάδια που κάθε μια αλυσίδα έχει αφήσει στα χέρια, στα πόδια, στην ψυχή, στην υπόληψη, στη χαρά μου έτσι, ώστε οι ίδιοι κρίκοι να ξαναταιριάσουν στα γνωστά δικά τους εντυπώματα -δεν υπάρχει καιρός ούτε για αλλαγή αλυσίδων.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΡΙΠΟΛΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1821
(Στους ξενητεμένους αρκάδες για τη συνεστίασή τους).

Εικοσιένα. Της Σκλαβιάς το μάτι φοβισμένο.
Οι έλληνες σηκώθηκαν.  Ανταρεμένο το αίμα
κοχλάζει μες στις φλέβες τους. Το πολυπικραμένο
από χαρά της Λευτεριάς λαμποκοπάει το βλέμμα.

Τ’ άγριο κοπάδι έτοιμο. Μόνο ο μπροστάρης μένει
που με σοφία περισσή με γνώση και με κρίση
τάξη θα βάλει στην ορμή που γύρω του πληθαίνει
και τιμονιέρης θα γενεί το σκάφος να οδηγήσει.

Και να! Βροντή ακούγεται από την Καλαμάτα:
"Καπεταναίοι την Τρίπολη! Την Τρίπολη!» φωνάζει.
Η Ιστορία διπλόσφιξε την πέννα όπου εκράτα
και το χρυσό μελάνι της με βιάση ετοιμάζει-

του Γέρου άστραψε η φωνή-κοντά ειν’ ο αγώνας
κι η νίκη ακόμα πιο κοντά.  Ό,τι αυτός αρχίσει
αίσιον έχει τελειωμό. Ετούτος ο αιώνας
σαν το μαργαριτάρι του τ’ όστρακο θα τον κλείσει.

Και όπως τ’ αγριόσκυλα κυκλώνουν τη δαμάλα
κι όλο στενεύουνε τον κλοιό προτού να της ορμήσουν
έτσι κι ο Γέρος του Μοριά τα παλληκάρια τ’ άλλα
τα οδηγάει τ’ αδύνατα μαζί του να τολμήσουν.

Και Πιάνα κι Αλωνίσταινα, Στεμνίτσα, Χρυσοβίτσι,
Λουκά, Λεβίδι, Τσιπιανά, Βαλτέτσι και Πικέρμι
τα βήματα είναι του θεριού πριν στην τουρκιά χιμήσει
και πάθει ό,τι της έγραφε η μοίρα της η έρμη.

Στρατολογεί η Καρύταινα πολεμιστές γενναίους
φωτιά οι μπαρουτόμυλοι παίρνουν της Δημητσάνας
η άσβεστη η ενθύμηση του πρωτινού της κλέους
ο νικηφόρος γίνεται κάθε ψυχής παιάνας.

Και να! Οι νέοι του Μοριά σπαθί στη μέση ζώνουν.
Μοσκοβολά η αγνότη τους κάμπους, βουνά, ρουμάνια.
Κι οι αρχηγοί τους, διαλεχτοί των διαλεχτών, υψώνουν
παλληκαριάς ανάστημα που φτάνει ως τα ουράνια.

Από την Αλωνίσταινα Δημητρακοπουλαίοι.
Από το Αρκουδάρεμα Καρέλης, Κλης, Αδάμας.
Της Πιάνας οι Πετρόπουλοι κι οι Κωσταντοπουλαίοι.
Οι τρεις οι Ζυγοβιτσινοί: Ρίζος, Μπεγλής, Καρδάρας.

Ροϊνό: Αναγνωστόπουλος. Βυτίνα: Κακλαμάνος.
Νεμνίτσα: Αναγνωστόπουλος. Περθώρι: Πουρναραίοι.
Καρύταινα: Σπήλιος Λουκάς. Στον Καρδαρά ο Πάνος
Κι απ’ τον Άγιο-Βασίλειο οι δυο Δεληγιανναίοι.

Δάρα: ο Κολιός Μπακόπουλος, ο Γιάννης Παπακώστας
κι ο Γιώργης ο Λαμπρόπουλος. Πικέρμι: ο Κοκκώνης.
Απ’ το Στενό: Μπακόπουλος. Κάψα: Σκουντριάνος Κώστας.
Κι απ’ το Περθώρι ο ήρωας κληρικός: ο παπα-Γιώργης.

Απ’ τα ωραία Τσιπιανά: οι αντρείοι Ρεβελιώτες.
Πέρα, από τα Μαγούλιανα: οι Παπαγιαννοπουλαίοι.
Και ο Σέκερης: ο αρχηγός μες στους τροπολιτσιώτες
με τη λεβέντικη ψυχή δόξας δροσιά να πνέει.

Αλλά και τ’ Αγιωργίτικα δε λείψανε και κείνα-
εβγήκαν από μέσα τους οι τρομεροί Σβωλαίοι.
Τον Ταμπακόπουλο έδωσε ακόμα η Βυτίνα.
Όλοι αυτοί, άντρες μεστοί άλλοι, και άλλοι νέοι,
     
στο κάλεσμα ετρέξανε του Γέρου Μωραϊτη
και ορκιστήκανε σ' αυτόν όλοι να υπακούνε
ώστε όχι μέσα στων τούρκων μόνο να μπουν τη μύτη
αλλά και στην Τροπολιτσά μαζί του για να μπούνε.

Και πάρθηκε η Τρίπολη. Και η αρχή αυτή ’ταν
του Αγώνα που οδήγησε στη λευτεριά του Γένους.
Γιατί όσα εδώ γινήκανε προς την Ευρώπη εβγήκαν
και να γνοιαστούν εκάμανε για μας, όλους τους ξένους.

Το πιο γερό τους στο Μοριά οι τούρκοι κάστρο εχάσαν,
το που ο Γέρος είχε φάει σκαμπίλι επληρώθη,
την πρώτη τους οι έλληνες βαθιά πήραν ανάσα
κι οστά και σάρκα επήρανε του ελληνισμού οι πόθοι.

Την Τάπια και την Κάρτσοβα και το Μαηθανασάκο
ορμητήριά του τα ’κανε ο Γέρος μες στη μάχη
που εκοψοκεφάλιασε τον τούρκικο το δράκο
ώστε η Ελλάδα σήμερα τη λευτεριά της να ’χει.

Για βόλτα σήμερα εμείς σ' αυτά τα μέρη πάμε.
Και καλά κάνουμε. Αλλά, πρέπει αυτή τη μέρα
τη σκέψη μας να στρέψουμε σ’ αυτούς που τους χρωστάμε
πως απ’ τους τούρκους λεύτερο ανασαίνουμε αγέρα.

Και περηφάνια νιώθουνε δίκια οι τροπολιτσώτες
γιατί η τρανότερη ήτανε της Τρίπολης η φλόγα
στην πυρκαγιά που ο Παλαιών Πατρών άναψε τότες
που στα ιερά Καλάβρυτα το Σηκωμόν ευλόγα.

Λοιπόν καλή διασκέδαση φίλοι κι ο θεός να δώσει
ό,τι καλό σε όλους σας εδώ στα μαύρα ξένα.
Και τώρα το ποτήρι του καθείς σας ας σηκώσει
και το κρασί του ας το πιει στη γεια του Εικοσιένα.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

                 ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ’ αεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.

-Αφού ένα αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβήσω κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

        Ο ΠΥΡΓΟΣ

Δεν ξέρω ποιο πλοίο εδώ μ’ έχει αφήσει
μα ξέρω καλά-θα ’ρθει πάλι μια μέρα
και κάποιος τον πύργο να δει θα ζητήσει
που θα ’πρεπε να ’χτιζα σε τούτη την ξέρα.

Γι αυτό μόλις πάτησα το πόδι μου επάνω
σε τούτο το ανάχωμα, με πάθος και ζήλο
τον πύργο μου άρχισα αμέσως να χτίζω
στοιβάζοντας σίδερο και πέτρα και ξύλο.

Μα κάθε που είχα σχεδόν τελειώσει
ενός μανιασμένου αέρα το πείσμα
φυσώντας με πάθος και δύναμη τόση
εγκρέμιζε ως κάτω τ’ ωραίο το κτίσμα.

Το ύψος θα είναι μικρό της ποινής μου;
Μεγάλο; Το χρέος μου θα εξοφλήσει;
Θα ειν’ αδυσώπητος κριτής ο κριτής μου;
Μετρούν τα συντρίμμια στην όποια του κρίση;

Κι ενώ ζοφερές κάνω πάντα προβλέψεις
για του δικαστή μου το αλύπητο μέτρο
φορές συλλογιέμαι-παιχνίδια της σκέψης...-
μη χτίστηκε ο πύργος μου κι εγώ δεν τον βλέπω;

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

     ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ

Τα ζώα εκκρίνουν θανατικό
τα δέντρα διαπνέουν υδροκυάνιο
το χώμα είναι σκόνη φαρμακερή
κι ό ήλιος με τις ακτίνες του μας σκοτώνει.

Εμείς με ύφος γιορταστικό
τον κόσμο μας υμνούμε το σπάνιο
τη γη ευγνωμονούμε την καρπερή
και του φωτός λατρεύουμε την αγχόνη.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
XVI19-XVII19

Η δύναμη μου είσαι συ Κύριε κι η βοήθεια μου
Kαι στις ημέρες τις κακές η προστασία μου είσαι.
Σε σε απ’ της γης τα πέρατα θα έρθουνε τα έθνη
Kαι θα σου πουν πως "ψεύτικους θεούς είχανε φτιάξει
οι προγονοί μας και σ’ αυτούς μέσα καλό δεν ήταν".
Μπορεί να φτιάξει ο άνθρωπος θεούς για τον  εαυτό του
Που να μην είναι αυτοί θεοί; "Γι αυτόν εγώ το λόγο
Σαν έρθει εκείνος ο καιρός το χέρι μου θ’ απλώσω
Για να γνωρίσουνε αυτοί τη δύναμη που έχω
Και για να μάθουνε καλά πως "Κύριος" τ’ όνομά μου.

17. Η απατηλή καρδιά

Καταραμένος ο άνθρωπος που σ’ άνθρωπο ελπίζει
Και σ’ άνθρωπο στηρίζεται και μακριά η καρδιά του
Βρίσκεται από τον Κύριο. Σαν άγριος θάμνος θα ’ναι
Που βρίσκεται στην έρημο. Και τα καλά όταν έρθουν
Δε θα τα δει. Και σ’ άγονο κι έρημο ένα μέρος
μιας γης θα μένει αρμυρής που δε θα κατοικείται.
 Κι ευλογημένος ο άνθρωπος που πίστεψε στον Κύριο
 Κι έχει τον Κύριο ελπίδα του. Θα είναι σαν το δέντρο
Που έχει δίπλα του νερά και που μες στη ζωντάνια
Εβύθισε τις ρίζες του. Κι όταν το κάμα θα ’ρθει
Εκείνο δε θα φοβηθεί και πράσινο όλο θα ’ναι
Κι ούτε αβροχιά θα φοβηθεί και όλο θα καρπίζει.
Βαθύτερο είναι η καρδιά στον άνθρωπο απ’ όλα-
Και ποιός θα τήνε γνώριζε; Εγώ ο Κύριος είμαι,
Που δοκιμάζω τις καρδιές και τα μυαλά ’ξετάζω
Και δίνω στον καθένανε αυτό που του αξίζει
Ανάλογα ποιους διάλεξε να περπατήσει δρόμους
Και με τ’ αποτελέσματα που ’χουν αυτά που κάνει.

Η πέρδικα μαζεύει αυγά που αυτή δεν τα ’χει κάνει
Και κελαηδάει δυνατά. Έτσι και κείνος είναι
Που άδικα επλούτισε-στη μέση της ζωής του
 Θα χάσει όλα τα πλούτη του και θα φανεί στο τέλος
Πως ήτανε ανόητος.
Κύριε, ελπίδα του Ισραήλ και η καταφυγή του
Θρόνε ψηλέ τρισδόξαστε, όλοι εκείνοι Κύριε
Που θα σ’ εγκαταλείψουνε θα ’χουν ντροπή μεγάλη.
Όσοι από σε θα φύγουνε στη γη γραμμένοι θα ’ναι,
Γιατί τον Κύριο αφήσανε πηγή ζωής που είναι.

Σώσε με Κύριε να σωθώ. Γιάνε με για να γιάνω
Γιατ’ είσαι καύχημά μου εσύ.

Να που αυτοί λένε σε με "ο λόγος του Κυρίου
Που είναι; Εμπρός! Ας έρθει εδώ!" Όμως εγώ από πίσω
Να ’ρχομαι από σένανε δεν έπαψα κι ούτε έχω
Ζητήσει εγώ τ’ ανθρώπινα. Εσύ καλά το ξέρεις-
Τα λόγια που απ’ τα χείλη μου βγαίνουν, δικά σου είναι.
Μη ξένός γίνεις συ για με και τις κακές ημέρες
Το έλεός σου δείξε μου. Ας κατατροπωθούνε
Εκείνοι που με κυνηγούν κι όχι εγώ. Εκείνοι
Να ’ναι που θα τρομάξουνε κ ι εγώ να μην τρομάξω.
Κακές ήμερες στείλε τους και κατασύντριψέ τους.

Μήνυμα για το Σάββατο.

Αυτά λέει ο Κύριος: "Περπάτησε και στάσου
(συνέχεια)

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΠΑΡΑΞΕΝΟ

"Αντίθετα από σε
εγώ έχω εμορφιάν
το σώμα όπως πρέπει καμωμένο
στα μέλη συμμετρίαν
και πρόσωπον ηδύ
παράξενο το βλέπω
το αγόρι το δικό μου να τραβήξεις".

"Κι αν έχεις εμορφιάν
και πρόσωπον ηδύ
είσαι για την αγάπη
ένα μικρό παιδί-
δεν έχεις κοιμηθεί
όπως εγώ με τόσους
και ποιος θα σου την μάθει
του έρωτα την τέχνην;"
ΑΓΑΠΗ ΧΙΜΑΙΡΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΞΕΙΣ ΛΟΙΔΟΡΕΙΣ

Αγάπη χίμαιρα που υπάρξεις λοιδορείς
που οι φτωχές προσμένουνε από σένα λυτρωμό-
αγάπη χίμαιρα φριχτή, αλήθεια πώς μπορείς
και τέτοιο ένα φέρσιμο κρατείς σκληρό κι ωμό;

Ζωή που πλέκεις φαντασιές για τους θνητούς
πολλές
γιατί τη μεγαλύτερη, τόσο λαχταριστή,
και ποθητή την έκανες που όλοι τη θέλουν, λες
ότι μαζί της κι η χαρά σ' αυτούς θα χαριστεί;

Και πόνε συ, γιατί φορές γελιέσαι τάχα εμπρός
σε κάτι μέγα, που θαρρείς πως ειν’ αγάπη, ενώ
αυτό ειν’ ενός κύματος ο ταπεινός αφρός
που σ’κώνει ένα φάντασμα ορμώντας στο κενό;
ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ

Απαλά σαν περνά
στα μαλλιά της τη χτένα
μαύρη ζήλεια κερνά
και ποτίζει εμένα.

Όνομα άλλο εάν
της προφέρουν τα χείλια
την ψυχή μου κεντάν
φαρμακόφιδα χίλια.

Αν το χέρι τ’ αβρό
χέρι άλλο ακουμπήσει
στην καρδιά μου θα βρω
σα θα δω χίλια μίση.

Κι αν καφέ ή γλυκό
σ' έναν ξένο προσφέρει
α! τι πιόμα πικρό
με κερνά δεν το ξέρει..

Αλλά μία της λέξη
αν μου πει τρυφερή
να! τα σκότη έχουν φέξει-
κι ήρθαν άλλοι καιροί.

Λες ποτέ δεν υπήρξαν
οι απάνθρωπες ώρες
λες ποτέ δεν ερίξαν
οι ουρανοί μαύρες μπόρες.

Κι όλα ειναι ένα μύρο
και μιας Άνοιξης χνώτο
σαν να ζει εναγύρω
τ’ όνειρό μου το πρώτο

δηλαδή βυθισμένη
στου έρωτά μου τη δίνη
και γλυκά μεθυσμένη,
να χορεύει Εκείνη.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα θεούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ’ τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ’ άρεσε και σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" σ’ ακούω να μου λες,
γιατί αφού θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες θεέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ’ ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Θεούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ’ αυτές που ’χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ   ΚΑΙ  ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ-σε θέλω-βιάσου.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη-φτου!-
πώς μπορεί μια πεταλούδα
να φιλεί σου τη μουσούδα;

-Και τι έχω το στραβό
όπου τόσο σ' απωθώ;
-Είσαι γκρίζος-εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο.

-Κι εγώ πάντα τραγουδώ.
Το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω
στα μεράκια όταν μπαίνω.

-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό.
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω-δε μου μοιάζεις.

-Είμαι εγώ τραγουδιστής
είσαι σύ ο χορευτής-
απ’ των δυο μας την παρέα
τι θα ταίριαζε πιο ωραία;

-Ω!  Αταίριαστοι πολύ
‘μεις οι δυο-εγώ έχω βγει
από άσπρο ένα κουκούλι.
Συ θα το  'χεις για κιβούρι.

-Όμοια ειν'  τα δυο αυτά:
η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα  αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη φύση.

-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ-
τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.

-Μια φορά εσύ αν καείς,
η φωτιά μου συνεχής-
αχ!  με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.

Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει.

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομ'  εφτού-
αχ!  με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια          

Θεέ μου συ που μεριμνάς
για τα φτωχά σου πλάσματα
Και στων ανθρώπων τις πληγές
ω! βάλε καταπλάσματα.

Δε σου ζητούνε και πολλά.
Να τους βοηθήσεις μόνο
να βγούνε όλοι νικητές 
στην πάλη με τον πόνο. 

Στο κάτω κάτω της γραφής 
Σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα σου και συ,
Βολεύονται και κείνοι.
Φώτη σημερα σηκώθηκα μετά τέσσερες μέρες στο κρεβάτι με ψηλούς πυρετούς και ρίγη ως από προστατίτιδας. Αύριο ελπίζω θα μπορώ να γράψω περισσότερα.

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

ΜΟΛΥΒΊ

Ξέρω: σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα
κι σ’ όλα γύρω σου ένα πορτοκαλί θα δώσεις χρώμα.
Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο,
που λίγο λίγο αναιμικά θ’ αδυνατίζει,
κι όταν τελείως πια θα ’χεις βυθιστεί
ένα μολυβί βαρύ.

Και ξέρω,
το πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις
καθώς θα ’ρχεσαι:
μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί,
και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο
εξονυχιστικά ερευνητικό
παμφάγο άσπρο.

Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια... και τα ίδια... και τα ίδια...
Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια πράγματα.

Σε βαρέθηκα ήλιε.
ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΣΤΑΣΙΣ.

Κι άλλη μια στάσις.
Πόσο τάχα θα κρατήσει;
Πόσο θα τριγυρίζω άσκοπα κι επώδυνα
ανάμεσα σ’ ενός σταθμού
που δεν είναι ο προορισμός μου
τους θορυβώδεις μικροπωλητές;

Ως πότε μ’ άγνωστους ανθρώπους
άγνωστες κουβέντες θ’ ανταλλάσσω;

Πότε ο σταθμάρχης μου
θα πει απ’ το μεγάφωνο πως φεύγουμε;
Πότε το τράνταγμα θα νιώσω
της εκκινήσεως;
ΛΙΓΩΜΕΝΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Στη γιορτή του αη-Λια
τ' άστρα γίνανε φιλιά
και στην Κάτω Παναγίτσα
ουρανός η αγκαλίτσα

Βρε αγαπούλα μου καλή
πώς γλυκαίνεις το φιλί
και πώς κάνεις την αγκάλη
όλο λάγγεμα και ζάλη..

Κι "όχι" πώς ποτέ δε λες
στις βουλές τις πιο τρελές
και τα "ναι" τα λατρεμένα
πώς τρεμίζουν λιγωμένα…

Αχ! μικρή μου αγαπίτσα!
Αχ! στην Κάτω Παναγίτσα!
Αχ! Χαμένη! Κορωμένη!
Αχ! αφροστεφανωμένη!

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Η ΠΡΩΤΗ

Απάνω στο βιβλίο μου
καθώς καθόμουνα στο ηλιοστάσι
μια μύγα ήρθε να διαβάσει.

Τα πόδια της ελύγισε
κι εστάθη λίγο έτσι διπλωμένη
στο διάβασμά της ξεχασμένη.

Κατόπιν εσηκώθηκε
και το σοφό της ξύνοντας κεφάλι
"θεέ μου", είπε, "τέτοιο χάλι

ποτέ δεν το περίμενα:
οι άνθρωποι μοχθούν να μάθουν ό,τι
για μας η γνώση ήταν η πρώτη".
ΘΕΕ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΨΕΥΤΗ

Θεέ γιατί να μη με κάνεις ψεύτη
στις πράξεις, στις ιδέες, στη θεωρία.
Anήλεα η φωνή μου η στεντορεία
σ’ ανθρώπους και σε πράγματα να πέφτει…

Γιατί σ’ απύθμενα να πέφτω βάθη
κάθε φορά το στόμα που θ’ ανοίξω
ζητώντας την αλήθεια να μη θίξω
ούτε με αθέλητα του λογού λάθη;

Γιατί τις πράξεις μου να θέλω δίκιο
και δράση αψεγάδιαστη να διέπει
γιατί το νου μου εμένα να μην τέρπει
λόγος κακός κι ύφος ανοίκειο;

Κι αφού των άλλων κουβαλώ τις τύψεις
αμνός εγώ εν μέσω των λεόντων
κι αφού με στέρησες άλλων προσόντων
και δεν εδέησες να μου χαρίσεις   

χαρίσματα αδίστακτου ατόμου,
τουλάχιστο ας γινόνταν να μπορούσα
το ψέμα το γλυκό να ιστορούσα
όχι σε άλλους μα στον εαυτό μου.
ΕΣΥ…
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Μου’ παν πως ήρθες-τι μ’ αυτό; για με είσαι πάντα εδώ.
Ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω.
Με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ’ εσέ δοσμένου μου του νου.

Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ.
Σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ.
Έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να ’μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.

Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ.
Όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν’ ιαχή.
Σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει.
Με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.

Εσύ ’σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός.
Στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός.
Είσαι η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά.
Για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.

Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου εσύ και τους χαλάς.

Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί
εσύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..

...Μου’ παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει.
Απ’ τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να ’ξεραν πως πάντοτε για μένα είσαι εδώ..

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Φώτη είμαι όχι μόνον ερωτευμένος αλλά ευτυχής ερωτευμένος. Η περί ης με πλησίασε σήμερα και με ρώτησε: "Γράφετε;"
Πού το 'μαθε;
Να μη σου λέω βαρετές λετομέρειες, αύριο έχουμε ραντεβού για να της μιλήσω σχετικά με τα γραφτά μου.
Σκέψου. Θα καθίσει στο ίδιο τραπέζι με μένα. Τα υπέροχα μάτια της θα με βλέπουν. Το στήθος της θα κινείται μιλώντας μου. Τα κρινόπλαστα χέρια της θα συμπληρώνουν με τις κινήσεις τους τα νοήματα που η γλωσσίτσα της θα θέλει να μου μεταδώσει. Οι θείες κνήμες της θα χορεύουν μπροστά μου. Τα χείλη αυτά θα μιλάνε σε μένα!
Θέλω κάτι αλλο για να ειμαι ευτυχής; Όχι. Και αν οι κινήσεις της επεκτείνουν το πεδίο τους μέχρι το κρεβάτι μου, ε, τότε, απολύοις τον δούλον σου...

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ

Πάνω στο γράμμα γράμμα
το πρώτο θα σβηστεί.
Πάνω στο θάμα θάμα
το ’να θα ξεχαστεί.

Πάνω στον πόνο πόνος
πα’ στον καημό καημός
διπλά μετράει ο πόνος
διπλά μετρά ο καημός.
(Όταν κλείσεις δέκα χρόνια στην ξενιτιά, δεν υπάρχει παλιά πατρίδα)

«ΕΛΛΑΔΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΟΥ ΗΛΙΟΣ ΑΛΛΟΥ ΔΕ ΛΑΜΠΕΙ…»

«Ελλάδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει…»
Σε περασμένους χρόνους, σε καιρούς αλλοτινούς,
σε μι άλλη γη,
ίσως υπήρχε μία χώρα που την έλεγαν Ελλάδα.
Μα πόσο μακριά από δω; Ποιος ξέρει...
Και πόσο πέρα από το τώρα...
Και επαράδωσε σε μας ο μύθος
αυτή την αίσθηση πατρίδας
φανταστική κι απόκοσμη,
άοσμη και φευγάτη.
Ίσως.
Σα μύθο τη δεχόμαστε και μεις
που δεν πιστεύουμε στους μύθους.





Σα μύθο τη δεχόμαστε και μεις
που δεν πτοούμαστε από μύθους,
Σε περασμένα χρόνια
σε καιρούς αλλοτινούς
λέγεται ότι ζούσαν άνθρωποι εκεί,
που ήσαν φίλοι μας, γνωστοί μας.
Άνθρωποι που μας είχαν αγαπήσει.
Και λέγεται ότι ακόμα υπάρχουνε και ότι
μας αγαπάνε και μας σκέφτονται ακόμα.
Μα ξέρουμε ότι αυτά είναι παραμύθια.
Πως τέτοια χώρα δεν υπάρχει
πως είναι μόνο ένα όνειρο.
Ένα κενό στη φαντασία που πληρώνεται
αυτόματα
με υπολείμματα συμπαντικών αντιπόδων.
Κι οι άνθρωποι του είναι κούφια πλάσματα,
εικόνες απρόσωπες,
πλάσματα ανύπαρκτα, υποθετικά,
καθένας τους μια ατέλεια και μιαν έλλειψη.
Εμείς τουλάχιστον
δεν ξέρουμε καμιά Ελλάδα
και βέβαια ποτέ δεν ήμασταν εκεί
ούτε και φύγαμε απ’ αυτήν
για να 'ρθουμε εδώ. Εμείς
εδώ πάντοτε ζούσαμε
και ζούμε.
ΣΑ ΛΑΒΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Σα λάβα υγρή κι έτσι ζεστή
δεκαπεντάχρονη μικρούλα
βρίσκεσαι μπρος μου αιδώ μεστή
χωρίς ψυχή-χωρίς φωνούλα.

Κι ως με θωρείς γονατιστή
τόσο γλυκιά κι έτσι αγνούλα
λες άλλης είναι οι μαστοί
που σει’ του πόθου η τρεμούλα.

Και ’γω κεντρίζοντας βαθιά
τ’ άλογο που ’χω εντός μου
μ’ όσα η σβησμένη σου φωνή:
"πάρε μου", λέει και :"δος μου",

λύνω την άσπρη σου ποδιά
σε ντύνω με το φως μου
και λεηλατώ και τη σοδειά
και το δεντρί του κόσμου.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Η ΔΡΟΣΙΑ

Η δροσούλα την αυγή-
η καλή δροσιά
μες στη γειτονιά
στάλα στάλα πέφτει.

Μη της παίρνεις τη ζωή
όταν περπατάς-
μη τήνε πατάς
κόσμε δροσοκλέφτη.
ΜΕ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Με εκπομπές πνευματικού περιεχομένου
το τρίτο πρόγραμμα μας προσκαλεί
ν' ανοίξουμε του ραδιοφώνου του καημένου
το προδομένο απ’ την τι-βι κουμπί,

και να γευτούμε κάτι πιο ωραίο
που την ψυχή θα τέρπει αληθινά.
Αλλά και το προσκάλεσμα το νέο
τίποτα το καλό δεν προμηνά.

Πάλι ο εργάτης καιρό δε θα ’χει
πάλι ο υπάλληλος θα βαριεστά
κι ο γεωργός πάλι θα ψάχει
να δει ο σπόρος του αν βαστά.

Και οι γυναίκες οι καημενούλες
μια με την άλληνε θα συζητούν
ή, κουρασμένες νοικοκυρούλες,
θα ψευτοπλέκουν και θα κεντούν.

Έτσι το τρίτο θα παραμένει
σαν απροσπέλαστη βουνοκορφή
που θα ’χει μέσα της βαθιά θαμμένη
χρυσή μια φλέβα, όμως κρυφή.
ΕΚΛΕΙΨΗ ΗΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Για λίγο όλοι τον ύπνο τους τον βύθιο αφήκαν
και δραστηριοποιήθηκαν-κινητοποιηθήκαν
για να ιδούν μιαν ολική λέει έκλειψη ηλίου
που θα γενεί στις τέσσερες του Ιανουαρίου.

Όλοι τους εβαλθήκανε μαύρα γυαλιά να φτιάξουν
και δίχως βλάβη των ματιών το θέαμα να κοιτάξουν.
Σελήνης, ήλιου κι αστεριών γνωρίζοντας τις φάσεις
η έκλειψη μια στις τόσες τους θα είναι διασκεδάσεις.

Α! ευτυχείς! που θεωρούν πως είναι μέγα πράγμα
λίγο να δουν να κρύβεται απ' του ηλιού το μάγμα!
Α! ευτυχείς! Δεν ξέρουνε πόσες εσύ εκλείψεις
παντοτινές δημιουργείς σ’ όποιου τη ζήση ενσκήψεις.

Τον ήλιο κρύβεις της χαράς κι όλα τα δερνει η λύπη.
Του ρολογιού, το θάνατο αργομετρούν οι χτύποι
κι όχι του "Τώρα" μοναχά, μα κι οι χαρές του "Αύριο"
μέσα σε σκότος πνίγονται τρομαχτικό και άγριο.

Εκλείψεις άπονης ζωής, χαράς και ηρεμίας,
εκλείψεις κάθε και ψυχής και νου ευημερίας,
εκλείψεις αγαλλίασης, απόλαυσης, ’φροσύνης.
εκλείψεις πάμφωτων νυχτών σε στρώμα έρμης κλίνης.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

ΣΤΑΡΙ ΣΤΟ ΣΑΚΚΙ

Τόσο πολλά είναι μέσα στοn μικρό χώρο
και τόσο κοντά το ’να στ' άλλο, τα πριν
τόσο απλωμένα, που, ασυνήθιστα σ’ αυτό
ασφυκτιούν. Η μέσα τους ζωή
πιεσμένη έτσι, κινδυνεύει
όλη κλείσιμο να γίνει και υπομονή.

Ν' αγαπιούνται, όμως, έμαθαν εκεί.
χωρίς υπεκφυγές. Aλλιώς
θα ξέφευγαν από την ηρεμία του κέντρου τους
και θα έμεναν χωρίς ελπίδα, κάποτε,
σε πεδίο πλατύ να ριχτούνε
και με της γης την ευλογία το πράσινο,
που τώρα σαν σε όνειρο κατέχουν,
να φανερώσουν.
ΟΙ ΩΚΕΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝΕ ΝΕΡΟ ΜΑ ΑΙΜΑ

Οι ωκεανοί δεν έχουνε νερό μα αίμα
και τα φαράγγια βαθιές είναι πληγές
στης γης το σώμα.
Σπυριά κακόφορμα τα όρη και οι λόφοι.

Μια στρογγυλή αρρώστια όλη η γη
που απέλπιδα γυρνάει μες στα χάη
γιατρειά ζητώντας για μια αρρώστια ανίατη.

Εμείς μικρόβια πάνω της
με τ’ άλλα ζώα-τ’ αδέρφια μας μικρόβια-
εμείς μικρόβια πάνω της
το αίτιο του κακού.

Μαζί της ταξιδεύοντας
η γιατρειά θα έρθει
όταν χαθούμε και οι δυο μαζί-
και μείς και κείνη.


ΣΑΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΑΞΥΠΝΗΤΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Σαν κοιμηθώ αξύπνητα δεν είναι που θα σβήσω
απ’ τις στρατιές των ζωντανών-δεν είναι που θ’ αφήσω
ατέλειωτα ή ανάρχιστα όσα ήθελα να κάνω.
Είναι που όταν θα χαθώ για πάντοτε τη χάνω.

Δεν είναι που μια έρημη σκιά θα βολοδέρνω
στα χάη και αναίτια το φάσμα μου θα σέρνω
σ’ άλλες ανάμεσα σκιές που ίδια όπως εμένα
θα προχωρούν με βήματα βαριά και κουρασμένα.

Είναι που θα ’μαι μακριά από τα γλυκά της χείλη.
Είναι που πια δε θα μπορεί να μου είναι ούτε "φίλη".
Είναι που την οδύνη μου καμιά δε θ’ αλαφραίνει
φωνή. Καμιά τον πόνο μου ματιά δε θα γλυκαίνει.

Είναι που οι πόθοι που κερνά η θεία της η κνήμη
ούτε ιδέα δε θα ’ναι πια μες στη νεκρή μου μνήμη.
Είναι που χώματα βαριά τα μάτια θα σκεπάζουν
και κείνα πια δε θα μπορούν κρυφά να την κοιτάζουν.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Έλα. Το τζάκι αναμμένο στη γωνιά
και η ζεστή φλοκάτη δίπλα του στρωμένη
έλα. Απ' την τόση που ’δειξά σου
αποκοτιά
μέσα μου απόψε ούτε ίχνος πια δεν μένει.


Έλα. Απόψε απαλά θα σου μιλώ
άκρη θα βάλω άλλη όποια θέλησή μου
κι ένα παιδάκι θα 'μαι εγώ μικρό καλό
κι ένα μωρό γλυκούλι εσύ θα ’σαι μαζί μου.

Έλα. Απόψε τα όποια αγγίγματα
την τρυφερότη μοναχά θα υπηρετούνε
απόψε λες νεκρά πως θα 'ναι τα κορμιά
και μόνο οι δύο οι ψυχές μας θα μιλούνε.

Έλα κοντά μου βελουδένια μου κυρά
έλα κοντά μου απαλόφτερέ μου κύκνε
και μες στης λίμνης μας τα ήρεμα νερά
τις απαλές ματιές σου μόνο απόψε ρίχνε.

Δες, τα φουσάτα σα μας βλέπουν του βοριά
φοβούνται με την ηρεμία μας να παλέψουν
καθώς φοβούνται τα πουλάκια το σποριά
κι άπελπα μένουνε ότι καρπό θα γέψουν.

Έλα και δώσε μου στο μέτωπο φιλί
κι ένα να δώσω εγώ στ’ αβρό μικρό σου
χέρι
κι ας γίνουμε απόψε αγάπη μου απαλή
ένα που αγνότερο στη γη δε ’φάνη ταίρι.

Έλα. Την ακριβή σου αγνότητα εγώ
με τα ποθόπλαστα γραφτά μου έχω ταράξει.
Μα έλα-σχώραμε και άσε να οδηγώ
και σε και με στης ηρεμίας μας την τάξη.

Έλα καλή μου αφού η Μοίρα το ζητά.
Έλα. Οι άνθρωποι πολύ μικροί μετράμε
μπροστά σε κείνης τα αξεφεύγατα γραφτά
κι «όχι» σε ό,τι πει ας μη της απαντάμε.

Έλα καλή μου κι ακριβή που ομορφιά
γεμίζεις όποιονε κοντά σου πλησιάζει.
Έλα κι ας διώξουμε μακριά την ακεφιά
που και τους δυο μας τελευταία εξουσιάζει.

Έλα που γλύκα από το στόμα σου σκορπάς
κάθε σε γέλιο ή σε μίλημα τ’ ανοίξεις.
Έλα που φως γεμίζει ο τόπος όπου πας-
έλα το δρόμο της αγάπης να μου δείξεις.

Έλα κορμάκι μου απαλό καθώς φτερό,
έλα και γείρε απαλά στην αγκαλιά μου.
Έλα μαλλάκια μου χρυσάφι λαμπερό
φωλιά να κάνεις από κάτω απ’ τα δικά μου.

Έλα χειλάκι άταιρο στην πλάση εντός.
Έλα κι ανέγγιχτο κι αφίλητο θα μείνεις.
Τη μήτρα ποιος θα ετολμούσε του παντός
σε βρόχια έρωτα να μπλέξει κι αέρα δίνης;

Έλα νεράϊδα εφηβικού παραμυθιού
που με τα λόγια σου οι vιοι αποκοιμιούνται
κι όταν το βάρος διώξουν του ύπνου του βαθιού
σ’ αγάπης δρόμο τρέχουνε και ξεπερνιούνται.

Έλα μωρό μου συ γλυκό και τόσο αγνό.
Έλα και η αγνότη σου δεν κινδυνεύει.
Μέσα της ίσκιος της σα να είμαι θα χαθώ
καθώς σκια στης νύχτας χάνεται τα ερέβη.

Γλυκό μου, αξιολάτρευτο, σεπτό μωρό
που γάλα ακόμα εσύ δεν έχεις αποκόψει,
πώς θα σ’ αγγίσω έτσι αβρό και τρυφερό
πώς άτρωτα να δω την όλο φως σου όψη...

Του κόσμου του άσχημου σοφή νικήτρα
εσύ,
πώς όλα γύρω, πέρα, εντός μας
ομορφαίνεις-
σα μάγισσα καλή πώς σκόνη μια χρυσή
σκορπάς τριγύρω σου καθώς μόνο
διαβαίνεις…

Στολίδι εσύ όλου του κόσμου μας λαμπρό
απόψε θα στολίσεις μόνο εμάς τους δύο
και θα ’βρεις μέσα μου και μέσα σου θα βρω
τη φλόγα που κι ανάναφτη διώχνει το κρύο.

Θεία κι ανάκουστη-πανώρια μουσική,
έλα και στ’ άϋλα φτερά σου ανέβασέ μας
και κράτησέ μας όλη αυτή τη νύχτα εκεί
και στου πρωιού τον ερχομό κατέβασέ μας.

Μη τα ίδια σου τα μάτια αγάπη μου αγαπάς
στρέψε και δίπλα σου-θα δεις εκεί εμένα
να σ’ ακλουθώ πιστά όπου ήθελε με πας-
μη αυτά τα μάτια σου για με τ’ αφήνεις ξένα.

Προσκέφαλο να! κάνω εγώ πολυαπαλό
Την έρμη δίχως σου χεριών μου την αγκάλη
και πάνω του απαλά να γείρεις σε καλώ
Σαν μεθυσμένη από ουράνια θεία μια ζάλη.

Γλυκιά μου με ό,τι έχω πάνω μου αγνό
μ’ αυτό μονάχα σα θα ’ρθεις θα σε σκεπάσω
καθώς πουλάκι ανυπεράσπιστο μικρό
σκέπει απ’ όλα τα κακά το πλούσιο δάσο.

Με απρόσμενα δειλές ματιές θα σε κοιτώ
μη κάποια πλέον θαρρετή θα σε προσβάλει
και στα δυο χέρια μου έτσι δα θα σε κρατώ
καθώς κρατεί ο ουρανός το άστρινο σάλι.

Στο στήθος σου θα βλέπω εγώ μόνο το φως
που μου φωτάει ανεμπόδιστο το μάτι-
πόθους απόψε αυτό-να πω δεν ξέρω πώς
Πιο ωραίο θα το μποδίζει να γεννάει κάτι.


Τα πόδια σου απόψε θα 'χουν σκεπαστεί
με μιας αγνότητας τα ευφρόσυνα τα ρούχα
και θα ’χει απόψε από μέσα μου χαθεί
το που ως τα χτες άγριο για κείνα πάθος που ’χα.

Τα όμορφα τα μάτια σου θα με φωτούν
και θα με λούζουν απαλά-δε θα τυφλώνουν
όπως το θες απόψε όλα θα γινούν
και όλα ήρεμα τριγύρω μας θ' απλώνουν.

Η γη στο χάος απορημένη θα σταθεί
και θα θαμάξουν πάνω της οι γύρω τόποι
τους δυο μας βλέποντας κανείς να μην
ποθεί
μόνο να λάμνουμε μες σ’ ένα φωτοκόπι.

Κι εσύ θα είσαι στη δική μου αγκαλιά
σαν που όλα όσα βλέπουμε είναι μες στη φύση.
Και όλα συ θα ’χεις ξεχάσει τα παλιά
που τόσο σ’ είχανε καλή μου ταλανίσει.

Έλα καλή μου. Ο πόθος άφαντος-να, δες,
κι όλα προσμένουν ήσυχα τον ερχομό σου.
Απόψε όλες οι νεράιδες οι καλές
τον δρόμο ετοίμασαν καλή μου τον δικό
σου.
……………………….
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ
(συνέχεια)
XV14-XVI18
θα πάνε από Θάνατο με βάσανα που θα ’ρθει.
 Και ούτε θα τους κλάψουνε και ούτε θα θαφτούνε.
Πάνω στο πρόσωπο της γης παράδειγμα θα μείνουν.
Θηρία, κι όρνια θα τους φαν. Μαχαίρι θα τους κόψει
Και από πείνα θα χαθούν".
Αυτά λέει ο Κύριος: «Μην πας γι αυτούς να κλάψεις
Και στην κηδεία τους μην πας. Ούτε να τους πενθήσεις.
Επήρα την ειρήνη μου απ’ το λαό αυτόνε.
Και δε θα τους θρηνήσουνε κι ούτε θα κάνουν πένθους
Χαραγματιές στο δέρμα τους, κι ούτε θα ξυριστούνε.
Και ούτε όπως γίνεται όταν κανείς πεθάνει
Παρηγοριάς θα κάψουνε ψωμί. Και δε θα δώσουν
Να πιεί κανείς παρηγοριάς ποτό για τη μητέρα
Ούτε για τον πατέρα τους.
Και σε συμπόσιο δε θα πας κοντά τους να καθίσεις
Για φαγητό και για πιοτό. Γιατί ο Κύριος λέει, 
Του Ισραήλ ο θεός, αυτά: Ιδού! Απ’ αυτό τον τόπο
Κι απ’ τη δική σας τη γενιά, παίρνω από μπροστά σας
Και παύω εγώ κάθε φωνή χαράς και ευφροσύνης.
Και κάθε μια παύω εγώ φωνή γαμπρού και νύφης.
Και όταν στο λαό αυτόν θα πεις αυτά τα λόγια
Κι αυτοί σε σένα όταν πουν: γιατί αυτά ο Κύριος
Ορίζει τα κακά για μας; Ποια κάναμε αδικία
Και ποια αμαρτία κάναμε στο θέλημά ενάντια
Του θεού και του Κυρίου μας;  Σ’ αυτούς εσύ πες τότε
Γιατί οι πατεράδες σας μ’ άφησαν, λέει ο Κύριος,
Και πίσω απ’ άλλους τρέχανε θεούς-τους προσκυνούσαν
Και τους υπηρετούσανε. Και μένα εγκαταλείψαν.
Και ούτε που τηρούσανε το νόμο μου. Σεις πάλι
Πιότερο απ’ τους πατέρες σας έχετε αμαρτήσει.
Ακολουθεί καθένας σας εκείνο που του λέει
Η πονηρή του η καρδιά. Και δε με υπακούτε.
Κι από τη χώρα αυτή εγώ σ’ άλλη θα σας πετάξω
Που δεν την ξέρετε ουτ’ εσείς ούτε οι προγονοί σας.
Και θα δουλεύετε εκεί σ’ άλλους θεούς. Κι εκείνοι
Δε θα ’χουν έλεος για σας.
Γι αυτό λέει ο Κύριος Ιδού! Έρχονται ημέρες
Που δε θα λένε τότε πια "ζει ο Κύριος" που ’χει βγάλει
Έξω από την Αίγυπτο του Ισραήλ τα τέκνα,
Μα "ζει ο Κύριος", αυτός που έξω έχει βγάλει
Τους απογόνους του Ισραήλ απ’ του Βορρά τη χώρα,
Κι απ’ όσες χώρες θα ’ναι αυτοί εκεί εξορισμένοι.
Και θα τους βάλω πάλι αυτούς να μείνουνε στη γη τους
που έδωσα στους πατέρες τους.
Ιδού! Πολλούς θα στείλω εγώ ψαράδες", λέει ο Κύριος,
 Κι αυτούς θα τους ψαρέψουνε. Κι ύστερα απ’ τους ψαράδες
Πολλούς θα στείλω κυνηγούς για να τους κυνηγήσουν
Απάνω σ’ όλα τα βουνά, πάνω σε κάθε λόφο
Ως μέσα στις βραχότρυπες. Γιατί όλους τους τους δρόμους
Βλέπουν εμέ τα μάτια μου, και τ’ αδικήματά τους.
Αδύνατο είναι να κρυφτούν απ’ τα δικά μου μάτια.
Και τότε θα πληρώσουνε διπλά για τις κακίες
Και για τις αμαρτίες τους. Γιατί έχουνε τη γη μου
Με των αισχρών τους πράξεων μολύνει τα ψοφίμια 
Και με τις ανομίες τους έχουν καταπατήσει
Τον κλήρο που τους έδωσα".
(συνέχεια)
ΝΑ ΦΟΒΗΘΟΥΝ

Το πλοίον τρέχει απτόητον απ’ τα κύματα.
Η θάλασσα ας γυρεύει θύματα.
Eίναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.

Ο πλοίαρχος φλυαρεί με μια κυρίαν.
Oι ναύτες τραγουδούν στην πρύμνη
κι οι επιβάτες κάτω διασκεδάζουν.

Μ’ αυτό το πλοίον τίποτα δεν έχουν
να φοβηθούν-
είναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.
ΔΕ ΘΑ ΦΥΓΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Δε θα φύγω τη μοίρα των κοινών των ανθρώπων
κι η κατάληξη θα ’ναι της αθλίας ζωής μου
και θα είναι η ύστατη ζωοδότρα ελπίς μου
να ταφώ σ’ αναπαύσεως χλοερόν ένα τόπον.

Των μικρών των ανθρώπων δε θα φύγω τη μοίρα
ξεχασμένος απ’ όλους εις στο τέρμα του βίου
σ’ ενός βρώμιου θα στέκω και στενού καφενείου
κάποια θέση ενώ θα ’ναι όλες άδειες τριγύρω.

Των άσημων ανθρώπων θ’ ακλουθήσω τα ίχνη
το μικρό μου το βήμα δίχως αύριο θα σέρνω
κάθε μέρα το σώμα πιο πολύ θα το γέρνω
ως να γίνει ένας δείχτης που το χώμα να δείχνει.

Των μυριάδων χιλιάδων κι εγώ θα ’χω την τύχη
σαν κι εγώ να ’χω ζήσει μια χαμένη ζωή
και θ’ αφήσω σαν όλους τη στερνή μου πνοή
με τον ίδιο εκείνων μετρημένο τον πήχη.

Απ' τα δίχτυα του ολέθρου ίσως μόνο με σώσουν
κάποιοι ανώριμοι, στείροι και παρείσακτοι στίχοι
που θα χτίσουνε γύρω μου κάτι απόρθητα τείχη
τα κρυφά νοήματα τους αφού πριν φανερώσουν.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
των πρωινών της παιχνιδιών τ’ ανυποψίαστο γέρας
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σαν φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.

Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε.
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα. Πάτα λαφριά σιγή μου.
Και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τήνε ξυπνάτε.
Έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ

Στις άσχημες γυναίκες που η μοίρα
τους όρισε αγέλαστη μια ζήση
που μένουν τα όνειρά τους πάντα στείρα
κι ο ήλιος τους γνωρίζει μόνο δύση'

στις άσχημες γυναίκες που τον πόνο
για σύντροφο πιστό τους έχουν πάντα
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω
αυτή τη λυπημένη μου μπαλάντα.

Σ’ αυτές κανείς δε στέλνει ωραία δώρα
και ποιήματα θερμά κανείς δε γράφει.
Φορέματα γι αυτές δε φτιάχνει η μόδα
κι είν’ άφωτοι τα μάτια τους δυο τάφοι.

Ο πόθος τις θερίζει κάθε βράδυ
προσεύχονται για έστω μια θωπεία
ελπίζουν όμως άδικα-το χάδι
γι αυτές το ερωτικό μια ουτοπία.

Παράσιτα που ζουν λησμονημένα
σ’ ανθένιο μοσχομύριστο φυτώριο
γράμματα με βιασύνη στριμωγμένα
σε κάποιου τετραδίου το περιθώριο.

Μπροστά τους ξεχωρίζουνε δυο δρόμοι:
αυτός της θλιβερής κι ανούσιας ζήσης
μακριά από τους ανθρώπους και ακόμη
μακριά ’π’ του έρωτα τις συγκινήσεις,

κι εκείνος της πικρής της επαιτείας
για χάδια που ποτέ τους δε θα βρούνε
ενώ τα σιγανά της ειρωνίας
τα γέλια, μες στ’ αυτιά τους θα ηχούνε.

Ανέραστες και φρούδες ερωμένες
μια κρύα σαν τις άλλες θα πεθάνουν
νυχτιά, με τις παλάμες απλωμένες
προς έναν ουρανό που δε τον φτάνουν.

Και πάνε στην αφάνεια και στη λήθη-
κανένας μια κυρία δε θυμάται
που μόνη στη ζωή της εκοιμήθη
καθώς και τώρα αξύπνητα κοιμάται.

Αυτά τα λίγα λόγια τα θλιμμένα
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω.
Κι ας μη σκεφτούνε άδικα για μένα-
κι εγώ στον ίδιο πόνο αργολιώνω.

Κι αφού δεν τους εχάρισαν για δώρα
οι θείοι ποιητές αθάνατα έπη
οι άσχημες γυναίκες θα 'χουν τώρα
την άσχημη μπαλάντα που τους πρέπει.
ΣΥ ΤΡΥΠΗΣΕΣ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΣΤ' ΑΓΚΑΘΙΑ

Συ τρύπησες το χέρι σου στ' αγκάθια
κι επόνεσε το χέρι μου ευθύς.
Παθαίνω του κορμιού σου όλα τα πάθια
όπου είσαι κι όπου ήθελε βρεθείς.

Αλλ' αν είναι δικοί μου οι πόνοι σου όλοι
δεν είναι του κορμιού σου οι χαρές. 
Θολώνεις της χαράς το περιβόλι
τις πίκρες σου μου δίνεις καθαρές.

Σε άλλονε χαρίζεις το φιλί σου
σε άλλον τις γλυκές σου τις ματιές
για κείνον οι χαρές του παραδείσου
της κόλασης για μένα οι φωτιές.
ΑΝΟΙΞΗ ΦΕΤΟΣ
(CAL L. Α. ΕΡΙΛΉ)

Άνοιξη φέτος σ' αγαπώ γιατί έχεις στα μαλλιά
εκείνη την κοκάλινη αγκράφα τη μελιά
που βάζει στα μαλλάκια της όταν φυσάει αέρας.
Γιατί έχεις δέσει στο λαιμό γιρλάντα από χαρτί-
κοινό χαρτί όπως έβαλε κάποιαν ημέρα αυτή
κι όλο το σπίτι έλαμπε και μάλωνε ο πατέρας.

Άνοιξη φέτος σ’ αγαπώ γιατί έχεις τη ματιά
στοχαστική. Γιατί φοράς μια μπέρτα καφετιά
και γιατί όλα γίνονται στη φύση όπως προστάζεις.
Άνοιξη φέτος σ’ αγαπώ γιατί το γιορτινό
φουστάνι της εντύθηκες, το ροζ, το φωτεινό.
Άνοιξη φέτος σ’ αγαπώ γιατί πολύ της μοιάζεις.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Αρχίζουν οι ολυμπιακοί αγώνες. Εκατομμύρια άνθρωποι θα παρακολουθήσουν να δουν αν κάποιο δίποδο θα πηδήξει έναν πόντο ψηλότερα από άλλο ή θα τρέξει μια απόσταση σεχρόνο ένα δευτερόλεπτο λιγότερο από κάποιον άλλον.
Αύριο όλοι αυτοί θα μυξοκλαίνε για τα παιδιά που πεθαίνουν από πείνα και θα κυνηγάνε «τρομοκράτες».
ΝΑ ΧΩΡΙΖΟΥΝ

Του χωρισμού των έφθασεν η μέρα.
Αδύνατον να πάνε παραπέρα.
Το ένιωθαν καλά-το τέλος είχε φθάσει.

Χωρίσανε το βράδυ με αοριστίες
για τη συνάντησιν την επομένην
"τηλέφωνο θα πάρω κάποια μέρα..."
"θα περιμένω-ναι-εξάπαντος..."

Μα ήξεραν πως έλεγαν κενά-
ούτε αυτός θα έπαιρνε, ουτ' εκείνη
στ’ ακουστικό θ' ανέμενε όπως πρώτα.

Είναι μια μέθοδος καλή κι αυτή
γι ανθρώπους ευαισθήτους
να χωρίζουν.
ΧΤΕΣ ΒΡΑΔΥ Ο ΥΠΝΟΣ ΔΕ Μ' ΕΠΑΙΡΝΕ

Χτες βράδυ ο ύπνος δε μ' έπαιρνε,
στη σκέψη μου είχες χωθεί
o πόνος κοντά του με γύρευε
ολόκληρος του είχα δοθεί.

Επάνω σερνόμουν στο στρώμα μου
σαν κάποιος που κρίμα βαρύ
παιδεύει. Και ήταν το στρώμα μου
βαριά φυλακή τρομερή.

Και είναι αλήθεια-αμάρτησα.
Στο δείλι εχτές το μελί
τις πίκρες σου όλες τις άρτυσα
και δεν σου επήρα φιλί.
ΕΛΑΤΕ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΉ)

Στους χόουμλες όσο κι αν παρακαλούσανε
δεν έδινα το κουόρι που μου ζητούσανε-
α! έλεγα, όλο πίνουν και μεθούνε
και τα λεφτά τα θέλουν για να πιούνε.

Αλλιώς το ίδιο πράγμα όμως σκέφτηκα
αφότου-αλίμονό μου-την ερωτεύτηκα
κι έχω της άφταστής της γίνει χάρης
ένας ζητιάνος-ένας διακονιάρης.

Όπως εκείνοι δε ζητούν ποσά υπέρογκα
κι εγώ από κείνην δε γυρεύω τον έρωτα-
δεν της ζητώ τα μάτια τα όμορφά της
μονάχα που ζητώ μία ματιά της.

Και ούτε που ζητάω τη γλωσσίτσα της
ν’ ακούσω θέλω μόνο μια λεξίτσα της.
Ούτε στην αγκαλιά μου να την κλείσω-
μονάχα μία τρίχα της ν’ αγγίσω.

Ω! άστεγοι ζητιάνοι μου κακόμοιροι!
κι οι δυο στο ίδιο πάθος είμαστ’ όμηροι
σας τυραννά η ζωή με την ορμή της
με λιώνει-με πεθαίνει το κορμί της.

Κι οι δυο ζητάμε κάτι που παρήγορα
το χρόνο μας θα έσπρωχνε πιο γρήγορα.
Ζητάτε στο πιοτό την ευτυχία
στα ψίχουλα ζητώ την ευωχία.

Σε κείνους που πονούν όταν δεν πίνουνε
τα χέρια μου από τώρα όλο θα δίνουνε:
α! χόουμλες! ελάτε όπου κι αν είστε
κουόρια ευτελή να μου ζητείστε.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ’ όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσε η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.
-ΠΟΥΛΙ ΛΑΛΕΙΣ ΚΑΙ ΚΕΛΑΔΕΙΣ

-Πουλί λαλείς και κελαδείς
για της αγάπης πάθη.
Μα έλα, ξέρεις να μου πεις
τι είναι η αγάπη;

-Ειν’ εν’ απότομο, βαθύ,
αγύριστο φαράγγι
μέσα όποιος έμπει θα χαθεί-
μαύρο τον τρώει κοράκι.
ΚΑΜΜΕΝΟ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.

Απ’ τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.

Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.

Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα ’μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Θεέ μου συ που μεριμνάς
Για τα φτωχά σου πλάσματα
Και στων ανθρώπων τις πληγές
Ω! βάλε καταπλάσματα.

Δε σου ζητούνε και πολλά
Να τους βοηθήσεις μόνο
Να βγούνε όλοι νικητές
Στην πάλη με τον πόνο.

Στο κατω κάτω της γραφής
Σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα σου κ εσύ,
Βολεύονται κι εκείνοι.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΥΛΑ


Όταν το σούρουπο μεστώνει
και πριν ακόμα γίνει βράδυ
τις θείες νότες της απλώνει
μια μουσική γλυκιά σαν χάδι.

Πέφτει απαλά σαν τη δροσούλα
μες στη σιωπή της γειτονιάς μου
καθώς ανέγγιχτη νυφούλα
σε γιορτινό κρεβάτι γάμου.

Και με τρυπά σαν νοσταλγία
και με πονεί σαν ερωμένη
η μαγική της μελωδία
που στον αέρα είναι χυμένη.

Μήπως του Πάνα η φλογέρα
και του Απόλλωνα η λύρα
ξεπροβοδίζουν την ημέρα
χαρίζοντάς της τέτοια μύρα;

Μήπως σε με που δε με ξέρει
τη θαλπωρή από το θέρο
και τη γαλήνη από τα’ αστέρι
στέλνει η καλή που δεν την ξέρω;

Ή μην ο αγέρας απ’ τα μάκρη
σοφός ως έρχεται του κόσμου
του ταξιδέματος το δάκρυ
και τη χαρά σταλάζει εντός μου;

Α! Του σπανίου τους του κάλλους
γνώστες δεν ειν’ αυτοί οι ήχοι-
από ποιητές φύγαν μεγάλους
κι ήρθαν σε με να γίνουν στίχοι.
«O Carsilago de la Vega, ποιητής (1503-1536), παντρεμένος με τη Donna Elena, αλλά πάντοτε ερωτευμένος με την πορτογαλίδα κυρία επί των τιμών της βασιλίσσης, donna Isabel Freire…»



O CARSILAGO DE LA VEGA

O Carsilago de la Vega
όπου αξίωμα είχε μέγα
είχε για νόμιμη γυναίκα
τη Donna Elena.

Μα ήταν πάντα ερωτευμένος
 με τη ’sabela ο καημένος
που ’λειπε πάντοτε στα ξένα-
τα πικραμένα.

Κύριε Vega τι απαίσια
τι φοβερή υποκρισία-
ποιητής εσύ πώς το μπορούσες
και απιστούσες;

Και πάλι πες μου σε καλό σου
τι σκαρφιζόταν το μυαλό σου
τόσο μακριά που τις κρατούσες
όταν αργούσες;
ΓΙΑ ΚΕΙΝΗΝΕ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Όπως υμνούσαν οι προφήτες
πριν γεννηθεί Αυτός τον Κύριο
και του μοιράζαν τις εσθήτες
και του προλέγαν το μαρτύριο

έτσι γι αυτήνε τραγουδούσαν
οι ποιητές των πριν αιώνων-
τα όμορφά της κάλλη υμνούσαν
κι απ’ τον δικό της λιώναν πόνο.

Κι ας τραγουδούσαν κάποια Τζούλια
μια Βεατρίκη-μια Ελοϊζα-
όμως των στίχων τους τα γιούλια
μόνο για κείνηνε ανθίζαν.

Αυτή η έξήγηση ειν’ η μόνη
που όλα σ’ αυτήν τέλεια ταιριάζουν
όπως στον πλάτανο οι κλώνοι
και τα πουλιά που εκεί κουρνιάζουν.

Γι αυτό κι αδιάφορον μ’ αφήνει
της ποίησής μου το άθλιο χάλι
αφού υμνητές της έχουν γίνει
τόσοι ποιητές πολύ μεγάλοι.
Τελικά όλοι οι έλληνες δημοσιογράφοι είαι καπιταλιστικά σκυλιά που υπακούνε και προστατεύουν όποια εξουσία επιβάλλεται στην Ελλάδα κάθε τόσο από το Καπιταλιστικό Κέντρο.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Φώτη μέρα σαν τη γαμημένη τη σημερινή να μην ξανάρθει.
Καλά σηκώθηκα και το μόνο καλό αυτό ήτανε σήμερα. Η γκόμενά μου που θα μαγείρευε να φάμε δεν ήρθε «γιατί έχουμε επισκέψεις». Κι εγώ μωρή τι θα φάω; Παίρνω το εστιατόριο έχουμε μπακαλιάρο μου λέει. Μου φέρνει, φεύγει. Δοκιμάζω λύσσα. Τον ξαναφέρνω δοκίμασε του λέω δοκιμάζει μου λέει έχετε δίκιο ευτυχώς που μας το είπατε για να μη δώσουμε και σε άλλον. Ναι ρε γαμιόλη του λέω να μου φέρνετε κάθε μέρα να δοκιμάζω τα σκατοφαγητά σας πριν τα δώσετε σε άλλους. Μας συγχωρείτε μου λέει, θα σας φέρουμε σουβλάκια στα κάρβουνα. Σε λίγο μου φέρνουν αντί τα σουβλάκια τα κάρβουνα. Δεν τρώγονταν με τίποτα, τα πέταξα. Ένα αρχίδι τώρα μου είχε ζητήσει δέκα φωτοαντίγραφα από μια του εργασία. Πάω να του τα βγάλω χαλάει ο εκτυπωτής μου και τα ήθελε και δυο όψεων το αρχίδι, που ποτέ μου δεν έχω καταφέρει να βγάλω. Δυο ώρες μου πήραν τα αντίγραφά της κολοεργασίας του. Οι χριστοσταυροπαναγίες που έριξα δεν περιγράφονται ούτε μετριούνται. Μια φορά το εξάμηνο ρίχνω κανα Χριστό. Σήμερα, το δίωρο αυτό, βλαστήμησα για πενήντα ζωές  με τον παραπάνω ρυθμό και μάλιστα φωνάζοντας δυνατά. Απέξω από την πόρτα μου, στο διάδρομο του ορόφου παίζανε το εγγονάκι του σπιτονοικοκύρη μου τεσσεράμισυ χρονών με την ξαδερφούλα του τριών. Όποτε άρχιζα τις χριστοσταυροπαναγίες σταματούσαν τα παιχνίδια τους κι αφουγκράζονταν. Καλλίτερα να μαθαίνουν τα παιδιά. Και μια ζέστα αφόρητη. Και η Νλ. που για τρία χρόνια με παίρνει ανελλιπώς κάθε μέρα τηλέφωνο, σήμερα είναι η δεύτερη μέρα που δεν με πήρε να τα έλεγα αυτηνής. Είχε πάει και μουνοβάραγε σε κάποια παραλία με μια φίλη της που ανέβηκε να τη δει. Αφάγωτος τώρα εκτός από κάτι λίγα ρεβίθια που βρήκα στο ψυγείο. Λέω ας πάω στο καφενείο. Πάω, στρώνομαι, με περποιούνται καλά εκεί γιατί είμαι ταχτικός, μια όρκα πουτάνα δίπλα μου κάπνζε το ένα μετά το άλλο. Σηκώνομαι πάω σε άλλο τραπεζάκι. Μια καριόλα ψολαρπάχτρα από την άλλη μεριά ανάβει κι αυτή. Άρχισα να βήχω, έφυγα. Πάω στον Κήπο να ανασάνω λίγον αέρα. Πουτανάκια με τους κόλους και τα βυζά έξω και από πίσω τους σαν σκυλάκια οι έφηβοι αερογαμιάδες τους. Τα κακόμοιρα και τα δυο που σε δέκα χρόνια θα εύχονται να μην είχαν γεννηθεί… Και κατά τις έντεκα να σου και με παίρνει η Ν. Λέει ο Βασίλης μου λέει να έρθουμε να φάμε; Τώρα του κάβλωσε του βασίλη της λέω; Ένα μήνα κάθε μέρα του λέμε να έρθει τώρα στις έντεκα νύχτα του ήρθε; Ώσπου ΄να ντυθείς, ώσπου να έρθετε,  θα αρχίσουμε να τρώμε στη μία. Τι να του πω μου λέει να του πεις να πάει να γαμηθεί της λέω.
Το μόνο καλό σήμερα που με ημέρεψε λιγάκι ήτανε που ενώ καθόμουν στον Κήπο, ένα κοριτσάκι που έφευγε με τον μπαμπά του στάθηκε και με κοίταξε. Θάταν δε θάταν  ενάμισυ δύο χρονών. Ξανθούλικο, ομορφούλικο, αγγελικό, ήρθε ρε Φώτη και στάθηκε μπροστά μου και με κοίταγε. Του κίνησα το χέρι μου σε χαιρετισμό, ο πατέρας του το πρότρεψε να μου κινήσει κι αυτό το χεράκι του, αυτό δεν το έκανε, χωρίς να σταματήσει όμως να με κοιτάζει γελώντας μου-αναίτια για εμάς τους μεγάλους, και αγγελικά. Ο πατέρας του προσπαθούσε να το πάρει να φύγουν, εκείνο τίποτα. Και όταν αυτός κατάφερνε να το τραβήξει μαζί του, και όταν έκαναν δύο βήματα, εκείνο σταματούσε ρε Φώτη, γύριζε προς εμένα και με κοιτούσε ίδια όπως σου είπα πριν. Αυτό έγινε πολλές φορές μιας και ο πατέρας του, καλός κύριος, δεν το τράβηξε με το ζόρι μακριά μου, για να μη το δυσαρεστήσει προφανώς. Και πάντοτε εγώ το χαιρετούσα και του ανταπόδινα το κοίταγμά του. Αυτό συνεχίστηκε ρε Φώτη για εφτά λεφτά τουλάχιστον. Και μα την αλήθεια σου λέω Φώτη, τελείωσε όλο αυτό επειδή εγώ λυπήθηκα τον πατέρα του που ο άνθρωπος έπρεπε να πάει κάποτε στο σπίτι τους και έπαψα να κοιτάζω προς το κοριτσάκι. Όσο κοίταζα με την άκρη του ματιού μου όμως, τον παίδεψε ακόμα το κοριτσάκι του σταματώντας και βλέποντας γελαστό προς εμένα. Δεν γύρισα να δω τι απόγινε. Φυσικά τι θα έγινε; Τέλος θα υπόκυψε το κοριτσάκι στη ροή των γεγονότων της συμπαντικής καθημερινότητας  και θα τράβηξε μαζί με τον πατέρα του για το σπίτι.
Αυτά με λίγα λόγια Φώτη σήμερα. Και ενώ μου συνέβαιναν όλα αυτά δεν λειτούργησε καθόλου η αρχή του καλώς έχειν. Να σκεφτώ δηλαδή ότι όλα αυτά είναι ένα αρνητικό τίποτα μπροστά στο γεγονός ότι και σήμερα ούτε με χτύπησε ένα αυτοκίνητο, ούτε ανακάλυψα πως πάσχω από κάποια καινούργια αρρώστια, ούτε πόνεσα κάπου, ούτε ζαλίστηκα, ούτε με πόνεσαν τα πόδια μου, ούτε… ούτε…
Έτσι είναι ο άνθρωπος φτιαγμένος, να διυλίζει τον κώνωπα του κακού, ενώ καταπίνει την κάμηλον του καλού. (και α-προπό, θα πεθάνω χωρίς να μάθω-γιατί κανείς δεν ξέρει σίγουρα- τι στο διάολο ήταν αυτή η κάμηλος)
ΤΑ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ

Έπιπλα δεν είχε το δωμάτιο
και όσο να πεις
ένα τραπέζι
απαραιτήτως χρειάζονταν.

Δε θα ’τρωγε καλά για λίγες μέρες
το κάπνισμα θα εμετρίαζε
το φως νωρίς θα το ’σβηνε
λίγο από δω-λίγο από κει
θα τα κατάφερνε στο τέλος.

Και όχι πολυτέλειες.
Δεν ήθελε
ξύλο καλό. Ούτε μορφή και στυλ θα εκοιτούσε.
Ένα απλό τραπέζι.
Λίγο γυαλιστερό μόνο στην επιφάνεια
και κάπως, όσο γίνονταν
τα πόδια του κομψά
(μπορεί να το ’ντυνε και με χαρτί.
Έτσι κι η φθήνεια του θα κρύβονταν
και τακτικός θα έλεγαν πως είναι).

Τώρα θα πεις:
μεγάλη ανάγκη ήταν το τραπέζι;
Ανάγκη όχι, μα είναι κάποια συντροφιά.
Ένα δωμάτιο άδειο άσχημα χτυπάει.
Πάλι
κάποιος μπορεί να ’ρχόταν
και την κατάντια του να δει δε θ’ ανεχόταν.
Και τέλος είναι κάτι όρθιο
μέσα σε τόσα γκρεμισμένα.
ΩΡΑΙΑ ΠΟΥΝ’ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Ωραία πουν’ η αγάπη μου γεμάτη καλοκαίρι!
Δεμάτι το κορμάκι της και δρέπανο το χέρι
κι ο λίβας της ανάσας της δε στέλνει κατά μένα
τα ολόχρυσα μαλλάκια της μα στάχυα μεστωμένα.

Τα ποδαράκια της γυμνά σαν κρίνα σε γλαστρούλες.
Τα μπράτσα ολαξεσκέπαστα να καίνε τις καρδούλες.
Κι ο κόρφος της-α! ο κόρφος της!-δυο φρέσκες θημωνίτσες
μ’ ακόμα εντός τους τις μικρές πρωινές δροσοσταλίτσες.

Το φουστανάκι μια κολλά στο σώμα και με λιώνει
μια πλαταγίζει και πετά, μια πέφτει και διπλώνει-
βρε αγεράκι πονηρό τι πρόφαση ήβρες πάλι
για να χαρείς της θερινής κοπέλας μου τα κάλλη…

Ωραία πουν' η αγάπη μου τώρα το καλοκαίρι!
Σαν σε μιαν έρμη εκκλησιά το μοναχό αγιοκέρι.
Σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σαν νύφη στολισμένη.
Ωραία πουν’ η αγάπη μου στα θερινά ντυμένη!
ΑΦΟΥ ΔΕ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕ
(CAL L. A. ΕΡΙΛΗ)

Αφού δε μ’ αγάπησε δεν κρύβουν τα σύθαμπα
σκιές ούτε μίσους.
Αφού δε μ’ αγάπησε δεν είχαν τα Σύμπαντα
ποτέ παραδείσους.
Αφού δε μ’ αγάπησε τα πάντα είναι ψέματα-
και πώς ναν’ αλήθεια
αφού τα δικά μου ταιριάζαν χαϊδέματα
στα δυο της τα στήθια.

Αφού δε σφιχτόκλεισαν οι πάλλευκοι κύκλοι της
τους μαύρους μου κύκλους
αφού αποστερήθηκαν τα δύο τα χείλη της
του μόνου μου χείλους
αφού δεν αγκάλιασαν οι δυο τεθλασμένες της
τις δυο μου ευθείες
αφού με το στήθος μου οι λαιμοκαδένες της
δεν κάναν φιλίες…

Αφού δε μ’ αγάπησε ειν’ όνειρο η ζήση μου
σβησμένου ονείρου.
Ποτέ δεν ανάτειλα και είναι η δύση μου
ογκάνισμα χοίρου.
Δεν ζω-δεν αισθάνομαι-στης πλάσης της άπλαστης
τα πλάτη δεν κείμαι.
Στης ζωής τον παλμό-στο φως-στη λαχτάρα της
δεν έχω μερίδιο-δεν είμαι.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

  ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ

Η πολυκατοικία μας θα βάλει ασανσέρ!
Ας πούμε σαν να γίνονταν, άγγλος κανένας, σερ.
Αλήθεια είν' εξέλιξη αυτό για μας μεγάλη
κι εκτός απ' όσα έχει καλά, και σε μπελά ας μας βάλει.

Μα ας δούμε πρώτα τα καλά κι ύστερα τους μπελάδες
Πρώτο καλό-θα νιώθουμε εφεξής σαν δερβισάδες
γιατί ενώ πριν βογκάγαμε τις σκάλες ανεβαίνοντας
πια τώρα θ’ ανεβαίνουμε μες στο ασανσέρ, χορεύοντας.
Ύστερα αν ν’ ανεβάσουμε κάτι βαρύ χρειάζεται
κανείς μας για το πράγμα αυτό σαν πρώτα δε θα νοιάζεται:
ένα κουμπάκι κυκλικό μονάχα θα πατάμε
κι άκοπα όσο θέλουμε βάρος θα κουβαλάμε
χωρίς η γλώσσα πήχες τρεις να βγαίνει από το στόμα μας
ή κίτρινο να νιώθουμε πως έγινε το χρώμα μας.
Και χάρις στο μικρό αυτό και μαγικό κουμπί
στων φρούτων μας τον μακριό κατάλογο θα μπει
κι ένα που όσο κι αν πολύ η τιμή που έχει τσούζει
αλλά στη ζέστα την πολλή δροσίζει-το καρπούζι.
Ύστερα λίγο υπέρβαρον αν έχουμε ένα φίλο
και με μεγάλον να μας δει καμιά φορά έρθει ζήλο
ο ζήλος δε θα του κοπεί σα δει τις τόσες σκάλες
γιατί για να τις ανεβεί μεθόδους θα ’χει άλλες.
Μία γυναίκα που έρχεται σ’ έναν ψηλά που μένει
δε θα φοβάται μη τη δουν στις σκάλες ν’ ανεβαίνει.
Κι όταν γυρνώντας σπίτι μας σακούλες κουβαλώντας
ιδούμε πως ξεχάσαμε κάτι, κουτρουβαλώντας,
δε θα ’χουμε να κάνουμε την ίδια την πορεία
βρίζοντας πλην απ’ τ’ άθεα μαζί ίσως και τα θεία...

Πολιτισμός! Με μηχανές ήρθε και η σειρά μας
ν’ ανεβοκατεβάζουμε πλέον τα όνειρα μας
και να τα πνίγουν του σπιτιού όχι μονάχα οι χώροι,
αλλά και οι μεταλλικοί που ’χει το αναβατόρι!
(Και μα τον άγιο Πρόδρομο που εκαρατομήθηκε,
τώρα που η βαρύτητα απ’ την τεχνική νικήθηκε,
διόλου δεν είναι απίθανο να πάρω και ψυγείο
έτσι που εκτός από άφθονο νερό, να ’χω και κρύο,
μιας και δεν θα ’χω πρόβλημα πώς θα το ανεβάσω.
Μπορεί και τηλεόραση ακόμα ν’ αγοράσω!)
Αλλά η λίστα των καλών το ασανσέρ που έχει
δεν έχει τέλος για ένανε που η φαντασιά του τρέχει.
Γι αυτό ας δούμε αν κάτι τι στραβό έχει η υπόθεση
όπως ας πούμε αι κλειναί Αθήναι έχουν το Λιόπεσι.
Να ένα που ’χει άσχημο για όσους ψηλά καθόμαστε:
θα πάψουμε ανεβαίνοντας σκάλες, να γυμναζόμαστε.
Άλλο: θα λείψει η χαρά, μετά από τόση κούραση
κάτι να νιώσουμε καλό-την άγια την ξεκούραση.
Αλλά κι οι ανεπιθύμητοι δε θα ’χουν να σκεφτόνται
τις σκάλες τις κουραστικές, και τσουπ! θα μας ερχόνται.
(ενώ οι επιθυμητοί, με σκάλες ή χωρίς
ούτε ότι υπάρχουμε θα ξέρουνε, εμείς.)
Και τέλος να! Αιτία μια από τις πολλές που έχουμε
να λέμε τέτοια που είναι πως, τη ζωή δεν την αντέχουμε,
θα πάψει να υφίσταται, και πια δε θα κλαιγόμαστε,
και ούτε πια τους δύστυχους πολύ θα καμωνόμαστε.
Μα κείνο που το ασανσέρ θα μας στερήσει σίγουρα
είν’ τα συναπαντήματα στις σκάλες τα παρήγορα,
που δείχνανε πως μόνος μας καθένας μας δε ζούσε,
αφού είτε θέλοντας ή μη, κάποιος θα μας μιλούσε.

Όμως ας πάψουμε τα υπέρ και τα κατά-ο κόσμος
πάει μπροστά κι αγρίως ας, ποδοπατιέται ο δυόσμος.
Έτσι τα πράγματα έχουνε, ή θέλουμε ή δε θέ ’με
Κι ένα μεγάλο ευχαριστώ αλήθεια όλοι λέμε
στον κύριο Παναγιώτη μας, που όμορφα φερόμενος,
και τη δική του μα και ημών την κούραση σκεπτόμενος,
στην πολυκατοικία του θα βάλει ασανσέρ.
Και όπως λέει κι ο επίτιμος, θα ήτανε ανφέρ
μπράβο να μη του λέγαμε για την απόφαση του
που εξυπηρετεί κι αυτόν, αλλά και μας μαζί του.
ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ

Αρίζωτοι στη νέα κι απ’ την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.

Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι
και λεν: «η αγαπημένη μας πατρίδα…»
Όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.
ΤΟ ΣΑΛΙ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟ.

Το σάλι σου είναι ζωντανό.
Κι ερχότανε κοντά μου.
Κι ας μου ερχόταν ορφανό
ζέσταινε την καρδιά μου.
Κάθε μου ’λεγε νιο μυστικό σου.
Μ’ αγαπούσε κι ας ήταν δικό σου.

Μου έλεγε ποιον αγαπάς
πότε είσαι λυπημένη
πού κάθε βράδυ θε να πας
και ποιος σε περιμένει.
Και μαζί του όταν συ είχες φύγει
της μονάξας μας δέρναν τα ρίγη.

Τώρα όμως έφυγε κι αυτό
και μόνος μου θα μείνω.
Μα ούτε σε σένα-τι κακό-
δεν έρχεται πια εκείνο:
έχει φύγει απ’ τους άσπρους σου ώμους
και μονάχο του παίρνει τους δρόμους.
ΣΑ ΝΑ ’ΧΑ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Ήρθε και μου ’πε: «πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτoια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;

Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;»

Τι να της έλεγα εγώ;
Πως κλείνω μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;

Κάτι σιγομουρμούρισα
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει φέρθηκα
κι εγώ σαν να ’χα μέρα.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Φώτη, αν πας στη Γιωργία δος της κι αυτούς τους αποψινούς μου στίχους. Και αν συμφωνείς ταίριαξε όσα θα της πεις με το νόημα, αν έχει, αυτών των στίχων. Δεν έχει ασχοληθεί με λογοτεχνία καθόλου λόγω των περιστάσεων-έπρεπε να κρατήσει οικογένεια στα ξένα και εσύ ξέρεις πόσες θυσίες απαιτεί αυτό-, είναι όμως ευαισθητότατη σε αυτά. Και ξέρεις ότι κρίνω τους ανθρώπους όχι από το τι είναι, αλλά από το τι θα ήσαν αν οι συνθήκες της ζωής ήσαν διαφορετικές.

Γιωργία εζήσαμε κι εμείς.
Του ήλιου είδαμε το φως.
Μάθαμε τι θα πει ζωή,
θάλασσα, ουρανός.

Παιδιά μικρά επαίξαμε,
επέσαμε, ματώσαμε,
και  με μεγάλων, συντροφιά,
πολέμους μεγαλώσαμε.

Τ’ είναι χαρά εμάθαμε
στο λίγο που μας ήρθε
και τ’ είναι λύπη νιώσαμε
που πάντοτε μας είχε.

Άλλους ανθρώπους είδαμε
και τόσους άλλους τόπους.
Γνωρίσαμε κι ανάπαυσες
και βάσανα και κόπους.

Παράπονο δεν έχουμε.
Εζήσαμε κι εμείς.
Και όπως όλοι, κάποτε
αντί ακριβής τιμής,

τον τίτλο εκερδίσαμε
του γέρου ή της γριάς
(έτσι πια δε μας λέει καθείς
της γειτονιάς γαυριάς;)

Για να σωθούμε απ’ όποιανε
ανθρώπινη λεπίδα
δόρυ δεν εσηκώσαμε
παρά μονάχα ασπίδα.

Δεν επιδιώξαμε ποτέ
το ματωμένο χρήμα
σ’ ανθρώπων πάνω πτώματα
κάνοντας ούτε βήμα.

Δεν εζητήσαμε ποτέ
στην ταπεινή μας ζήση
άλλος κανείς, αδούλευτα,
Να ’ρθει να μας ταϊσει.

Μ’ αίμα και δάκρυ ότι έχουμε
το ’χουμε αποχτημένο.
Δεν εκαταδεχτήκαμε
χρήμα ούτε δανεισμένο.

Ήρθαν αρρώστιες. Γερατειά.
Καλώς τα μας και κείνα
είτε μας βρήκαν στο Νιου Γιορκ
είτε και στην Αθήνα.

Θα τα παλέψουμε κι αυτά
με θάρρος και γαλήνη
έτσι που όταν και για μας
θα έρθει η ώρα εκείνη,

απέναντί της όμορφοι
κι άφοβοι να σταθούμε.
Γιατί αν κάτι μάθαμε
πολύ καλά όσο ζούμε,

είναι πως ένας μοναχά
πορθμέας είναι κι ο Χάρος
για να μας πάει σε μια γη 
που δεν θα έχει βάρος

κι εμείς εκεί δε θα ’μαστε
κρέατα αιματωμένα
παρά αιθέρια πλάσματα
με όλα ταιριασμένα,

και θ’ απορούμε: τι όνειρο
ήταν κακό που είδαμε
σαν σ’ ένα μέρος ξενικό
για χρόνια εβρεθήκαμε…

Και θα γελάμε ανέμελα
με τα καμώματά μας,
που κάναν όταν ήμασταν
στη γη, τα σώματά μας.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ' αγεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.

-Αφού εν' αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβήσω κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.
ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ

Δε θα ξανάρθω να σε δω
και ας το θέλω τόσο.
Την τελευταία εικόνα σου
δε θέλω να προδώσω.

Θέλω ως αυτήνε τη νυχτιά
σ’ είδα να σε κρατήσω
όταν στα χρόνια που θα ’ρθουν
γυρνάει η μνήμη πίσω.

Πάνω στον σκούρο καναπέ.
Πίσω μισογερμένη.
Σε κάμψη κνήμες και μηροί.
Γύρω τους κλειδωμένη

η ποθαγκάλη των χεριών.
Να διίστανται λιγάκι
οι θείες κνήμες, κι από κει
σα δροσερό ανθάκι

να ξεπροβάλει θριαμβικό
το τρυφερό σου αιδοίο
σπαργούν, αυθάδες, καυτερό
και σαν βελούδο λείο.
Και με καλούσε ως με καλεί
στη μνήμη μου και τώρα
να τ’ αλαφρώσω απ’ τα βαριά
κι ολάκριβά του δώρα.

Όχι! Δε θα ’ρθω να σε δω
και τ’ όνειρο να σβήσει-
η μνήμη ως κείνη τη βραδιά
σ’  είδα θα σε κρατήσει.
ΑΞΕΤΙΜΗΤΟ
(CAL L.A. ΕΡΙΛΗ)

Όταν πεθαίνει μιας μικρής κοπέλας ο πατέρας
τη λύπη την αβάσταχτη εκείνης της ημέρας
ας την εμέτριαζε αυτή λίγο με το να μένει
με κάθε φίλο ή συγγενή για λίγο αγκαλιασμένη.

Έτσι και όταν πέθανε ο πατέρας ο καλός της
θα στέγνωνα απ’ τα δάκρυα τ’ ωραίο πρόσωπό της
και θα τη σφιχταγκάλιαζα. Εκείνη έτσι αγνούλα
της λύπης θα ενόμιζε την τόση μου τρεμούλα.

Αλλά εμένα μι’ άλληνε από τη δική της μέθη
θα μ’ έπαιρνε-για μένανε τα μαύρα μου τα πένθη
αντίθετα, θα λύνονταν. Ό,τι καιρό ποθούσα
τη μέρα αυτή-αλίμονο-ακέριο θα τρυγούσα:

γερτό στον κυρτωμένο μου ώμο της το κεφάλι
τόσο κοντά μου όλα της τα μυρωμένα κάλλη.
Και ας την είχε σπρώξει εκεί μονάχα μια ανημπόρια-
στην αγκαλιά μου ας ζήταγε μόνο την παρηγόρια.

Για μένανε δε θ' άλλαζε τίποτα. Και στον Άδη
Κρατώντας γι αξετίμητο τη μνήμη αυτή πετράδι
μ’ ακράτηγη θα φώναζα χαρά στο μαύρο χώμα:
"Τ’ αγκάλιασα!-Τ’ αγκάλιασα το λατρεμένο σώμα!"
Φώτη όλο λέω να σου γράψω και όλο βαριέμαι.  Η ζέστη με έχει σμπαραλιάσει.
Πες της Ζέτας να ετοιμάζεται για κάτου.
Η Γιωργία είναι πολύ άρρωστη. Αν μπορούσες να τη δεις θα της έκανες πολύ καλό.
Λίγα για τη Ν.: Δεν είναι χαριτωμένα επιπόλαιη όπως νόμιζες. Η κοπέλα χάνει. Για το ίδιο πράγμα άλλα λέει τη μια στιγμή άλλα την άλλη.  Και τα λέει πάντα σαν και τις δύο φορές να έχει δίκιο ή σαν να είναι ίδιο εκείνο που είπε πριν με εκείνο που λέει ύστερα. Και αυτό γίνεται όχι μια φορά κάθε μια ώρα αλλά κάθε στιγμή και για ότι λέει. Και αν ακόμα κάτι που θα πει δεν έχει κάτι αντίθετό του, θα βρει ένα αντίθετο να πει αυτή για να τηρήσει τον κανόνα που σου λέω.
Ο φίλος της, έλληνας αυτός, τα έχει παίξει μαζί της. Από ότι μου λέει αυτή η ίδια, τα ίδια παράπονα έχει κι αυτός από κείνη όπως κι εγώ. Τόσο που μου λέει πολλές φορές με το Βασίλη μιλάω εγώ τώρα ή με το Γιώργο; Και εγώ τη βλέπω κάθε βράδυ για μια βόλτα. Σκέψου αυτόν που την λούζεται περισσότερες ώρες-όσο κι αυτόν τον αφήνει η δουλειά του.
Η φράση που ακούω συχνότερα τα τελευταία χρόνια είναι «δεν έχω λεφτά». [αυτό και από τη Ν. αλλά και από τις Α. κα Νλ. (στα γράφω έτσι τα ονόματα για να μην τύχει και διαβάσουν αυτό το κείμενο)]
Η Ν. : «Γαμότο τελείωσε η κάρτα και δεν έχω λεφτά να πάρω άλλη-θέλω να φτιάξω τα νύχια μου και δεν έχω λεφτά-ήθελα να πάρω εκείνο το παντελόνι αλλά δεν έχω λεφτά- το μεροκάματό μου το δίνω στους γονείς μου (ψέματα) κι εγώ δεν έχω να πάρω μια μπλουζίτσα-έπεσε κάτω το τηλέφωνό μου και έγινε δέκα κομμάτια, με τι λεφτά να πάρω άλλο κλπ»
Η αντίδρασή μου είναι σιωπή σε όλα αυτά. Στο τέλος καταλήγει: μήπως έχεις ψιλά να πάρω ένα σάντουιτς; Τότε έχω λεφτά και τρώει το σάντουιτς.
Το ότι αργεί πάντοτε να ετοιμαστεί για να βγούμε, ισχύει για όλες τις γυναίκες βέβαια. «Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμη.» Τα πέντε λεπτά όμως γίνονται εικοσιπέντε. Εγώ έχω πάει μια βόλτα για να περάσει η ώρα. Γυρίζω και ακόμα εκείνη βρίσκεται στα πέντε λεπτά.
Εκείνα τα παπούτσια της πόσο δύσκολο είναι να φορεθούν! Γιατί πολλές φορές μου λέει τα παπούτσια μου να βάλω και έφτασα. Λέω κι εγώ, δύο πόδια έχει, όσο και να δυσκολευτεί της δίνω διορία πέντε λεφτά για το ένα πόδι και πέντε λεφτά για το άλλο. Μένα μου λες; Σε μισή ώρα είναι έτοιμη! Και όταν έρχεται: δεν άργησα, ε;
Λεφτά όπως σου είπα ζητάει, όμως καταλήγουμε και ικανοποιείται με κανένα δίευρο.
Και δεν ζητάει με την καρδιά της λες. Ή δεν τα θέλει πράγματι. Αλλά γιατί; θα πεις. Δεν ξέρω. Από συνήθεια; Επειδή απλά είναι θηλυκό;
Και όταν στις γαλαντομίες μου της δίνω κανένα δεκάρικο, έχω παρατηρήσει πως ύστερα το μετανιώνει που ζήτησε. Και αρχίζει να δικαιολογεί την αποδοχή του δεκάρικου από αυτήν με κάποια μεγάλη ανάγκη που είχε, και να με ρωτάει: μήπως δεν έχεις τώρα να περάσεις; Μήπως θέλεις να σου το δώσω πίσω; Και τέτοια. Πρόσεξε, όχι τα πουτανίστικα που κάνει συνήθως μια που θα ήτανε κοκότα. Τα λέει αληθινά. Το έχω δοκιμάσει -της είπα μια φορά ναι, αν θέλεις δος το  μου γιατί μου έλειψε πράγματι. Μου το έδωσε αμέσως και χωρίς άλλο κάτι.
Απόψε είχα πάει στη δουλειά της.
Μου είπε πως έχει μια άφθα στα χείλη της κάτω μέσα (μου θύμισε τη Ντόρα, όμως μόνο ως προς την πάθηση) και με ρώτησε τι να κάνει. Της ειίπα αυτό που λέει η Ιατρική: να βάλει σόδα. «Μήπως να βάλω καλλίτερα λίγη σκόνη ΟΜΟ;» Ό,τι και να της έλεγα, δεν θα την έπειθα ότι έχω δίκιο, ότι αυτό είναι το γιατρικό. Της είπα λοιπόν βάλε και ΟΜΟ. Και μπορεί να βάλει!
Αυτή είναι η Ν.
Της είπα να μου φέρει ένα μπουκαλάκι νερό. Μου έφερε, μαζί και την απόδειξη των 50 λεπτών. Της δίνω δίευρο και της λέω κράτα τα ρέστα. Δε θέλω δύο, θέλω δέκα ευρώ, μου λέει. Αφού δε θέλεις δος το μου πίσω, της είπα. Αμέσως μου το έδωσε.
Έτσι, πολύ απλά. Χωρίς αυτό να επηρεάσει καμία κατάσταση-συνεχίσαμε την κουβέντα που είχαμε πριν της ζητήσω το νερό.
Αυτή είναι η Ν.
Πάω να πάρω ένα σάντουιτς να φάω. Θέλεις κι εσύ; Της λέω. Ότι θέλεις, μου λέει. Το «ό,τι θέλεις» της Ν. σημαίνει ό,τι έχει βάλει αυτή στο μυαλό της. Δηλαδή ή ναι ή όχι. Της έφερα ένα κι αυτηνής. Ωραίο σάντουιτς από κατάστημα που σέβεται τον εαυτό του. Το βλέπει. «Κοίτα πόσο κίτρινο είναι το τυρί. Δεν μ’ αρέσει.» Το έβαλα στα πράγματά μου. Δεν πειράζει, της είπα, θα το φάω εγώ αύριο. Έμεινε νηστική.
Αυτή είναι η Ν.
Και ξέρεις κι εσύ ότι δεν έχει ούτε να πάρει ψωμί να φάει.
Το τελευταίο απόψε. Ενώ έκλεινε τη βαριά πόρτα του μαγαζιού,
χτύπησε στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού. Το νύχι ολόκληρο αποκολλήθηκε και το αίμα ήταν πολύ. Η Ν. λιποθύμησε. Όταν τη συνέφερα πονούσε πολύ. Κλαίγοντας από τον πόνο (πρώτη φορά την είδα να κλαίει), έβαλε μια χαρτοπετσέτα επάνω και κάπως σταμάτησε η αιμορραγία.
Της εξήγησα με λεπτομέρειες τι πρέπει να κάνει όταν πάει στο σπίτι της. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνει τίποτε από αυτά και θα πονάει και θα κλαίει για μέρες.
Αυτή είναι η Ν.
Και τώρα τα ξέρεις όλα γι αυτήν; Όχι βέβαια. Έχει και άλλες… κρυφές πτυχές ο χαρακτήρας της. Περίπου κατάλαβες όμως χοντρικά τι εστί Ν., που την έβλεπες χωρίς να την έχεις γνωρίσει. Και σε παρόμοιο στυλ είναι κομμένοι και όσοι συγγενείς της έχω γνωρίσει: πατέρας, μητέρα, αδερφός, θείος, θεία, ανήψια. Είναι οικογενειακό τους το «χάσιμο».
Τα αμερικάνικα τσεκς δεν τα δέχονται πλέον οι ελληνικές Τράπεζες. Τους έδωσα τα στοιχεία να μου στέλνουν το τσεκ μου κατευθείαν στο λογαριασμό μου. Ελπίζω να το κάνουν. Αλλιώς θα σου αναθέσω το θέμα. Γεια.