Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ «ΜΟΝΑΧΙΚΟ»

Για χρόνια από μικρός μικρός
το σπίτι εκοίταζεν εκείνο,
το «μοναχικό»
διακοσαριά μέτρα πιο πέρα απ’ το δικό τους.

Τις νύχτες γέμιζε με σκιές
ανθρώπινες που μοιάζαν
κι η φαντασία τελετές εντός του αλλόκοτες
και βεγγέρες μυστηριακές έπλαθε.

Κι ήταν για κείνονε αυτό το σπίτι,
«το μοναχικό»
το σύνορο του κόσμου
για χρόνια
από μικρός μικρός. 

Και πόθο είχε πάντοτε να μάθει
η γήινη ποια ήταν-η υλική υπόστασή του
εκείνη που θα ταίριαζε
με των αισθήσεων την ψευτιά και την απάτη. 

Και γέρος πια τα έμαθε ολ' αυτά- ποιος το ’χε 
πότε χτίστηκε, πότε πουλήθηκε σε ποιον και από ποιον,
ποιος ζούσε μέσα κει και τι απόγινε.

Τα έμαθε.

Και πια έναν εκέρδισε λόγο λιγότερο
να έχει για να ζήσει.
HOLLY BERRIES
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΗΡΘΑΝ
(παιδικό, μετάφραση)

Γιατί τα μούρα είναι τόσο κόκκινα;
Γιατί το χιόνι τόσο είναι άσπρο;
Γιατί τα πεύκα είναι τόσο πράσινα;
Γιατί κάθε κερί λάμπει σαν άστρο;

Χριστούγεννα ήρθαν-δεν το μαντεύεις;
Γι αυτό τόσο φέγγει λαμπρά κάθε τι
Γι αυτό οι καρδιές χαρά είναι γεμάτες.
Χριστούγεννα ήρθαν-εσύ δεν το ξέρεις;
IN HIDING
ΚΡΥΜΕΝΟΣ
(παιδικό, μετάφραση)

Σσσστ! Σσσστ! Έχω κρεμάσει
τις κάλτσες μου στο τζάκι
και κρύβομαι να δω όταν θα φτάσει
ο Αγιοβασίλης, αν θα τις γεμίσει
με δώρα (ήμουνα καλό παιδάκι),
ή δίχως δώρα φέτος θα με αφήσει.
ΔΙΝΑ

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Τόπος: Παλάτι του Εμώρ.
Πρόσωπα: ΣΥΧΕΜ, ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ

ΣΥΧΕΜ
(Τελειώνει το ντύσιμό του. Η Δίνα στο κρεβάτι καθιστή) Πενήντα στρατιώτες είναι πάντα έτοιμοι δίπλα μου να με προστατεύουν και να με υπηρετούν. Η χώρα μου είναι πλούσια. Ότι πεις, το δίνει το χώμα της. Με τους γείτονες μου καλά τα πάω. Όλοι μέσα στη χώρα με φοβούνται και με υπολογίζουν. ‘Όλα όσα έχω θα γίνουνε δικά σου. Θα είσαι η πρώτη ανάμεσα στις γυναίκες μου. Και τ’ αδέρφια κι ο πατέρας σου θα ’χουν ότι θέλουν. Μόνο να γίνεις γυναίκα μου. Θα στείλω τον πατέρα μου να σε ζητήσει από τον δικό σου.
(Την πλησιάζει)
Είσαι το ομορφότερο λουλούδι της χώρας μου. Μπροστά σου δε βάζω όλες τις άλλες γυναίκες μου και τις παλλακίδες μου μαζί. Όταν γίνω άρχοντας εγώ στη θέση του πατέρα μου, εσύ θα είσαι η δεύτερη στη χώρα μετά από μένα.

ΔΙΝΑ
Αν με είχες ζητήσει από τον πατέρα μου, τότε όλα θα ήταν αλλιώς.  Τώρα είναι εχθρός σου. Εσύ τον έκανες κλέβοντάς με.

ΣΥΧΕΜ
Ο πατέρας σου δε θα πει όχι. Μου το είπε ο δικός μου πατέρας. Τον έχει καταλάβει καλά. Φοβάται. Σ’ έκλεψα γιατί είμαι ο άρχοντας. Όποια γυναίκα θέλω, το ’χει τιμή να ’ρθει στο κρεβάτι μου.
(Χτυπάει ένα χάλκινο ηχείο κου βρίσκεται κρεμασμένο από το ταβάνι. Εμφανίζεται ένας υπηρέτης που υποκλίνεται. Στον υπηρέτη)
Φέρε τα φορέματα για τη βασίλισσα. Και να μου φωνάξεις τις καλλίτερες δούλες να τη ντύσουν.
(ο υπηρέτης υποκλίνεται και βγαίνει)
Θα σού φέρουν τα καλλίτερα φορέματα που υπάρχουν στη χώρα, φερμένα από την Ασσυρία, από τη Χαλδαία, από την Αίγυπτο. Θα διαλέξεις όποια κι όσα θέλεις. Και θα διατάζεις τις κοπέλες αυτές-είναι δούλες σου. Θα πάω να βρω τον πατέρα μου να πάει στον δικό σου.

ΔΙΝΑ
Ανάποδα το έκανες. Πρώτα ζητάνε κι ύστερα παίρνουν.

ΣΥΧΕΜ
Είμαι ο άρχοντας.

ΔΙΝΑ
Και μένα δε με ρωτάς; Δεν είπα το ναι ακόμα.

ΕΥΧΙΜ
Σου αρέσω. Κι αφού σου αρέσω θα το πεις.
(Βγαίνει)

ΔΙΝΑ 
(Σηκώνεται από το κρεβάτι)
Έπεσες στην παγίδα μου Συχέμ. Στην ώρα σου πέρασες από το μέρος όπου μ’ ήβρες. Και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς στα κάλλη του κορμιού μου-και ποιος θ’ αντιστεκότανε σε τούτο το κορμί... Κι αν βγάλω όχι το βέλο μου μόνο, αλλά κι όλα τα ρούχα που το σκεπάζουν, ψεγάδι ουτ’ ένα δε θα βρεις στα τόξα του. Όμως μακριά από μένα ο πόθος σου Συχέμ. Αν εθνικός δεν ήσουνα κι αν άλλονε δεν αγαπούσα, τότε μπορεί και να γινόμουνα γυναίκα σου. Γιατί βλέπω πώς κάτω από την αγριάδα σου κρύβετ’ ένας ανόητος που θα μπορούσα να τον κάνω ότι θέλω. Όταν το κεφάλι σου θα πέφτει κάτω από το σπαθί του αγαπημένου μου, τότε θα δούμε πόσο είσαι άρχοντας. Πήγαινε φέρνε δούλους να με υπηρετούνε. Φέρνε δούλες να με συντροφεύουνε. Ντύσε με, φκιασίδωσέ με. Μ' αν τα κρατούσα ολ’ αυτά με αντίτιμο την προδοσία της φυλής μου, άξια θα ήμουνα για την πιο μεγάλη περιφρόνηση. Όμως είμαι έξυπνη. Θα κρατήσω και τα πλούτη σου και την τιμή μου.
(Μπαίνουν οι υπηρέτριες).

Α' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ   
Κυρά μου προσκυνώ. Εγώ και οι τρεις συντρόφισσές μου είμαστε οι δούλες σου. Μας έστειλε ο άρχοντας για να σου φέρουμε φουστάνια. Διάλεξε όποιο θέλεις κυρά μου. Μα θαρρώ θα τα κρατήσεις όλα-στην ομορφιά σου ταιριάζει κάθε ρούχο.

ΔΙΝΑ
Σ’ ευχαριστώ καλή μου και για τα καλά σου λόγια και για τα φορέματα. Βοήθησέ με να φορέσω αυτό.

Β΄ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ   
Αυτό κυρά μου είναι πράγματι ωραίο. Με σχέδια καμωμένα απ' τον καλλίτερο Φερεζαίο τεχνίτη. Κοίτα το πουλί αυτό που σκύβει για να τσιμπήσει κάτι. Δεν είναι σαν αληθινό;

Γ' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ   
Κι όταν θα το φορέσεις κυρά, θα ’ναι σαν να βοσκάει στου στήθους σου το περιβόλι.

ΔΙΝΑ
θα βάλω κι αυτή  τη ζώνη  μαζί. Πολύ  μ’ αρέσει.

Δ΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ    ,
Και  το βέλο τούτο κυρά μαζί πάνε. Και τα σαντάλια. Πάλι  μπορείς να δοκιμάσεις και  τούτα…

ΔΙΝΑ
Θα κρατήσω ετούτο. Κι  αυτά. Μη φύγετε όμως ακόμα. Καθίστε καλές μου, θέλω συντροφιά. Μου λείπουν  οι  δικοί  μου.

Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ   
Κυρά μου έτσι είναι στην αρχή. Μα συνηθίζεται. Και πολύ γρηγορότερα  σαν είσαι κυρά κι  όχι δούλα.

ΔΙΝΑ
Μετά  'πο δω θέλω να βγω μαζί σας  μια βόλτα. Θέλω να μου  μάθετε το παλάτι, τον κήπο του και τα γύρω. Κι αν είσαστε καλές μαζί  μου  δε  θα ’χετε να φοβηθείτε  τίποτα. Ο άρχοντας θα κάνει  για σας ό, τι του πω.

Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου, καμιά μας δε  θα πει  όχι σε ότι  ζητήσεις. Μόνο πες το και  θα γίνει.





ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Τόπος: σκηνή του Ιακώβ στην Κατασκήνωση.

Πρόσωπα: ΙΑΚΩΒ, ΛΕΥΙ, ΣΥΜΕΩΝ, ΡΟΥΒΗΝ, ΑΡΑΧΕΜ,ΕΜΩΡ.

ΙΑΚΩΒ   
Έρχεται ο Εμώρ για να με δει. Δε θα του φερθούμε άσχημα. Είμαστε ξένοι!

ΛΕΥΙ
Ο γιός του δε φέρθηκε άσχημα στην αδερφή μας;

ΙΑΚΩΒ   
Έρχεται να μας δει. Ας δούμε τι θέλει.

ΣΥΜΕΩΝ
Ο, τι και  να πει και  ό τι και  να κάνει, μπορεί  να ξεπλύνει τέτοια προσβολή;

ΙΑΚΩΒ
Λοιπόν τι; Θα πρέπει να καταστραφούμε όλοι επειδή της Δίνας της αρέσει ο περίπατος; Τί θέλετε; Να πολεμήσουμε τον Αμώρ; Δεν έχουμε τις δυνάμεις. Μόνο να κάνουμε τον Αμώρ να καταλάβει πως αυτό που έκανε ο γιος του είναι άνομο. Κι ύστερα θα δούμε-θα φερθούμε ανάλογα τι θα πει ο άρχοντας.

ΡΟΥΒΗΝ
Πάντοτε σέβομαι τη γνώμη του πατέρα. Και προχωρώ και δίνω κι ένα δίκιο στον Εμώρ. Είδε μπροστά του ένα όμορφο κορίτσι, άρχοντας είναι, το πήρε-ξέρουμε όλοι πως αυτά συνηθίζονται από τους άρχοντες. Και είμαστε άντρες και μεις και ξέρουμε τι σημαίνει να σ’ αρέσει μια γυναίκα. Κι έπρεπε και μεις να κρατούμε το κορίτσι στο σπίτι αν δε θέλαμε να της συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτά που λέω δε θα τα πω βέβαια μπροστά στον Αμώρ. Ούτε τον δικαιολογώ. Είναι φταίχτης απεναντί μας. Εκείνο που πρέπει νομίζω είναι, όπως λέει κι ο πατέρας, να περιμένουμε να δούμε τι θα πει ο Εμώρ-με τι διαθέσεις έρχεται και ανάλογα να πράξουμε.

ΣΥΜΕΩΝ
Με τι διαθέσεις  μπορεί  να έρχεται αδερφέ; Κι ακόμα κι αν  έπεφτε γονατιστός και ζήταγε συγνώμη , εμείς  θα τόνε συγχωρούσαμε;

ΡΟΥΒΗΝ
Όχι αδερφέ, μα τί  να κάνουμε, πες.

ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω, ότι μας φωτίσει ο θεός του πατέρα μας.

ΙΑΚΩΒ
Τώρα μίλησες σωστά παιδί μου. Ο θεός μου ποτέ δεν με άφησε ξεκρέμαστον. Πάντοτε με βοηθούσε στις δύσκολες ώρες. θα με βοηθήσει και τώρα.

ΡΟΥΒΗΝ
Πατέρα, ο θεός σου είναι και θεός μας. Κι αφού σε βοηθάει όλοι μας τον αγαπούμε. Είπες ότι σου είπε για τη Χαναάν πως θα γίνει δικιά μας. Μήπως ήρθε η ώρα πατέρα;

ΙΑΚΩΒ
Όχι παιδί μου. Όταν έρθει η ευλογημένη αυτή ώρα ο θεός θα μου το φανερώσει.
(Μπαίνει ο Αραχέμ)

ΑΡΑΧΕΜ 
Αφέντη έρχεται ο Εμώρ.
(βγαίνει)

ΙΑΚΩΒ
Καλώς να έρθει. Τον περιμένουμε. 
 (Σηκώνονται  όλοι  ορθοί. Μπαίνει  ο Εμώρ)

ΕΜΩΡ
Ιακώβ σε χαιρετάω και σένα και  την παρέα σου.

ΙΑΚΩΒ  
(υποκλινόμενος)
Κι εγώ σε χαιρετώ άρχοντα Εμώρ. Κι αυτά είναι  τρία από τα παιδιά μου.
Ο Ρουβήν, ο  Συμεών, ο Λευί.
(τα παιδιά υποκλίνονται)

ΕΜΩΡ
Εύχομαι ο θεός να δίνει σε σένα και στα παιδιά σου όλα τα καλά. Ιακώβ, έρχομαι για να αλλάξω ένα κακό σε καλό. Ο γιός μου ο Συχέμ είναι νέος. Και τα ξέρεις τα νιάτα. Βράζει το αίμα τους. Και βέβαια ξέρεις πως η κόρη σου η Δίνα είναι μαζί του. Την άρπαξε. Ξέρω πόσο λυπάσαι κι ας μη το δείχνεις. Λυπάμαι κι εγώ μαζί σου. Είμαι πατέρας κι εγώ. Στενοχωριέμαι και σαν άρχοντας της χώρας και σα γείτονας σας. Θα ήθελα να είμαστε καλοί γειτόνοι κι όχι να βλέπει ο ένας τον άλλο με μισό μάτι. Και θέλω όσοι μένουνε στη χώρα μου να μη με φοβούνται ούτε να με αποφεύγουν σα να ήμουνα εχθρός τους. Γι αυτό έχω να σας πω αυτά τα λόγια. Και σας λέω από πριν πως με ότι πω συμφωνεί κι ο γιός μου ο Συ-χέμ-αυτός μ’ έστειλε. Ο γιος μου έδωσε την καρδιά του στη θυγατέρα σου. Και δε θέλει να την κρατάει στο παλάτι χωρίς την έγκρισή σας. Θέλει να την παντρευτεί. Και θα την έχει πρώτη στη σειρά απ’ όλες τις γυναίκες του. Και όχι μόνον ο Συχέμ κι η  Δίνα, αλλά σου προτείνω να αρχίσουνε να συμπεθερεύουνε οι Συχεμίτες με σας. Γη πολλή έχουμε. Χωράμε κι εμείς κι εσείς κι άλλοι τόσοι. Και αν γίνει αυτό τότε θα είσαστε ισότιμοι με μας. Θα έχετε την άδεια να πηγαίνετε σε όποιο μέρος της Χαναάν θέλετε και θα εμπορεύεστε ελεύθερα. Κι αν συμφωνήσεις και δώσεις την κόρη σου στο γιό μου, για προίκα εγώ θα σου δώσω κι όσα κι ό,τι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει. Ήρθα ο ίδιος εδώ γιατί και σένα σκέφτηκα και την ευτυχία του γιου μου. Αποφάσισε και πες μου Ιακώβ.

ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα Εμώρ τι ν’ αποφασίσω και τι να πω. Ο γιός σου άρπαξε το κορίτσι μου. Πρόσβαλε και μένα και τη φυλή μου. Εκτιμάω που ήρθες εδώ εσύ ο ίδιος για να μας ζητήσεις το κορίτσι μας, όμως καλλίτερα θα ήταν αν ερχόσουν πριν ο γιός σου αρπάξει τη θυγατέρα μου. Τώρα τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Γιατί δεν είναι εσύ κι εγώ που μιλάμε. Τώρα έχουν λόγο και τα παιδιά μου. Είναι άντρες πια κι ας μιλήσουν. Κι ύστερα σου λέω κι εγώ το δικό μου λόγο.

ΡΟΥΒΗΝ
Άρχοντα, έτσι το ’χετε σεις εδώ; Ν’ αρπάζετε τα κορίτσια του κόσμου; Θα σου πω τούτο κι ας με μαλώσει ο πατέρας μου γι αυτή μου την ασέβεια. Άλλη φορά να εξετάζει πρώτα ο γιός σου ποια είναι η κοπέλα που αρπάζει προτού την αρπάξει. Γιατί φέρθηκε στην αδερφή μας σα να ήταν πόρνη. Όσο για τώρα, δεν ξέρω τι να πω. Θέλω πρώτα να ξαστερώσει το μυαλό μου κι υστέρα θα κουβεντιάσω με τ’ αδέρφια μου και θα σου πούμε.

ΣΥΜΕΩΝ
Άρχοντα, έχουμε όλο το δίκιο. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι πως ότι έγινε δεν ξεγίνεται. Πραγματικά δε βλέπω τι άλλο εκτός από το γάμο θα μπορούσε να γίνει. Ο γάμος αυτός κι εμάς θα μας ικανοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, και το γιό σου, αφού λες πως αγάπησε την αδερφή μας. Ένα είναι όμως το μεγάλο εμπόδιο γι αυτό το γάμο. Πως εμείς όλοι έχουμε κάνει περιτομή και σεις είσαστε απερίτμητοι. Η περιτομή είναι βασικό στοιχείο της λατρείας μας και ποτέ μέχρι τώρα δε δώσαμε δικό μας κορίτσι σε άντρα που έρχεται από απερίτμητη φυλή. Μπορούνε να ταιριάξουνε τα πράγματα αν και της δικής σου φυλής οι άντρες κάνουνε περιτομή. Έτσι θα δείξετε πως δεν είσαστε εχθροί μας και  τότε  δεν  θα υπάρχει  εμπόδιο για  το γάμο. Αν  όμως  δεν κά¬\νετε περιτομή, θα πάρουμε πίσω την αδερφή  μας  και  θα φύγουμε. Τί λέτε αδέρφια;

ΛΕΥI
Μόνο έτσι μπορούμε να δεχτούμε το γάμο.

ΙΑΚΩΒ
Σωστή κουβέντα.

ΕΜΩΡ
Είναι  σωστή η  γνώμη  σας. Και  σας ομολογώ πως  ταιριάζει και  με τη  δική  μου γνώμη. Η περιτομή  θα μας φιλιώσει και  με άλλους λαούς  που περιτέμνονται. Θα το  δεχτεί και  ο Συχέμ γιατί  αγαπάει  τη Δίνα. Σας ευχαριστώ για την καλή λύση που δώσατε στο πρόβλημα μας. Και  τώρα να φύγω.

ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα, το ’χουμε συνήθειο να φιλεύουμε τον ξένο που μπήκε στο σπίτι   μας. Κάτσε να φάμε.

ΕΜΩΡ
θα πάω να πω τα χαρούμενα νέα στον Συχέμ. Θα φάμε και θα πιούμε όλοι  μαζί στο γάμο. Γεια σας.
(Βγαίνει ενώ ο Ιακώβ και οι γιοι του υποκλίνονται)




ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ   

Τόπος: η πόλη Συχέμ. Το σπίτι  ενός Συχεμίτη.

Πρόσωπα: ΝΟΙΚΟΚΥΡA, ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ, ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ    (Κουβεντιάζοντας με την γειτόνισσα ενώ κοπανίζει  στάρι  σ’ ένα γουδί)
Και  θα την παντρευτεί;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Θα την  παντρευτεί . Πήγε ο  ίδιος ο άρχοντας στον πατέρα της και τη ζήτησε.

ΝΟΙΚ.
Είναι άρχοντας κι αυτός;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Λένε πως έχει πολλά ζώα. Άρχοντας όμως δεν είναι.

ΝΟΙΚ.
Ακούω πως είναι άπιστοι. Δεν πιστεύουν στον Μαρντάκ. Πώς θα πάρει ο γιός του άρχοντα γυναίκα που είναι άπιστη;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Ναι. Είναι άπιστοι. Κάνουνε  θυσίες σε δικό τους, ξένο  θεό.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ 
Ποιον; 

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Δεν ξέρω. Και  δεν  του φτιάχνουν αγάλματα ούτε ζωγραφιές λέει.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Τότε πού πιστεύουν; Στον αέρα; Άλλο και τούτο…

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Ο θεός τους παρουσιάζεται ο ίδιος λέει μπροστά τους.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Και με τέτοιους ανθρώπους κάνει συμπεθεριό ο άρχοντας;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Μη στενοχωριέσαι συ. Για να δέχτηκε τέτοιο πράγμα ο άρχοντας θα πει πως έχει ψωμί η υπόθεση. Θα κερδίσει πολλά.

ΝΟΙΚΟ\ΚΥΡΑ
Μακάρι  γιατί κάτι  θα μείνει και  για μας.

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Ο θεός να δώσει. Σήμερα λέει θα τους εμίλαγε ο άρχοντας στην πύλη. Πήγε ο άντρας σου;

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Πήγε.

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Να δούμε τι νέα θα σου φέρει.
(Ακούγονται βήματα)

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Αυτός είναι. Κατά φωνή.

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ   (Βιαστικά)
Φεύγω φεύγω…
(Βγαίνει. Μπαίνει  ο άντρας  Συχεμίτης).

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Καλώς τον. Σας μίλησε ο άρχοντας;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας μίλησε.

ΝΟΙΚ.       
Και τί σας είπε;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας είπε να κάνουμε περιτομή. Να τι μας είπε. Γιατί, λέει, έτσι θα κάνουμε φίλους τους τσοπάνηδες και θα ’χουμε δικά μας τα πρόβατά τους.

ΝΟΙΚ.
Πώς  θα τα ’χουμε δικά μας;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Δεν είπε. Θα τους σκοτώσει και θα τα πάρει. Πώς αλλιώς;  Ζωντανός άνθρωπος αφήνει να του πάρουνε τα ζώα του; Άκου  περιτομή!
(ξαφνικά θυμωμένος)
Σε λίγο θα μας πει και να μην έχουμε είδωλα των θεών μας.
Και θα μας πει να πιστεύουμε σε ένα θεό μόνο, αρκεί να βρει κι άλλη ευκαιρία για πλιάτσικο.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Άντρα μου, αν το πει, βασιλιάς είναι, τι να κάνουμε;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μα βρε γυναίκα, βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει. Εγώ μόνος μου μπορώ να κάνω παιδιά αν δεν είχα εσένα; Πώς ένας θεός μονάχα θα μπορούσε να γεννήσει όλους τους άλλους θεούς που βλέπουμε; Τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ αστέρια... Φαντάσου τον Αμσού-
μεγάλη η χάρη του-χωρίς την Τιαμά. Πώς θα μπορούσε να κάνει όλα όσα έκανε;

ΝΟΙΚ.
Δίκιο έχεις άντρα μου.

Α.Σ.
Έχω μα πού να το βρω…

ΝΟΙΚ
Και θα κάνεις περιτομή κι εσύ;

Α.Σ.   
Ξέρω κι εγώ τι θα κάνω; Πονάει κιόλας λένε. Και πρέπει για πέντε μέρες να μείνουμε στο σπίτι ,μακριά από τις δουλειές μας.

ΝΟΙΚ.
Αφού το λέει ο άρχοντας κάνε το άντρα μου, ας μη του πάμε κόντρα.

Α.Σ.
θα δω τι θα κάνω. Βάλε κάτι να φάω και να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω χωράφι.

ΝΟΙΚ.
Αμέσως άντρα μου.
(βγαίνει)

Α.Σ.
(μόνος)
Άκου περιτομή! Αλλά και πάλι πώς να πας κόντρα στον άρχοντα; Ύστερα τόσες φυλές κάνουν περιτομή, γιατί όχι κι εμείς. Μα να την κάνουμε για το χατίρι του Συχέμ... Τέλος. Ας ξημερώσει και θα το σκεφτώ πάλι. Άκου περιτομή…






ΣΚΗΝΗ  ΕΒΔΟΜΗ
Τόπος: Παλάτι του Εμώρ. Κήπος βράδυ.
Πρόσωπα: ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ, ΣΥΜΕΩΝ

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου ένα μήνα είσαι μαζί μας κι είναι σα να σε ξέρουμε χρόνια.  Είσαι  καλή κι απλή σαν κι εμάς κι ας είσαι αρχόντισσα.

ΔΙΝΑ
Δεν είμαι ακόμα αρχόντισσα. Πρόσεξε μήπως όταν γίνει ο γάμος αλλάξω.
(Γελάει)
Όχι καλή μου. Πάντοτε θα είμαι όπως τώρα. Με τους καλούς είμαι καλή.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Το φόρεμα του γάμου κυρά μου δε φαίνεται από τα διαμάντια και το χρυσάφι που έχει πάνω του.

ΔΙΝΑ
Ναι, μου αρέσει και μένα. Ο άρχοντας γύρισε;

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Ναι κυρά. Κουβεντιάζει με τον πατέρα του.

ΔΙΝΑ
Πήγαινε να του πεις πως είμαι εδώ και πως θ’ ανέβω σε λίγο να τον δω.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου είναι βράδυ. Πώς θα κάτσεις μόνη σου στον κήπο;

ΔΙΝΑ
Δεν είμαι μικρό παιδί να φοβάμαι . Θα έρθω σε λίγο. Πήγαινε.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Μάλιστα κυρά.
(Υποκλίνεται, βγαίνει)

ΔΙΝΑ (Πηγαίνει προς την πόρτα του κήπου. Με προφύλαξη, σιγά)
Συμεών! Συμεών!
(Εμφανίζεται πίσω από την μάντρα του κήπου ο Συμεών. Πηδάει την μάντρα και μπαίνει. Αγκαλιάζει τη Δίνα. Φιλιούνται)

ΣΥΜΕΩΝ
Ω! Πόσο μου λείπεις αγαπημένη μου…

ΔΙΝΑ    .   
Κι εσύ αγαπημένε μου μου λείπεις. Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα.

ΣΥΜΕΩΝ   
Κάνε κουράγιο. Σε πέντε μέρες θα κάνουν περιτομή οι Συχεμίτες. Την τρίτη μέρα μετά την περιτομή θα τελειώσουν τα βάσανά σου. Το βράδυ της ημέρας εκείνης να ’χεις κοντά σου τον Συχέμ. Έφτασε η ώρα να γίνω εγώ άρχοντας κι εσύ δίπλα μου αρχόντισσα τιμημένη. Έχεις τίποτα καινούργιο να μου πεις; Έμαθες τίποτε άλλο;

ΔΙΝΑ
Όχι κάτι συγκεκριμένο. Όμως να προσέχετε.
 Δυο φορές τις τελευταίες μέρες που μιλούσε με τον πατέρα του, όταν πλησίασα έκοψαν άξαφνα την κουβέντα τους. Να προσέχετε.

ΣΤΜΕΩΝ
Μήπως κατάλαβε τίποτα και  θέλει να μας προλάβει;

ΔΙΝΑ
Δεν ξέρω, ίσως και να μου φάνηκε. Θα σε ειδοποιήσω αν μάθω κάτι…

ΣΥΜΕΩΝ
Προσέχουμε αγαπημένη μου, προσέχουμε. Μήπως έφερε κι άλλους άντρες στο παλάτι;

ΔΙΝΑ
Οχ ι. Οι ίδιοι είναι. Εσείς είσαστε σύμφωνοι όλοι ή μήπως κανείς σου φέρνει αντιρρήσεις;

ΣΥΜΕΩΝ
Όλοι σύμφωνοι είναι. Όμως την αρχή θα την κάνω με το Λευί. Ύστερα θ’ ακολουθήσουν οι άλλοι.

ΔΙΝΑ
Με το Λευί; Ποτέ δεν τα πηγαίνατε καλά οι δυο, τώρα είναι  μαζί  σου;

ΣΥΜΕΩΝ
Είναι γιατί μυρίζεται ψητό.

ΔΙΝΑ
Κατάλαβε κανείς ότι τα είχαμε σχεδιάσει όλα;

ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Η Ρόνι με την περιγραφή της αρπαγής σου τους έχει πείσει όλους τελείως.
(Τη φιλάει)
Αγαπημένη μου να προσέχεις κι εσύ.
Δε μ’ άρεσαν αυτά που μου είπες για τον Συχέμ και τον πατέρα του.

ΔΙΝΑ   
Θα σου πω και κάτι άλλο που δε θα σου αρέσει Συμεών  αγάπη μου.

ΣΥΜΕΩΝ
Τι;

ΔΙΝΑ
Είμαι έγκυος.

ΣΥΜΕΩΝ
Απ’ αυτόν;

ΔΙΝΑ
Απ’ αυτόν.

ΣΥΜΕΩΝ
Έχω ένα φίλο στην Αίγυπτο. Θα στείλουμε εκεί το παιδί. Γνωρίζει έναν ιερέα στην Ηλιούπολη. Το ξέρει ο Συχέμ πως είσαι έγκυος;

ΔΙΝΑ
Όχι.

ΣΥΜΕΩΝ
Να του το πεις απόψε. Θα του αρέσει και θα μπορέσεις να το εκμεταλλευτείς για την υπόθεσή μας.

ΔΙΝΑ
Θα του το πω. Και πρέπει να φύγω γιατί με περιμένει
(φιλιούνται)
Γεια σου

ΣΥΜΕΩΝ
Γεια σου.









ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

Τόπος: Σκηνή του Ιακώβ στην Κατασκήνωση.
Πρόσωπα: ΙΑΚΩΒ, ΑΡΑΧΕΜ, ΛΕΙΑ, ΔΑΛΛΑ, ΜΕΛΧΑ, ΡΟΥΒΙΝ, ΛΕΥΙ, ΙΟΥΔΑΣ, ΔΑΝ.

ΙΑΚΩΒ
(Φωναχτά και θυμωμένα)
Παιδιά μεγάλωσα εγώ ή φίδια; Ω! Πώς πονάει η πληγή  που  μου άνοιξαν.. . Άμυαλοι! Με  το μαχαίρι  νομίζουνε πως  θα λύσουνε το πρόβλημά τους. Ανόητοι! Κι  η συμφωνία που κάναμε με  τον Αμώρ; Δεν τη λογάριασαν; Και είσαι  σίγουρος πως σκότωσαν και τους αρχόντους;

ΑΡΑΧΕΜ
Ναι αφέντη. Και τον Εμώρ και τον Συχέμ και τη φρουρά τους. Κι όλους τους άντρες της πόλης.

ΙΑΚΩΒ
Ω! Συφορά! Και  δεν  τους  έφτανε αυτό  μα λεηλάτησαν και  τα σπίτια τους…

ΑΡΑΧΕΜ
Και πήραν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους κι ότι πολύτιμο είχαν στα σπίτια τους οι ανθρώποι.

ΙΑΚΩΒ
Καλά, εγώ είμαι γέρος, εμένα με κορόιδεψαν. Εσύ δεν κατάλαβες τίποτα;

ΑΡΑΧΕΜ
Ούτε εγώ ούτε κανένας από τους άντρες μου αφέντη. Κρυφό το κράτησαν απ’ όλους τα παιδιά σου.

ΙΑΚΩΒ
Πού  είναι   τώρα;

ΑΡΑΧΕΜ
Ο Συμεών έμεινε εκεί, οι άλλοι κάπου εδώ. Τριγυρίζουν.

ΙΑΚΩΒ
Τι άλλο έχει στο μυαλό του ο Συμεών άραγε; Και τι σχεδία έχουν κι οι άλλοι; Φώναξε μου όποιον βρεις από δαύτους! Αμέσως. Τώρα!

(ο Αραχέμ βγαίνει.  Ο Ιακώβ δυνατά)

Λεία! Δάλλα! Μελχά!

(Προβαίνουν μία μία οι γυναίκες)
Τα μάθατε τα κατορθώματα των γιων σας; Μάθατε τις ντροπές που ρίξαν στο κεφάλι μου; Μάθατε τις έγνοιες που μου βάλανε; Φίδια μου γεννήσατε, όχι παιδιά. Να 'τοιμαστείτε για φευγιό. Δε γίνεται άλλο να σταθούμε εδώ. Θα μας ρημάξουν. Τι συφορά! Πάνω που είπαμε να ριζώσουμε δω χάμου, να ’μαστε πάλι για δρόμο!  Να μην πείτε τίποτα στη Ραχήλ. Θα της τα πω εγώ τα νέα όπως πρέπει. Αντέστε. Φύγετε. Συφορά μου!
(οι γυναίκες βγαίνουν)
Θεέ μου τί να κάνω; Εσύ στις δύσκολες στιγμές μου πάντοτε με βόηθησες. Βοήθα με και τώρα. Μου υποσχέθηκες να δώσεις σε μένα και στους απογόνους μου τη γη Χαναάν. Μην πάρεις πίσω το λόγο σου Κύριε για την απρέπεια των παιδιών μου. Και φανερώσου μου και πες μου τι να κάμω στις δύσκολες ώρες που περνώ.
(Μπαίνουν Ρουβήν, Ιούδας, Λευί, Δαν)
Πού είναι τα μαχαίρια σας; Φέρτε τα και σκοτώστε κι εμένα!..

ΡΟΥΒΙΝ
Πατέρα..

ΙΑΚΩΒ
..Αλλά μήπως δε μ’ έχετε κιόλας  σκοτώσει; Αθώους ανθρώπους εσκοτώσατε. Γιατί;

ΡΟΥΒΙΝ
Πατέρα, ατιμάσανε την αδερφή μας!

ΙΑΚΩΒ
Όλοι  την ατιμάσανε; Εσείς  ρημάζατε  την  πόλη  όλη. Εμένα δε με σκεφτήκατε; Όλος ο κόσμος τώρα θα με λέει κακόν και ύπουλο.

ΛΕΥΙ
Πατέρα όλο μας λες πως τη Χαναάν θα μας τη δώσει δική μας ο θεός. Πώς θα μας τη δώσει αν δεν πολεμήσουμε; Πρέπει να βοηθήσουμε τη θέληση του θεού.

ΙΑΚΩΒ
Ωραία τη  βοηθήσατε. Σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους. Θαρρείτε ανόητοι πως έτσι παίρνονται οι Χαναάν; Τώρα ξέρετε τι θα γίνει; Οι Χαναναίοι και  οι Φερεζαίοι  θα ξεσηκωθούν και θα μας λιώσουν. Θα χάσουμε  ό,τι έχουμε και  δεν έχουμε. Αν κανένας από μας γλιτώσει θα είναι τυχερός. Πού είναι ο Συμεών;

ΛΕΥΙ
Έμεινε στην πόλη.

ΙΑΚΩΒ
Η Δίνα;

ΛΕΥΙ
Κι αυτή μαζί.

ΙΑΚΩΒ
Γιατί έμεινε εκεί ο Ιακώβ;

ΛΕΥΙ
Θέλει να γίνει άρχοντας εκεί λέει…

ΙΑΚΩΒ
Ω.' Τον ανόητο. Μήπως θέλει να πάρει και την Αίγυπτο; Ω! Τον ανόητο! Μα τι περίμενα απ’ αυτόνε  κι από σένα που για να διασκεδάσετε κόβατε τα νεύρα από τα πόδια των ταύρων και τους βλέπατε να σπαρταράνε και γελούσατε; Αφού για το γέλιο σας κάνατε τέτοια, τι δε θα κάνατε στο θυμό σας πάνω…

ΡΟΥΒΗΝ
Πατέρα δίκια είσαι θυμωμένος. Μα με τους Συχεμίτες δε θα μπορούσαμε μετά από ότι έγινε-την αρπαγή της αδερφής μας-να είμαστε φίλοι. Θα ήμασταν εχθροί. Κι οι Συχεμίτες ήσαν δυνατότεροι. Έτσι πάντοτε θα κάναμε ότι εκείνοι ήθελαν. Μόνο με δόλο μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε. Πρέπει  να κοιτάξουμε το μέλλον μας. Αν το χειριστούμε το ζήτημα καλά, μπορούμε να ριζώσουμε στην πόλη της Συχέμ. Κι αυτή θα είναι μια καλή αρχή για να εκπληρωθεί η υπόσχεση του θεού σου-να πάρουμε τη Χαναάν.

ΙΑΚΩΒ
Άδικα αίματα δε θέλει ο Θεός μου. Φύγετε. Και τραβάτε πέστε σ’ αυτό τον ελαφρόμυαλο ναρθεί εδώ προτού πέσουν απάνω του οι Φερεζαίοι και τότε δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Τραβάτε. Και στείλτε μου τον Ιωσήφ. Θέλω να ημερέψω λίγο την ψυχή  μου.

                                     ΑΥΛΑΙΑ
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

Και κόρες έκανε και γιους. Και εκατόν τριάντα
χρόνια είχε ζήσει ο Σερούχ και τον Ναχώρ γεννάει.
Κι από τη γέννα του Ναχώρ διακόσα ακόμα χρόνια
ζωής εμέτρησε ο Σερούχ. Κι έκανε γιους και κόρες.
Και ο Ναχώρ στα εκατόν 'βδομήντα εννιά του χρόνια
γεννάει τον Θάρρα. Κι ο Ναχώρ ’κατόν εικοσιπέντε
χρονιές ακόμα έζησε απ' τη γέννηση του Θάρρα.
Και κόρες έκανε και γιους. Και εβδομήντα χρόνων
ο Θάρρα ήταν σα γέννησε Ναχώρ, Αρράν και Άβραμ.

XI27
Κι αυτοί ’ναι οι απόγονοι που απόκτησε ο Θάρρα.
Λοιπόν ο Θάρρα εγέννησε Ναχώρ, Αρράν και Άβραμ.
Κι ο Αρράν εγέννησε τον Λωτ. Κι ενώ ακόμα ο Θάρρα
εζούσε, ο πατέρας του, ο Αρράν, είχε πεθάνει
στη γη που εγεννήθηκε, στη χώρα των Χαλδαίων.
Και πήραν ο Άβραμ κι ο Ναχώρ γυναίκες. Κι η γυναίκα
Μελχά λεγόταν του Ναχώρ, του Αρράν ήταν κορίτσι
κι είχε αδερφή την Ιεσμά. Και τη γυναίκα του Άβραμ
Σάρα τη λέγαν, κι ήτανε στείρα και δεν γεννούσε.
Κι ο Θάρρα εσηκώθηκε, πήρε το γιό του Άβραμ,
πήρε το εγγόνι του-το Λωτ, το γιό του Αρράν, τη Σάρα-
τη νύφη του, που ήτανε του γιου του Άβραμ γυναίκα-
κι απ’ των Χαλδαίων έξω αυτός τους έβγαλε τη χώρα
να πάνε για τη Χαναάν. Και στη Χαρράν επήγαν
κι εκεί εκατοικήσανε. Και για διακόσα πέντε
χρόνια ο Θάρρα έζησε στη γη Χαρράν και ήταν
σ' αυτή τη γη όταν πέθανε.

XII
Και μίλησε ο Κύριος στον Άβραμ και του είπε:
το πατρικό το σπίτι σου, τη γη, τους συγγενείς σου,
άσ’ τα και πήγαινε στη γη που θα σου πω. Και μέγα
έθνος θα κάνω εσένα εγώ κι όνομα μέγα θα ’χεις.
Κι ευλογημένος θα ’σαι συ-γιατί θα σ' ευλογήσω.
Και θα καταραστώ εγώ τους που σε καταριούνται.
Και από σε οι φυλές της γης όλες θα ευλογηθούνε.
Κι αυτό που του ’πε ο Κύριος ο Άβραμ το ’χε κάνει.
Κι ήταν μαζί του και ο Λωτ. Και εβδομήντα πέντε
ο Άβραμ ήτανε χρονών απ’ τη Χαρράν σα βγήκε.
Κι ο Άβραμ τη γυναίκα του πήρε κοντά, τη Σάρα,
τον ανηψιό του πήρε Λωτ, τα υπάρχοντά τους όλα
και όσους είχαν στη Χαρράν ανθρώπους αποκτήσει
και βγήκανε και τράβηξαν στη γη Χαναάν να πάνε.
Κι ο Άβραμ βάδισε σ’ αυτή τη γη μέχρι τον τόπο
Συχέμ, στη Δρυ την Υψηλή. Τότε οι Χαναναίοι
σ' αυτή τη γη εμένανε. Κι εφανερώθη ο Κύριος
στον Άβραμ και, αυτή τη γη, του ’πε, θα τήνε δώσω
στους απογόνους σου εγώ. Κι ένα θυσιαστήριο
στον που του φανερώθηκε έχτισε ο Άβραμ Κύριο.
Και μακριά έφυγε από κει και σ’ ένα όρος πήγε
που ήταν ανατολικά από τη Βαιθήλ. Κει πέρα
θυσιαστήριο έχτισε στον Κύριο και το είπε
με του Κυρίου τ’ όνομα. Κι ο Άβραμ εσηκώθη
και πήγε και στην έρημο είχε στρατοπεδέψει.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
(α΄ συνέχεια και τέλος)

ΦΕΤΙΧ
Δυο λόγια μόνο πάνω στο θέμα για να κλείσει μια και καλή. Είπε ο πρόεδρος πως ζητούσαμε πολέμους, μίση, ανθρωποθυσίες. Δεν τα ζητούσαμε εμείς αυτά. Ας συνέλθουμε κύριοι συνάδελφοι και ας μη βγάζουμε μόνοι μας τα μάτια μας. Όλοι ξέρουμε ότι δεν είμαστε όντα με πραγματική υπόσταση και ακόμα περισσότερο όντα με υπευθυνότητα και συνείδηση. Είμαστε πλάσματα του μυαλού των ανθρώπων.  Και μας πλάθουνε όπως θέλουνε. Τις ιδιότητές τους μας φόρτωναν. Σκιές των ανθρώπινων παθών είμαστε. Θέλανε οι άνθρωποι να πολεμήσουν; Λέγανε ο θεός ζητάει πόλεμο. Θέλανε να ξεπαστρέψουνε μερικούς; Λέγανε ο θεός ζητάει ανθρωποθυσίες. Όποια βρωμοδουλειά σε μας τη φορτώνανε. Μη λοιπόν συμπεριφερόμαστε σαν να φταίμε ή να μην φταίμε εμείς για ό,τι κάνουν οι άνθρωποι. Αυτά για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και για να λείψουν οι παρεξηγήσεις. Τελείωσα.
(σιωπή)

ΠΈΤΡΑ
Τα είπες λίγο ωμά, όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Αφού λοιπόν έτσι ή αλλιώς οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, ας τους στείλουμε έναν άνθρωπο-θεό.

ΓΆΤΑ
Αφού είναι έτσι γιατί να μην αφήσουμε να το κάνουν μόνοι τους;

ΠΈΤΡΑ
Γιατί τότε θα καταλάβουν ότι είναι θεοί και οι ίδιοι. Ενώ αν τους προλάβουμε πριν εκείνοι να το σκεφτούν, τότε θα έχουμε την ελπίδα ότι όταν δουν τα χάλια και του ανθρώπου-θεού, οι άνθρωποι θα ξαναγυρίσουν σε μας. Το πρόβλημα είναι πώς θα δεχτούν οι άνθρωποι έναν άνθρωπο-θεό. Εδώ βασιλιάδες και κυβερνήτες που οι ίδιοι τους έχουν διαλέξει, τους ρίχνουν ή τους σκοτώνουν με το παραμικρό. Θα γλιτώσει από την τύχη αυτή ένας θεός; Ενώ αν τους τον στείλουμε εμείς αλλάζει το θέμα. Θα πουν: αφού είναι από τον ουρανό σταλμένος, είναι θεός. Έτσι κόβεται και η φόρα εκείνων που υποστηρίζουν ότι θεός είναι και ο άνθρωπος. Γιατί τώρα θα πρέπει να προσθέτουν: «ο άνθρωπος ο σταλμένος από το θεό».

ΔΙΑΣ
Καλή ιδέα.

ΓΥΝΑΊΚΑ
Ωραία ιδέα.

ΌΛΟΙ
Ωραία… ωραία…

ΠΈΤΡΑ
Θα πάει λοιπόν κάτω ο θεός μας και θα αρχίσει να λέει: αγαπάτε αλλήλους, ο έχων δύο χιτώνες να δώσει τον έναν, μακάριοι οι πραείς και ένα σωρό τέτοια ωραία.

ΚΌΚΟΡΑΣ
Εγώ, αν και οι άνθρωποι με έχουν κατασφάξει, τους αγαπώ. Και δεν συμφωνώ να τον βάλουμε να τους λέει τέτοια. Δε λυπόσαστε τους ανθρώπους που θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν εκείνα που τους λέει, πηγαίνοντας έτσι ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό; Εμένα δεν το βαστάει η καρδιά μου. Οι άνθρωποι κοιτάνε πώς θα βγάλουν από τη μέση ο ένας τον άλλο. Κι αν δεν το κάνουν είναι γιατί εκείνοι που δέχονται την επίθεση αντιστέκονται. Φαντάζεστε τι θα γίνει αν γυρίζει και το άλλο μάγουλο εκείνος που θα χτυπηθεί στο ένα; Αυτόματα όποιος πιστεύει στον καινούργιο θεό θα γίνεται ή δυστυχής ή μακαρίτης. Άσε που μπορεί να σκοτώσουνε και τον ίδιο το θεό οι άνθρωποι…

ΠΈΤΡΑ
Αυτό είναι δική τους δουλειά. όμως αφού τέτοια θέλουν, τέτοια θ’ ακούσουν.

ΜΟΛΏΧ
Πάνε οι ανθρωποθυσίες…

ΔΙΑΣ
Πάνε oι βαγαποντιές…

ΧΟΥΙΤΖΙΛΟΠΟΧΤΛΙ
Πάνε οι πόλεμοι…

ΠΈTPA
Ε! Φίλοι! Τι θρήνοι είναι αυτοί; Μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε. Είπαμε: θα λέει έτσι ο θεός μας, δε θα γίνεται όμως τίποτε απ’ αυτά που θα λέει. Κι όχι μόνο, αλλά θα είναι αυτός ο αίτιος να σκοτώνονται oι άνθρωποι μεταξύ τους περσότερο απ' όσο σκοτώνονταν από μας. Έχει να κάνει πολέμους αυτός, που ο Χουιτζιλοποχτλί θα μοιάζει πρωτάρης μπροστά του. Θα κάψει ανθρώπους όσους δεν έκαψαν εκατό Μολώχ. Έχουν να υποφέρουν και να δυστυχήσουν άνθρωποι και άνθρωποι. Λοιπόν σύμφωνοι όλοι; Άνθρωπος-Θεός;
ΟΛΟΙ
Σύμφωνοι… σύμφωνοι...
ΚΕΡΑΥΝΟΣ
Και πώς θα πραγματοποιηθεί αυτό;
ΠΕΤΡΑ
Mια γυναίκα θα γεννήσει το νέο θεό αφού αυτός πρέπει να είναι άνθρωπος.. Και για να είναι από θεού, κάποιος από μας θα κατέβει, απόψε κιόλας κάτω στη γη, για να κανονίσει το πράγμα. Και δε βλέπω ποιος είναι πιο κατάλληλος γι αυτό από κάποιον που έχει φτερά.

ΑΕΤΟΣ
Εγώ δεν πάω γιατί μπορεί να με πιάσουν και να με εξημερώσουνε.

ΔΙΑΣ
Χμ… πηγαίνω εγώ αν δεν έχετε αντίρρηση. Ξέρω από τέτοια..Μόνο να μου δάνειζε τα φτερά του ο αετός μιας και πρέπει να πετάξω.

ΑΕΤΟΣ
Μετά χαράς.
(του δίνει τα φτερά του)

ΔΙΑΣ
Ωραία! Έφυγα κιόλας. (Πηγαίνει προς την πόρτα, γυρίζει πίσω)
Κανένα λουλούδι κάποιος;.. σε γυναίκα πηγαίνω…

ΦΛΟΡΑ
(βγαίνει από το πλήθος των θεών που στέκουν όρθιοι)
Εδώ!
(του δίνει έναν κρίνο)

ΔΙΑΣ
Γεια σας!
(βγαίνει πετώντας)


ΑΥΛΑΙΑ

«ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΥΣ
Κάθε χρόνο, η 29η Νοεμβρίου, είναι αφιερωμένη στους αγώνες και το δίκιο του Παλαιστινιακού λαού.
Σαν σήμερα, 29 Νοεμβρίου, έχει καθιερωθεί να γιορτάζεται η διεθνής ημέρα αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό. Κάθε χρόνο αυτή η μέρα είναι αφιερωμένη σε κάθε αγώνα που έχει κάνει η Παλαιστίνη για να κατακτήσει τα δικαιώματα της. Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε μετά από απόφαση του Ο.Η.Ε το 1977.»
ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Όταν ήμουν στην Αμερική και χωρίς να ξέρω τα παραπάνω, έγραψα τη «ΔΙΝΑ»
Εδώ την παραθέτω λόγω της ημέρας. Και την δίνω όπως την έδωσα τότε, πριν δεκαοχτώ χρόνια, στους ελληνοαμερικάνους φίλους του Λος Άντζελες και της Νέας Υόρκης. Και με τον ίδιο πρόλογο.



ΔΙΝΑ!

Ένα απλό θεατρικό εργάκι.
Που δεν έχει να πει τίποτε παραπάνου από ό,τι λέει μέσα για τη Δίνα η Γένεση.

Γιατί το ’κανα αυτό;
Επειδή με συνεπήρε η δίνη του γεγονότος πως έχουμε μπροστά μας ένα ιστορικό πρόσωπο που έζησε πέντε χιλιάδες χρόνια πριν από μας. Και πριν από την Παλαιά Διαθήκη δεν ξέρω παλιότερο βιβλίο ιστορικό. Πολλά μυθολογικά πρόσωπα, ιστορικά πρόσωπα όμως όχι. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι περίφημοι έλληνες, όταν οι εβραίοι γράφανε την ιστορία τους, αυτοί τρώγανε ακόμα βαλανίδια, όπως κάνανε με τη σειρά τους οι Εγγλέζοι όταν οι έλληνες γράφανε τα δικά τους έπη και τη δική τους ιστορία.

Εξάλλου με μαγεύουν οι γυναίκες που ζήσανε παλιά.
Είναι πιο κοντά στο Άγνωστο από το οποίο έρχονται και γι αυτό είναι πιο αυθεντικές, πιο πρωτόγονες, πιο γυναίκες.
Είναι πιο κοντά σης μυθολογικές γυναικείες μορφές, όταν αυτές είναι τόσο παλιές όπως οι γυναίκες της Παλαιάς Διαθήκης, που βρίσκονται στο μεταίχμιο μυθολογίας και ιστορίας. Και αν αυτό δεν είναι συναρπαστικό τότε τι άλλο θα ήτανε;

Το ίδιο συναρπαστικές είναι και οι μυθολογικές γυναικείες μορφές, οι τελευταίες από τις οποίες συγχέονται με τις πρώτες ιστορικές γυναικείες μορφές.
Όμοια και οι κυρίες αυτές συναρπάζουν τους ανά τον κόσμο συγγραφείς. Το βλέπουμε σε κάθε εποχή και σε κάθε σχεδόν γραφιά. Πόσοι δεν έχουν γράψει έργα με κύρια πρόσωπα τις Μήδειες, τις Αντιγόνες, τις Εκάβες, τις Ωραίες Ελένες, τις...τις..., για να περιοριστούμε στην ελληνική μυθολογία μόνο;

Και καλά, οι συγγραφείς γράφουν καλά ή άσχημα έργα. Τι φταίμε όμως εμείς οι τωρινοί να υφιστάμεθα τα διάφορα "ανεβάσματα" των έργων αυτών από τους διάφορους, μεγάλους τάχα, συμπατριώτες μας σκηνοθέτες; (Αντί για ανέβασμα, για κατέβασμα θα έπρεπε να μιλάμε-εκτός κι αν επιθυμούσαν όσοι λένε "ανέβασμα", το ανέβασμα στο ικρίωμα του εκάστοτε σκηνοθέτη.)
Τι φταίμε να βλέπουμε ντυμένους με παράξενες έως αστείες στολές άντρες και γυναίκες που ουρλιάζουν πάνω στη σκηνή (δείγμα δύναμης πνευμόνων και υποκριτικής αδυναμίας), ή που κουνιούνται πέρα δώθε σαν εκκρεμή ζαλίζοντας μας (δείγμα της θαυμαστής ικανότητας τους να κουνιούνται άσκοπα όλοι ή όλες μαζί) και που θεωρούν ότι κάνουν θέατρο μόνο και μόνο επειδή πατάνε και μιλάνε πάνω σε χώρους όπου οι έλληνες παρίσταναν τις δικές τους ερμηνείες;
Και μόνο μερικές αληθινές ιέρειες του θεάτρου μας, κατορθώνουν να μην καταβυθιστούν, επειδή αντίθετα με ότι οι σκηνοθέτες επιτάσσουν, αυτές, έχοντας μέσα τους την ιερή φλόγα, δίνουν κάτι από εκείνο που αυτοί τελείως αγνοούν.

Και βλέπουμε χρόνια και χρόνια τώρα μιαν Εκάβη να μας λέει κάθε φορά πως ο πόλεμος είναι κακό πράγμα, μια κακή Μήδεια να σκοτώνει τα παιδιά της επειδή ο άντρας της την παράτησε, μιαν Αντιγόνη που παρακούει σαν άταχτο παιδί εντολές.
Και εκεί τελειώνουν γι αυτούς όλα όσα έχει να πει το θέατρο.

Μα οι μυθολογικές μορφές, ω! κακέκτυπα σκηνοθετών!, δεν έχουν τη μικρή εμβέλεια που εσείς, στενόμυαλα τους δίνετε.
Πώς μπορείτε να μην αναγνωρίζετε μέσα σ' αυτές μια ζωντανή ζωγραφιά της φύσης ολόκληρης;
Ο κόσμος ολόκληρος είναι μια αιώνια τραγωδία με την
καταστρεπτική της δύναμη πάντοτε σε ενάργεια.
Όπως στην ψυχή του πραγματικού μύστη, ας πούμε του Αισχύλου ή του Ευριπίδη, τίποτα το ανθρωπινό δεν είναι ξένο, έτσι θα έπρεπε να νιώθετε και σεις για να μπορέσετε να δώσετε στα έργα που ανεβάζετε, όλες τους τις διαστάσεις.
Το βάθος της θεατρικής ηδονής συνίσταται στην επιθυμία του ανθρώπου να αιστανθεί όλες τις χαρές και όλους τους πόνους της ανθρωπότητας, να ομοιωθεί με τις πιο διαφορετικές υπάρξεις, να γνωρίσει τη συγγένειά του με την παγκόσμια ψυχή.
Δείξτε μας τα πάθη να αναδύονται από τα βάθη της προϊστορίας του ανθρώπου, που θα πει από το υποσυνείδητο του!
Σκάψτε μέσα στη γυναίκα και φέρτε στο φως του θεάτρου τα τρομερά πρωτόγονα υλικά που τη συνθέτουν!
Ξαναφέρτε μας στα ύψη του ιδεατού και στον χαμένο
ουρανό από την άβυσσο όπου έχουμε κατρακυλήσει!
Δείξτε μας ένα πλατύ ορίζοντα!

Κάντε τον μύθο μια αλληγορία, μια ζωντανή εικόνα  για τη φύση ολάκερη!
Μα δεν έχετε μάθει να ούτε να βρίσκετε αλήθειες ούτε να λέτε ψέματα με δεξιοσύνη.

Αλλά ας ξαναγυρίσω στη «ΔΙΝΑ» μου.
Την έγραψα όταν μετάφραζα τη Γένεση, για να ξεκουραστώ με κάτι ελαφρό.
Όμως δεν είναι μόνο η Δίνα που με έθελξε όταν τη γνώρισα έτσι αγνή παρθένα, πρωτόγονη, γεμάτη ζωντάνια, περηφάνια, θηλυκότητα.
Ήτανε και το γεγονός πως η σφαγή των Συχεμιτών είναι η πρώτη εχθροπραξία μεταξύ Εβραίων και Παλαιστινίων, η αρχή δηλαδή του πολέμου που μέχρι σήμερα συγκλονίζει την οικουμένη και που στις
μέρες μας ευθύνεται και για τις τρομοκρατικές ενέργειες της Αλ Καϊντα και τις απαντήσεις των αμερικανοευρωπαίων σ’ αυτές-η αρχή με ένα λόγο του Παλαιστινιακού προβλήματος.

Είναι γνωστό αυτό που λέγεται, πως το πέταγμα μιας πεταλούδας στην Κίνα μπορεί να επηρεάσει καταστάσεις σε μια χώρα χιλιάδες μίλια μακριά.
Κάτι ανάλογο σκέφτομαι και για το θέμα της παλαιστινοεβραϊκής πεντακισχιλιοετούς διαμάχης.
Βεβαίως η υπόσχεση του Θεού υπήρχε προς τους εβραίους: να τους δώσει τη γη Χαναάν. Όμως αν δεν βρισκότανε η Δίνα που, είτε από μόνη της είτε βαλτή από τον αδερφό της να θέλξει τον άρχοντα της περιοχής, θα είχε γίνει ότι έγινε; Μήπως η Δίνα με την όποια ομορφιά της καθόρισε τη μορφή του κόσμου όπως αργότερα το έκανε και η μύτη της Κλεοπάτρας;
Δεν θα μπορούσε ίσως, αν δεν συνήθιζε η Δίνα να κάνει βόλτες στα γύρω, να ξεχνιόταν η υπόσχεση του Θεού από τους εβραίους, ή να αναβάλλονταν επ’ αόριστον η προσπάθεια της υλοποίησής της, με πολλές πιθανότητες να μη επιχειρηθεί ποτέ, ή ακόμα ακόμα οι εβραίοι, κυνηγημένοι από όλους να διαλύονταν και να χάνονταν τελικά, αφήνοντάς μας μόνο το όνομά τους που να δείχνει πως κάποτε υπήρξαν κι αυτοί;
Υποθέσεις, θα μου πείτε, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα γινόταν εάν…
Σωστά.

Όπως και να ’ναι όμως, η «ΔΙΝΑ» μου έγινε.






ΔΙΝΑ


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Τόπος: Εξοχή. Δρόμος με γύρω πράσινο και άνθη.
Πρόσωπα: ΡΟΝΙ, ΔΙΝΑ, ΣΥΧΕΜ, ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΤΟΥ.


ΡΟΝΙ
Δίνα, ας γυρίσουμε. Η μητέρα σου εμένα θα μαλώσει αν αργήσουμε.

ΔΙΝΑ
Έλα Ρόνι, μη  θέλεις να χαλάσεις αυτό το όμορφο περπάτημα.  Πώς μπορείς να συλλογίζεσαι  το    γυρισμό  μια τέτοιαν ώρα; Μόνο το αεράκι αυτό που κατεβαίνει απ’ το βουνό απέναντι και μας δροσίζει    ως  μέσα την  ψυχή  μας, αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για να με κρατήσει εδώ. Μα είναι και  τα λουλούδια. Κοίτα. Κοίτα τους κρόκους! Τους αγριονάρκισσους! Τους υάκινθους! Βγήκαμε από το πατρικό μας σπίτι αλλά τουλάχιστο  βρεθήκαμε σ’ ένα ωραίο μέρος.

ΡΟΝΙ     
Μ’ αρέσουνε και μένα όλα αυτά Δίνα. Όμως ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε τόσο από το σπίτι. Το ξέρεις πως ο άρχοντας περνάει απ’ αυτό το δρόμο με τ’ αμάξι του;

ΔΙΝΑ
Που να το ξέρω… Μα ούτε με νοιάζει για τον άρχοντα.

ΡΟΝΙ
Κι αν  τόνε νοιάζει αυτόν;

ΔΙΝΑ
Τί θα μας κάνει Ρόνι, θα μας φάει; Το πολύ να τον προσκυνήσουμε.  Άλλη μια μετάνοια. Τόσες έκανα για να κόψω αυτούς τους υάκινθους.

ΡΟΝΙ
Τόσο μακριά δεν πήγαμε άλλοτε Δίνα.

ΔΙΝΑ
Ούτε άλλοτε ήταν τόσο όμορφα. Κοίτα ένα χρυσοκίτρινο πουλί! Ω! Να μπορούσα να τ’ αγγίξω! Να το κλείσω στα χέρια μου! Να το χαϊδέψω, να το φιλήσω…
(πλησιάζει το πουλί, αυτό φεύγει.)
Γιατί φοβούνται τα πουλιά Ρόνι;
(βλέπει τη Ρόνι που είναι σκεπτική)
Έλα Ρόνι, Χάρου και συ μαζί μου. Αν όλα τ’ άλλα δεν μπορούν να σε κάνουν να ξεχάσεις το σπίτι και τη μητέρα μου, τουλάχιστον αυτό σκέψου: Είμαστε σ’ ένα μέρος που πρώτη φορά το βλέπουμε. Μια καινούργια πόλη. Ποιός ξέρει πόσα ωραία πράγματα θα ’χει μέσα της… Ας τη δούμε κι ας είναι από μακριά. Δε θα ’θελες να δεις κι άλλη μια πόλη εκτός απ’ τή Χαρράν;

ΡΟΝΙ
(επιτακτικά)
Θέλω. Μα βλέπεις  εκείνο το δέντρο  εκεί  πέρα; Όταν φτάσουμε εκεί  θα γυρίσουμε-ναι;

ΔΙΝΑ
Ω! Εσύ είσαι χειρότερη από τη μητέρα μου.

ΡΟΝΙ
Γι αυτό και μ’ έχουνε για συντροφιά σου-γιατί είμαι μεγαλύτερη και ξέρω πράγματα περισσότερα. Όλοι   με  μένα θα τα  βάλουνε που αργήσαμε.

ΔΙΝΑ
Κουτή! Και τι μπορεί να γίνει;
(κοιτάζει γύρω της)
Τι ομορφιά! Εκείνο το βουνό εκεί πέρα δε μοιάζει σα να το’ βαλαν εκεί οι άγγελοι του θεού του πατέρα μου, γεμάτο έτσι με δέντρα ολάνθιστα και με ό,τι αγριολούλουδο φανταστείς, μόνο και μόνο για μας;

ΡΟΝΙ
Το βουνό αυτό το λένε Εβάλ και τ’ αντικρυνό του Γε
ζερίμ.
Άκουσα τον πατέρα σου που το ’λεγε όταν ερχόμασταν.

ΔΙΝΑ
Ω! Δεν με νοιάζει πώς το λένε, αρκεί που είναι όμορφο.

ΡΟΝΙ
Και δεν είναι μόνον ο πατέρας σου. Θα μου φωνάζουν και τ’ αδέρφια σου.

ΔΙΝΑ
Ουφ! Άσε με πιά! Φύγε αν θες-θα προχωρήσω μόνη μου…

ΡΟΝΙ
Οχι. Δε φεύγω.

ΔΙΝΑ
Τότε σταμάτα. Να, φτάνουμε στο δέντρο, θα γυρίσουμε, μην κάνεις έτσι.
(τη βλέπει)
Πώς το μπορείς να πας και να κλειστείς μέσα σε μια σκοτεινή σκηνή μια λαμπρή μέρα σαν και τούτη; Όμως είσαι κουτή. Τ’ αδέρφια μου ότι και να κάνω δε θα με μαλώσουν. Έντεκα αγόρια θα μαλώσουνε μιαν αδερφούλα; Έτσι και με δούνε λίγο λυπημένη θα μου συχωρέσουνε την πιο μεγάλη μου αταξία
(Σιωπή)
Ξέρεις πως τον παλιό καιρό παντρεύονταν αδέρφια με αδέρφια; Ξέρεις ποιον θα ’παιρνα εγώ; Τον Συμεών.

ΡΟΝΙ
Στην Αίγυπτο και τώρα παντρεύονται αδέρφια με αδέρφια.

ΔΙΝΑ
Εσύ ποιον θα διάλεγες αν τ’ αδέρφια μου ήταν αδέρφια σου;

ΡΟΝΙ
Τον Λευί.

ΔΙΝΑ (Γελάει)
Εσύ ψηλή ψηλή κι αυτός κοντούτσικος ωραίο ζευγάρι θα κάνατε…

ΡΟΝΙ
Είναι δουλευτής. Μια μέρα θα γίνει πλούσιος σαν τον πατέρα του. Τίποτα δε θα του λείπει.

ΔΙΝΑ
Τα πλούτη κοιτάζεις καημένη κι όχι την αγάπη;

ΡΟΝΙ
Τα πλούτη που δεν έχω. Αν είχα κι εγώ πλούσιο πατέρα, τότε θα σκεφτόμουν κι εγώ τις αγάπες.
(Δυο άμαξες εμφανίζονται στη στροφή του δρόμου. Φοβισμένα)
Κάποιοι έρχονται Πάμε να φύγουμε!

ΔΙΝΑ
Άνθρωποι είναι. Θα περάσουνε.

ΡΟΝΙ
Μπορεί να ’ναι ο άρχοντας. Πάμε να φύγουμε.

ΔΙΝΑ
Όποιοι και να ’ναι δεν κρύβομαι. Είμαι η κόρη του Ιακώβ. Κι έχω έντεκα αδέρφια. Κάτσε εδώ. Άρματα είναι, θα περάσουν.
(Μεριάζουν κάνοντας τόπο στις άμαξες. Οι άμαξες σταματάνε δίπλα τους. Κατεβαίνει ο Συχέμ)

ΣΤΧΕΜ
Χαιρετίζω τα όμορφα κορίτσια.

ΔΙΝΑ
Και  μεις σε χαιρετίζουμε.

ΣΥΧΕΜ (Κάνει ένα γύρο γύρω από τα κορίτσια. Στέκεται  μπροστά στη Δίνα)
Πώς και δε σ’ έχω ξαναδεί στα μέρη μου; Ξένη είσαι;

ΔΙΝΑ
Πριν δυο φεγγάρια ήρθα εδώ με την οικογένεια μου. Αγόρασε ο πατέρας  μου γης από τον άρχοντα της χώρας και μένουμε. Ιακώβ τον λένε τον πατέρα μου.

ΣΥΧΞΜ
Κάτι άκουσα για κάτι ξένους. Τον έχεις δει τον άρχοντα;

ΔΙΝΑ
Δεν έχω καμιά δουλειά εγώ με τον άρχοντα. Εγώ μένω στο σπίτι. Βγήκα με τη φίλη μου για μια βόλτα. Κι είναι η ώρα μου να γυρίσω.
(κάνει να φύγει. Ο Συχέμ της κλείνει το δρόμο).

ΣΥΧΕΜ
Αφού δεν ξέρεις τον άρχοντα δε θα ξέρεις και μένα-είμαι ο γιος του ο Συχέμ, που τ’ όνομά μου έχει η χώρα που μέσα της μένεις. Και είμαι ο πρωτότοκος, και είμαι ο κληρονόμος της χώρας τούτης μ’ ότι και μ’ όποιον έχει μέσα της.

ΔΙΝΑ
Δεν έτυχε να σ’ έχω ακουστά. Κι εγώ είμαι η κόρη του Ιακώβ με τα χιλιάδες ζώα και τις κατοσταριές τους δούλους. Και τώρα πρέπει να γυρίσω γιατί θα με ψάχνει.

ΣΥΧΕΜ
Τέτοια κορμοστασιά σαν της γαζέλας των βουνών και δυο τέτοια μαύρα μάτια μεγάλα το καθένα σαν τη νύχτα και γλυκά σαν μέλι του Ελάμ, δεν έχω ξαναδεί σ’ όλη τη χώρα.

ΔΙΝΑ
Καλά τα λόγια σου, όμως με περιμένουν οι δικοί μου.

ΣΥΧΕΜ
(Μη δίνοντας σημασία σ’ ότι λέει η Δίνα)
Όταν, πρωί, έρθεις εδώ, θα δεις ομίχλη να σκεπάζει τον κάμπο πέρα πέρα. Τ’ αγριολούλουδα τότε και τα δέντρα φαντάζουν ομορφότερα καθώς μισοκρύβονται μέσα στην πάχνη. Έτσι και συ με το βέλο να σκεπάζει το πρόσωπό σου γίνεσαι ομορφότερη.
Βγαλ’ το. Ίσως δω κάποιαν ασχήμια πάνω του, και τότε θα σ’ αφήσω να πας στο σπίτι σου.

ΔΙΝΑ
Το βέλο του κορίτσι από σπίτι δεν το βγάζει.

ΣΥΧΕΜ
Κορίτσι από σπίτι δεν τριγυρίζει  μονάχο του στις ερημιές.

ΡΟΝΙ (Προσκυνάει ως το χώμα)
Άρχοντά μου, χίλια να είναι τα χρόνια σου και όλους τους εχθρούς σου να νικάς. Άκου και με τη δούλη σου. Όσα είπε η κυρά μου είναι αλήθεια. Για ένα περίπατο βγήκαμε. Και μ’ έστειλαν μαζί της για να την προσέχω σα μεγαλύτερη που είμαι. Οι  ομορφιές του τόπου μάς μάγεψαν κι αργήσαμε λιγάκι. Κύριέ μου, θα με σκοτώσουνε αν πειραχτεί μια τρίχα μόνον από τα μαλλιά της. Άφησέ μας να γυρίσουμε στο σπίτι μας και ο κύριός μου θα σου στείλει δώρο πενήντα πρόβατα. Εγώ θα του το ζητήσω.

ΣΥΧΕΜ
(Κάνει νόημα σε δυο άντρες που είναι στ’ αμάξια κι
αυτοί παίρνουν από μπροστά του τη Ρόνι. Στη Δίνα) Ανέβα στ’ αμάξι μου!

ΔΙΝΑ
Όχι. Κι άσε με να φύγω γιατί έχω έντεκα αδέρφια και θα μ’ αναζητάνε.

ΣΙΧΕΜ
Ο πόθος που μου άναψες δε σβήνει ούτε με τα παρακάλια της δούλας σου ούτε με τις δικές σου απειλές. Κι αν ένας άρχοντας δεν κάνει ό,τι θέλει μέσα στη χώρα του, τότε άρχοντας δεν είναι. Έλα μαζί μου κι αύριο σε πηγαίνω όπου θέλεις.

ΔΙΝΑ
Δεν έχω μάθει να με διατάζουν. Κι ούτε είμαι δούλα σου. Δούλα είμαι στον πατέρα και στ’ αδέρφια μου. Κι ούτε που με θαμπώνουν τα πλούτη. Μες στο ασήμι και στο χρυσάφι μεγάλωσα.

ΣΥΧΕΜ
Μάρτυρα τον Βεδ τον ήλιο βάζω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να σε πάρω μαζί μου με το ζόρι. Μαρτυρά μου το θεό τον ήλιο βάζω πως και η κόρη του Φαραώ να ήσουνα η ίδια, πάλι θα σ’ έπαιρνα μαζί μου. Κι αν ήξερα ακόμα πως θα πληρώσω με τη ζωή μου την αγκαλιά σου, πάλι δα θα έκανα πίσω.

ΔΙΝΑ
Άρχοντα άσε με να φύγω.
(Ο Συχέμ την αρπάζει και τη βάζει
πάνω στο άρμα του ενώ η Δίνα προσπαθεί να του ξεφύγει)



ΣΚΗΝΉ ΔΕΥΤΕΡΗ
Τόπος: Σκηνή του Ιακώβ.
Πρόσωπα: ΙΑΚΩΒ, ΖΕΛΦΑ, ΛΕΙΑ, ΑΡΑΧΕΜ.


ΖΕΛΦΑ
(συνεχίζοντας κουβέντα)
Ρώτησα μια γυναίκα της πόλης. Μου είπε πως υπάρχει στην πόλη μια γριά που ξεγεννάει.

ΙΑΚΩΒ
Να την πάρουμε όταν έρθει η ώρα. Η Ραχήλ είναι αδύνατη. Θα χρειαστεί  βοήθεια.

ΖΕΛΦΑ
Όταν    ξαναπεράσει η γυναίκα θα της  ζητήσω να με πάει σ’ αυτήν.  Με το  ζόρι  την κατάφερα να μου  μιλήσει.  Δε  στέκονται…

ΛΕΙΑ (Γνέθοντας)
Μας αποφεύγουν οι  ντόπιοι.

ΙΑΚΩΒ
Είναι  νωρίς ακόμα. πρέπει να μας μάθουν, να δουν πως είμαστε καλοί και νοικοκυραίοι άνθρωποι κι ύστερα θα ξανοιχτούνε.

ΛΕΙΑ
Ήρθε ο Φαρέν από τα κοπάδια. Τρεις αγελάδες γεννήσανε σήμερα.

ΙΑΚΩΒ
Δοξασμένο να ’ναι το όνομα του Κυρίου. Όλα καλά μας τα κάνει. Αν βρούμε και νερό στα καινούργια πηγάδια, τότε θα ’μαστε καλλίτερα. 
(Στη Ζελφά)
Φώναξε μου τον Αραχέμ.
(Η Ζελφά βγαίνει).

ΛΕΙΑ
Η Δίνα άργησε. Στείλε κάποιον να δει.

ΙΑΚΩΒ
Μόνη της πήγε;

ΛΕΙΑ
Με  τη    Ρόνι.

ΙΑΚΩΒ   
Είναι  μεγάλη και μυαλωμένη κοπέλα. Όταν είναι  αυτή  μαζί  με τη Δίνα μη  φοβάσαι.

ΛΕΙΑ
Είναι πολλή ώρα που φύγανε και  βγήκα έξω να δω και δεν τις πήρε το μάτι μου.

ΙΑΚΩΒ
Ο ήλιος είναι ψηλά ακόμα.

ΛΕΙΑ
Αν αργούσε ο Ιωσήφ θα ’χες στείλει δέκα ανθρώπους.

ΙΑΚΩΒ
Ο Ιωσήφ είναι  μικρός ακόμα. Μη  με κακοπαίρνεις Λεία. Όλα τα παιδιά μου τ’ αγαπάω.

ΛΕΙΑ
Αυτό που σου λέω εγώ.

ΙΑΚΩΒ
Καλά, θα πω του Αραχέμ να στείλει κάποιον. Ησύχασε .
(Μπαίνει ο Αραχέμ και προσκυνάει)

ΑΡΑΧΕΜ
Προσκυνώ αφέντη.

ΙΑΚΩΒ
Πώς  τα βλέπεις τα πηγάδια Αραχέμ; Θα δώσουνε νερό;

ΑΡΑΧΕΜ
Πρέπει αφέντη. Ο γείτονας στην Ανατολή    έχει τρία πηγάδια γεμάτα. Ο βορεινός τα ίδια. Φαίνεται πως η    περιοχή έχει νερό. Κι ο γερο-Ιωβήλ αυτό λέει.

ΙΑΚΩΒ
Ο Φαρέν λέει γεννήσανε τρεις αγελάδες. Τις είδες;





ΑΡΑΧΕΜ
 Ναι αφέντη. Καλά είναι τα ζώα. Η μία δυσκολεύτηκε, είπαμε πως δε θα το βγάλει ζωντανό όμως τα κατάφερε.

ΙΑΚΩΒ
Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου. Κι ας δώσει να γεννήσει καλά και η Ραχήλ. Τράβα να ησυχάσεις Αραχέμ. Προτού, στείλε κάποιον να φέρει τη Δίνα.

ΑΡΑΧΕΜ
Πάω αφέντη. Μόνο ένα πράγμα να σου πω για να το ξέρεις. Δεν είναι σπουδαίο, αλλά μη σου κάνει κανείς τίποτα παράπονα…

ΙΑκΩΒ
Τι;

ΑΡΑΧΕΜ
Να, αρπαχτήκανε οι προβατάδες μας με τους ντόπιους για δυό ζώα.

ΙΑΚΩΒ
Δε σας είπα να μην πιανόσαστε-να προσέχετε; Είμαστε ξένοι εδώ Αραχέμ!

ΑΡΑΧΕΜ
Δεν έγινε τίποτα αφεντικό. Μπροστά στους ξένους μάλωσα τους δικούς μας. Ησύχασαν τα πράγματα. Μόνο για να το ξέρεις  στο είπα. {Απέξω ακούγεται θόρυβος και κλάματα γυναικεία.)

ΛΕΙΑ
Τι να συμβαίνει; (Αφήνει το γνέσιμο και βγαίνει)

ΙΑΚΩΒ
θα τσακώθηκαν τίποτα γυναίκες.
(Περιμένει να δει τι έγινε. Μπαίνει η Λεία. Από πίσω της έρχεται η Μελχά σπρώχνοντας μπροστά της τη Ρόνι, που για προστασία έχει κολλήσει πάνω της.)

ΛΕΙΑ( θρηνώντας)
Πάει  το παιδί  μου! Πάει  το κορίτσι μου! Μου  το πήρανε. Πάει το μοναχοκόριτσό  μου!

ΙΑΚΩΒ
Τ’ είναι αυτά που λες; Τι Θα πει… Ποιός το πήρε;
(Στη Μελχά)
Τι έγινε;

ΜΕΛΧΑ
Ο γιος του Εμώρ άρπαξε τη Δίνα.

ΙΑΚΩΒ
Ο γιος του άρχοντα-ποιος; Ο Συχέμ;
(Η Μελχά κοιτάζει ερωτηματικά τη Ρόνι. Εκείνη γνέφει ναι).
Πώς έγινε; Πότε; Πες μου.

ΛΕΙΑ
Πάει το κορίτσι μου. ΤΟ ‘λεγα εγώ.
(Στη Ρόνι)
Και συ που είχες τα μυαλά σου; Ω! Δυστυχία μου!

ΙΑΚΩΒ (Βάζει τη Λεία να καθίσει)
Σώπασε να δούμε τι έγινε.
(Στη Ρόνι)
Λέγε επιτέλους κορίτσι, τί έγινε;
(Η Ρόνι κλαίγοντας πέφτει μπροστά στα πόδια του Ιακώβ. Δυνατά)
Σταμάτα τα κλάματα και μίλα.

ΡΟΝΙ
Εγώ της  έλεγα να    γυρίσουμε αφέντη. Δε  μ’ άκουγε.

ΑΡΑΧΕΜ
(Πλησιάζει,  τη Ρόνι)
Μη    φοβάσαι. Άσε τα κλάματα και  μίλα. Λέγε.

ΡΟΝΙ
Εκεί που περπατούσαμε ήρθανε δύο άρματα. Στο ένα ήτανε ο Συχέμ ο άρχοντας. Κατέβηκε και μας μίλησε. Είπε της Δίνας να πάει μαζί του. Εκείνη δεν πήγαινε και την άρπαξε ο ίδιος. Την έβαλε στο άρμα του και φύγανε.

ΛΕΙΑ
Κορίτσι μου!

ΙΑΚΩΒ
Δε μπορώ να το πιστέψω. Ο Εμώρ να το κάνει αυτό σε μένα;.. Ήξερε ποια είναι η Δίνα;

ΡΟΝΙ
Του το είπε. Του είπε για τ’ αδέρφια της, του είπε για σένα αφέντη, τίποτα εκείνος. Την πήρε. Του μίλησα κι εγώ αφέντη. Έπεσα στα πόδια του. Τον παρακάλεσα. Μ’ έκανε πέρα. Δε φταίω κυρά μου...της έλεγα να γυρίσουμε… δε μ’ άκουγε. Τί να ’κανα;

ΙΑΚΩΒ (στη Ρόνι)
πήγαινε.
(Η Ρόνι οπισθοχωρεί κλαίγοντας και προσκυνώντας και βγαίνει. Η Ζελφά βγαίνει πίσω της)
Το παλιόσκυλο!

ΛΕΙΑ
Σαν τα μάτια μου τη φύλαγα. Σα λουλουδάκι τη μεγάλωνα. Γιατί; Για να τη χαρεί ένας αγριάνθρωπος
(Κλαίγοντας κρύβει το κεφάλι στις παλάμες της)

ΑΡΑΧΕΜ
Αφεντικό, να ετοιμάσω τους άντρες; Θα ’χουμε φασαρίες;

ΙΑΚΩΒ
Όχι. Αυτό όχι. Πήγαινε για την ώρα Αραχέμ. Και να μην πείτε σε κανέναν τίποτα.
(Ο Αραχέμ βγαίνει).

ΛΕΙΑ
Στείλε να το μηνύσεις στ’ αδέρφια της μήπως αυτά κάτι κάνουν. Γιατί να μ’ ακούσεις θεέ μου και να μου το δώσεις κορίτσι το παιδί αυτό; Στο ζήτησα για να μην είναι αγόρι πάλι και ζηλεύει η αδερφή μου, και συ μ’ άκουσες. Ας μη μιλούσα καθόλου. Τώρα δε θα μ’ έβρισκε τούτο το κακό.

ΙΑΚΩΒ
Δεν το ’ξερα αυτό.
ΛΕΙΑ
Το ξέρεις τώρα. Και τι αλλάζει; Ω! Δυστυχία!

ΙΑΚΩΒ
Έτσι ήθελε ο Κύριος έτσι έγινε. Μην αμαρταίνεις. Μόνο μπορούσα πες να την είχα δώσει του Ησαύ. Για χάρη σου όμως δεν το ’κανα -δε θα περνούσε καλά τα κορίτσι μαζί του.

ΛΕΙΑ
Θα στείλω να το μηνύσω στα παιδιά. Αυτά κάτι θα κάνουν.

ΙΑΚΩΒ
Κοίταξε πώς θα τους το πεις. Μη τους αγριέψεις. Και να μην κάνουν τίποτα αν πρώτα δε μιλήσουν μαζί μου.
(Η Λεία βγαίνει)








ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Χωράφια του Ιακώβ.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΙ, ΡΟΥΒΙΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΑΧΑΡ,ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΩΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ,
ΓΑΔ, ΑΣΗΡ.


ΣΥΜΕΩΝ
Τ’ ακούσατε  όλοι  αδέρφια. Ο Συχέμ ατίμασε  την αδερφή  μας. Θ’ αφήσουμε ανεκδίκητη  την  τιμή  της; Και πώς  θ’ αντικρύσουμε αύριο  τον κόσμο που θα λέει «τι  τα ’θελε τόσα αδέρφια αφού άφησαν  το Συχέμ να τους  πάρει»;

ΛΕΥΙ
Και τί να κάνουμε; Ο Συχέμ είναι ο άρχοντας της χώρας. Έχει άντρες και όπλα. Εμείς τί έχουμε;

ΣΥΜΕΩΝ
Έχουμε τα σπαθιά μας. Κι  έχουμε κι  εμείς άντρες. Κι η Δίνα είναι αδερφή  μας. Μην περιμένετε απ’ τον πατέρα μας  να δράσει. Εκείνος όλα τα θέλει να γίνουν ήσυχα. Ησυχία ησυχία, να τώρα που ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή  μας. Σα να ήτανε  μια πόρνη  της  φέρθηκε. Είμαστε όλοι αδέρφια της εδώ. Μα εμείς  οι έξη είμαστε αδέρφια της κι απ’ την  ίδια κοιλιά. Λοιπόν  τι λες αδέρφι Ρουβήν;

ΡΟΥΒΗΝ
Λέω να βρούμε ένα τρόπο να πάρουμε πίσω τη Δίνα χωρίς να χυθεί αίμα. Γιατί θα χυθεί το δικό μας αίμα.

ΣΥΜΕΩΝ
Αδερφέ μου σε σέβομαι γιατί είσαι μεγαλύτερος. Όμως να με συμπαθάς, κι αν μας δώσει μόνος του πίσω το κορίτσι φεύγει και η ντροπή;

ΡΟΥΒΙΝ
Είναι  πολλοί οι Συχεμίτες.

ΣΥΜΕΩΝ
Είναι  πολλοί αλλά μας ατίμασαν.

ΡΟΥΒΗΝ
Και  τι λες να κάνουμε Συμεών; Ορίστε, πες μας  το σχέδιο σου.

ΣΥΜΕΩΝ
Το σχέδιο μου είναι να πάρουμε πίσω την τιμή μας. Δεν ξέρω ακόμα πώς. Και σας ρωτάω: θα με βοηθήσετε σ’ αυτό το σκοπό; Είμαστε άντρες πια. Μπορούμε και πιάνουμε όπλα στα χέρια μας. Στύβουμε την πέτρα και βγάζει νερό.

ΙΟΥΔΑΣ
Όλοι θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι λυπηθήκαμε και πονέσαμε για την αδερφή μας. Πρέπει να μάθουμε σ’ αυτόν τον χυδαίο ότι μπορεί να είναι άρχοντας, μα πρέπει να μας σέβεται. Αυτό πρέπει να ’ναι το μάθημά του. Και να ’ναι σκληρό μάθημα.

ΣΥΜΕΩΝ
Ισσάχαρ;..

ΙΣΑΧΑΡ
Ότι αποφασίστε κι εγώ μαζί σας.

ΣΥΜΕΩΝ
Εσύ Ζαβουλών είσαι μικρός κι εσύ όμως θα βοηθήσεις από κοντά. Εσείς οι άλλοι αδέρφια τί λέτε;

ΔΑΝ
Κι αν η Δίνα δεν είναι αδερφή μας από κοιλιά, όμως σε όλους έγινε η προσβολή. Ένας άπιστος να κλέψει την αδερφή μας… την κόρη του Ιακώβ... Αδέρφια, ξέρω μια κρυψώνα δίπλα στο δρόμο που περνάει ο Συχέμ. Αν συμφωνάτε, αύριο κιόλας ο Συχέμ θα ’ναι νεκρός. Θα λουφάξω εκεί, κι όταν πλησιάσει το άρμα του, θα πεταχτώ και όπως δαγκώνει το φίδι, έτσι θα τον χτυπήσω. Και θα σπαρταράει σα σφαγμένο πρόβατο στο χώμα πάνω.

ΣΥΜΕΩΝ
Δαν αδέρφι, κράτα το θυμό σου για την ώρα που θα χρειαστεί. Αδέρφια, ακούστε με καλά. Ήρθαμε από έναν τόπο όπου ήμασταν ξένοι σ’ άλλον τόπο, όπου κι εδώ είμαστε ξένοι. Όπως ήταν κι ο πατέρας μας κι ο πάππους μας κι ο προπάππος μας. Και ξέρετε-γιατί να σας τα λέω-τη δυστυχία που τραβάει ο ξένος. Ως πότε αδέρφια; Ο θεός του πατέρα μας είπε σ’ αυτόν πως θα του δώσει αυτή τη γη δική του και στους απογόνους του, σε σας και σε μένα. Το ίδιο είπε και στον Ισαάκ, το ίδιο είπε και στον Αβραάμ. Αυτά μας λέει και μας ξαναλέει ο πατέρας μας για χρόνια τώρα. Ο θεός όμως δε θα διώξει έτσι ξαφνικά όλους τους Χαναναίους για να μας δώσει έτοιμη τη γη να την κάνουμε δική μας. Πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς γι αυτό. Εγώ, αυτό που έγινε με τη Δίνα, το βλέπω σαν μια ευκαιρία να γίνουν αληθινά τα λόγια του θεού τώρα, από μας, για μας. Ας αρχίσουμε από τους Συχεμιτες αδέρφια!
(σιωπή)

ΓΑΔ
Εγώ είμαι πρώτος γι αυτό. Όμως πρώτα θέλω να μάθω τί ακριβώς έγινε. Η Δίνα είναι αδερφή σας και την ξέρετε καλλίτερ' από εμάς -δεν μπορεί να της άρεσε ο Συχέμ;

ΣΥΜΕΩΝ
Στην αδερφή μας ν’ αρέσει ένας αλλόπιστος; Δαν αδερφέ μου ούτε να το σκεφτείς πάλι αυτό. Ποτέ δε θα ‘κανε η Δίνα κάτι τέτοιο.

ΓΑΔ
Παίρνω πίσω το λόγο μου αδέρφι. Και ξέρω πως εσύ πονάς περισσότερο απ’ όλους μας γιατί είσαι ο αγαπημένος της αδερφός. Γι αυτό δε δευτερώνω την κουβέντα μου. Είμαστε και μεις οι άλλοι μαζί σας. Όμως χρειάζεται περίσκεψη.

ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ
Άκουσα ότι ο Συχέμ έχει κοντά του πάντοτε τρακόσους άντρες.
Και ότι μπορεί να μαζέψει τρεις χιλιάδες μέσα σε μια μέρα.

ΔΑΝ
Κι έχουνε όπλα και χάλκινα σπαθιά. Πρέπει να τους πιάσουμε στον ύπνο. Και γρήγορα, πριν ξυπνήσουν.

ΑΣΗΡ
Αν  ζητήσουμε  να μας   βοηθήσει    κι ο  θείος  μας  ο Ησαύ;

ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Αυτός θα τα θέλει όλα δικά του. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Ας πάμε τώρα στην κατασκήνωση να δώσουμε θάρρος στις γυναίκες. Και κουβέντα στον πατέρα μας για τα σχέδια μας. Και να μη μάθει τίποτα ο Ιωσήφ γιατί θα το προλάβει αμέσως στον πατέρα. (Βγαίνουν όλοι ένας ένας και μένουν στο τέλος ο Συμεών με τον Λευί)

ΛΕΥΙ
Λες να ήρθε η ώρα να κάνουμε δική μας τη Χαναάν;

ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω. Όμως αν δεν προσπαθήσουμε και να ήρθε θα ξαναφύγει.
(Βγαίνουν)

(συνέχεια)

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ

Κείνο το εικονοστάσι.
Με το αυστηρό του αγίου πρόσωπο.
Κάθε βράδυ το καντήλι του αναμμένο.

Μητέρα
με ωδίνες μεγάλες
σα το Πεπρωμένο να γεννούσες
τόνε γέννησες;

Τα μάτια του, όταν σε πρωτόδαν, πες μας
ήταν σαν το Άδολο να καθρέφτιζαν
και σαν στο Μακρινό να βυθίζαν έμοιαζαν
που πίσω του πολύ
είχε
για να ’ρθει εδώ
αφήσει;

Κι όταν για πρώτη του φορά κοιμήθηκε,
ποιου τάχα Χρέους πνοή
στ’ όνειρό του ήρθε και
σαν Μοίρα
την Αγιοσύνη τού όρισε
και το Μαρτύριο;

IF
ΑΝ
(παιδικό, μετάφραση)

Αν ήμουν ένα έλατο
με φύλλα μυτερά
αν ήμουν ένα πεύκο
με πράσινα κλαδιά
ξέρετε τι θα ήθελα
να γίνω κάποια μέρα;
Ένα χριστουγεννιάτικο
δεντράκι για παιδιά.
«Αυστραλοπίθηκος Λούσι: Σήμερα, 28-11-15, η Google τιμά με doodle τα 41 χρόνια από την αποκάλυψή της.»
Ίντερνετ



ΛΟΥΣΥ
(γραμμένο πριν 20 χρόνια)
Πριν από εικοσιένα χρόνια, επιστήμονες ανακάλυψαν ένα σκελετό ανθρώπου, ηλικίας τεσσάρων εκατομμυρίων ετών.
Ήταν ο σκελετός του πρώτου ανθρώπινου όντος πάνω στη γη.
Ήταν σκελετός θηλυκού ανθρώπου.
Όπως αποφάνθηκαν οι ειδικοί, η γυναίκα στην οποία ανήκε ο σκελετός αυτός είναι η μητέρα όλων των ανθρώπων της γης.
Της έδωσαν το όνομα Λούση.
Παρακάτω εκτίθεται η πρώτη σκηνή της πρώτης πράξης του ομώνυμου έργο μου.





ΛΟΥΣΥ
(έργο σε πέντε πράξεις)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Χρόνος: Κάποια μέρα στους καιρούς μας.
Τόπος: Τo δωμάτιο ποιητή.
Πρόσωπα: Ποιητής, Αστραπή, Λούσυ.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Τάχα πώς θα 'ναι ο έρωτας μαζί σου;
Έρωτας με μια αθώα κι απλή γυναίκα-
με μια γυναίκα αγιότητα γεμάτη;
Χωρίς εγωισμό κι υποκρισία;
Που δεν αναστενάζει μ’ ιδιοτέλεια,
που "ναι" είναι το "ναι" της πέρα ως πέρα,
και τ’ "όχι" της αδιάβατο ποτάμι;
Που στο κρεβάτι του άντρα δεν τη σπρώχνει
ο πόθος για το χρήμα ή για τη δόξα,
που ούτε η ζήλεια, ούτε και το πείσμα
θέση δεν έχουνε στον έρωτά της;
Πώς θα ’ναι ο έρωτας με μια γυναίκα
που σμίγει με το ταίρι της σαν ήλιος
και που απ’ αυτό χωρίζει σαν φεγγάρι;
Μακριά από μισερές σεμνοτυφίες
και από συμφερόντων επιδιώξεις;
Μακριά απ’ το γάμο, το θεσμό της φρίκης,
έξω απ’ τη μέγγενη της κοινωνίας
που όλα μες στη μαύρη τα συνθλίβει
θατανογεννημένη της αγκάλη;
Πώς θα ’ναι τάχα ο έρωτας μαζί σου;
Με μια γυναίκα μ' άβαφα τα χείλη,
με ατρύπητα τ’ αυτιά και την ψυχή της,
δίχως αρώματα που να νοθεύουν
της Φύσης τη Δροσιά και την Ευθύνη;
Από αλοιφές αμόλυντη και κρέμες,
δίχως το σώμα τεχνητά πλασμένο
σα δήθεν ποθητό-δήθεν ωραίο;
Χωρίς την ομιλία που σκοτώνει
ό,τι καλό στον έρωτα απομένει;
Μακριά ’π’ τα ηλεκτρικά, τα κρύα φώτα,
μακριά από αίθουσες που όλα κρύβουν-
μέσα στο φως κι απ’ την ελπίδα έξω;

Πώς θα 'ναι ο έρωτας τάχα μαζί σου;
Χωρίς την πρόθεση να βασανίσεις
τον άντρα που στα χέρια του σε πήρε,
χωρίς επιθυμία να σκοτώσεις
τον άντρα που βαθιά σ' έχει φιλήσει…
Ελεύθερη από μίσος και μωρία,
από βρωμιές ελεύθερη και ψεύδη
στον καθαρό ελεύθερη το χώρο
στον καθαρό ελεύθερη το Χρόνο.
Ολόαγνη πα’ στον αίθριο τον πλανήτη
που πρώτη συ επάνω του έχεις ζήσει
με στήθη άσπιλα από άγγιγμα άλλου-
ποιος θα μπορούσε να σ' αγγίξει εσένα-
με βλέμμα καθαρό από κοίταγμα άλλου-
ποιον άλλον θα μπορούσες να κοιτάξεις-
με χείλια ξεραμένα από τον ήλιο
και μέσα τους μονάχα μεινεσμένον
τον πόθο για φιλί-ανθρώπου πλάστη;
Με πέτρινους γλουτούς, με σώμα χώμα,
με πόδια ρίζες που της γης τη φλούδα
πρωτόγνωρα βυζαίνουν περπατώντας,
με ριζομήρια που η αγνότητά τους
συναγωνίζεται κείνην του σκίνου,
των θάμνων, της ροδής και τ’ άγριου βάτου;
Ω! Λούσυ! Πόσα χρόνια μας χωρίζουν!
Εκατομμύρια μετρημένα χρόνια...
Πόσοι ν’ αστράψαν κεραυνοί από τότε
που του μυαλού σου η σπίθα έχει ανάψει;
Πόσα να έχουν τάχα δέντρα πέσει
αφότου εσύ τα πρώτα είχες φύλλα
του δέντρου του ανθρώπινου βλαστήσει!
Και πόσοι πόλεμοι από τότε Λούσυ
το αίμα λιγοστέψαν των ανθρώπων;

Λούσυ αγνή σαν του αγρού τα ρόδα!
Λούσυ ζεστή σαν πρωινή ηλιαχτίδα!
Άσπροι ήσαν άραγε και τότε οι κρίνοι;
Περιζωσμένοι με κισσού πλοκάμια
και τότε οι κορμοί ήταν των πλατάνων;
Και το φεγγάρι ωχρό ήταν και τότε;
Και πες, δροσά εκελαρύζαν τα ρυάκια;
Μα, Λούσυ, σε ρωτώ χωρίς να ξέρω:
είχες καιρό τα τέτοια να προσέξεις
ή έγνοιες άλλες παίρναν το μυαλό σου:
Και πες, μια Κόλαση κι ένα Μαρτύριο
ήτανε η ζωή και τότε Λούσυ;..

Πώς τάχα να ’ναι ο έρωτας μαζί σου!
Ω! Μήτρα συ Αγνή Θεών κι ανθρώπων!
Ω! Πρώτη συ Φωνή στο φως του Κόσμου!
Ω! Συ! Αρχή και τέλος του Ονείρου!
Ω! Που γιατί εσύ θελήσει το 'χες
φτερά εφύτρωσες στου νου το σώμα!
Ω! Συ! Μικρή! Ω! Συ! Γλυκιά κι ωραία!
Ξύπνα απ’ τ’ ανήλια βάθη των αιώνων,
και πάρε τον ολάσπρο σκελετό σου,
ντύσου τη σάρκα σου κι έλα κοντά μου
(μιλώ για σάρκα που ανθώνες μύριοι
τρέμουλο ένα φτιάχνουν ριγηλό της…)
Έλα γιατί αφότου έχω αντικρύσει
τα κόκαλά σου τα λευκά και λεία
δε θέλω άλλο από το να γνωρίσω
την ηρεμία που ’χε η μορφή σου
όταν τις χειμωνιάτικες ημέρες
στου σπήλιου σου το βάθος εκλεινόσουν.
Ω! Λούσυ! Απ’ τ’ άφωτα φύγε τα πλάτια
κι έλα στο φως των ημερών και πάλι.
Κι ότι γνωρίζεις συ, που εγώ δεν ξέρω,
κοντά μου κάτσε και διηγήσουτό μου.
Κοντά μου κάτσε και ψιθύριστό μου.
Έλα γιαγιά εσύ αγαπημένη
και πάρε με απαλά στα γόνατά σου
και σαν ολόγλυκο ένα παραμύθι,
προτού στου ύπνου να δοθώ τη χάρη,
τα μυστικά σου πες μου τα μεγάλα.
Μάθε με όλα όσα ξέρεις μάγια.
Ό,τι γραφτό μού είναι μες στη ζήση
να μη γνωρίσω, έλα συ καλή μου
κι έστω στη φαντασιά μου χάριστό μου.
Α! Τι αξία έχει η ζωή τ’ ανθρώπου
αν κείνο που ποθεί δεν αποκτήσει...
Δεν θέλω, δεν μπορώ σα θα πεθάνω
άλλο μη βρίσκοντας, να πω σαν κάποιους:
"Αυτό το μάθημα είναι το μεγάλο-
πως τίποτα δεν είχα να γνωρίσω".
Καθείς αυτό μπορεί να πει στο τέλος
γιατί οι τελευταίες τους οι λέξεις
ντυμένες είναι των ανθρώπων όλων
τον ψεύτικο μανδύα της αλήθειας.
Λούσυ λοιπόν αγαπημένη έλα
και τον αγνό τον έρωτά σου δος μου.
Και μες στον λαμπερό του τον καθρέφτη
κάθε σου γνώση άφησε να πέσει.
Και φως ας τη δεχτούν τα δυο μου μάτια.
Κι αν τίποτε, καλή κι εσύ δεν ξέρεις,
έλα να γεφυρώσουμε τις δυο μας
τις δυσκολοβαστούμενες τις άγνοιες.
Δυο φόβοι σα δεθούν και γίνουν ένας
παντοτινά την αφοβιά γεννούνε.
Ω! Λούση! Φάρμακο της αρρωστιάς μου!
Ω! Λούσυ! Για τις τόσες δυστυχιές μου,
πανάκεια θα ’ναι ο έρωτας μαζί σου...
(Μπαίνουν η Αστραπή και η Λούσυ)

ΑΑΣΤΡΑΠΗ
Είμαι η Αστραπή. Κι αυτή ’ναι η Λούσυ.
Πολύ τη θέλησες-στην έχω φέρει.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Μα πώς… Θέλω να πω...

ΑΣΤΡΑΠΗ
Τι θέλεις; Πες το!

ΠΟΙΗΤΗΣ
Κάποιος μού σκάρωσε αστείο κάποιο.
Τέτοια δεν είναι δυνατό να γίνουν.

ΑΣΤ
Γιατί το λες αυτό; Ταιριάζουν όλα:
εκάλεσες τη Λούσυ, έχει έρθει!

ΠΟΙ
Μα δεν περίμενα να γίνει αλήθεια.
Ναι, βέβαια, με συγκλόνισε η Λούσυ.
Μα δεν επέρασε από το μυαλό μου
πως κάποτε θα στέκονταν εμπρός μου.

ΑΣΤ
Τo δίκιο είναι λίγο και δικό σου.
Γιατί τη ζήτησες εδώ έχει έρθει.
Όμως δεν το ’κανε μόνο για σένα.
Τo ’κανε πιο πολύ γι αυτή την ίδια.
Με τον καημό τον μέγα έχει πεθάνει:
τα μυστικά του κόσμου όλα να μάθει
όσα της ήτανε τότε κρυμμένα.
Κι από το μέρος όπου τώρα μένει
με παρακάλεσε να τήνε πάρω
και να τη φέρω μέχρι εδώ-σε σένα
που τόσο ήθελες να τη γνωρίσεις-
στον μόνο που ενδιαφέρθηκε για κείνην.
Γιατί αυτή σου η επιθυμία
όταν σκορπίστηκε στον γύρω χώρο
κι ως στα νεκρά τ’ αυτιά της είχε φτάσει
την εσυντάραξε, καθώς εσένα
σ’ αντάριασε η θέα των οστών της.

ΠΟΙ
Και δεν μπορούσε μόνη της να έρθει;

ΑΣΤ
Μόνη της έρχοντας από κει πέρα
τόσο πολύ στο δρόμο της θ’ αργούσε
που θα ’φτανε όταν συ θα είχες φύγει.

ΠΟΙ
Ωραία! Την έφερες! Άσε μας τώρα!
Κατάλαβα όσα μου ’χεις ειπωμένα.
Σ' ευχαριστώ και άμε στο καλό σου.
Θέλω να μείνω μόνος μου μαζί της.
Φύγε! Να πούμε θέλω τα δικά μας.

ΑΣΤ
Η Λούσυ δεν μπορεί να σου μιλήσει.

ΠΟΙ
Τότε με νοήματα θα της μιλήσω.

ΑΣΤ
Αυτό προϋποθέτει εξυπνάδα.
Κι η Λούσυ όχι μόνον εξυπνάδα,
μα ούτε νόηση δεν έχει διόλου.
Η Λούση ακόμα είναι πεθαμένη.

ΠΟΙ
Γι αυτό ακίνητη στέκει κοντά σου
κι έχει κλειστά τα μάτια και το στόμα
και κίτρινο αντί ροζ έχει το χρώμα;

ΑΣΤ
Γι αυτό.

ΠΟΙ
Μία νεκρή μου 'χεις φερμένη;

ΑΣΤ
Ναι. Κι είσαι συ που θα τη ζωντανέψεις
ένα φιλί μονάχα δίνοντάς της.

ΠΟΙ
Αν συ όταν σου ζήτησα είχες φύγει,
θα 'τανε ζωντανή τώρα η Λούσυ.
Τι αστραπή είσαι συ που τόσην ώρα
δε λες από τη γη να ξεκολλήσεις;

ΑΣΤ
Απ’ του μυαλού ως της ψυχής το σπίτι
μπορεί πολλά εμπόδια ο δρόμος να ’χει.
Αν το φιλί τους δυο σας σάς ενώσει
τότε να μείνω λόγο πια δε θα ’χω.
Μα αν το φιλί τον ένα από τον άλλο
αντί να τον τραβήξει τόνε διώξει
(όλα στον κόσμο σας μπορούν να γίνουν),
τότε νεκρή την παίρνω πάλι πίσω:
σκιώντας της νύχτας τα πηχτά σκοτάδια
πολλά οι αστραπές στη γη σας βλέπουν.

ΠΟΙ
Μπορείς τουλάχιστο το πρόσωπό σου
να το γυρίσεις κατά κει-στον τοίχο;

ΑΣΤ
Αυτό μετά χαράς, ντροπή αν το ’χεις
σ’ άλλους μπροστά να δίνεις χα φιλιά σου.
(Η Αστραπή γυρίζει, ο ποιητής φιλάει τη Λούσυ,  αυτή ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει τον ποιητή, ύστερα γυρίζει στην αστραπή)

ΛΟΥΣΥ
Τώρα μπορείς να φύγεις αστραπίτσα.
Σ’ ευχαριστώ εδώ που μ’ έχεις φέρει.
(Η Αστραπή γίνεται ευθύς άφαντη. Η Λούσυ και ο ποιητής κοιτάζονται στα μάτια)

ΠΟΙ και ΛΟΥ (μαζί)
Τα μάτια σου!

ΠΟΙ
Τα μάτια σου! Τι φέγγος!
Θα ’λεγα δεν υπάρχουν. Τι διαφάνεια!...
Δεν είναι αυτά όποιου ωραίου καθρέφτες
μα είναι παράθυρα ανοιχτά που βγάζουν-
σε τι άγνωστο για μένα; Πες μου Λούσυ...

ΛΟΥ
Τα μάτια σου! Πώς έτσι σκοτισμένα!
Παράθυρα ολότελα κλεισμένα
με πέτρες που-ποιο είναι τ' όνομά τους;

ΠΟΙ
Ναι! Όλα οι δυο μας θα τα πούμε τώρα
μιας και μιλάς με τη δική μου γλώσσα.

ΛΟΥ
Ναι. Μου την έμαθες. Οι δυο μας γλώσσες
μία γινήκανε με το φιλί μας.
Μα θα μιλώ κουβέντες του αέρα
αν κι αίσθηση και νου δεν μου χαρίσεις.
Κι αυτά θα τα ξανάβρω και τα δύο
όταν ο έρωτας θα μας ενώσει.
Εμπρός λοιπόν! Παράτα το μολύβι
και πάρε με γοργά στην αγκαλιά σου.
Πάνω από το ποτάμι της αγάπης,
τις σάρκινες στεριές μας που ορίζει,
του έρωτά μας χτίσε το γιοφύρι.
Έλα λοιπόν... δε θες να κουβεντιάζεις
με μια χαζούλα βέβαια γυναίκα...
Εμπρός λοιπόν! Τον έρωτά σου δος μου!
Αγαπημένε, βιάζομαι να υπάρξω!

ΠΟΙ
Αυτός ο πόθος μου κι εμένα ο πρώτος-
στην αγκαλιά μου, Λούσυ, να σε κλείσω
κι ολόκληρος να σβήσω μέσα σ’ ό,τι
για μήνες τώρα τόσο λαχταρούσα...
(Αγκαλιάζονται. Τα φώτα σβήνουν)


ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΎΛΙΟ ΤΩΝ ΘΕΏΝ

Χρόνος: 3/4 π. Χ.
Τόπος: Αίθουσα στον ουρανό. Καρέκλες γύρω γύρω κολλητά στους τοίχους, πιασμένες όλες από θεούς. Όρθιοι στέκουνε κι άλλοι γιατί οι καρέκλες δε φτάνουν για όλους. Συνεχίζεται συζήτηση.

ΑΠΙΣ
Αναλαβαίνω εγώ τη δουλειά.

ΠΈΤΡΑ
Δεν μπορεί να το κάνει αυτό κανείς από μας. Πρέπει να πάει κάποιος καινούργιος. Εμείς ξοφλήσαμε.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξοφλήσαμε; Ποιος το ’πε; Ας μιλάει καθένας για τον εαυτό του. Εγώ έχω εκατομμύρια πιστούς.

ΖΩΡΟΑΣΤΡΗΣ
Κι εγώ το ίδιο.

ΆΛΛΟΙ
Κι εγώ…κι εγώ…

ΧΟΥΙΤΖΙΛΟΠΟΤΧΛΙ
Και γιατί πρέπει να στείλουμε άλλο θεό κάτω; Οι άνθρωποι έχουν θεό: όλοι τους κάποιον από μας πιστεύουν.

ΠΈΤΡΑ
Πρέπει να στείλουμε γιατί εμάς μας βαρέθηκαν πια. Μας συνήθισαν. Δε μας υπολογίζουν. Είδαν οι άνθρωποι πως δεν μπορούν πια να μας έχουν εμπιστοσύνη γιατί δεν κάναμε τίποτα από ό,τι τους υποσχεθήκαμε. Γι αυτό. Και χωρίς θεό να εμπιστεύονται δεν πρέπει να τους αφήσουμε. Πρέπει να τους αναζωογονούμε κάθε τόσο την πίστη τους σε κάποιο νέο θεό. Ένα θεό που θα τους φέρνει εκείνο που κάθε φορά αυτοί ζητάνε.

ΒΡΑΧΜΑ
Και ποιος κίνδυνος είναι για μας αν μείνουνε οι άνθρωποι χωρίς καινούργιο θεό-δεν καταλαβαίνω.

ΠΈΤΡΑ
Γιατί αν δεν τους έχουμε έναν έτοιμο θεό καθώς τον θέλουν, θα στραφούν στον εαυτό τους. Αυτός είναι ο κίνδυνος για μας. Κι αν τώρα εμείς είμαστε στην αποστρατεία, όμως κάποτε πάλι οι άνθρωποι θα ξαναρχίσουν από την αρχή. Μα κάποιος μετεωρίτης που θα τους αποδεκατίσει, μα ένας ατομικός πόλεμος, μα  ένα ηφαίστειο, ένας σεισμός, κάτι θα τους φέρει πάλι πίσω στα χρόνια του  σκοταδισμού. Και τότε θα μας ξαναχρειαστούνε. Μέχρι τότε όμως ας έχουμε την εξυπνάδα να τους διατηρούμε την ανάγκη για ένα θεό εξ ουρανού. Θα τους στείλουμε λοιπόν κάτου έναν καινούργιο θεό. Αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Το ζητούμενο είναι ποιον να στείλουμε. Και έχουμε να βιαστούμε. Μην ξεχνάτε πως μ’ αυτή μας τη συγκέντρωση έχουμε αφήσει τη γη χωρίς θεό. Και ο κόσμος χωρίς θεό είναι στο έλεος του κάθε τυχοδιώκτη που θα μοστράρει για θεός. Λοιπόν, προτάσεις!

ΦΩΤΙΑ
Σαν που είμαι από τους παλιούς θεούς θα πάρω πρώτη το λόγο. Προβλέπω αδιέξοδο στο πρόβλημά μας. Όλοι κι όλα έχουνε γίνει θεοί κατά καιρούς. Όλα τα ζώα, τα φυτά και τα δέντρα, όλα τα αντικείμενα. Η τίγρης, το βουβάλι, η κότα, η ιτιά, ο πλάτανος, η βρώμη, το σιτάρι, ακόμα μέρη του σώματος των ζώων. δόντια, φτερά, δέρμα, μάτια… ως για τα αντικείμενα ό,τι βάλει ο νους σου: δοχεία, σχοινιά, ξύλα, γυαλιά, καρφιά, ρούχα… Τι καινούργιο μπορούμε να δώσουμε στους ανθρώπους; Καλλίτερο βρίσκω να δυναμώσουμε κάποιον από μας και να τον στείλουμε κάτω για καινούργιο.

ΠΈΤΡΑ
Όλα τα ’χουμε δοκιμάσει, αλλά μένει ένα που δεν δοκιμάσαμε-να κάνουμε θεό έναν άνθρωπο.

ΦΩΤΙΑ
Ποια η διαφορά;

ΠΈΤΡΑ
Η διαφορά θα είναι ότι θα μιλάει τη γλώσσα τους και θα μπορεί να λέει ό,τι θέλει που αυτοί θα χάφτουνε αφού θα έχουν πειστεί από εμάς πως είναι θεός. Και θα φροντίσουμε να τους λέει πράγματα που οι άνθρωποι θέλουν ν’ ακούνε. Γιατί εμάς οι άνθρωποι μας κάνανε πέρα; Γιατί τους ζητάγαμε όλο θυσίες , γιατί τους σπρώχναμε σε πολέμους, γιατί τους κάναμε εχθρούς μεταξύ τους, γιατί τους ζητάγαμε ανθρωποθυσίες…

ΜΟΛΩΧ
…Παρακαλώ να λείψουν τα υπονοούμενα.

ΠΈΤΡΑ
Δεν κατηγορώ κανέναν.

ΜΟΛΏΧ
Και ούτε ήμουν ο μόνος που ήθελα ανθρωποθυσίες.

ΧΟΥΙΤΖΙΛΟΠΟΤΧΛΙ
Τι θες να πεις; Τουλάχιστον εγώ δεν ζητούσα παιδιά.

ΠΈΤΡΑ
Αν έθιξα κανέναν ας με συγχωρήσει. Αλλά ας μην πιαστούμε με τα προσωπικά…

ΌΛΟΙ
Σωστά… σωστά…

ΦΕΤΙΧ
Ζητώ το λόγο.

ΠΈΤΡΑ
Παρακαλώ.





(συνέχεια)
ΚΑΘΟΛΟΥ

Ενώ την επερίμενε
αυτή επέρασε
χωρίς καθόλου-
η ζωή-
να τον αγγίσει.

Γιατί όταν τον αέρα τα φτερά της εχτυπούσαν,
εκείνη αν ήταν,
αυτός κρυμμένος ήταν στην παλιά μέσα σπηλιά.

Και όταν του μιλούσε χαρωπή,
θρήνους αυτός μουρμούριζε
για τις χαρές που μες στους κύκλους θρυμματίζονταν
της δίνης
που  τα χαρούμενα φτερά της εσηκώναν.
EIGHT LITTLE REINDEER

ΟΧΤΩ ΜΙΚΡΟΙ ΤΑΡΑΝΔΟΙ
(παιδικό, μετάφραση)


1,2,3,4,5 μικροί τάρανδοι
είναι έτοιμοι στην πόρτα μπρός.
«Αγιοβασίλη γρήγορα,
Θ’ αργήσουμε» λέει ο πιο μικρός.

«1,2,3,4,5 μικροί τάρανδοι
περιμένετε ένα λεφτό,
έρχονται ακόμα τρεις τάρανδοι
για να γίνετε οχτώ».
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

Και σύμφωνα με τους λαούς και πώς εγεννηθήκαν
των γιων του Νώε οι φυλές, ήταν αυτές. Και είναι
αυτοί που σκορπιστήκανε και φτιάξανε τα έθνη
μετά από τον κατακλυσμό. 

XI
Και δύο χείλη όλη  η γη και μία γλώσσα ήταν.
Κι όταν απ' την ανατολή ξεκίνησαν εκείνοι
πεδιάδα βρήκανε στη γη Σεναάρ κι εκεί εμείναν.
Και μεταξύ τους είπανε: Να φτιάξουμε ελάτε
πλίθρες και να τις ψήσουμε μες στη φωτιά. Και ήταν
πέτρες οι πλίθρες για κείνους, κι η πίσσα ήτανε λάσπη.
Και είπανε, ας χτίσουμε μια πόλη κι έναν πύργο
που ως ψηλά στον ουρανό να φτάνει η κορυφή του.
Έτσι προτού σκορπίσουμε σ' όλα της γης  τα μέρη
ονομαστοί θα γίνουμε. Και για να δει την πόλη
ο Κύριος εκατέβηκε και για να δει τον πύργο
που έφτιαξαν οι άνθρωποι. Και, ναι, είπε ο Κύριος,
ένας λαός είναι αυτός και μία έχουν γλώσσα
κι αυτό άρχισαν να κάνουνε. Και τώρα ο,τι στο νου τους
τους έρθει να καταπιαστούν σε πέρας θα το φέρουν.
Κάτω ας κατέβουμε λοιπόν, και την που εκεί μιλάνε
γλώσσα, ας τους την μπερδέψουμε, να μην καταλαβαίνουν
τι λέει ο ένας τ’ αλλουνού. Και από κει ο Κύριος
σ’ όλη την έκταση της γης τους έχει σκορπισμένους.
Και πάψανε να χτίζουνε την πόλη και τον πύργο.
Γι αυτό και ονομάσανε Σύγχιση αυτή την πόλη
Γιατί εκεί εσύγχισε ο Κύριος τις γλώσσες
όλης της γης και από κει σκόρπισε αυτούς ο Κύριος
σ’ όλη την έκταση της γης.

ΧΙ10
Και να του Σημ οι γενεές: ο Σημ εκατό χρόνων
εγέννησε τον Αφραδαξ το δεύτερο το έτος
μετά από τον κατακλυσμό. Και πεντακόσα χρόνια
μετά τη γέννα του Αφραδαξ ο Σημ έζησε ακόμα.
Και κόρες έκανε και γιους. Και όταν ηλικία
ο Αρφαδάξ είχε εκατόν τριάντα πέντε χρόνια
εγέννησε τον Καϊνάν. Και τετρακόσα χρόνια
έζησε ο Αρφαδάξ μετά του Καϊνάν τη γέννα.
Και κόρες έκανε και γιους. Και εκατόν τριάντα
ήταν χρονών ο Καΐνάν και τον Σαλά γεννάει.
Και είχε ζήσει ο Καϊνάν τρακόσα τριάντα χρόνια
μετά τη γέννα του Σελά. Κι έκανε γιους και κόρες.
Και όταν έγινε ο Σαλά εκατόν τριάντα χρόνων
γεννάει τον Έβερ. Κι ο Σαλά, τρακόσα τριάντα χρόνια
έζησε αφού εγέννησε τον Έβερ. Κι είχε κι άλλα
κάνει παιδιά, κόρες και γιους. Και τον Φαλέγ ο Έβερ
’κατόν τριαντατέσσερων όντας χρονών γεννάει.
Κι ύστερα απ’ όταν ο Φαλέγ το φως του κόσμου είδε
για χρόνια ο Έβερ έζησε διακόσα εβδομήντα.
Και κόρες έκανε και γιους. Και εκατόν τριάντα
ήτανε χρόνων ο Φαλέγ και τον Ραγάν γεννάει.
Και είχε ζήσει ο Φαλέγ διακόσα εννέα χρόνια
Μετά τη γέννα του Ραγάν. Κι έκανε γιους και κόρες.
Και εκατόν τριάντα δυό χρόνια ο Ραγάν μετρούσε
που τον Σερούχ εγέννησε. Κι απ’ του Σερούχ τη γέννα
Χρόνια διακόσα εφτά ο Ραγάν είχε ακόμα ζήσει.
(συνέχεια)
Το κάθαρμα θέλει συναίνεση. Ας θυμηθούμε την περίοδο που συναίνεση ζητούσε ο μπουλούκος Καραμανλής:

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
(μόνος στο γραφείο του, βαδίζοντας νευρικά πάνω κάτω)
Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συναινούνε. (το ίδιο δυο φορές ακόμα πιο γρήγορα κάθε φορά) Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συναινούνε. Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συναινούνε. Ορίστε! Όλοι ξέρουνε γραμματική. Τα ρήματα! Όλοι τα ξέρουνε. Πού η δυσκολία για συναίνεση; Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε, συναινείτε…
(Μπαίνει ο Παπανδρέου)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Εσείς, συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
(επεξηγώντας τα λόγια του με μιμική)
Εσείς… ΕΣΕΙΣ… συναινείτε;
ΠΑΠ
Εσείς… συναινείτε!
ΚΑΡ
Εσείς… εσείς…
(στον εαυτό του)
Δεν ξέρει τη γλώσσα καλά ο κακομοίρης…
(απελπισμένος)
Πρόσεξε. Πες μαζί μου… μαζί μου: Συναινώ…
ΠΑΠ
Συναινώ…
ΚΑΡ
Συναινείς…
ΠΑΠ
Συναινείς…
ΚΑΡ
Έτσι μπράβο!..Συναινεί!
ΠΑΠ
Συναινεί.
ΚΑΡ
Συναινούμε…
ΠΑΠ
Συναινείτε…
ΚΑΡ
Συν-αιν-ού-με… Συν-…
ΠΑΠ
Συν…
ΚΑΡ
…αιν…
ΠΑΠ
…αιν…
ΚΑΡ
…ου…
ΠΑΠ
…είτε!
ΚΑΡ
(έξαλλος)
Όχι «είτε»! Ούμε!.. ούμε… ούμε…
ΠΑΠ
…Ούμε… ούμε… ούμε…
ΚΑΡ
(με ελπίδα)
Μπράβο! Όλο μαζί;...
ΠΑΠ
ουμεουμεούμε!
ΚΑΡ
Όχι αυτό! Το προηγούμενο! Συν και αιν και ούμε;…
ΠΑΠ
Συναινείτε!
ΚΑΡ
(ουρλιάζοντας προς την πόρτα)
Σπηλιωτόπουλε!
(μπαίνει ο Σπηλιωτόπουλος)
Δε μου λες, η ονομαστική πληθυντικού δεν διδάσκεται;
ΣΠΗΛΙΩΤΌΠΟΥΛΟΣ
Πώς το λέτε αυτό κύριε πρωθυπουργέ; Κλέβουμε, τρώμε, σουφρώνουμε, ληστεύουμε, πίνουμε αίμα, κάνουμε σκάνδαλα, είμαστε διεφθαρμένοι , κατέχουμε… τόσες ονομαστικές πληθυντικού...
ΚΑΡ
(αγριοκοιτάζοντάς τον )
Καλά καλά, πήγαινε…
(Ο Σπηλιωτόπουλος βγαίνει. Στον Παπανδρέου, εξουθενωμένος, με μια τελευταία ελπίδα, σιγά)
Συναινούμε.
ΠΑΠ
(ήρεμα)
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Καλά Γιώργο. Βγαίνοντας πες του Αλαβάνου να έρθει.
(Βγαίνει ο Παπανδρέου και μπαίνει ο Αλαβάνος. Με όλη την προσοχή του στα χείλη του Αλαβάνου)
Συναινείτε;
ΑΛΑΒΑΝΟΣ
Όχι. Εμείς μόνο ΣΥΝ-
ΚΑΡ
Εντάξει Αλέκο. Βγαίνοντας στείλε τον Καρατζαφέρη.
(Βγαίνει ο Αλαβάνος μπαίνει ο Καρατζαφέρης)
ΚΑΡ
Εσύ Γιώργο από γραμματική τα πας καλά. Πες μου, συναινείτε;
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εμείς μόνο -αινούμε Πρόεδρε. Την πατρίδα.
ΚΑΡ
(Κάνει μια κίνηση να του επιτεθεί. Συγκρατείται)
Κι εσύ και η πατρίδα σου… Τσακίσου από δω και πες της Αλέκας να ’ρθει.
(Βγαίνει ο Καρατζαφέρης. Ο Καραμανλής στον εαυτό του)
«ΣΥΝ» ο Αλαβάνος, «αινούμε» ο Καρατζαφέρης, αν τους βάλω μαζί τους δύο, θα έχω το συναινούμε!
(το ξανασκέφτεται)
Αν όμως το μίγμα εκραγεί;-άστο καλλίτερα, δεν μου χρειάζονται τώρα κι άλλες εκρήξεις…
(Μπαίνει η Αλέκα)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΑΛΕΚΑ
Με τι;
ΚΑΡ
Καλά, πήγαινε.
(βγαίνει η Αλέκα. Στέκει μπροστά στον καθρέφτη. Βλέποντας μέσα στο είδωλό του)
Συναινείτε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉ ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΑΘΡΈΦΤΗ
Δεν πάμε για φαί; Πείνασα.
ΚΑΡ
(με παράπονο)
Μα γιατί δεν συναινούνε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ
Δεν έχουν πάρει όλοι στέρεα Παιδεία όπως εσύ… Πάμε;
ΚΑΡ
Πάμε.
(μαζεύει τα χαρτιά του και βγαίνει)

ΑΥΛΑΙΑ


Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ

Έμαθε πως εγκρέμισαν το σπίτι το παλιό.

Τάχα τους παίδεψε η αντοχή που είχαν τα θεμέλια του
που τόσες άντεξαν ώρες πικρές
και τόσα πένθη εβάσταξαν
παιδιού,
που ενός νεκρού ζωή εζούσε;

Και τάχα όλο το σπίτι να το χάλασαν
αυτό
που άγγελου φτερό σα να ’ταν
όλον εβάσταζε τον ουρανό
τις νύχτες που η βροχή δεν έλεγε να πέσει,
ή μη εκείνο το μικρό το καμαράκι εγλίτωσε
κι υπάρχει ακόμα;

Μπορεί να μη το χάλασαν.
Ασήμαντο ήτανε πολύ.
Σε κείνο μέσα ο θάνατος τον επισκέφτηκε-
μικρό παιδί ακόμα-κάποιο βράδυ.
Ελάθεψε ο πολυαχθής
και το επήρε γι άρρωστο.
Δεν εκατάλαβε ούτε αυτός
πως ήταν από τότε κιόλας πεθαμένο.

Τάχα υπάρχει ακόμα;
Θα πήγαινε να δει.
Santa’s Lap
~ Anon
ΠΑΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ
(παιδικό, μετάφραση)

Μ’ αρέσει να πηγαίνω στον Αγιοβασίλη
όταν τα Χριστούγεννα είναι κοντά.
Διασκεδάζω να πηδώ στην αγκαλιά του
και στ’ αυτί του να μιλώ ψιθυριστά.

Μου λέει: «Καλώς το μου. Ήσουνα καλό παιδάκι;
Έκανες αυτό που σου ’λεγε η μητέρα;
Βούρτσιζες τα δόντια σου πρωί βράδυ;
Φερόσουν ευγενικά όλη τη μέρα;»

Ακούω την κάθε του ερώτηση
Και «ναι» σε κάθε μια τους απαντώ
αζν και -ντρέπομαι πολύ γι αυτό-
σε κάποιες «όχι» θα ’πρεπε να πω.

Μα ο Αγιοβασίλης δε θυμώνει
ούτε καν που ενοχλείται.
Μόνο μου λέει: «αφού είσαι παιδάκι
πως είσαι καλό εννοείται.»

Μ’ αρέσει να πηγαίνω στον Αγιοβασίλη
όταν τα Χριστούγεννα είναι κοντά.
Διασκεδάζω να πηδώ στην αγκαλιά του
και στ’ αυτί του να μιλώ ψιθυριστά.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

Και στον Γαμέρ ο Ασχανάζ γεννήθηκε, κι ακόμα
ο Θεργαμά και ο Ριφάθ. Και γιοί του Ιωίαν
ήταν οι Θάρσεις, ο Ελισά, οι Κήτιοι και οι Ρόδιοι.
Κι είναι απ' αυτούς που στα νησιά των εθνικών επήγαν
και απομακρυνθήκανε, ανάλογα καθένας
με τη φυλή, τη γλώσσα ταυ και με τον εθνισμό του.
Οι γιοί του Χαμ: Χους, Μεσραΐν, Φουό, Χαναάν. Και είχε
Παιδιά ο Χους: Σαβά, Ευιλά και Σαβαθά αποκτήσει,
κι ακόμα τον Σαβαθακά και τον Ρεγμά. Κι ακόμα
έκαμε τον Νεβρώδ ο Χους. Αυτός ο πρώτος ήταν
ο γίγαντας πάνω στη γη. Αυτός επίσης ήταν
ενώπιον του Κυρίου θεού και κυνηγός μεγάλος.
Γι αυτόν και λεν: "Σαν τον Νεβρώδ που κυνηγός μεγάλος
ήτανε μπρος στον Κύριο". Κι αυτός είναι ο πρώτος
Της Βαβυλώνας βασιλιάς, του Ορέχ και του Χαλάννη,
και της Αρχάδ -στη γη Σεναάρ. Κι από τη γη εκείνη
βγήκε ο Ασσούρ, που έχτισε τη Νινευί την πόλη,
και τη Ρωωβώθ και τη Χαλάλ, και τη Δασή που ήταν
ανάμεσα στης Νινευί και στης Χαλάλ τα μέρη
όπου μεγάλη ήταν κι αυτή. Κι ο Μεσραΐν γεννάει
Τους Λουδιείμ, τους Νεφθαλείμ, και τους Ενεμετιείμτες,
τους Πατροσωνιείμ, Λαβιείμ, τους Χασμωνιειμίτες,
τους Γαφθορείμ. Και βγήκανε απ’ τους Χασμωνιειμίτες
οι Φιλιστείμ. Κι ο Χαναάν γέννησε τον Σιδώνα
που ήταν ο πρώτος του ο γιός, κι ύστερα τον Χετταίο,
τον Ιεβουσαίο, τον Αμαθί, Ευαίο, Αμορραίο,
τον Γεργεσαίο, Αράδιο, τον Αρουκαίο, κι ακόμα
τον Σαμαραίο κι Ασενναίο. Κι ύστερα από τούτο
των Χαναναίων οι φυλές σκορπίσανε. Και ήταν
των Χαναναίων τα σύνορα από τη Σιδώνα μέχρι
τη Γεραρά και τη Γαζάν, και ως κανείς να πάει
στα Σόδομα και Γόμορρα, και ως κανείς να πάει
στην Αδαμά και Σεβωΐμ, ως τη Δασά. Αυτοί ’ταν
του Χαμ οι γιοί κατά φυλές, με ανάλογα καθένας
τη χώρα του, τη γλώσσα του και με τον εθνισμό του.

Χ21
Κι ο Σημ, ο μεγαλύτερος ο αδερφός του Ιάφεθ
απόχτησε κι αυτός παιδιά κι έγινε ο γενάρχης
των γιων του Εβερ ολωνών. Κι ήταν του Σημ οι γόνοι
Ελάμ, Ασσούρ και Αρφαδάξ, Καϊνάν και Λουδ και Άραμ. 
Κι ο Αρφαδάξ τον Καϊνάν εγέννησε. Κι εκείνος
έχει γεννήσει Σαλά. Κι αυτός γεννάει τον Έβερ.
Κι ο Έβερ δύο είχε γιους. Φαλέγ λέγαν τον ένα
γιατ’ ήταν στις ημέρες του η γη που εμοιράστη,
και του αδερφού του τ’ όνομα ήταν Ιεκτάν. Κι εκείνος
τον Ελμωδάδ εγέννησε, Σαλέθ, Σαρμώχ και Ιάραχ,
και Οδορρά, Ευάλ, Δεκλά, Αιβήλ και Αβιμάελ,
Σαβά,Ουφείρ και Ευεϊλά και Ιωβάβ. Αυτοί όλοι
ήταν παιδιά του Ιεκτάν. Κι αυτοί εκατοικήσαν
στον τόπο από το Μασσή μέχρι κανείς να πάει
στο Σαφηρά, ένα βουνό που στην Ανατολή ’ναι.
Αυτοί ήτανε οι γιοί του Σημ, ανάλογα καθένας
με τη φυλή, τη γλώσσα του, το έθνος του, τη γη του.
(συνέχεια)

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΒΟΛΙ

Ατέλεστο ακόμα το περιβόλι 
πήρε τους δρόμους και ταξίδεψε.
Tοπία καινούργια και ανθρώπους είδε.
Εκάθησε μαζί τους, δίπλα τους
παίρνοντας απ' τη φαντασιά τους όσα εκείνοι
ανύποπτοι  του πρόσφεραν
καθώς στην άνθηση του το φαντάζονταν.

Στης Άνοιξης κατόπι
το μυστικό το δώμα εμπήκε,
και το χρονιάτικο το ραντεβού μαζί της έκλεισε
το ακατάλυτο.

Και μ' όλα αυτά ντυμένο,
έτοιμο πια
την ορισμένη θέση του στο χώμα επήρε,
χώρο για την κοπριά
στα πόδια του αφήνοντας ανάμεσα,
και κλίση τέτοια στις,
ιδεατές ακόμα,
των λουλουδιών του ρίζες δίνοντας,
που αυτές,
κάθε σταγόνα δρόσου ή βροχής
με σιγουριά
δική τους να την κάνουν,
σε χρώμα κι άρωμα και ειδή
και ταίριασμα με όλα γύρω
απαρεγκλίτως μετουσιώνοντας την.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

Αυτό πάνω στα σύννεφα το βάζω σα σημάδι
της συμφωνίας που εγώ ανάμεσα σε μένα
κι ανάμεσα κάνω της γης. Κι όταν εγώ μαζεύω
σύννεφα πάνω από τη γη, θα φαίνεται το τόξο
ανάμεσα στα σύννεφα κι αυτό θα μου θυμίζει
τη συμφωνία που εγώ ανάμεσα έχω κάνει
σε σας κι εμέ, κ ι ανάμεσα σε με και κάθε ζώο,
και δε θα ’ρθεί κατακλυσμός κάθε ζωή να σβήσει.
Κι απάνω κει, στα σύννεφα, το τόξο μου θα είναι
και θα θυμίζει η όψη του την αιωνία διαθήκη
ανάμεσα στη γη κι εμέ, κι ανάμεσα σε μένα
και κάθε τι που ’χει ζωή κι είναι στη γη  επάνω.
Κι είπε στον Νώε ο θεός, αυτό είναι το σημάδι
Της συμφωνίας που έκανα ανάμεσα σε μένα
και κάθε ζωή πάνω στη γη.

IX18
Και ήτανε του Νώε οι γιοί που από μέσα εβγήκαν
από την κιβωτό, ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ.
Και ο γενάρχης ήτανε ο Χαμ των Χαναναίων.
Αυτοί είναι οι τρεις του Νώε γιοί. Κι οι άνθρωποι από κείνους
σ’ όλη τη γη σπαρθήκανε. Και  έπιασε ο Νώε
που άλλωστε ήταν γεωργός, και φύτεψε αμπέλια.
Κι ήπιε κρασί και μέθυσε, γδύθηκε, και στο σπίτι
κυκλοφορούσε ολόγυμνος. Κι ο Χαμ που ο γενάρχης
των Χαναναίων ήτανε, όταν γυμνό τον είδε
έξω εβγήκε και στους δυο τους αδερφούς του το ’πε.
Και ο Ιάφεθ και ο Σημ επήραν ένα ρούχο
και πίσω τους κρατώντας το, ανάποδα βαδίσαν
και του πατέρα τους μ' αυτό σκεπάσανε τη γύμνια.
Και επειδή το πρόσωπο το είχαν γυρισμένο
δεν είδαν του πατέρα τους τη γύμνια. Και ο Νώε
όταν ξεμέθυσε, έμαθε αυτά όπου ο γιος του
έκανε ο μικρότερος. Κ ι είπε: καταραμένη
Ναναι η γενιά του Χαναάν και δούλοι αυτοί να είναι
στους αδερφούς τους. Και, ο θεός ας είναι ευλογημένος,
είπε, του Σημ, κι ο Χαναάν δούλος του να του είναι.
Και τον Ιάφεθ ο θεός να τόνε μεγαλώσει
κι ό,που τα σπίτια είναι του Σημ, εκεί να κατοικήσει
και δούλο νάχει το Χαναάν.

IX28
Και χρόνια έζησε μετά τρακόσα και πενήντα
ο Νώε απ’ τον κατακλυσμό. Και σύνολο εννιακόσες πενήντα ήταν οι χρονιές που έζησε ο Νώε
μετρώντας τον κατακλυσμό.

X
Κι αυτοί ’ν’ οι απόγονοι  του Σημ, του Χαμ και του Ιάφεθ,
των  γιων του Νώε-γιατί  γιους και κείνοι αποκτήσαν μετά  από τον κατακλυσμό.
Χ2
Οι γιοί του Ιάφεθ ήτανε, Γαμέρ, Μαγώγ, Ιωύαν,
Μαδοί, Θοβέλ και Ελισά, και ο Μοσόχ κι ο Θείρας.
(συνέχεια)
A Catch by the Hearth
~ Traditional English
ΤΡΙΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΟ ΤΖΑΚΙ
(παιδικό, μετάφραση)

Χριστούγεννα ήρθαν!
Ας ψάλλουμε όλοι.
Απ’ όλες του χρόνου
η πιο όμορφη σκόλη.

Κρεμάστε όλοι γκι
κουτάκια και δώρα
στολίστε το σπίτι
γιορτής είναι ώρα.

Χαράς είναι μέρα.
Τριγύρω απ’ το τζάκι
παππούς κι εγγονάκι,
πατέρας, μητέρα.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τα κλαδιά των δέντρων είναι χέρια.
Τα φύλλα τους τα δάχτυλα τους.

Όταν ο αέρας περνά
στέλνουν χαιρετισμό για Κείνο
που να ριζώσουν τα 'στειλεν εδώ.

Με τα κλειστά τους μάτια To βλέπουν.
Και Το ακούν ν' αγκομαχάει
αυνανιζόμενο
για να γεννήσει
ή
όταν
αναγεννώμενο
σιωπά.

Ευτυχία τα δέντρα δεν νιώθουν έτσι.
Μα κι ούτε δυστυχισμένα είναι. Μόνο
με τον χαιρετισμόν αυτό
το Παρελθόν και το Μέλλον με το Σήμερα
αενάως ταυτίζουν,
ίδια καθώς γη κι ουρανό
ο κορμός τους
με σαφήνεια και αποφασιστικότητα
κάθε στιγμή εξομοιώνει.
  ΑΘΩΟΤΗΣ

Το σύμπαν είναι ο θεός.
Οι γαλαξίες τα κύτταρα του σώματός του.
Ο ήλιος ο πυρήνας σ’ ένα του άτομο.
Η γη ένα ηλεκτρόνιο του ατόμου αυτού.

Έτυχε τώρα το ηλιακό μας σύστημα
άτομο να ’ναι σ’ ένα από τα κύτταρα
του πεπτικού συστήματος του θεού.
Δε φταίμε 'μείς που είμαστε σκατά.
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
 Και ο θεός και Κύριος είπε στον Νώε: βγες έξω
από την κιβωτό εσύ, η γυναίκα σου κι οι γιοί σου
μαζί με τις γυναίκες τους και όλα τα θηρία
όσα μαζί σου έφερες. Και το καθένα ζώο,
πτηνά και κτήνη κι ερπετά, μαζί σου έξω ας βγούνε.
Κι ακμαίοι να ’σαστε στη γη και πλήθιοι να γενήτε.
Κι ο Νώε κι η γυναίκα του βγήκανε, και μαζί τους
κι οι γιοί του κι οι γυναίκες τους, και όλα τα θηρία,
κι όλα τα κτήνη, τα πτηνά και τα ερπετά εβγήκαν
που σέρνονται πάνω στη γη-στην κιβωτό που ήσαν-
όλα κατά το γένος τους.

VIII20
Κι ο Νώε θυσιαστήριο στον Κύριο είχε χτίσει.
Κι απ’ όλα πήρε τα πτηνά, τα καθαρά, κ ι απ’ όλα
τα κτήνη που ήταν καθαρά, και στο θυσιαστήριο
πήγε και τα θυσίασε. Και ο θεός και Κύριος
οσμή αιστάνθη ευχάριστη. Και ο θεός και Κύριος
είπε αφού εσκέφτηκε: για τα έργα των ανθρώπων
δε θα ειπώ εγώ στη γη καμιά κατάρα πάλι,
γιατί του ανθρώπου το μυαλό απ’  τη νεότητά του
έχει ροπή προς το κακό. Κι ούτε θα καταστρέψω
κάθε πνοή ζωής εγώ σαν που έχω κάνει τώρα.
Και δε θα πάψουνε ποτέ όσο ή γης υπάρχει
ο θερισμός και η σπορά, το κρύο και η ζέστα,
το Καλοκαίρι κι η Ανοιξη, η μέρα και η νύχτα.

IX
Και ο θεός ευλόγησε το Νώε και τους γιους του
Κι  είπε σ'  αυτούς: να γίνετε πολλοί κι ακμαίοι  να ’στε
και να γεμίσετε τη γη και να της είστε αφέντες.
Και τ’  ουρανού τα πετεινά, τα ψάρια της θαλάσσης
και όλα τα θηρία της γης, κι ότι στη γη κινείται
Φόβο και τρόμο να ’χουνε για σας. Σας τα ’χω βάλει
Μέσα στα χέρια σας τα δυο. Να τρώτε σεις μπορείτε
κάθε  ερπετό που ’χει ζωή. Όλα σας τα ’χω δώσει   
σαν χόρτα μέσα στους αγρούς. Μονάχα να μη φάτε κρέας που ’χει αίμα μέσα του. Και το αίμα το δικό σας και των θηρίων το αίμα εγώ, πίσω θα το ζητήσω.
Και την ανθρώπινη ζωή εγώ θα την ζητήσω
από τον άνθρωπο. Κι αυτός που αίμα χύσει ανθρώπου
κι αυτού το αίμα θα χυθεί, γιατί τον άνθρωπο έχω
να μοιάζει κάνει του θεού. Και να ευημερείτε
και πλήθος γίνετε πολύ, τη γη για να γεμίστε
και να ’σαστε οι αφέντες της.

IX8
Κι είπε στο Νώε ο θεός αλλά και στα παιδιά του:
Τη συμφωνία μου εγώ, με σας-να!-τώρα κάνω
και  με τους απογόνους σας, και  μ’ ότι ζει μαζί σας.
Και  είναι η συμφωνία μου  με σας, να μην πεθάνουν
από κατακλυσμού νερά ποτέ τα οντά όλα.
Πάλι ποτέ κατακλυσμός  τη  γη δε θα ρημάξει.
Και  είπε ο Κύριος και  θεός στον Νώε: το σημείο
αυτό της συμφωνίας μας ας είναι, που εγώ δίνω
ανάμεσα σε  μας τους δυο κι ανάμεσα σε  μένα
και κάθε τι που ’χει ζωή, ώστε αυτό να το ’χουν
όλες οι  μέλλουσες γενιές: το ουράνιο το τόξο.
(συνέχεια)
Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ

Τρεκλίζει
σα να τον ζάλισε η γη στο γύρισμά της.

Ολόκληρος στη μέθη του δοσμένος
στο χώμα πέφτει.
Με δυσκολία σηκώνεται
και περπατεί σαν πάνω του
αυτός τώρα τη γη να κουβαλάει.

Η σελήνη τον δρόμο μάταια
με καλοσύνη του δείχνει. Εκείνος
βλέπει να φέγγουν δίπλα του
ποτήρια κεχριμπαρένια
βάσανα γεμάτα και κρασί.

Ένα ποτήρι αδράχνει
και στο χέρι του το σπάζει,
που ματώνει.
Κρασί θαρρεί το αίμα 
φέρνει στο στόμα το γυαλί και πίνει.
Θάλασσα τότε γίνεται το στόμα του
και πνίγεται μες στην αρμύρα της η μέθη του όλη.
ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
(παιδικό, μετάφραση από το αγγλικό)

Κοντεύει η μέρα να ερθεί
του χρόνου η πιο καλή.
Ω! Να ’τανε σήμερα αυτή
πώς θα ’θελα πολύ!

Κάθε ημέρα που περνά
στα δάχτυλά μετρώ
Σε πόσες τα Χριστούγεννα
βδομάδες θα ναι εδώ.

 Κι όταν οι πρώτες του χιονιού
πέφτουν αργά νιφάδες,
και ο βοριάς τις πια γυμνές
φυσάει των δέντρων κλάρες,

τα δάχτυλά μου δεν ψηφώ
που απ’ το κρύο μουδιάζουν
γιατί Χριστούγεννα ήρθανε-
φτάνουνε-πλησιάζουν!

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Φώτη σου έχει τύχει να ξυπνήσεις μια Κυριακή μετά από έναν απογευματινό ύπνο και να τα βλέπεις όλα γκρεμισμένα;
Εμένα μου συνέβη σήμερα.
Στην αρχή νιώθεις ένα κενό.
Σαν να είσαι μια φουσκωτή κούκλα.
Ξέρεις ότι η επόμενη κίνησή σου είναι να σηκωθείς από το κρεβάτι.
Και δεν το κάνεις γιατί δεν ξέρεις τι να κάνεις μετά.
Και τι μπορεί να κάνει μια φουσκωτή κούκλα;
Με τα ψεύτικα μάτια της μπορεί να βλέπει μόνον.
Και βλέπει.
Και τα βλέπει όλα γκρεμισμένα.
Συντρίμμια που δεν ξεχωρίζουν από το έδαφος.
Όλα.
Τόσο που δεν υπάρχει άνθρωπος που να σε ξέρει, που και η πιο κορακοζώητη ελπίδα έχει σβήσει, που κάποιο πράγμα που να σε συνήθισε κάποτε δεν σε αναγνωρίζει πια, γνωριμία κάποια που να στέκει στα πόδια της.
Και πια πού να πας;
Τι να κάνεις;
Και πια γιατί να σηκωθείς;
Γιατί αυτή η ώρα, η έξη και δέκα της 22 του Γενάρη του 2015 να έχει φέρει μαζί της για σένα την καταστροφή; Και ποιος της καθόρισε ποιον να έβρει και ρυθμιστής και τιμητής να γίνει της ζωής του;
Δεν είναι η πρώτη φορά που νιώθω έτσι, πολλές φορές στο παρελθόν έγιναν τα ίδια. Μόνο που παλιότερα ήξερα ότι αύριο θα ήμουν καλλίτερα, θα είχα ξαναβρεί το ψευδές μου προσωπείο για να υπάρξω μέσα στο θέατρο της ζωής. Ενώ τώρα, στηρίγματα δεν βρίσκω που να πιαστώ και να χτίσω πάλι ένα αύριο.
Προσπαθείς να βρεις ένα λόγο να σηκωθείς από το κρεβάτι και δεν υπάρχει.
Τέλος σηκώνεσαι και αιστάνεσαι ένας θλιβερός εκβιαστής της υγείας, της ευεξίας, της ίδιας της ζωής που σε ανέχεται μόνον επειδή υποχωρεί στα φάρμακα που παίρνεις με την πονηρή πρόθεση να την ξεγελάς.
Η τέτοια ώρα είναι η αληθινή μας ώρα.
Έρχεται κάθε τόσο για να μας θυμίσει πως όλες οι άλλες ώρες είναι πλαστές, τεχνητά γεμάτες, βαλσαμωμένα ωραίες. Έρχεται για να μας σπρώξει να συνειδητοποιήσουμε το κενό από το οποίο ήρθαμε και στο οποίο θα πάμε και να μας κάνει έτσι να αιστανθούμε την τραγική μηδαμινότητα της «ύπαρξής» μας. Έρχεται σαν αστραπή για να μας δείξει, όσο φωτίσει, το αδιανόητο άλλοτε για μας, την ακροβασία μας δηλαδή πάνω σε ένα σχοινί που δεν υπάρχει, ανάμεσα σε δυο κορφές που είναι της φαντασίας μας. Έρχεται για να μας πει πως ότι και αν μηχανευόμαστε, ότι και αν «αιστανόμαστε», «δημιουργούμε», «λυπόμαστε», δε στέκει ούτε σαν υπόθεση εργασίας για να προχωρήσουμε προς κάτι, ούτε καν προς ένα όνειρο για να το διηγηθούμε σε κάποιον όταν ξυπνήσουμε.
Η φιλοσοφία δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα.
Η αιτιότητα που σε μερικούς δίνει απαντήσεις σε όλα, δεν μου επαρκεί: η ύστατη ερώτηση δεν έχει απάντηση.
Η απόρριψη των ανθρώπινων αδυναμιών από τον Βουδισμό σαν μέσο ανεύρεσης της ευτυχίας, για μένα  δεν συμβάλλει καθόλου σ’ αυτό και επί πλέον είναι μία φυγομαχία, ένας ζωντανός θάνατος-λες και δε με φτάνουν τόσοι θάνατοι μέχρι τώρα- και πια γιατί όχι αντίς γι αυτό μια αυτοκτονία;
Όταν ο Χέγκελ μου λέει ότι η κοινωνία διέπεται από μια συλλογική συνείδηση η οποία κατατείνει προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, δίνοντας γραμμή στα μέλη της, δεν μου εξηγεί πρώτα τι είναι κοινωνία και γιατί εγώ πρέπει να την αποδεχτώ σαν οδηγό μου στις πράξεις μου.
Ο άλλος μεγάλος γερμανός φιλόσοφος μας διδάσκει πως  ο έξω από μας κόσμος δεν υπάρχει αντικειμενικά αλλά τον δημιουργεί η βούλησή μας που είναι κομμάτι της παγκόσμιας βούλησης. Και αν έτσι είναι, ποια η διαφορά από το αν είναι δικό μας δημιούργημα ο κόσμος ή όχι, αφού αυτός αποτελεί πηγή πόνου για μας και σαν μόνη διέξοδος φυγής από αυτόν είναι και πάλι ο θάνατος;
Οι φιλόσοφοι Φώτη δεν κάνουν άλλο καθένας τους παρά να μας παρουσιάζουν τη προσωπική τους γνώμη για τον κόσμο. Κι εγώ όμως έχω γνώμη γι αυτό, όπως έχει και ο μανάβης μου και η γραμματέας μου.
Δεν θα έπρεπε να διαβάζει κανείς βιβλία.
Δεν θα έπρεπε να γράφονται καν βιβλία.
Το λέω εγώ που έχω διαβάσει πολλά χωρίς να έχω κερδίσει τίποτε από αυτά.
Μόνο κέρδισα τη γνώση πως ούτε και από τα βιβλία θα έρθει η σωτηρία.
Αν είχα τη δύναμη να το κάνω, θα κατάστρεφα όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά βιβλία της γης.
Αυτά στα γράφω Κυριακή, σήμερα είναι η επόμενη μέρα, είπα να μη στα έστελνα, όμως γιατί όχι; Τα ξέρεις κι εσύ, όμως άλλο είναι να τα ακούς από κάποιον που τα βιώνει στην πράξη.
Και η Δευτέρα έτσι κύλισε εξάλλου. Τα γεράματα αυτό έχουν, ότι οι καλές μέρες έρχονται όλο και πιο σπάνια.
Όποιος έχει υπομονή ας τις περιμένει.

(Βλέπω ξαναδιαβάζοντας αυτά που έγραψα, πως έχω βάλει μέσα σε εισαγωγικά κάποιες λέξεις.
Τα εισαγωγικά! Που μπαίνουν σε λέξεις που η σημασία, η έννοιά τους είναι άγνωστη-τα εισαγωγικά: η απόδειξη της δυστυχίας μας.
Τα εισαγωγικά θα έπρεπε να περιβάλουν  κάθε λέξη που γράφουμε. Γιατί πες μου τι θα πει «η», «φως», «ιδέα», «τραπέζι», «γύμνια», «τρέχω»; )