Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΠΗΓΑΣΟΣ

Ωραίο ήτανε τ’ άλογο.
Και τέλεια υποταγμένο στης Αθηνάς τα χαλινάρια
που εκείνη
δοσμένα είχε στον Βελλερεφόντη.

Μια αίσθηση άλλη, πρωτογνώριστη
το πέταγμα ήτανε πάνω απ’ τη γη.

Και ρίχτηκε σε περιπέτειες ο ιππέας πολλές.

Όταν όμως, καθώς το ’χουν ποιητές,
επάσκισε κι αυτός
στον ουρανό ν’ ανέβει και στ’ αστέρια του,
το άλογο τη βλασφημίαν ένοιωσε
και μ’ ένα τίναγμα,
με φρίκη,
τον αναβάτη κάτω επέταξε.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΠΑΝΔΩΡΑ

Κάτι μέσα της-περιέργεια
δεν ήξερεν ακόμα να το πει-
την έσπρωχνε να νιώθει ότι έπρεπε
τι κλείνει μέσα το κουτί να ξέρει
που οι θεοί
στη γη να το κομίσει την πολύτροφη της έδωσαν
και στους ανθρώπους δώρο να το πάει.

Και άνοιξε το κάλυμμα. Οι ωραίοι μηροί της
δεν  μπόρεσαν το θείο το σώμα να βαστάσουν
Κι από το απότομο το τίναγμά της πίσω
στο χώμα έπεσε η Πανδώρα, 
όταν μορφές
που γύρω της και πάνω της ορμητικά χιμούσαν
τα πρόσωπά τους δείχναν τ’ αποτρόπαια
φρίκη σκορπώντας.

Κι ανάμεσά τους όρμησε
κι έκλεισε το κουτί με βιάση
ελπίζοντας
όλα από μέσα του να μην προλάβανε να βγούνε.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Κάτω η θάλασσα.
Ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του καθαρά φαίνονταν.
Μικροί Έρωτες σε δελφίνια πάνω
ωδές γαμήλιες  έψαλλαν. Νύμφες
εκστατικά στα ουράνια έβλεπαν τα πλάτη.

Πάνω στα δίχτυα τ’ αλαφρά του αέρα
ο ταύρος
δυνατός και όμορφος κι ελκυστικός.
Στη ράχη του η Ευρώπη ανήξερη από ποιον-
τη Γη ή τον Ουρανό βοήθεια να ζητήσει.

Στην Κρήτη φτάνοντας  επέζεψεν ο ταύρος.
Κι έτσι αψύς κι ασθμαίνοντας κι αγκομαχώντας
κάτω την έριξε
και την ακμή και την ορμή του όλη
ο κόλπος δέχθηκε ο παρθενικός.
Και μες στη ζάλη της
μιαν ήπειρο είδε να ’ρχεται
τ’ όνομά της να παίρνει
και βουτηγμένο στο αίμα της να το φορά.
 Φώτη έχεις δίκιο σε όσα λες, όμως δεν με βοηθήσανε καθόλου.
Ονειρεύτηκα πως έτρωγα μικρόν, ώριμο λωτό. Δεν μου πολυάρεσε και έφτυσα κάμποσον. 
Ονειρεύτηκα κερασιά με μεγάλα κατακόκκινα κεράσια και τον γέρο ιδιοκτήτη της επάνω της να τα μαζεύει χαρούμενος. Του ζητήσαμε-ήμουν με ένα φίλο- να μας πουλήσει κεράσια και είπε όσα θέλετε, πέστε στα παιδιά να σας κόψουν.
Ονειρεύτηκα πως έκανα σεξ μέχρις εξαντλήσεως με μια αμφιβόλου ηθικής μεσήλικα γυναίκα-όχι πόρνη-, κάτοχο ξενοδοχείων και εστιατορίων που στέκι της είχε το σπίτι που γεννήθηκα (σ’ αυτό γινόταν και ο έρωτας). Ένας υπάλληλός της μας έβλεπε. Όταν τελειώσαμε πλύθηκα παντού εκτός από την περιοχή των γεννητικών οργάνων. Όταν το συνειδητοποίησα ανησυχούσα μήπως πάθω σύφιλη. Υπάλληλοί της γυναίκας είχαν ετοιμάσει γεύμα για μας, που όμως θα πλήρωνα εγώ, σε ένα από τα ξενοδοχεία της. Ενώ το τραπέζι ήταν σχεδόν έτοιμο, αγόρασα ένα ζευγάρι παντόφλες για μένα και ένα για να το κάνω δώρο στην ερωτική σύντροφο. Ένας υπάλληλος του εστιατορίου μου έφερε δύο ζευγάρια διαφορετικά σε μέγεθος να δοκιμάσω. Παντόφλες καφέ, καλής ποιότητας. Μου έκανε το μικρότερο μέγεθος. Ανήσυχα και τάχα αδιάφορα ρώτησα: και πόσο κάνουν; Δεκατρείς δραχμές, ήταν η απάντηση. Ευτυχώς φτηνά, είπα μέσα μου. Πήρα και τα δύο ζευγάρια και έδωσα πενηντάρικο (ευρώ) περιμένοντας τα ρέστα.
Πριν από αυτά τα όνειρα που θυμάμαι πολύ καλά και με λεπτομέρειες (που εδώ δεν σου τις γράφω) είδα ένα όνειρο που έχω μισοξεχάσει, ίσως επειδή ήτανε το πρώτο. Ήμουνα με ένα παλιό συμμαθητή από το γυμνάσιο, ήμασταν σχετικά νέοι και σαν κάτι να ήθελε να επιτύχει αυτός που λέει εγώ θα τον βοηθούσα να το καταφέρει, ή κάτι τέτοιο. Με καλόπιανε αλλά και με βοηθούσε σε ό,τι δεν έκανα καλά. Σαν κάποιο εμπόρευμα να έπρεπε να μετακομιστεί με αυτοκίνητο φορτηγό και για κάποιο λόγο χάλαγε η δουλειά, σαν να φορτώναμε πράγματα και μετά βλέπαμε ότι δεν ήταν αυτά που θέλουμε και τα αφήναμε, κάτι τέτοια.
Όλα τα όνειρα κράτησαν πολλήν ώρα(στον ύπνο μου)
Από όλα μπορώ να «εξηγήσω» (;) το όνειρο με τον λωτό όπως τον έχουμε προσλάβει εμείς οι δυτικοί από την Οδύσσεια και όχι οι πρώτοι του γνώστες ασιάτες: θέλω να ξεχάσω. Δεν ξέρω αν είναι έτσι, εσύ θα μου εξηγήσεις και αυτό και όλα μου τα άλλα όνειρα.
Θα ησυχάσω όταν δω τον άνθρωπο που χτύπησα να βγαίνει από το νοσοκομείο και να είναι όπως πρώτα. Τα αντικειμενικά στοιχεία (γιατί ενημερώνομαι γι αυτά δυο φορές την ημέρα) δείχνουν ότι αυτό θα γίνει πολύ σύντομα. Και αν τότε γίνω φίλος μαζί του, τότε πιο γρήγορα θα συνεχίσω να ζω, αν και πολύ πιο «μαζεμένος» πλέον.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Φώτη είμαι καταρρακωμένος. Είμαι διαλυμένος. Είμαι ανύπαρκτος. Χτύπησα έναν ποδηλάτη με το αυτοκίνητο. Έφταιγε. Και τι μ’ αυτό; Εγώ είμαι που τον έριξα κάτω.
Τον πήγα στο νοσοκομείο. Είναι καλά. Ακτινογραφίες, αξονική, χειρουργικά εξέταση, όλα καλά. Μια μικρή εγκεφαλική διάσειση μόνον.
Δεν το έγραψαν οι εφημερίδες, δεν το είπαν τα διεθνή πρακτορεία, κανένα κανάλι τηλεόρασης παγκοσμίως δεν το ανάφερε. Είναι τραγικότερο αν μια τραγουδίστρια βγει στη σκηνή μα εσώρουχα και ζαρτιέρες και το αναφέρουν ενώ αυτό που συνέβη με μένα είναι αμελητέο;
Από την άλλη μεριά τόσους σκοτωμούς βλέπουμε κάθε μέρα, τόσους τραυματίες έχω γιατροπορέψει, τόσοι θάνατοι στα κινηματογραφικά έργα, γιατί δεν με έχουν συνηθίσει στον τραυματισμό κάποιου; Μήπως γιατί εγώ τον προκάλεσα; Μήπως γιατί τον είδα να γίνεται στην πραγματική ώρα και όχι αφού τελέστηκε;
Και πώς θα εμφανιστώ στην κοινωνία τώρα εγώ; Και θα ξαναοδηγήσω αυτοκίνητο εγώ, ο παραλίγο δολοφόνος;
Βγήκα έξω. Κόσμος γιόρταζε  για την 28 Οχτώβρη. Κανείς τους δεν έδειξε να ξέρει τι συνέβη. Ολοι συζητούσαν αδιάφορα. Και άκουγες σε παρέες: «Εγώ της το είχα πει της Λέλας, καλά να πάθει», «τι λες ρε που θα πάρω Μάζντα; Δεν έχω λεφτά για πέταμα», «Φανή, τα μάτια σου τέσσερα στο δρόμο» και άλλα τέτοια. Κανείς δεν με έβρισε, κανείς δεν με κοίταξε άγρια.  Είπα να ανέβω στο βάθρο του αγάλματος της πλατείας και να τους φωνάξω «Μην κάνετε τον κουτό, ξέρω πως ξέρετε-εγώ έριξα κάτω τον ποδηλάτη!»
Πού να πάω να κρυφτώ; Πού να χαντακωθώ;
Με τι μούρα τώρα θα διεκδικήσω τη θέση μου σε μια ουρά όταν κάποιος θα μπαίνει μπροστά μου; Με τι μούτρα θα δω τους γνωστούς μου πάλι;
Είμαι άνθρωπος εγώ ή κτήνος;
Και πώς πάλι θα δρέψω κάποια χαρά από της ζωής το περιβόλι εγώ που είδα να πέφτει πάνω στην άσφαλτο ένα ανθρώπινο σώμα από μένα χτυπημένο;
Να πίστευα σε Θεό να πάω να εξομολογηθώ… Ή να σε είχα κοντά μου… κάποιες θεωρίες θα μου αράδιαζες και κάπως θα με προσγείωνες στην καθημερινότητά μου πάλι.
Είμαι συντετριμμένος.
Πώς θα συζητήσω πάλι με ανθρώπους που δεν έχουν διαπράξει μια τέτοια πράξη όπως αυτήν που έκανα εγώ;
Πώς θα ζήσω από δω και ύστερα Φώτη;
28 ΟΧΤΩΒΡΗ
Ή
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ

Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν.
Που μας είχεν οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική. 

Μα ως γνωστόν εκτός απ' τ' ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει
να 'χει μέσα της και ΝΑΙ. 

Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους
θα σας φέρω τη ζαλάδα,
φαινομένου πλέον συνήθους
για τη δόλια την Ελλάδα.

Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα
λέμε σ' όλα τα στραβά
και γι αυτό συνέχεια η χώρα
τον κατήφορο τραβά.

Και πλατιά σφραγίδα βάζουν
στην καινούργια αυτή ορμή της
οι υπουργοί που τής ρημάζουν
τα λεφτά και την τιμή της.

ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει
σ' ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας
και στα πάτρια είναι κλέη.

ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων,
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης,
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις. 

ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας
ΝΑΙ σ Μέρκελ  και σ' ΕΟΚ
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.

ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων
την κατάντια και το χάλι.

ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ' απολύσεις ΝΑΙ απεργών.

ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.

ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο,
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά
που του έλληνα τον πάγκο
τον 'ρημώνει από χαρά. 

ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις
ΝΑΙ στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις,
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.

ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
πως ανεύθυνοι μετράμε,
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
μακριά πως δεν κοιτάμε ... 

Και μας πέφτουνε στην πλάτη
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι
μες σε κάποιον καφενέ.

Και σα βλάκες πια γελάμε
και κανείς δεν κοιτάει
πως οι έλληνες μετράμε
της Ευρώπης το προσφάϊ. 

Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει.
Αλλ' ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.

Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα.

Ω! Γελοία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι!
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλοι οι τόποι.
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης!

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

ΘΙΣΒΗ ΚΑΙ ΠΥΡΑΜΙΣ

Να του ’δινε ας μπορούσε τη μισή ζωή της
και πια να ζήσουνε μαζί όπως το είχανε σχεδιάσει…
Τραβώντας το σπαθί από το στήθος του
ας εζωντάνευεν εκείνος…

Μα τόσο κρύο το στόμα του ήταν
σαν τον εφιλησε
που το ’νοιωσε καλά
πως τελευταία φορά τόνε φιλούσε.

Τράβηξε το σπαθί από το στήθος του
ψηλά το σήκωσε στα δυο κρατώντας το τα χέρια
το βλέμμα έστρεψε στον ουρανό
και στο δικό της στήθος το εβύθισε.

Το αίμα
παραξενεμένο
που τόσο απλά και γρήγορα διέξοδο βρήκε
χύμηξεν έξω, μαύρα,
τα μέχρι τότε ολάσπρα βάφοντας βατόμουρα.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΕΣ

Τόπος: Δωμάτιο στο σπίτι του Τεντ.
Χρόνος: 2012
Πρόσωπα: Τεντ, Μαριάμ, Ρίτα.

(Μαριάμ και Τεντ συνεχίζουν κουβέντα)

ΤΕΝΤ
Καταλαβαίνω ότι στη χώρα σας ο ελεύθερος έρωτας δύσκολα βρίσκει κατανόηση από την κοινωνία. Ιδιαίτερα στα χωριά. Αυτή ήτανε κι εδώ η κατάσταση πριν από πενήντα χρόνια. Με τον καιρό όμως τα πράγματα άλλαξαν. Ήρθε ο αμερικάνικος τρόπος ζωής στην Ελλάδα. Οι γυναίκες φόρεσαν παντελόνια, μπορούν να μένουν ως αργά έξω από τα σπίτια τους τις νύχτες χωρίς να κατηγορηθούν σαν πόρνες, εργάζονται και με τα χρήματα που παίρνουν μπορούν να ζουν χωρίς να έχουν την ανάγκη ενός άντρα που θα τις τρέφει και θα τις ορίζει. Από πολλά χρόνια ψηφίζουν. Κοντά σ’ αυτά άλλαξε και η συμπεριφορά των αντρών απέναντι στον έρωτα και στο σεξ. Έχουν συνηθίσει πλέον να βλέπουν γύρω τους γυναίκες με ρούχα που όλο και λιγότερα κρύβουν, να καπνίζουν στο δρόμο, και θεωρούν φυσιολογικό να γνωρίζεται ένας άντρας και μια γυναίκα σήμερα και την ίδια μέρα να κάνουν έρωτα. Όλα αυτά θα έρθουν και στην πατρίδα σου όταν ο παντοδύναμος αμερικάνικος τρόπος ζωής γίνει και δικός σας. Τότε, όσα εσύ τώρα προβάλλεις για να μην κάνεις έρωτα μαζί μου θα έχουν σαρωθεί σαν παλιόχαρτα από το νοτιά. Μα τώρα έτσι είναι-έτσι είσαστε-έτσι είσαι, δεν μπορώ να κάνω άλλο τίποτα παρά να παραιτηθώ από την προσπάθεια να πέσω στο κρεβάτι μαζί σου. Αλήθεια, δεν μπορείς να πρωτοπορήσεις;..

ΜΑΡΙΑΜ
Μου είναι αδύνατο. Μα θέλεις να πεις ότι τα παιδιά μου θα ερωτεύονται κάθε μέρα; Ότι θα έχουν τις αντιλήψεις που έχεις εσύ για τον έρωτα;

ΤΕΝΤ
Δεν το λέω εγώ. Ερμηνεύω τους καιρούς.

ΜΑΡΙΑΜ
Α! Όχι! Τα παιδιά μου θα τα μάθω να φέρονται όπως εγώ στο θέμα της ηθικής τουλάχιστον. Δεν θα παραδίνονται σε παροδικές απολαύσεις.

ΤΕΝΤ
Τα παιδιά σου Μαριάμ δε θα κάνουν όπως θέλεις εσύ αλλά όπως θέλουν τα άλλα παιδιά και η εποχή τους. Θα μπορέσεις εσύ να πας μόνη αντίθετα στο ρεύμα;

ΜΑΡΙΑΜ
Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα η ηθική.

ΤΕΝΤ
Μάλλον ζήτημα θανάτου είναι μόνον. Ζωή χωρίς έρωτα δεν υπάρχει.

ΜΑΡΙΑΜ
Εγώ δε θα ξαπλώσω στο κρεβάτι μ’ έναν άντρα που δε μ’ αγαπάει. Δε θα γίνω ποτέ ζώο.

ΤΕΝΤ
Οι άνθρωποι είναι ζώα κι αυτοί. Και δεν μπορούν να πάψουν να είναι. Και σου έχω πει πολλές φορές ότι σ’ αγαπώ. Είσαι όμορφη γυναίκα.

ΜΑΡΙΑΜ
(γλυκά)
Ω! Τεντ! Σταμάτα πια με το σ’ αγαπώ…
(γέρνει το κεφάλι της στο στήθος του Τεντ και κουλουριάζεται πάνω του)

ΤΕΝΤ
(ψιθυριστά)
Ναι! Έτσι! Αυτή είναι η στάση μιας γυναίκας μπροστά στην αγάπη
(χαϊδεύει τα μαλλιά της και σκύβοντας το κεφάλι του τα φιλάει απαλά. Ύστερα στρέφει το πρόσωπό του προς το πρόσωπο της Μαριάμ)

ΜΑΡΙΑΜ
(σηκώνεται απότομα)
Όχι!

ΤΕΝΤ
(χωρίς να ξαφνιαστεί, σαν να περίμενε αυτή την αντίδραση)
Άραγε τι είναι εκείνο που σε σπρώχνει να λες αυτό το «όχι»;

ΜΑΡΙΑΜ
Σου έχω εξηγήσει.

ΤΕΝΤ
Το «ναι» δεν μπορεί να νικήσει το «όχι»;

ΜΑΡΙΑΜ
Μα τι μου ζητάς; Να σου δώσω τον έρωτά μου; Τότε τι θα δώσω στον άντρα μου όταν παντρευτώ;

ΤΕΝΤ
Τον έρωτά σου και πάλι. Ο έρωτας θα στερέψει για σένα αν πας με κάποιον που δεν είναι σύζυγός σου;

ΜΑΡΙΑΜ
Μη με ειρωνεύεσαι. Μιλάω για τον αληθινό έρωτα. Για την αληθινή αγάπη.

ΤΕΝΤ
Κι εγώ γι αυτό τον έρωτα μιλάω. Για τον αληθινό έρωτα που προϋποθέτει την αληθινή αγάπη. Και άλλος έρωτας δεν υπάρχει. Δε σε ειρωνεύομαι.

ΜΑΡΙΑΜ
Δεν είμαι γυναικούλα να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου. Και το ξέρεις ότι για σένα νοιώθω κάτι μεγάλο. Μα άλλο είναι αυτό και άλλο να κάνω έρωτα μαζί σου όσο κι αν σ’ αγαπώ.

ΤΕΝΤ
Ν’ ακούσω πάλι και την αιτία γι’ αυτό…

ΜΑΡΙΑΜ
Πάλι; Να! Στο ξαναλέω. Είμαι χριστιανή. Και ο Χριστός ευλόγησε το γάμο.

ΜΑΡΙΑΜ
Έχεις μοιράσει τα υπάρχοντά σου στους φτωχούς; Γιατί σ’ αυτό δεν υπακούς στο Χριστό;

ΜΑΡΙΑΜ
Μα με τι θα ζούσα αν το έκανα;

ΤΕΝΤ
Και χωρίς έρωτα ζεις;

ΜΑΡΙΑΜ
Χωρίς έρωτα ζω. Χωρίς αγάπη δε ζω.

ΤΕΝΤ
Τότε είσαι πεθαμένη. Αγάπη δεν υπάρχει.

ΜΑΡΙΑΜ
Ώστε δεν υπάρχει αγάπη; Και τι είναι η λατρεία της μητέρας για το παιδί; Η φροντίδα μας για κάποιον που υποφέρει; Η θυσία του ήρωα για την πατρίδα του; Δεν αγαπούν αυτοί το παιδί, τον δυστυχή, την πατρίδα;

ΤΕΝΤ
Με μια λέξη να τι είναι το καθένα από αυτά που αράδιασες: ένστικτο, οίκτος, επιδίωξη αθανασίας. Ανάγκη, να η λέξη που η αγάπη έχει κλέψει τη σημασία της, τη ντύνεται και κοροϊδεύει τους κουτούς ανθρώπους. Και δε δυσκολεύτηκε πολύ- ίδια τα φωνήεντα κι ένα σύμφωνο, δυο σύμφωνα μόνο διαφορετικά-όσα και οι «αγαπώμενοι»…

ΜΑΡΙΑΜ
Δεν μπορείς να με πείσεις ότι δεν υπάρχει αγάπη. Ύστερα τα πράγματα αυτά είναι υποκειμενικά.

ΤΕΝΤ
Σωστά. Και γι αυτό πρέπει να τα αφήνουμε μακριά μας στις καθημερινές μας-τις πραγματικές δοσοληψίες.
(σιωπή)
Γνώρισα κάποτε μια γυναίκα που δεν έκανε έρωτα αν και πολύ το ήθελε, γιατί το στήθος της ήτανε μικρό και δεν αποφάσισε ποτέ να γδυθεί μπροστά σε άλλον.

ΜΑΡΙΑΜ
Δε θα μ’ έκανε καμιά δήθεν ασχήμια του κορμιού μου να γδυθώ μπροστά σ’ έναν άντρα που μ’ αγαπάει και τον αγαπώ. Μα μην ψάχνεις για άλλες αιτίες της συμπεριφοράς μου.

ΤΕΝΤ
Το πιστεύω αλλά και ήμουνα και σίγουρος γι αυτό πριν το πω. Μα προσπαθώ να βρω το λόγο που σε φέρνει και πάλι κοντά μου κάθε φορά που χωρίζουμε και μάλιστα που είμαστε χωρισμένοι για εβδομάδες. Εγώ έρχομαι κοντά σου με την ελπίδα να μου δώσεις τον έρωτά σου. Μα εσύ;

ΜΑΡΙΑΜ
Μ’ αρέσει να είμαι μαζί σου. Και ξέρεις ότι σ’ αγαπώ κι ας μην το λέω κάθε τόσο.

ΤΕΝΤ
Μάλιστα. Θα ’θελα να μπορώ να μπω στο νόημα μιας τέτοιας αγάπης μα μου είναι δύσκολο.
(σιωπή)
Να σε ρωτήσω, αγαπώντας με δεν απιστείς στον μέλλοντα άντρα σου πριν καν τον γνωρίσεις;

ΜΑΡΙΑΜ
Όχι αν δεν κάνω έρωτα μαζί σου.

ΤΕΝΤ
Λοιπόν να κρατάς άθικτο τον παρθενικό σου υμένα είναι απόδειξη αγάπης στον άγνωστο μέλλοντα σύζυγό σου;

ΜΑΡΙΑΜ
Μην εξευτελίζεις τη σοβαρότητα του θέματος. Το κορμί είναι το σκεύος όπου μέσα του κατοικεί η ψυχή. Δεν έχουμε υποχρέωση να φυλάγουμε την ψυχή μέσα σε καθαρό ένα δοχείο;

ΤΕΝΤ
Και αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ψυχή, τότε πρέπει να δεχτούμε ότι τα λόγια που θα πει ένας μαυροντυμένος λιβανιστής καθαρίζουν τι; -το όργανο που θα τρυπήσει το σκεύος; -κάνουν το ίδιο το σκεύος αμόλυντο από μιαρούς εισβολείς; -καθαγιάζουν την ίδια πράξη έστω και αν αυτή είναι όσο πιο βρώμικη μπορεί να γίνει; Τι;

ΜΑΡΙΑΜ
Πόσες φορές τα έχουμε πει αυτά Τεντ… δεν μπορούμε να πάψουμε να μιλάμε για τέτοια και να χαρούμε τη συντροφιά και την αγάπη μας-ή αν θέλεις αλλιώς τη φιλία μας;..


ΤΕΝΤ
Μα τη στιγμή που πας να κλείσεις ένα θέμα ανοίγεις άλλο: φιλία ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα; Πώς σου κατέβηκε;
Άλλωστε είπες πως μ’ αγαπάς. Το παίρνεις πίσω; Τι μπέρδεμα Θεέ μου! Αν ήσουν πάλι καμιά γυναίκα που την ενδιαφέρει το χρήμα, θα έλεγα ότι φέρεσαι έτσι για να μου αποσπάσεις περισσότερα χρήματα όταν θα μου πεις το «ναι». Μα σου έβαλα στα πόδια σου ένα γερό ποσό κι εσύ το κλώτσησες. Έχεις δίκιο- ας τελειώνουμε μ’ αυτά.

ΜΑΡΙΑΜ
Οι συγκάτοικές μου με κοροϊδεύουν πως κάτι τάχα έχω μαζί σου. Στα ψέματα φυσικά, γιατί με ξέρουν καλά.

ΤΕΝΤ
Και σε εγκρίνουν;

ΜΑΡΙΑΜ
Δεν τις ρωτάω Τεντ. Τι μπορεί να ξέρει ένας γι άλλον; Και να κρίνει κάποιον με τι κριτήρια που μόνο τα δικά του γνωρίζει και επαινεί;

ΤΕΝΤ
(αλλάζοντας θέμα)
Με την Άννα τα λέτε ακόμα;

ΜΑΡΙΑΜ
Ναι. Κρατάει ακόμα την ψεύτικη αλυσίδα που της έδωσες και λέει παντού πως είναι χρυσή.

ΤΕΝΤ
Με τον Ντέιβ σμίξανε πάλι;

ΜΑΡΙΑΜ
Όχι. Αυτή τη φορά αυτός έφυγε για τα καλά.

ΤΕΝΤ
(αλλάζοντας θέμα)
Όταν γράψεις στην πατρίδα σου ζήτησε να στείλουν ένα κιλό αλεύρι και για μένα.

ΜΑΡΙΑΜ
Ωραίο δεν ήταν;

ΤΕΝΤ
Πράγματι.

ΜΑΡΙΑΜ
(κοιτάζοντας γύρω)
Να σκουπίσω λιγάκι;

ΤΕΝΤ
Όχι, άλλη φορά.

ΜΑΡΙΑΜ
Τουλάχιστο να βάλω τάξη στο τραπέζι…

ΤΕΝΤ
Όχι. Ούτε. Στο σπίτι θα πας μετά;

ΜΑΡΙΑΜ
Πού αλλού-ναι.

ΤΕΝΤ
Αν θέλεις να κάνεις κάτι για μένα, φτιάξε να πιούμε ένα καφεδάκι πριν φύγεις.

ΜΑΡΙΑΜ
Γιατί δεν το λες;..
(σηκώνεται και πηγαίνει στην κουζίνα)

ΤΕΝΤ
…Και άσε ανοιχτή την πόρτα να βλέπω τα στήθη σου καθώς τραμπαλίζονται ενώ κινείσαι.

ΜΑΡΙΑΜ
(χαϊδευτικά επιτιμητικά)
Τεντ!..
(σιωπή. Χτύποι στην πόρτα. Ο Τζώρτζ ανοίγει. Η Μαριάμ στρέφει περίεργα το κεφάλι προς την πόρτα. Στην πόρτα στέκει η Ρίτα. Μια πανέμορφη μαύρη, αδύνατη, με μεγάλο στητό στήθος, με κατάλευκα δόντια, ωραίο πρόσωπο και λεπτό, συμμετρικό, λαχταριστό σώμα. Είναι γελαστή, απλή, ήρεμη, καλοσυνάτη.)

ΤΕΝΤ
Παρακαλώ;..

ΡΙΤΑ
Γεια. Είμαι η Ρίτα. Με στέλνει ο Βαν. Μου είπε πως θέλεις μια κοπ’ελα για καθάρισμα.

ΤΕΝΤ
(αμήχανος)
Δηλαδή…

ΡΙΤΑ
Μου είπε ότι δεν έχεις γυναίκα.

ΤΕΝΤ
Αυτό είναι αλήθεια…

ΡΙΤΑ
Ε, γι αυτό.
(δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού της τη Μαρία που παρακολουθεί τη σκηνή)
Αυτή δεν είναι δική σου;

ΤΕΝΤ
Όχι. Να σας συστήσω Μαριάμ η Ρίτα… Ρίτα η Μαριάμ.

ΜΑΡΙΑΜ
Χαίρω πολύ.

ΡΙΤΑ
Κι εγώ.
(κάθεται. Βλέπει ένα βότσαλο στο τραπέζι, σηκώνεται, το παίρνει και το φέρνει στο αυτί. Χαμογελώντας)
Πού βρέθηκε αυτό; Τέτοια μόνο στην πατρίδα μου βρίσκονται.

ΤΕΝΤ
Ποια είναι η πατρίδα σου;

ΡΙΤΑ
Η Νιγηρία.

ΤΕΝΤ
Πόσων χρονών είσαι;

ΡΙΤΑ
Είκοσι τρία. Σου αρέσω;

ΤΕΝΤ
Πολύ.

ΡΙΤΑ
Θα κάνουμε έρωτα τώρα ή να έρθω άλλη ώρα;

ΤΕΝΤ
Κάθισε. Η Μαριάμ έφευγε.

ΡΙΤΑ
Δε με πειράζει και να μη φύγει. Πάλι όπως θέλετε.

ΜΑΡΙΑΜ
Μπορείς να κάνεις έρωτα με αυτόν μπροστά μου;

ΡΙΤΑ
Γιατί όχι; Εγώ κάνω έρωτα με όλους τους άντρες και δε θα κάνω με τον Τεντ που είναι και νέος και ωραίος; Αν θέλεις μπορούμε να ανακατευτούμε και οι τρεις: κι εγώ κι εσύ και ο Τεντ. Αν το θέλει και ο Τεντ…
(Ο Τεντ δε μιλάει)

ΜΑΡΙΑΜ
Τι λες Τεντ;

ΤΕΝΤ
Προτιμώ να είμαι μόνος με τη Ρίτα.

ΜΑΡΙΑΜ
Ρίτα, τώρα μόλις τον γνώρισες. Δε θα ήθελες πριν κάνεις έρωτα μαζί του να τόνε γνωρίσεις κάπως καλλίτερα;

ΡΙΤΑ
Γιατί; Έτσι κι αλλιώς άντρας είναι και τώρα , άντρας θα είναι και αν τον γνωρίσω καλλίτερα.
(στρέφει στον Τεντ)
Εκτός αν αυτός θέλει να με δει πριν αποφασίσει. Θέλεις να γδυθώ;
(κάνει να σηκωθεί πηγαίνοντας το χέρι στα κουμπιά της μπλούζας της)
Όμως στο λέω, είμαι όμορφη.

ΜΑΡΙΑΜ
Μην ανησυχείς. Ο Τεντ σε βλέπει και κάτω από τα ρούχα σου. Εξάλλου σου είπε ότι σε εγκρίνει. Μα πες μου, είναι λόγος για να κάνεις έρωτα μ’ έναν άντρα μόνο επειδή αυτός είναι άντρας;

Ρίτα
Αν υπάρχει και η αφορμή γι αυτό, ναι.

ΜΑΡΙΑΜ
και ποια είναι η αφορμή;

ΡΙΤΑ
Αυτή τη φορά είναι τα λεφτά που δεν έχω. Εσένα όμως ποια είναι η δικαιολογία σου που δεν κάνεις έρωτα μαζί του; Κι αν δεν έχεις ανάγκη από λεφτά, πάλι κάτι δε σου λείπει που ο άντρας μπορεί να σου το δώσει; Γιατί ο Θεός έδωσε τη γυναίκα και τον άντρα στη γη αν όχι για να συμπληρώνει ο ένας τον άλλο; Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τον έρωτα. Λοιπόν γιατί δεν κάνεις έρωτα μαζί του, και μάλιστα που καταλαβαίνω πως του αρέσεις κι εσύ;

ΜΑΡΙΑΜ
(στενοχωρημένη από την ερώτηση)
Γιατί θα παντρευτώ μια μέρα!..

ΡΙΤΑ
Κι εγώ θα πατρευτώ.
(στον Τεντ)
Δεν την αφήνεις να παντρευτεί;

ΜΑΡΙΑΜ
Μ’ αφήνει Ρίτα, μ’ αφήνει.

ΤΕΝΤ
(στη Μαριάμ, δείχνοντας τη Ρίτα)
Σαν εγώ ν’ ακούω τον εαυτό μου και συ εμένα, ε;

ΜΑΡΙΑΜ
Ακριβώς. Λοιπόν να σ’ αφήσω. Βρήκες εκείνο που ήθελες.

ΤΕΝΤ
Νομίζω ναι.

ΜΑΡΙΑΜ
Και τι έρωτα νομίζεις θα σου δώσει αυτή η γυναίκα; Θα γδυθεί, θα πέσει στο κρεβάτι και θα σε δεχτεί αδιάφορη σαν όπως όταν κάνει οποιαδήποτε άλλη δουλειά.

ΡΙΤΑ
Καθόλου δεν είναι έτσι. Θα τον χαϊδεύω απαλά, θα είμαι τρυφερή μαζί του, όλο μου το είναι θα είναι δικό του την ώρα που θα είμαστε μαζί, θα κάνω ό,τι μου ζητήσει και αν και όποτε θέλει, θα έρθω μαζί του σε οργασμό.

ΜΑΡΙΑΜ
Έρωτας κατά παραγγελίαν…

ΤΕΝΤ
Όταν τα μάτια της γυναίκας σβήνουν από την καταιγίδα, καθόλου δε μετράει ποιος στέλνει την καταιγίδα που τα έσβησε.

ΡΙΤΑ
(στη Μαριάμ)
Αν οι γυναίκες δεν κάναμε ό,τι ο άντρας θέλει, πώς θα χαιρόμασταν κι εμείς τον έρωτα;

ΜΑΡΙΑΜ
(στον Τεντ)
Σου αρέσει αυτός ο έρωτας;

ΤΕΝΤ
Έρωτας δεν είναι;

ΜΑΡΙΑΜ
Τότε ας μην κάθομαι περισσότερο. Να σας αφήσω μόνους.

ΡΙΤΑ
Αν θέλεις κάτσε να βλέπεις, να δεις τι εννοώ.

ΜΑΡΙΑΜ
(στον Τεντ, ειρωνικά)
Τι λες, να κάτσω;

TENT
Σου είπα τι προτιμώ. Κάνε λοιπόν ό,τι νομίζεις.

ΜΑΡΙΑΜ
(σηκώνεται)
Σας εύχομαι καλή διασκέδαση.
(στον Τεντ)
Δε θα με ξαναδείς.

ΤΕΝΤ
Δε σε χρειάζομαι πια.
(Η Μαριάμ βγαίνει)
Φέρε και βάλε στην πλάτη μου εκείνο το μαξιλάρι.
(η Ρίτα του το βάζει)
Φέρε μια μπύρα από το ψυγείο.
(Η Ρίτα του τη δίνει)
Βάλε αυτό το σι ντι στο μηχάνημα.
(Η Ρίτα το κάνει)
Και τώρα γδύσου στους ήχους της μουσικής.
(Η Ρίτα αρχίζει να γδύνεται χορεύοντας)

ΑΥΛΑΊΑ

                ΑΛΛΑΓΗ ΩΡΑΣ

Η Αλλαγή στης πατρίδας το έλος
μύτη σκάζει:
το μικρό στο ρολόγι μας βέλος
θέση αλλάζει!

Τo ρολόγι μας πίσω θα πάει
μία ώρα
λες και χρόνο πολύν μας χρωστάει
τούτη η χώρα.

Μία ώρα πιο αργά θα λαλούν
τα κοκόρια
και πιο πάνω μια ώρα θ’ αργούν
τα βαπόρια.

Μα του λαού που σε ύπνο βαθύ
έχει γείρει
του χρειάζεται άλλη αλλαγή:
ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ!

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Στην Αθήνα τη Δευτέρα ο Β.Ντομπρόβσκις
Στην Αθήνα ο Ντομπρόβσκις
Και συ Ελλάδα πέρα βόσκεις.     

Βουλή: Ζωντανά η ψηφοφορία του νομοσχεδίου για τις τηλεοπτικές άδειες
Ζωντανά ή πεθαμένα
Μαύρη πείνα τρώει εμένα.

Τη στήριξη της Βουλής στο νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ ζήτησε ο Π. Καμμένος
Στήριξη ζητάε ο Καμένος
Στο θεριό που ορμάει με μένος.

Γεννηματά: «Θερμοκοιτίδα διαπλοκής το νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ»
«Θερμοκοιτίδα» βλέπεις μια μονάχα;
Φώφη, τα μάτια σου θα ’θελα να ’χα.

«Διάτρητος ο νόμος για τα Μέσα Ενημέρωσης»
Σε μια χώρα όπου τρύπιο είναι λαγήνι
Όλα τρύπια είναι Λεβέντη-τι να γίνει;

«Ασυνάρτητες οι ανακοινώσεις της ΝΔ για τα ζητήματα διαπραγμάτευσης»
ΣΥΡΙΖΑ
Οι δικές σου βέβαια έχουνε συνέπεια:
Κάθε λόγος σου και μια του Λόγου απρέπεια.


«Η κυβέρνηση επιχειρεί μια σημαντική τομή»
Ό,τι λέει μόνο αν λάβουμε υπόψη…
τι τομή; Αυτή μας έχει πετσοκόψει.

Τζιτζικώστας: Να αποσύρει ο Τσίπρας τη φορολόγηση στην εκπαίδευση και να τη βάλει στο μοσχαρίσιο κρέας
Μη του φέρνεις Τζιτζικώστα μου εμπόδια-
μαθητές μας και μοσχάρια, ίδια βόδια.

«Επιταχύνονται οι διαδικασίες για το Πόθεν Έσχες των Βουλευτών», δήλωσε ο Βαρεμένος
Ερμηνεία: «το Πόθεν Έσχες δε θ’ αργήσει
Η κυβέρνηση αυτή να καταργήσει.»



«Ο Τσίπρας δεν ενδιαφέρεται αν έχει ο κόσμος να πληρώσει φόρους»
Τζιτζικώστας
ΛΆθος. Τρελαίνεται να παίρνει φόρους.
Γι αυτό θα επιδοτήσει τους απόρους.


Ονομαστική ψηφοφορία για τις τηλεοπτικές άδειες ζητεί η ΝΔ
Αλτ! Όχι! Λέει ο Πρόεδρος ασθμαίνων
Της Προστασίας Προσωπικών μας Δεδομένων.


Μεϊμαράκης: «Η πολιτική απάτη του ΣΥΡΙΖΑ δεν κρύβεται πια»
«Μόνο η «πολιτική». Να εξηγιόμαστε.
Για τ’ άλλα: Παναγίες. Εγγυόμαστε!»


«Θέλουμε δημόσια διοίκηση που να υπηρετεί τον πολίτη»
«Γι αυτό δε θα του πάρουμε το τρίτο σπίτι»
Κουρουμπλής


«Η συμπεριφορά της κυβέρνησης θυμίζει άλλες εποχές»
Ναι. Της Ρωσίας, σα βρόνταγε ο Λένιν-
πέρδεται τώρα ο Τσίπρας δια του λέγειν.


Κόντρα Παππά - Βενιζέλου στη συζήτηση για τις τηλεοπτικές άδειες
Κόντρα ανδρών συγχρόνων δυο μεγάλων
Που σύγχρονο έχουνε και μέγαν κάλον.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Η κυρα-Άννα εκπλάγηκε όταν της είπα απόψε: κυρα-Άννα δεν θα σκουπίσεις απόψε. Θέλω να με ακούσεις που θα σου διαβάσω κάτι. Μα δεν θα σκουπίσω κύριε Γιώργο; είπε. Όχι απόψε κυρα-Άννα. Σε παρακαλώ. Κάθισε να ακούς μόνο.
Και της διάβασα την Κορίννα. 
Την έβλεπα με την άκρη του ματιού μου να προσπαθεί να μην κοιμηθεί.
Αδιάφορο. Άκουσε κάποιος ένα μου έργο.



ΚΟΡΙΝΝΑ
ή
ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ


Τόπος: Λος Άντζελες.
Χρόνος:1999.
Πρόσωπα: Κορίννα, Αντρέ.

Νύχτα μέσα σ' ένα σταματημένο και κλειδωμένο ασανσέρ. Η Κορίννα κάθεται πάνω σ' ένα σκαμνί σε μια γωνία του ασανσέρ και ο Αντρέ στη διπλανή γωνία στο δάπεδο.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Έτσι θα μείνουμε όλη τη νύχτα εδώ-αμίλητοι;

ΑΝΤΡΕ
Αν το θέλεις ας γίνει έτσι.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν το θέλω εγώ. Εσύ το θέλεις. Μήνες τώρα έχεις που δε μου μιλάς.

ΑΝΤΡΕ
Ναι. Έχεις δίκιο. Μα αυτό γινόταν έξω. Εκεί, με τους άλλους. Τώρα είμαστε μόνοι μας. Αν το θέλεις μπορούμε να μιλήσουμε.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι, το θέλω. Εκεί ήταν ο κόσμος. Η κίνηση. Τα φώτα. Η ζωή. Εδώ είναι νέκρα, σκοτάδι και θάνατος. Εδώ είμαστε
μόνοι εγώ κι εσύ. Κι η νύχτα αυτή είναι όλη η ζωή μας-είναι το δικαστήριο του μέλλοντός μας. Είναι η ίδια η αιωνιότητα.

ΑΝΤΡΕ
Αύριο πάλι όλα θα είναι ίδια.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ποτέ πια δε θα είναι ίδια. Δεν υπάρχει αύριο. Εδώ μέσα, στη φοβερή αυτή ησυχία, είμαστε η μόνη πηγή ήχων. Ότι πούμε εμείς απόψε είναι τα μόνα λόγια που θ' ακουστούν πάνω στη γη. Η αλήθεια είναι τούτη η νύχτα, τούτο το κελί, τούτη η ώρα.

ΑΝΤΡΕ
Ο ήλιος θα 'βγει αύριο το πρωί. Κι όταν έβγει, ο επόπτης θα σηκωθεί από το κρεβάτι του, θα πιεί τον καφέ του και στις εφτά η ώρα θα είναι εδώ και θα μας ανοίξει. Κάθε μέρα αυτό συμβαίνει και σε άλλους.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Κι αν ακόμα γίνει όπως λες, όλα θα 'ναι πάλι διαφορετικά. Ένας άλλος επιστάτης, ένας άλλος ήλιος. Η νύχτα αυτή όλα θα τα καθαρίσει. Και αυτό που έγινε εξαιτίας σου ανάμεσά μας θέλει ένα ξεκαθάρισμα.
Ήτανε κάτι διαφορετικό. Ήτανε μια αλλαγή πέρα από τα συνηθισμένα. Σε ξέρω τέσσερα χρόνια. Μου μιλούσες, σου μιλούσα. Είχαμε μιαν επικοινωνία όπως όλοι οι γνωστοί άνθρωποι μεταξύ τους. Όποτε βλεπόμασταν μιλούσαμε, γελούσαμε..
Και ξαφνικά άρχισες να μην απαντάς στις καλημέρες και στις κουβέντες μου. Πάνε πέντε μήνες. Πέντε μήνες και δέκα μέρες.

ΑΝΤΡΕ
Και τι σε πείραξε που δε σου μιλούσα; Τρώθηκε ο εγωισμός σου; Ελαττώθηκαν οι θαυμαστές σου κατά έναν; Τι;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Σου είπα, ήταν μια αλλαγή. Την παρατήρησα...

ΑΝΤΡΕ
Ας δούμε πώς μπορεί να βγούμε από εδώ μέσα και να μείνουν όλα όπως ήσαν.  Γιατί έτσι πρέπει να μείνουν. Να μείνουμε στην τωρινή ζωή μας.
(σηκώνεται)
Πώς μπορεί ν' ανοίξει μία πόρτα χωρίς το κλειδί της;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν μπορεί.

ΑΝΤΡΕ
(εξετάζει την κλειδαριά)
Αν είχα ένα εργαλείο κάτι θα κατάφερνα. Σε παρακαλώ μου δίνεις το σκαμνί σου;
(Η Κορίννα του δίνει το σκαμνί, αυτός πατάει επάνω και εξετάζει την οροφή. Κατεβαίνει απογοητευμένος. Σκουπίζει το σκαμνί και της το δίνει. Κάθονται)
Πώς έγινε και άργησες τόσο πολύ κι εσύ; Άλλες φορές είμαι μόνος εδώ μέσα.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Έγινε. Όπως έγινε και σταμάτησε.

ΑΝΤΡΕ
Είσαι σίγουρη πως ο επιστάτης έχει φύγει;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Ήμουν η τελευταία. Νόμιζα...

ΑΝΤΡΕ
Σε είδα πολλές φορές να μιλάς μαζί του. Δε συζητήσατε ποτέ για την περίπτωση που κάποιος κλειστεί στο ασανσέρ;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι.

(σιωπή)

ΑΝΤΡΕ
Λοιπόν θα μείνουμε εδώ για μιαν ολόκληρη νύχτα...

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Κι αυτό θα κάνει τη ζωή μου ν' αλλάξει. Κι αυτή εδώ, ό,τι και να γίνει ανάμεσά μας, θα είναι η μεγάλη αλλαγή. Η γνώση που έρχεται κάποτε και που φέρνει την κατανόηση της ύπαρξης. Μέσα σ' αυτό το ασανσέρ οι δυο μας...
ΑΝΤΡΕ
Κρυώνω..

ΚΟΡΙΝΝΑ
(τον κοιτάζει, διστάζει, τον ξανακοιτάζει, τέλος αποφασίζει. Βγάζει τη ζακέτα της και του την τείνει)
Πάρε. Εγώ δεν κρυώνω.

ΑΝΤΡΕ
(τρομοκρατημένος)
Όχι! Όχι! Δεν κρυώνω.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Τώρα είπες ότι κρυώνεις.

ΑΝΤΡΕ
(βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του)
Δεν κρυώνω.
(μαζεύεται όσο μπορεί στη γωνιά του. Η Κορίννα αποθέτει αμίλητη τη ζακέτα στην ποδιά της)
Να φορέσω τη ζακέτα σου! Για σκέψου... Φτάνει που είμαι κλεισμένος εδώ μέσα μαζί σου.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Με σιχαίνεσαι λοιπόν; Με μισείς; Τι σου έκανα; Γιατί με αποφεύγεις; Γιατί όταν με βλέπεις αλλάζεις δρόμο; Ούτε ένα ρούχο μου δε θέλεις ν' ακουμπήσεις;

ΑΝΤΡΕ
Δε θέλω. Ναι, δε θέλω. Κράτα τη ζακέτα σου.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Άραγε αυτή η νύχτα θα μου μάθει την αιτία που σταμάτησες να μου μιλάς;..
Σε ξέρω τέσσερα χρόνια. Ερχόσουν στο σπίτι μου. Όλοι σ’ αγαπούσαμε. Κουβεντιάζαμε, περνούσαμε τα βράδια μας με την παρέα σου, εσύ με τη δική μας. Υπήρχε μια περίοδος μάλιστα που κάθε βράδυ ήσουν εκεί. Κι αν δεν ερχόσουν μας έλειπες. Το γέλιο δεν έλειπε από την παρέα μας. Και ο πατέρας μου σ' εκτιμούσε πολύ. Η μητέρα δεν ξέρει τι να πει που δεν μας έρχεσαι πια. Κι όταν ακόμα πιάσαμε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο, τίποτε δεν άλλαξε στις σχέσεις μου μαζί σου. Μάλιστα τώρα ήταν καλλίτερα. Και ξαφνικά, χωρίς αιτία, σταμάτησες να έρχεσαι στο σπίτι και σταμάτησες να μου μιλάς. Σου έλεγα καλημέρα κι εσύ μουρμούριζες κάτι κι απομακρυνόσουν βιαστικά. Στους άλλους μιλάς όπως πρώτα. Στ' αδέρφια μου το ίδιο. Μόνο σε μένα δε μιλάς. Όταν από μακριά με βλέπεις λοξοδρομείς για να μη συναντηθούμε. Κατάφερες αυτό που ήθελες-τώρα δε σου μιλώ ούτε εγώ. Έχω κι εγώ αξιοπρέπεια.
Μα όμως πόσο παράλογο μου μοιάζει αυτό που κάνω... Να διακόψω τις σχέσεις μου με κάποιον έτσι, επειδή αυτός με αποφεύγει χωρίς να ξέρω γιατί. Έμεινα ξάγρυπνη πολλές νύχτες ψάχνοντας να βρω την αιτία αυτής σου της συμπεριφοράς. Κι όταν κοιμάμαι βλέπω τρομαχτικά όνειρα. Προσπαθούσα να βρω μήπως έκανα κάτι που σε πρόσβαλε, που σε πείραξε. Που σε έθιξε. Γιατί είσαι εύθικτος. Δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου. Ποτέ δε σου μίλησα άσχημα. Σαν επισκέπτη του σπιτιού μας, σαν μεγαλύτερο, σαν φίλο ακόμα, σε σεβόμουνα πάντα. Ούτε με μια πράξη μου δε σε πρόσβαλα. Μήπως είπα κάτι κακό σε κάποιονε για σένα και το έμαθες; Ούτε αυτό συμβαίνει. Πρώτα γιατί δε συζητώ για σένα με τους άλλους. Και προσέχω τα λόγια μου όταν μιλώ στο χώρο της δουλειάς, εδώ, στο εργοστάσιο, γιατί δε θα 'θελα να κάνω κάποιο λάθος και να τα χαλάσω μαζί σου. Η παρέα σου ήταν καλή, είσαι ευχάριστος, έξυπνος και, είναι αλήθεια, ποτέ και συ δε μου φέρθηκες άσχημα. Ποτέ δε μου κακομίλησες, πάντα μου φερόσουν με ευγένεια, με κατανόηση, σαν ένας πατέρας ή σαν μεγαλύτερος αδερφός. Βέβαια δεν ήσουν πατέρας ούτε αδερφός μου. Και θα μπορούσες να δείξεις μια δυσαρέσκεια κάποτε, θα μπορούσες σαν μεγαλύτερος να μην με προσέχεις, να με μεταχειρίζεσαι σαν παιδί ακόμα. Όμως όχι. Πάντοτε ήσουν καλός μαζί μου. Και ευγενικός. Και περιποιητικός. Για να με πλησιάζεις κατέβαινες στην ηλικία μου. Το πρόσεξα πολλές φορές αυτό. Δε στεκόσουν στο βάθρο του μεγάλου που απλά καταδέχεται να μιλήσει σε μια μικρή κοπέλα, αλλά γινόσουν μικρός κι εσύ κοντά μου. Και το εκτιμούσα πολύ αυτό. Δεν είμαι παιδί όμως πια. Είμαι γυναίκα. Και-τώρα μπορώ να στο πω-πολλές φορές ένιωθα να κολακεύεται αυτή η γυναίκα μέσα μου από τη συμπεριφορά σου. Γιατί αν και το φέρσιμό σου ήτανε πάντα το ίδιο, μεγαλώνοντας εγώ, το δεχόμουν όπως ταίριαζε με την ηλικία μου. Έτσι ένα κομπλιμέντο που, μικρότερη όταν ακόμα ήμουνα μου έλεγες, το δεχόμουνα με ένα γέλιο παιδιάστικο, για να το ξεχάσω αμέσως μέσα στο παιχνίδι και τις άλλες παιδικές μου απασχολήσεις που πάντοτε με περίμεναν. Όμως εδώ κι ένα χρόνο το ίδιο αθώο κομπλιμέντο το έπαιρνα, το έδενα, το κρατούσα και το νόημά του σκορπιζόταν σε όλο μου το κορμί χαρίζοντάς μου μια γλυκιά ευχαρίστηση. Και δεν το ξεχνούσα
ώσπου να ακούσω το επόμενο κομπλιμέντο σου. Και ήσουνα πλούσιος σ’ αυτά. Κι έδινες τόσα ώστε να μην ξεπεράσεις το όριο. Αλλιώς θα χάλαγες όλη τη ουσία, όλη την απόλαυση. Το ήξερες αυτό και το πρόσεχες πολύ. Πόσες τέτοιες ωραίες στιγμές μου 'χες χαρίσει... Χωρίς ίσως να το υποπτεύεσαι, εγώ χρησιμοποιούσα τα λόγια σου για να ευωχούμαι. Δεν τα έπαιρνα πια σαν λόγια μεγάλου σε μικρόν, παρά σαν λόγια άντρα σε γυναίκα. Και το καταλάβαινες αυτό καμιά φορά και αμέσως άλλαζες κουβέντα ή στρεφόσουν σε άλλον και, δείχνοντας πως τάχα με αγνοείς, συζητούσες μαζί του για άλλα θέματα.
Ντρεπόμουν τότε για ό,τι ένιωθα και πήγαινα στο δωμάτιό μου όπου, ανάμεσα στα γράμματα των βιβλίων μου μπαίνανε τα γράμματα του πιο καλού λόγου που μου είχες πει πριν λίγο. Κι αυτόν το λόγο τον κρατούσα σαν φυλαχτό.
Στην κοινωνία που ζούμε δεν υπάρχει χρόνος για περιττά λόγια. Όλοι τρέχουν να προλάβουν-τι;-και δεν τους μένει καιρός να πουν παρά μόνο τα απαραίτητα για την μεταξύ τους ρηχή επικοινωνία. Μόνον εσύ, ίσως γιατί ήρθες από αλλού, ίσως γιατί έτσι είναι ο χαρακτήρας σου, μόνο εσύ μπορούσες να λες τέτοια όμορφα λόγια. Και δεν ήτανε μόνο τα λόγια. Ήταν και τα μάτια σου. Γεμάτα θαυμασμό κάθε φορά, συμπλήρωναν τον καλό σου λόγο. Γεμάτα θαυμασμό και λαμπύρισμα.
Με ρώτησες γιατί μ' ένοιαξε που σταμάτησες να μου μιλάς. Ίσως και να μου έλειψαν αυτά τα λόγια τα θαυμαστικά, αυτά τα φωτεινά βλέμματα. Που για σένα βέβαια δε σήμαιναν ίσως τίποτα, σε μένα όμως έδιναν κάτι που δε θα το βρω αλλού όσο και να ψάξω.
(μικρή σιωπή)
Θυμάμαι εκείνο το ροζ φουστάνι που πήγα κι αγόρασα για το χορό. Από την πρώτη στιγμή που το είδα δε μου άρεσε. Μα ήτανε το μόνο που βρήκα. Το αγόρασα, το φόρεσα, δεν μπορούσα όμως να το χωνέψω. Μου έμοιαζε ανυπόφορο. Ώσπου όταν με είδες να το φορώ -θυμάσαι;-μου είπες πως είναι όμορφο και πως μου πηγαίνει θαυμάσια. Από τότε το αγάπησα κι εγώ.
(χαμογελάει)
Θυμάμαι την ημέρα που είχα φτιάξει μια χάρτινη γιρλάντα και την είχα κρεμάσει γύρω από το λαιμό μου γυρίζοντας από το σχολείο. Όλοι με μάλωναν και με κορόϊδευαν που έκανα τέτοιες παιδιάστικες κουταμάρες. Εσύ είπες: "Τι ωραίο κολλιέ! Και πώς σου πηγαίνει!.."
Γιατί έχεις θυμώσει μαζί μου;

ΑΝΤΡΕ
(ονειροπόλα και σαν να μιλάει στον εαυτό του)
Το ροζ φουστάνι...μια πανδαισία...η χάρτινη γιρλάντα...ποιος μπορεί να πει ότι ήρθε άσκοπα στον κόσμο όταν σε είδε να φοράς το ροζ εκείνο φουστάνι και την χάρτινη γιρλάντα στο λαιμό... Έξυπνος εγώ... για σκέψου... έξυπνος κι όμως πιασμένος σαν χαζή μύγα στο δίχτυ. Αρκετά έξυπνος για να μπορέσω να καταλάβω τι κρύβει μέσα του ένα άνθος, αρκετά έξυπνος για να καταλάβω πόσο αδύναμη είναι η δύναμη... πόσο μικρό είναι το μεγάλο… πόσο πολύ το τίποτα... όμως πολύ κουτός ώστε να μη μπορέσω να μυρίσω το άνθος, να μη γνωρίσω τη δύναμη ή την αδυναμία, να μείνω έξω από κάθε μεγάλο ή μικρό. Πολύ κουτός για να ζήσω... για να υπάρξω... για να γεννηθώ λες... Μα πάλι πώς μπορεί να πει κανείς πως δεν έζησε όταν έχει κρατήσει μέσα στο χέρι του το χέρι σου...

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι... η χειρομαντεία!.. Μου κράταγες το χέρι στο χέρι σου και διάβαζες τη μοίρα μου. Εγώ το είχα αφήσει μέσα στο δικό σου κι ένιωθα τόσο ελαφριά σαν να είχα ξεφορτωθεί όλο το βάρος μου κι όχι μόνο του χεριού μου. Κι όλο πράγματα που αρέσουν μου έλεγες. Πόσο είμαι έξυπνη, πόσο είμαι όμορφη, πόσο πολύ θα ζήσω. Μόνο λόγια όμορφα έβγαιναν από το στόμα σου για μένα. Μου είπες ξάφνω πως αγαπώ ένα νέο της ηλικίας μου. Σου είπα: "φυσικά θα είναι της ηλικίας μου. Κανένα γέρο θ' αγαπούσα; "Ύστερα από αυτό τελείωσε γρήγορα η χειρομαντεία.

ΑΝΤΡΕ
Ω! Η ζωή! Η ζωή! Η ζωή μου! Γεμάτη αβεβαιότητα, κενό, φόβο πριν απ' όλα.
Κι όμως από τότε που βρέθηκα σε τούτη τη χώρα βλέπω γύρω μου ανθρώπους που φόβος δεν ξέρουνε τι θα πει. Που ντροπή δεν ξέρουνε τι θα πει. Που δεν έχουν αισθήματα. Όλοι αντιδρούν ίδια σε κάθε ίδιο ερέθισμα. 'Όλοι λένε τα ίδια λόγια σαν απάντηση στην ίδια ερώτηση. Αναρωτιέσαι αν είναι ζωντανά όντα ή ρομπότ, δημιουργήματα κάποιου αργόσχολου μηχανικού. Αφότου ήρθα εδώ προσπαθώ ν' ανακαλύψω σε κάποιον από αυτούς κάτι που να με κάνει να πω πως είναι άνθρωπος κι αυτός, όπως τόσοι που άφησα φεύγοντας από την πατρίδα.
Μάταια όμως.
Ωραία είναι να κυλάει έτσι η ζωή. Ήσυχη, προγραμματισμένη, με από πριν όλα γνωστά, με τις ανάγκες της όλες από καιρό καλυμμένες, με το θάνατο ένα ακόμα επεισόδιο, το τελευταίο της σειράς.
Είπα πως είναι ωραία τέτοια ζωή. Όχι. Δεν εννοώ πως είναι ωραία για κείνους που τη ζούνε. Γιατί δεν τη ζουν. Για κείνους αυτό δεν είναι ζωή. Είναι ένα πρόγραμμα, μια κουρντισμένη παρέλαση όπου σαν στρατιώτες συμμετέχουν.
Ωραία είναι για κείνον που τη βλέπει απέξω. Που ζηλεύει. Που θα ήθελε να είναι ένας απ' αυτούς. Που θα ήθελε να είναι ένα τίποτε δηλαδή. Ή, που είναι το ίδιο, να ζει μηχανικά τη ζωή του χωρίς όλα εκείνα τα φοβερά συναισθήματα που κάνουν τη ζωή κόλαση.
Ναι! Έρχονται φορές που θα το 'θελα κι εγώ. Θα ήθελα να είμαι ένα στρατιωτάκι ανάμεσα στα πλήθη εκείνα που βλέπω να περνάνε μπροστά μου αλύγιστα, άφοβα, αναίσχυντα, άναίσθητα, βαδίζοντας άσκεφτα προς ένα άγνωστο τέρμα. Άγνωστο για μένα, τώρα, όχι γι αυτούς' αυτοί τίποτα δεν ξέρουν-τα ξέρουν όλα... Να βγω από ένα εργοστάσιο δηλαδή στο οποίο θα μου έχουν δώσει μορφή και υπόσταση κι από κει να προχωρώ όπως εκείνοι έχουν κανονίσει.
Άλλες φορές όμως τα βάζω με τον εαυτό μου που αφέθηκε να ζηλέψει τέτοια ζωή. Όχι πως είμαι εγώ κάτι καλλίτερο από εκείνους. Μακριά από μένα η αίσθηση αυτή. Δεν έχω κατηγόρια για κανέναν. Κι αν κάποιος παίρνει τις διαπιστώσεις μου σαν κατηγόριες, το σφάλμα δεν είναι δικό μου. Όχι, δεν είμαι καλλίτερος απ' αυτούς. Είμαι όμως διαφορετικός. Κι όχι γιατί φτιάχτηκα εξαρχής έτσι, αλλά γιατί δεν έζησα σ' αυτή τη χώρα. Αν ζούσα εδώ, η ίδια πορεία θα περίμενε κι εμένα. Ίδιο ρομπότ θα ήμουνα κι εγώ τώρα-αν επιζούσα. Μα έζησα αλλού. Δεν με άδραξε η μηχανή στα γρανάζια της. Ελεύθερος ήμουνα και είμαι. Κανείς δε με έβαλε σε καλούπι να βγω ρομπότ από κει. Κανείς δεν έβγαλε το φόβο από μέσα μου. Κανένας δε με έστυψε ώσπου να αποβάλω τα ανθρώπινα στοιχεία μου-τη ντροπή, τη σκέψη, το φόβο. Μακριά από μένα η πίστη στην παντοδυναμία του ανθρώπου. Μακριά από μένα η δήθεν νίκη του ανθρώπου πάνω στη φύση. Μακριά από μένα η νίκη του ανθρώπου πάνω στη μοίρα του. Μακριά από μένα τέλος η ιδέα του ανθρώπου σαν του προνομιούχου όντος του ζωικού βασιλείου. Είναι το πιο δυστυχισμένο.
Και ήρθα εδώ. Και τα είδα όλα αυτά. Και βρέθηκα μόνος μέσα σε έναν άλλο κόσμο όπου κανένας δε με γνώριζε, κανένας δε με
καταλάβαινε, κανένας δεν είχε κάτι κοινό με μένα. Ήρθα εδώ ένας άνθρωπος μέσα στα ρομπότ. Κάποια ανώτερη τεχνική βέβαια τα 'χει δημιουργήσει που ένας ηλίθιος θα υποκλίνονταν μπροστά της. Ούτε την ευτυχία να είμαι ένας ηλίθιος δεν έχω. Και η ενέργεια για να δρουν και να κινούνται όλα αυτά τα ρομπότ δεν είναι ο ηλεκτρισμός. Και για να μη σκουριάσουν δεν τ' αλείφουν με λάδι. Η δύναμη που τα κινεί είναι η εργασία. Και το συντηρητικό λάδι τους είναι το χρήμα. Θεέ μου! Πόσο χαρούμενη ήσουν όταν έκλεισες τα δεκάξι χρόνια σου! Όχι γιατί μεγάλωσες, όχι γιατί έγινες γυναίκα, αλλά γιατί θα μπορούσες να δουλέψεις πια. Γιατί θα μπορούσες να βγάλεις λεφτά. Όταν μιλούσες γι αυτά έλαμπες ολόκληρη από... από ευτυχία. Ναι, ήσουν ευτυχισμένη γιατί θα έβγαζες χρήματα.
Στη χώρα μου-στη χώρα μας, όταν τα κορίτσια γίνονται δεκάξι, έχουν μια τρελή παιδιάστικη χαρά γιατί θα βάλουν κοκκινάδι στα χείλη, γιατί θα τους επιτρέψουν να μείνουν έξω ως τις οχτώ το απόγευμα αντί ως τις πέντε, γιατί ο μπαμπάς θα τους πάρει καινούργια παπούτσια. Κι όταν θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια σου όταν σου είπα πως θα σου έδινα τα μισά λεφτά αν θα κέρδιζα το λαχείο... ούτε ο Έρωτας δε λάμπει έτσι στα μάτια των κοριτσιών του τόπου μου. Άλλη ήπειρος, άλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης.
Άγγιξα κάποιον από τους ανθρώπους του καινούργιου μου πλανήτη. Σκληρό και κρύο ήταν η αίσθηση που αποκόμισα. Κοίταξα μέσα στα μάτια τους. Απλανή, ουδέτερα, ούτε του μίσους τη σπίθα δεν μπορούσαν να κρατήσουν. Άφοβοι στο περπάτημά τους, στις κινήσεις τους, στη ζωή τους. Τραβούν κατεπάνω στα εμπόδια και τα τσακίζουν. Δισταγμός, λέξη άγνωστη για κείνους. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, οι δηλώσεις και οι αναφορές τους, ακολουθούν η μια την άλλη προδιαγραμμένες. Ίδιοι όλοι τους αναμεταξύ τους. Σε ένα λαό τριακοσίων εκατομμυρίων! Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί! Αλλά δεν έχει νόημα να απαριθμήσω τις μηχανικές τους ενέργειες και ιδιότητες. Κοίταξε τον εαυτό σου. Θα τα δεις ακόμα και τώρα όλα αυτά. Μερικά ξεθωριασμένα. Γιατί έχεις αρχίσει να ξεφεύγεις πια από εκείνη την ακραία κατάσταση και ν' αποκτάς συνείδηση, έστω επιπόλαια ακόμα, έστω σχετική. Κι αυτή η διαφορά σου από κείνους, είναι έργο δικό μου. Εγώ σου χάρισα το δώρο αυτό. Εγώ σ' έκανα να ξεχωρίζεις από τους άλλους. Και αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις με την πρωταρχική σκέψη που σου έχω δώσει.
Έριξα μια ματιά γύρω μου. Είδα τις μορφές των ατσάλινων ανθρωπόμορφων όντων, είδα την παντοδυναμία του χρήματος, είδα τη στερεμένη βρύση της ανθρωπιάς . Είδα το χάος στα μάτια τους. Είδα το Τίποτα πίσω από το μυαλό τους. Είδα το απελπισμένο κάθε προσπάθειας για να αλλάξω κάποιον απ' αυτούς. Είδα τη μοίρα του κόσμου τούτου που κάποια σαδιστική μηχανή τον έφτιαξε, είδα τον άνθρωπο χαμένον για πάντα και για όλα. Εσύ ήσουν η μόνη που προσφερόσουν για μια προσπάθεια ανθρωποποίησης. Ήσουνα κόρη μεταναστών αγνών και πρωτόγονων που είχανε κουβαλήσει από την πατρίδα τους ό,τι καλό μπόρεσαν να φορτώσουν στο καράβι που
τους έφερε εδώ. Κι αυτά τα λίγα καλά θα μπορούσαν να σου τα δώσουν κι εσένα. Μα εσύ γεννήθηκες εδώ. Και ό,τι ανθρώπινο σου δίνανε ανατρέφοντάς σε, έλιωνε σαν κερί κάτω από το βάρος της ατσάλινης νέας κοινωνίας σου.
Σιγά σιγά αλλά σταθερά οι μηχανικές στρατιές σε άλωσαν και οικειοποιήθηκαν όλα σου τα ανθρώπινα. Και η ψυχή σου πήρε κι εσένα τη μορφή του σώματος, του μεταλλικού σώματός τους. Και δεν ξεχώριζε μέσα σου ψυχή. Ζούσες όπως αυτοί. Αγαπούσες τα παιχνίδια τους, διάβαζες τα βιβλία τους, χανόσουν όλο και πιο βαθιά στην απανθρωπιά της χώρας σου. Κι είχες την ίδια άλογη αντίδραση σε κάθε τι λογικό. Και είχες πάρει και το γέλιο τους το φριχτό που δεν είναι ούτε ξέσπασμα χαράς ούτε στοιχείο μιας ευχάριστης διάθεσης, αλλά απλή μηχανική πράξη που μπαίνει σε ενέργεια όταν πατηθεί το ανάλογο κουμπί. Έτσι εμόρφαζες το γέλιο σε κάθε συνάντησή σου με κάποιον, σε κάθε χωρισμό σου απ' αυτόν, σε κάθε σημείο της συζήτησης που η αμηχανία αλλιώς θα γέμιζε.
(στρέφει στην Κορίννα)
Αλλά, δυστυχισμένο πλάσμα, πώς θα έδειχνες τη χαρά σου;
(στρέφει πάλι εμπρός)
Εξοστρακίστηκε η ντροπή από τη ζωή σου. Κάθε ίχνος ευγένειας και τακτ βγήκε από μέσα σου. Κάθε είδος ευαισθησίας, λύπης, φόβου, τρόμου, ήταν άγνωστο για σένα. Και η ελευθερία η περίφημη της χώρας σου ήταν για σένα η ίδια η ύπαρξή σου. Ελευθερία να μην είσαι άνθρωπος-αυτή ήταν η ελευθερία σου. Αυτή ήσουν όταν σε γνώρισα. Είχες κάνει τα περισσότερα βήματα προς το χαμό κι ήσουν έτοιμη να κάνεις κι όσα έμεναν ακόμα. Δεν κρατιόσουν. Ήθελες να ορμήσεις μπροστά. Να γίνεις ένα μεγάλο ρομπότ δικαιώνοντας τους κατασκευαστές σου.
Πότε μίλησες μαζί μου στον καιρό που σε γνωρίζω; Πότε έκατσες ν' ακούσεις τι είχα κι εγώ να σου πω και να μου πεις κι εσύ την άποψή σου; Πότε αντάλλαξες μαζί μου κάποιες λέξεις παραπάνω από όσες το πρόγραμμά σου σού επέτρεπε; Τέσσερα χρόνια που σε γνωρίζω πότε μίλησες σοβαρά μαζί μου; Σου δόθηκαν πολλές ανθρώπινες ευκαιρίες μα τα ρομπότ τις εξουδετέρωσαν όλες. Όταν ένιωθες πως η συζήτηση άρχιζε να γίνεται δύσκολη ή βαρετή για σένα, σηκωνόσουν κι έφευγες. Έτσι, αναπάντεχα, χωρίς καμία πρόφαση, χωρίς καν να ζητάς τυπικά συγνώμη, χωρίς καμιά αιτία, μόνο και μόνο επειδή το ρομποτικό σου μυαλό ήταν έτσι φτιαγμένο να κάνει. Και πότε πήγαινες κι έπαιρνες ένα ποτό από το ψυγείο, πότε πήγαινες κι άνοιγες την τηλεόραση, πότε πήγαινες στο δωμάτιό σου, ή έβγαινες έξω αφήνοντάς με με την ατελείωτη κουβέντα στα χείλια μου. Θα μπορούσες να μου πεις πως δεν είχες να πεις τίποτα με ένα μεγάλο άνθρωπο σαν και μένα, που τόσο αταίριαστες οι ηλικίες μας ήταν. Μα δε θα ήταν αλήθεια. Γιατί έκανες ώρες παρέα και συζητούσες με άλλους της ίδιας ηλικίας με μένα, που όμως ήσαν κι αυτοί ρομπότ. Ο λόγος λοιπόν δεν ήτανε αυτός. Μακάρι να ήτανε. Αυτό θα προϋπέθετε λογική, σκέψη, συνείδηση. Όχι. Τίποτα τέτοιο. Γίνονταν επειδή και μόνο έτσι ήταν προσχεδιασμένο να γίνει από τους σοφούς του κόσμου σου που σε είχαν σχεδιάσει. Αν δεν σταματούσε το ασανσέρ αυτό την ώρα που μας κατέβαζε, δεν θα γινόταν η συζήτηση αυτή ανάμεσά μας. Μερικές φορές το απρόοπτο μπορεί να προβλέψει. Και που ήρθα στη χώρα σας και σε συνάντησα ήτανε κάτι απρόβλεπτο. Μέσα στην ρομποτοποίησή τους και τελείως σίγουροι για τη δύναμή τους οι σοφοί σας δεν είχαν προβλέψει πως ο ανθρωπισμός ενός ξένου θα μπορούσε να κρατήσει άσβηστος επί πολύ ύστερα από τον ερχομό του εδώ και πολύ περισσότερο πως θα μπορούσε αυτός να επηρεάσει και άλλους. Φυσικά ο μηχανισμός σας είναι έτσι στημένος που από τη σύστασή του προβάλλει κάθε δυνατή αντίσταση
σε κάθε ανθρώπινο. Ως ένα σημείο όμως. Σκέφτηκα πως ο έρωτας, το πάθος, όσο κι αν είχε μαχανοποιηθεί, όσο κι αν είχε προσεχτεί η τυποποίησή του από τους επιστήμονές σας, πάντα, μέσα στην πολλαπλότητα των παραγόντων που το επηρεάζουν και το δραστηριοποιούν, πάντα θα έμενε κάποιο μικρό άνοιγμα, κάποιο σημείο που δε θα το είχαν προσέξει καλά ώστε να το απομονώσουν, να το αποκλείσουν κι αυτό. Κάποια μικρή τρυπούλα, κάποιο παραθυράκι θα τους διέφευγε. Κάποια διαρροή δεν θα αντιλαμβάνονταν. Σε σένα τουλάχιστο, που δε σε είχαν φτιάξει εκείνοι από την αρχή, αλλά τους παραδόθηκες αργότερα.
Και πέτυχα αλήθεια αυτό που έψαχνα να βρω. Το αδύνατο σημείο σου ήτανε ίδιο με κείνο που έχουν όλες οι γυναίκες πάνω στη γη-η φιλαρέσκεια, αυτή η βρώμικη και καταστροφική κατάσταση.
Στην αρχή, στους πρώτους μήνες, ό,τι μηχανευόμουν για να σε κολακέψω κύλαγε πάνω σου χωρίς να σε αγγίξει καθόλου. Σαν όπως οι κύκνοι βουτάνε στο νερό και βγαίνουν άβροχοι όλο. Έβρισκα κάτι κάθε φορά για να υμνήσω επάνω σου. Τη μια κάποια από τις ομορφιές του σώματός σου, την άλλη κάποιο σου ελάττωμα που συ δεν το 'ξερες ή το περνούσες για προτέρημα, ύστερα κάποιο ρούχο σου, κάποιο στολίδι κατόπιν. Κίνδυνος να παρεξηγηθώ από τους άλλους που ήταν μπροστά δεν υπήρχε. Ούτε που καταλάβαιναν τι έλεγα. Όπως εσύ στην αρχή.
Μα οι λέξεις αιωρούνταν στο ψυχρό δωμάτιο, ξαναγύριζαν σε μένα, με πλήγωναν σε κάθε άγγιγμά τους, μόνο στ' αυτιά σου δεν πλησίαζαν, μόνο το ρομποτικό σου μυαλό δεν μπορούσαν να προσπελάσουν. Σαν το άγριο ζαρκάδι ανύποπτη τριγύριζες ανάμεσά τους. Μα επέμενα. Κάτι μου 'λεγε πως θα πετύχω στο
τέλος. Δοκίμασα να σου πω πως έχεις κρυφά πνευματικά
χαρίσματα. Το ίδιο αποτέλεσμα. Άρχισα να βρίσκω υπέροχη κάθε γελοία σου πράξη, κάθε ρομποτένιο σου λόγο. Έπρεπε να τραβήξω την προσοχή σου. Αυτό θα ήτανε το πρώτο βήμα.
Μα συ χανόσουν. Πολλές φορές ερχόμουν στο σπίτι και δε σ' έβρισκα. Ήσουν πότε σε μια φίλη σου, πότε για ψώνια, πότε στο δωμάτιό σου, πότε στον κινηματογράφο. Κι έπρεπε να κυνηγάω σαν λαχανιασμένο σκυλί τις ώρες για να σε πετύχω και μέσα σ' αυτό το μικρό χρονικό διάστημα να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν το κομπλιμέντο μου, ώστε αυτό να έρθει φυσικό και να μάθεις να το δέχεσαι ύστερα από μια διεργασία παρόμοια πάντοτε, ώστε να το συνηθίσεις.
Ήθελα να σε σώσω. Ήθελα να σε κάνω άνθρωπο. Ήθελα να νιώσεις το φόβο, την έλλειψη, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την ερημία, τη φρίκη του να ζεις, τον πόνο, το φόβο τέλος, το πιο ανθρώπινο. Και ο χρόνος περνούσε. Οι εβδομάδες ... οι μήνες... τα χρόνια... και τίποτα δε φαινόταν ικανό να σε αλλάξει.
Ώσπου μια μέρα κάτι. Είδα ένα φως να ανάβει στα μάτια σου, που φώτισε το σύμπαν... Είχα έρθει στο σπίτι σου κι ήσουν έξω. Περίμενα. Ήρθες. Με χαιρέτησες με το χαμόγελό σου ετικέτας. Πήγες στο δωμάτιό σου. Πήρες κάτι που ήθελες, βγήκες και διευθύνθηκες πάλι προς την εξώπορτα."Πού πας;" σου είπα. "Έξω", μου είπες, "θα πάω σινεμά με την Έϊμυ". Και για να μου πεις αυτά είχες σταθεί για λίγο κοντά μου.
"Δε σε είδα καθόλου σήμερα. Κάτσε να σε δω κι εγώ λίγο", σου είπα. Μια λάμψη φώτισε το κρύο βλέμμα σου. Κατάλαβες. Έκανες να κάτσεις-εσύ που άλλοτε σε παρόμοια περίσταση ούτε που θ' άκουγες τι σου είχα ζητήσει-ξαναπήγες να φύγεις, ξανακοντοστάθηκες. Τέλος έφυγες λέγοντας-για πρώτη φορά μιλώντας σιγά: "θα ξανάρθω". Πήγες αργά προς την πόρτα. Ήταν η πρώτη φορά που περπάταγες ανθρώπινα. Χωρίς εκείνη την ορμή και την άλογη αγερωχότητα που οδηγούσαν μέχρι τότε το βήμα σου.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα, τότε σε είδα για πρώτη φορά.

ΑΝΤΡΕ
Τόσων χρόνων προσπάθεια είχε δώσει επιτέλους καρπούς. Τόσοι κόποι τότε φάνηκε πως δεν πήγαν χαμένοι. Ύστερα από δυο μέρες ήμουν σίγουρος πως σωστά είχα καταλάβει, πως είχες νιώσει. Ξανάρθα. Ήσουν στο δωμάτιό σου. Όταν έμαθες πως ήμουν εκεί ήρθες έξω και έκατσες αμίλητη στον καναπέ. Σε έβλεπα καθώς κουβέντιαζες με τους άλλους, να στρώνεις επάνω σου μια μπλούζα φανταχτερή που πρώτη φορά την έβλεπα. Την είχες αγοράσει την προηγούμενη μέρα όπως έμαθα μετά. Περίμενες να τελειώσω τη συζήτηση και να στραφώ σε σένα. Περίμενες να σου δείξω το θαυμασμό μου για τη μπλούζα και για το πόσο ωραία σου πήγαινε. Για να σιγουρευτείς γι αυτό που είχες πρωτογνωρίσει την προηγούμενη ημέρα; Για να πάρεις κι άλλη μιαν απόδειξη; Γύρισα τέλος προς το μέρος σου. Έδειξα χαρούμενη έκπληξη: "Καινούργια μπλούζα:;" "Ναι, σ' αρέσει;" "είναι υπέροχη!" Και αμέσως μετά: "Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα βρισκόταν κάτι που να σε ομορφήνει περισσότερο.." Για πρώτη φορά είδα χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό σου. Α! Να μπορούσε έτσι ευτυχισμένα να γελάσει κανείς μόνο μια φορά στη ζωή του... Συνέχισα ύστερα από αυτό να σε επαινώ κάθε φορά που σε έβλεπα. Αν και δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς λόγια υμνητικά για μια εμορφιά σαν τη δική σου, πολλές φορές δεν έβρισκα τι να σου πω. Χρησιμοποίησα για ένα διάστημα όσους επαίνους σου είχα πει ως τότε, όταν ακόμα ούτε καν άκουγες πως σου μιλούσα. Όλα ηχούσαν σαν για πρώτη φορά στ' αυτιά σου που τώρα ήσαν ορθάνοιχτα κι ευαίσθητα για κάθε μου λόγο. Σιγά σιγά δε χρειάζονταν να σου μιλώ. Μια θαυμαστική ματιά μου, ένας θαυμαστικός μορφασμός μου ήταν αρκετός για να καταλάβεις. Και τόσο ακατανόητος για τους άλλους ώστε κανείς να μην υποθέσει πως κάτι μας έδενε.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Είχα αρχίσει μιαν άλλη ζωή.
Ήμουν χαρούμενη και πρώτη φορά ένιωθα έτσι.
Σαν ένα μικρό παιδάκι. Όταν άγγιζα ένα τριαντάφυλλο ήμουν τριαντάφυλλο κι εγώ. Όταν ήμουν δίπλα στα ζωάκια ήμουν κι εγώ ένα απ' αυτά... Κοντά στο ποταμάκι κυλούσα κι εγώ μαζί του και όταν ενύχτωνε χανόμουν μες στη νύχτα. Και φωτιά έγινα, και αέρας, και βράχος απότομος και αιχμηρός. Χωρίς να το επιδιώκω-όλα γίνονταν αυτόματα. Ήμουν ένας ανύποπτος χαμαιλέων.
Τώρα όλα είχαν αλλάξει. Και ήσουν εσύ που τα είχες αλλάξει.
Ως τότε τριγύριζα μέσα στο πλήθος των γύρω μου ανθρώπων σαν υπνωτισμένη από την επιρροή τους επάνω μου. Και ν' αντιδράσω δεν μπορούσα στη δύναμη που με έκανε ένα μ' αυτούς.
Για χρόνια πολλοί φίλοι των αδερφών μου και αργότερα πολλοί συμμαθητές μου από το κολέγιο έρχονταν στο σπίτι μου. Πολλά αγόρια με πλησίαζαν. Μα κανένα ποτέ δε μου είπε πόσο όμορφη ήμουν. Κανένας τους δεν πρόσεξε ποτέ κάτι καινούργιο επάνω μου. Το μόνο που κάνανε που και που, ήταν να μου προσφέρουν σφίγγοντάς την μέσα στη γροθιά τους και προτείνοντάς την μου κατάμουτρα σαν να θέλαν να με απειλήσουν μ’ αυτήν, μια πορτοκαλάδα ή μια κόκα κόλα. Και θαρρούσαν ότι έπρεπε εγώ να την πάρω ευχαριστώντας τους επειδή είχαν χαλάσει για μένα λεφτά για να την αγοράσουν. Και το μόνο περιστατικό μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που αν και τόσο άγαρμπα μου θύμισε πως είμαι θηλυκό, ήταν όταν ένας από αυτούς πλησίασε το πρόσωπό του μια μέρα κοντά στο δικό μου διατάζοντάς με: φίλησέ με!..
Δεν ένιωθα τίποτε από όλα αυτά. Καμιά ζέστα δε με τύλιγε. Καμιά γλύκα δε μ' έλιωσε, κανένα κουδούνισμα δεν ήχησε όμορφα στα αυτιά μου.
Σαν ένας τοίχος να ορθώνονταν μπροστά μου αδιαπέραστος που κρατούσε μακριά μου κάθε καλό. Και τίποτα δεν φαίνονταν ικανό να γκρεμίσει αυτόν τον τοίχο.
Κι όμως, βαθιά μέσα μου υπήρχε κάτι που δεν έστεργε να παραδεχτεί ότι όλα αυτά τα καμώματα που έφτιαχναν τη ζωή, που γέμιζαν τις μέρες και τις νύχτες μου, ότι αυτό ήταν όλο που υπήρχε κάτω από τον ήλιο. Πως κάπου θα υπήρχε μια άλλη κοινωνία, ένας άλλος τρόπος συνύπαρξης των ανθρώπων. 
Μα αυτή η μέσα μου μικρή σπίθα, αν κι έμενε άσβηστη κάτω από τους πάγους της ωμότητας και της αναλγησίας, μα δεν της ήτανε γραφτό να ανάψει κάποτε κάποια φωτιά. Γιατί όλο και πιο πολύ το λαμπύρισμά της λιγόστευε, σβήνοντας έτσι και τις ελπίδες που αυτό φώτιζε-αφήνοντάς τους όλο και λιγότερο χώρο στη ζωή μου. Και τον χώρο αυτό, τον γέμιζε η συνήθεια της καθημερινότητας και η αποδοχή της ανεπάρκειάς της.
Και τότε ήρθες εσύ. Δηλαδή ήρθες εσύ για μένα-γιατί για χρόνια ήσουν κοντά μου αλλά εγώ, τυφλωμένη από τη βαναυσότητα των συναναστροφών μου δεν σ' έβλεπα. Ή ίσως γιατί κι εγώ ήμουν κιόλας ένα ρομπότ μέσα στα άλλα. Και τι άλλο μπορούσε να μου κρύβει για χρόνια κάτι τόσο φανερό και τόσο ωραίο;
Ήρθες και γκρέμισες τον τοίχο που για χρόνια μου είχε στερήσει κάθε χαρά και μου έδειξες τον καινούργιο μου κόσμο, γεμάτον με ανυποψίαστες, πρωτόφαντες για μένα χαρές. Και όλα άλλαξαν από τότε μέσα μου και γύρω μου. Και όλη η γη έγινε δική μου. Απέραντοι κάμποι καταπράσινοι απλώνονταν τώρα μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μου. Ήτανε σαν να ήμουνα πάλι παιδί. Μα τώρα ένα παιδί με μάτια και χέρια και πόδια και κορμί δικά του που δεν ήτανε εξαρτήματα της φύσης γύρω, μα που ζητούσανε να παίξουνε τον δικό τους ρόλο μέσα στον καινούργιο κόσμο που ανοίχτηκε μπροστά τους. Και αυτή η αλλαγή που έγινε σε μένα ήταν υπέροχη.
Ξανάγινα ένα παιδί-ναι. Μα ένα παιδί που μόνο μέσα από ένα μαγικό γυαλί θεωρώντας την μπορούσε να ζει και να αιστάνεται τη νέα του γλυκιά πραγματικότητα. Και το μαγικό αυτό γυαλί ήσουν εσύ.
Εσύ που γκρέμισες τον τοίχο που μου έκρυβε τη χαρά.
Κοντά σου και μέσα από σένα όλα ήταν απρόσμενα επιθυμητά και ωραία.
Όταν έβλεπα τα γλυκά κι ευγενικά σου μάτια να με κοιτάζουν γεμάτα θαυμασμό που δεν προσπαθούσες καθόλου να κρύψεις, τότε κάθε τι καινούργιο μέσα μου ξυπνούσε και με αγωνία περίμενε κάποιον σου λόγο για να ευωχηθεί.
Όταν μου 'λεγες τα ωραία σου λόγια ολόκληρη συνεπαιρνόμουν από τη μουσική τους.
Δεν μπορούσα να δείξω τίποτε μπροστά σου. Κάτι πιο δυνατό από τη θέλησή μου με κράταγε να μη δείξω πόσο με ευχαριστούσαν όλα αυτά.
Πολλές φορές ενώ συζητούσαμε θα πρόσεξες πως με κάποια πρόφαση ζητούσα συγνώμη κι έφευγα γρήγορα. Πήγαινα στο δωμάτιό μου, έκλεινα την πόρτα, και άφηνα τον εαυτό μου να ξεσπάσει σε μιαν άφωνη χαρά για να μην ακουστώ.
Ύψωνα τα χέρια μου κι ευχαριστούσα το θεό και τον παρακαλούσα να μην τελειώσει ποτέ αυτή η ευτυχία. Μετά ερχόμουν όσο μπορούσα πιο γρήγορα στο μέρος όπου καθόσουν εσύ. Πόσο φοβόμουν μην πάρεις για αγένεια την απουσία μου! Ναι, εγώ που προτήτερα έφευγα από το δωμάτιο σαν να μην υπήρχε άλλος μέσα σ' αυτό, σαν να μην υπήρχε κάποια κουβέντα που έτσι την άφηνα μετέωρη, εγώ, τώρα κρεμόμουν από τα χείλη σου.
Από την άλλη άρχισα να σε ντρέπομαι. Έπαψα να φορώ τα κοντά παντελόνια που έδειχναν τους μηρούς μου ως επάνω και φορούσα ρούχα φαρδιά που δεν εφάρμοζαν πάνω μου. Μα τίποτα δεν άλλαξε στη στάση σου απέναντί μου. Το βλέμμα σου τρυπούσε τα ρούχα μου και όσα μου έλεγες για την ομορφιά μου δεν άλλαξαν. Ήταν σαν να με έβλεπες γυμνή όπως έβλεπες και την ψυχή μου. Έτσι νόμιζα. Και αυτή η σκέψη μού άρεσε και βάθαινε τη σημασία των λόγων σου κάθε φορά που αυτά λυτρωτικά ραίναν το μύρο τους επάνω μου.
"Πού θα σταματήσει;", "Ως πού θα φτάσει;", "Ως πότε;", αναρωτιόμουνα. Και ένας τρόμος με τύλιγε και μια δυστυχία μ' έζωνε στη σκέψη πως κάποτε θα 'παυες να μου λες πόσο όμορφη είμαι. Μα κάθε ανησυχία μου διαλύονταν όταν έφτανε το πρωί. Μια καινούργια μέρα άρχιζε, μια μέρα που κάποια από τις ώρες της θα σε έφερνε κοντά μου πάλι. Και με την πρώτη ευκαιρία, που τώρα βοηθούσα κι εγώ να δημιουργηθεί, θα άκουγα πάλι τον γλυκό λόγο σου, θα ένιωθα πάλι να ηλεκτρίζομαι από τον θαυμασμό που ξεχύνονταν από όλο το είναι σου για την ομορφιά μου.
Μα κάποια μέρα όλο αυτό το καινούργιο που μου είχες φανερώσει, έπαψε πάλι να λειτουργεί και να υπάρχει.
Όλα σταμάτησαν απότομα.
Έπαψες να έρχεσαι στο σπίτι.
Έπαψες να μου μιλάς.
Έπαψες να με χαιρετάς όταν με έβλεπες έξω.
Άλλαζες δρόμο όταν συναντιόμασταν.
Μετά από τη μεγάλη χαρά ήρθε η μεγάλη λύπη. Σιγά σιγά μα χωρίς οπισθοχώρηση το σκοτάδι έπεφτε σταθερά και σκέπαζε όλα γύρω.
Ήρθες κοντά μου, μού 'δειξες το φως και μ' έριξες στο σκοτάδι.
Ήρθες, μου 'φερες το πιο λαμπρό φόρεμα, κι όταν ντύθηκα μ' αυτό μου το ξέσχισες και με άφησες γυμνή.
Μου έδειξες την ευτυχία και την πήρες αμέσως από κοντά μου.
Μέσα στη γύρω ξερασιά νεράκι σε είχα δροσερό και στέρεψες.
Έτσι, χωρίς εξήγηση, χωρίς λόγο κανένα.
Αν ήξερα το γιατί, η λογική θα έντυνε, έστω επιφανειακά, λίγο από το χάος που άνοιξε η απουσία σου.
Ούτε αυτήν δεν με αφήνεις να χρησιμοποιήσω. Γιατί; Και τι θα γίνω πια; Η τύχη μου ποια θα 'ναι;

ΑΝΤΡΕ
Ο προορισμός μου τελείωσε εδώ. Έπρεπε να σε βγάλω από αυτό τον συρφετό των ρομπότ. Έπρεπε να σου δώσω την αίσθηση. Έπρεπε να σε κάνω άνθρωπο. Έπρεπε μέσα σ' αυτή τη χώρα να σπείρω σπόρο ανθρώπινης ουσίας. Το κατάφερα. Αυτό είναι το τέλος της αποστολής μου. Δεν με χρειάζεσαι πια. Δεν πρέπει να είμαι κοντά σου πια. Αλλού είναι η θέση μου τώρα. Θυμάσαι τη μέρα που ήμασταν μέσα στον κήπο σου και βλέπαμε κατάπληκτοι τα άνθη της πορτοκαλιάς μετά από τη βροχή; Και τα μυρίζαμε, και ο αέρας, υγρός και νοτισμένος βαριά με το άρωμά τους μας ζάλιζε καθώς τον αναπνέαμε;

ΚΟΡΙΝΝΑ
Πώς να μη θυμάμαι; Ήταν η τελευταία φορά που ήρθες στο σπίτι. Ήταν η τελευταία φορά που μου μίλησες.

ΑΝΤΡΕ
Εκστατική κοίταζες τα καθαροπλυμένα ανθάκια και μου είπες: "Ένα τέτοιο ανθάκι είναι η ψυχή μου".
Δεν είχα να σου μάθω τίποτε άλλο πια. Ούτε περίμενα ν' ακούσω τίποτε καλλίτερο από αυτό.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Αυτό ήτανε λοιπόν; Για να μου κάνεις ένα μαρτύριο τη ζωή μου με πλησίασες; Μου λείπουν τα λόγια που μου έλεγες. Τώρα οι μέρες μου περνάνε άχαρες, κρύες. Οι νύχτες μου είναι φριχτές καθώς ξέρω πως κανείς δε βρίσκεται κοντά μου να νοιώσει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής μου, να τη ντύσει με όμορφα φορέματα και να τηνε φέρει μπροστά μου ωραία όπως εσύ μόνο την έκανες κάποτε να είναι.
Ναι, θα αλλάξουν όλα απόψε. Θα με ξανακάνεις ευτυχισμένη. Δεν είναι η περιέργεια που με σπρώχνει να μάθω γιατί με απαρνήθηκες. Είναι η ελπίδα πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Είναι η ελπίδα πως όσες μέρες πέρασα μακριά σου θα γίνουν από σήμερα ένας περασμένος εφιάλτης που θα τον ξεχάσω τελείως όταν θ' ακούσω από το στόμα σου και πάλι λόγια θαυμασμού για ό,τι δικό μου. Όταν η ζεστή και σίγουρη φωνή σου θα βυθίσει μέσα μου για να με κυριέψει πάλι το νόημά της. Έλα να συνεχίσουμε τη ζωή μας από κει που την αφήσαμε. Έλα να νιώσουμε ό,τι ο κάθε άνθρωπος ποθεί να νιώθει. Έλα συ μοναδική μου μέσα στον κόσμο χαρά. Έλα και δώσε μου την ευτυχία που κανείς άλλος δεν μπορεί-δεν ξέρει να μου δώσει.
Έλα πάλι στο σπίτι μας. Τα δέντρα είναι πάλι ανθισμένα. Τα πορτοκάλια κάνουν πάλι την παράξενη συντροφιά τους με τα σταφύλια-εκείνα, προς το μέρος της κουζίνας-και σε περιμένουν κι αυτά να τα γέψεις.
Έλα πες μου πάλι εκείνα τα λόγια που με καίνε γλυκά. Ας γίνει η νύχτα η αποψινή μια καινούργια αρχή για την
παλιά μας συντροφιά που όσο δεν εκτιμούσα τότε τους θησαυρούς της τόσο τώρα τους αναζητώ.
Είναι άχαρα όλα γύρω αν κανένας δε με θαυμάζει αν δεν με προσέχει κανείς, αν δεν με χαϊδεύει κανένα μάτι με τα χάδια της αφοσίωσης, του θαυμασμού…
(χαμηλώνει τη φωνή της)
της αγάπης… της λατρείας…
(κοιτάζοντάς τον στα μάτια, ίδια σιγά)
…του πόθου…
(δυνατά και αποφασιστικά)
Ναι! Γιατί να μη το πω; Το ξέρω. Μ' αγαπάς. Με ποθείς. Με λατρεύεις. Κι εγώ θέλω να αρέσω. Να μ' αγαπάνε. Να με ποθούν. Δώσε μου τη χαρά που εσύ με έμαθες να χαίρομαι...

ΑΝΤΡΕ
Αν σε έμαθα τη χαρά δε στην έμαθα για να χαρείς μα για να σου λείψει. Αν σου γνώρισα της ευτυχίας τα ρίγη ήταν για να τα στερηθείς. Αν σου έφερα την ελπίδα ήταν για να σε παραδώσω στο φόβο.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Θεέ μου!

ΑΝΤΡΕ
Όλα της ζωής σου πρέπει να είναι δύστυχα. Πρέπει να ζητάς και να μη βρίσκεις. Πρέπει να νοιώθεις και να μη σε νοιώθουν. Πρέπει να τρέμεις μπροστά στο άγνωστο. Πρέπει το μέλλον σου να είναι ζοφερό. Πρέπει ολόκληρη να είσαι μια επιθυμία και να βρίσκεις την αδιαφορία. Σου έδωσα την αίσθηση για να αισθάνεσαι πόνο. Σου έδωσα τη γνώση για να ξέρεις πως δε θα έβρεις εκείνο που ζητάς. Σου έδωσα ψυχή για να υποφέρεις. Σου έσπειρα τον πόθο για να σε σπαράζει απλήρωτος.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Γιατί δεν με άφησες στη δυστυχία μου που την έκαναν υποφερτή τόσοι δυστυχείς γύρω μου… Γιατί δεν με άφησες όπως ήμουν-ένα ρομπότ; Γιατί αν ήτανε να με αφήσεις βουτηγμένη στον πόνο-γιατί να μου δώσεις την ανθρωπιά; Πώς θα ζήσω σε τέτοια μια κόλαση σ' όλη μου τη ζωή με τις φλόγες της τυλιγμένη; Πώς χωρίς μια σταγόνα νερού για να σβήσω λίγη από τη δίψα που εσύ... εσύ μου άναψες;

ΑΝΤΡΕ
Είσαι άνθρωπος.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Νόμιζα πως μ' αγαπάς. Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;

ΑΝΤΡΕ
Σ' αγαπώ. Είσαι το δημιούργημά μου.

ΚΟΡΙΝΝΑ
(θυμωμένα και ειρωνικά)
Το δημιούργημά σου; Είσαι θεός λοιπόν;

ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι θεός.

ΚΟΡΙΝΝΑ
(έξαφνα σηκώνεται και φωνάζοντας όλο και δυνατότερα, υστερικά)
Ναι; Ναι; Λοιπόν είσαι θεός; Θα σου πω εγώ τι είσαι.

(κάνοντας εξαγριωμένη βόλτες μπροστά του)
Είσαι ένας γερο-σάτυρος. Αυτό είσαι! Ένας γεροπαραλυμένος. Με βρήκες μικρή και βάλθηκες να με τυλίξεις στα δίχτυα σου. Μπόρεσες να με κοροϊδέψεις και θα κατάφερνες ό,τι είχες στο νου σου αν δε σε σταματούσε ο φόβος για τις συνέπειες. Αυτό είσαι. Με βρήκες μικρή και νόστιμη και βάλθηκες με γλυκόλογα να με κάνεις να σ' αγαπήσω. Τα κατάφερες. Μα για κάποια αιτία την τελευταία στιγμή έκανες πίσω.
Ένας γερο-σάτυρος! Ένας γερο-βρωμιάρης! Αυτό είσαι! Ένας ξεκούτης γέρος που του αρέσουν τα μικρά κοριτσάκια -ένας διεστραμμένος γέρος.
(ο Αντρέ μένει ακίνητος κοιτάζοντας κάτω. Η Κορίννα ορμάει πάνω του, τον πιάνει από τα ρούχα του, τον ταρακουνάει, τον χτυπάει, τέλος τον ξαπλώνει κάτω)
Μ' ακούς ελεεινέ; Αυτό είσαι. Ένας παλιάνθρωπος. Ένας ετοιμόρροπος γέρος που μπορεί να τον κάνει καλά μια γυναίκα σαν και μένα. Μια οχιά είσαι! να τι είσαι...
(Τα τελευταία λόγια τα προφέρει όντας έτοιμη να του πατήσει με το πόδι της το κεφάλι. Κατεβάζει σιγά το πόδι της δίπλα στο κεφάλι του)
Ναι... μια οχιά είσαι. Είσαι το φίδι. Όχι ο θεός. Μα την αλήθεια, έτσι σερνάμενος χάμου ίδιος μοιάζεις. Και σε σιχαίνομαι... Σε σιχαίνομαι όσο μπορεί άνθρωπος να σιχαθεί. Ένα σιχαμερό φίδι. Ένα γλοιώδες ερπετό είσαι.
(λέγοντας αυτά κάθεται στη γωνιά της πάλι. Σιωπή. Αυτός σηκώνεται και σιγά παίρνει πάλι τη θέση του)

ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι το φίδι. Αυτό είναι ο θεός.

ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι. Είσαι το φίδι μα ο θεός είναι άλλος. Και θα με πάρει από την κόλαση που εσύ με έριξες και θα με πάει στον παράδεισο. Και συ θα μείνεις εκεί, σερνάμενος στο χώμα και γλοιώδης.

ΑΝΤΡΕ
(ήρεμα)
Παράδεισος ήταν η ρομποτική σου ζωή. Δε χαίρεσαι που τώρα έχεις ψυχή-που έγινες άνθρωπος;

ΚΟΡΙΝΝΑ
(αλλάζοντας απόφαση, προκλητικά μέχρι χυδαία)
Κι αν έχω ψυχή όμως έχω και σάρκα.
(σηκώνεται και γονατίζει δίπλα του)
Και αυτή η σάρκα έχει το σχήμα που σου αρέσει. Τόσες φορές μου το 'δειξες. Τόσες φορές το υπονόησες. Τη σάρκα αυτή την ποθείς. Θέλεις να τη χαρείς. Γιατί κι εσύ, θεός ή φίδι, είσαι κι εσύ από σάρκα που διψάει έρωτα.
(τον αγγίζει, σκύβει προσπαθώντας να τον δει στα μάτια )
Θυμήσου πόσες φορές με πόθησες, πόσες φορές ευχήθηκες να ήμουν δική σου. Πόσες φορές μ' έγδυσες με τα μάτια σου. Τώρα ήρθε η ώρα να γίνουν αλήθεια όλα όσα φανταζόσουν με την πιο τρελή σου φαντασία. Γύρνα τα μάτια σου και δες με έτσι φλεγόμενη. Άπλωσε τα χέρια σου και πιάσε με. Άγγιξέ με. Μίλα μου πάλι. Και πες μου πόσο είμαι ωραία. Και μη μιλήσεις για τα πόδια, το στήθος, το κορμί μου, όπως φανταζόσουν πως είναι.
(αρχίζει να γδύνεται)
Δικά σου όλα τώρα είναι ζωντανά. Και ούτε που χρειάζεται να με ξεντύσεις. Όλα μου τα ρούχα τα αποθέτω μπροστά στα πόδια σου. Και πάνω τους γυμνό θα ξαπλώσω το κορμί μου. Δικό σου.
(βγάζει και το τελευταίο της ρούχο και το απιθώνει μπροστά του. Ύστερα ξαπλώνει πάνω στα ρούχα που έβγαλε, τον πιάνει από το χέρι και προσπαθεί να τον φέρει κοντά της )
Έλα. Να μου πεις μονάχα έστω πως είμαι ωραία. Πες το μου. Δες με. Αγκάλιασέ με. Νοιώσε με και ύστερα πες μου πως αυτό που ένοιωσες ήτανε ωραίο.

ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και αποφασιστικός και ήρεμος τήνε βοηθάει να σηκωθεί και να ντυθεί:)
Χίλιες στιγμές κι αν ζήσεις σαν και τούτη, πάλι την άρνηση θε ν' αντικρίσεις. Κανείς ποτέ δε θα σου δώσει ό,τι σου έδωσα. Δυστυχισμένη θα κυλά η ζωή σου και ποτέ ικανοποίηση δε θα 'βρεις. Κι όταν στο τέλος φτάσεις του μακρινού σου ταξιδιού, μέσα στο σκεβρωμένο το κορμί σου η ίδια φωτιά θα λαμπαδιάζει άσβηστη κι ακοίμητη στον αιώνα. Είναι η φωτιά που εγώ μέσα σου έχω ανάψει. Για να μη χαθεί. Για να υπάρχει δίνοντας τη ζέστα της στον κόσμο να κινείται. Για να γεννοβολάει αστέρια και ήλιους και φεγγάρια και σύμπαντα. Για να πλάθει φίδια θεούς κι ανθρώπους. Κι ακόμα-μην τρομάζεις-για να φτιάχνει ρομπότ. Για να φτιάχνει κήπους, εργοστάσια και ασανσέρ που σταματάνε κρατώντας μέσα τους φυλακισμένους πλάστη και πλάσμα, δυο δυστυχισμένα όντα χαμένα μέσα στου σύμπαντος μιαν άκρη.
(λέγοντας αυτά την έχει ντύσει και την καθίζει στο σκαμνί της. Ύστερα κάθεται κι αυτός στη γωνιά του)
Ας κάτσουμε πάλι όπως ήμασταν πρώτα. Είπαμε πολλά. Τώρα ξέρεις.
Χώθηκες πιο βαθιά στη δυστυχία. Λίγο ακόμα και θα υποταχτείς τέλεια. Ας ησυχάσουμε τώρα. Όλα είναι περιττά όπως και όλα είναι απαραίτητα. Τα υπηρετήσαμε και τα δυο. Κανένας δεν μπορεί να μας ψέξει για ανεπάρκεια. Και ας ακολουθήσει καθένας το δρόμο του. Εγώ τρέχοντας προς το τέλος κι εσύ να περπατάς δυστυχισμένη και λιγότερο ελπίζοντας κάθε καινούργια σου μέρα.
(σιωπή)

ΚΟΡΙΝΝΑ
(βγάζει από την τσέπη της ένα κλειδί. Ήρεμα)
Πάμε να φύγουμε από δω. Εγώ σταμάτησα το ασανσέρ.
(Ο Αντρέ δεν ξαφνιάζεται. Σηκώνεται και ετοιμάζεται να βγει ενώ η Κορίννα ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ. Ο Αντρέ βγαίνει τραβώντας προς την έξοδο του κτιρίου. Η Κορίννα βγαίνει πίσω του. Με όση δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει του φωνάζει)
Στάσου!
(ο Αντρέ κοντοστέκεται. Στρέφει προς αυτήν. Ικετευτικά)
Πες μου κάτι...κι ας μην το πιστεύεις.

(ο Αντρέ ξαναστρέφει εμπρός και συνεχίζει να περπατά ώσπου να πάψουν να ακούγονται τα βήματά του. Η Κορίννα απλώνει το χέρι προς αυτόν σαν για να κρατηθεί από κάτι. Κάνει κάτι να πει, δεν το λέει. Κατεβάζει το χέρι απελπισμένη. Γονατίζει και σκύβει το κεφάλι ώσπου αυτό να ακουμπήσει στο πάτωμα)

                                      Α Υ Λ Α Ι Α

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

                             ΧΩΡΟΣ


                                    ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ

Χώρος: δωμάτιο χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο βάθος κάθε δωματίου πόρτα που δίνει προς τα έξω. Ψηλά, στον κοινό τοίχο, ένας φεγγίτης. Σε κάθε δωμάτιο τζάκι αναμμένο. Στο δωμάτιο του ΑΝΤΡΑ, τραπεζάκι με πρωτόγονα σύνεργα μαγειρικής και καρέκλες. Στο δωμάτιο της ΓΥΝΑΙΚΑΣ νερό σε μια φιάλη στο πάτωμα και φέτες ψωμιού. Σε μια γωνιά σύνεργα για σκι. Σε κάθε δωμάτιο λάμπα πετρελαίου.
Τόπος: καλύβα σε πλαγιά βουνού.
Χρόνος: οποιοσδήποτε.
Πρόσωπα: ΑΝΤΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΧΩΡΙΚΟΙ



Σκηνή πρώτη
Ο ΑΝΤΡΑΣ στον αριστερό χώρο του δωματίου βράζει νερό σε ένα καμινέτο με αργές και αθόρυβες κινήσεις, δείχνοντας σαν κάτι να έχει στο νου του.
Στο δεξί μισό η ΓΥΝΑΙΚΑ καθιστή στο πάτωμα και μισοκοιμισμένη. Ησυχία.


ΓΥΝΑΊΚΑ (ΓΥΝ)
(Ξυπνάει. Σηκώνεται απορημένη και τρομαγμένη. Δείχνει ταλαιπωρημένη. Είναι ντυμένη με ρούχα σκιέρ. Στέκει για λίγο. Προσπάθεια κάτι να θυμηθεί. Βλέπει γύρω της. Ξάφνω πηγαίνει προς την πόρτα, την ανοίγει. Ριπές χιονιού και παγωμένου αέρα εισορμούν στο δωμάτιο. Κλείνει γρήγορα την πόρτα, τρίβει τα χέρια της το ’να στ’ άλλο. Μορφασμός πόνου. Πιάνει τη δεξιά της ωμοπλάτη με το χέρι της. Ψάχνει για άλλη διέξοδο από το δωμάτιο. Βλέπει τον φεγγίτη. Προσπαθεί πηδώντας προς τα πάνω να δει έξω απ’ αυτόν. Δεν τον φτάνει. Αφουγκράζεται. Δεν ακούει τίποτα έξω από το φύσημα του αέρα. Φωναχτά)
Μ’ ακούτε; Μ’ ακούει κανείς; Έεεεεεε!
(ο άντρας δεν απαντάει. Η γυναίκα πηγαίνει πάλι στην πόρτα. Την ανοίγει και προστατεύοντας το κεφάλι της από το χιόνι, φωνάζει με όση δύναμη έχει)
Έεεεεεεεε!
(ξανακλείνει γρήγορα την πόρτα και στέκει από πίσω της περιμένοντας. Δεν ακούγεται τίποτα.)
(Κάθεται κάτω απογοητευμένη)
Θεέ μου… Πού είμαι;..Τι έγινε;..
(Πιάνει το κεφάλι της με τα δυο της χέρια)
Χιόνι, κρύο, νύχτα… κι εγώ πονεμένη και κρυώνοντας να μην ξέρω ούτε πώς βρέθηκα εδώ… Φοβάμαι!.. Έκανα σκι… και είδα μπροστά μου εκείνο το έλατο… και μετά; Πώς βρέθηκα εδώ; Ποιος με έφερε εδώ; Και θα με βρει κάποιος ή εδώ θα πεθάνω; Αυτή η νύχτα θα έχει τελειωμό;.. Ποιος… τι με έφερε εδώ… και τι είναι εδώ; Φοβάμαι… κι όμως, νερό… ψωμί… η λάμπα… κάποιος ζει εδώ… Θεέ μου… ποιος-τι είναι που με έφερε εδώ;
(σηκώνεται απότομα και με μανία αρχίζει να χτυπάει με τα χέρια της τους τοίχους του δωματίου φωνάζοντας ταυτόχρονα πανικόβλητη)
Είναι κανείς εδώ; Ποιος με έφερε εδώ; Εμπρός! Ας ακούσω κάποιον… Είναι κανείς εδώ; Εμπρός…
ΑΝΤΡΑΣ (ΑΝΤ)
(σιγά)
Άργησε αλλά να την η γυναίκα.
(δυνατά, περιπαιχτικά)
Καλώς τηνε.
 (η γυναίκα στριμώχνεται φοβισμένη σε μια γωνία. Σιωπή.)

ΓΥΝ
Ποιος είναι;.. Ποιος μιλάει;..

ΑΝΤ
Μήπως θέλεις να σου συστηθώ κιόλας;

ΓΥΝ
Ποιος είσαι;.. Πού είμαι;..Τι έγινε;..

ΑΝΤ
Τι πολλές ερωτήσεις!

ΓΥΝ
Σας παρακαλώ… πέστε μου…

ΑΝΤ
Ω! Έχουμε και παρακάλια! Λοιπόν είμαι αυτός που δεν σε θέλει, είσαι εκεί που δεν πρέπει να είσαι και έγινε ότι σε βρήκα ετοιμοθάνατη και σκεπασμένη με χιόνι. Και τώρα φύγε. Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως είδες. Και φύγε γρήγορα.

ΓΥΝ
…Να φύγω;..

ΑΝΤ
Ναι-δεν το άκουσες; Να φύγεις!

ΓΥΝ
Μα δε βλέπετε τι γίνεται έξω;.. πώς να φύγω;..

ΑΝΤ
Όπως ήρθες! Όπως ήρθες να φύγεις! Έτσι ξαφνικά και γρήγορα. Φόρα πάλι αυτά τα βρωμοσύνεργά σου και φύγε.

ΓΥΝ
Δεν γίνεται να φύγω τώρα. Μ’ αυτή τη χιονοθύελλα ούτε πενήντα μέτρα δε θα προλάβω να κάνω. Θα πέσω πάλι. Θα χαθώ. Ύστερα νιώθω πολύ αδύναμη. Και πονάει η πλάτη μου.
(σιωπή)
Σας ευχαριστώ που με σώσατε… Μα… πού είστε;.. Ποιος είστε;..
(σιωπή)
Με ακούτε;..

ΑΝΤ
(στον εαυτό του)
Καταραμένη χιονοθύελλα! Κι εσύ εναντίον μου δουλεύεις…
(Δυνατά)
Να έχεις το νου σου-όταν καλυτερέψει ο καιρός να φύγεις. Ετοιμάσου από τώρα.
(Η γυναίκα ξεσπάει σε κλάματα. Ο άντρας μουγκρίζει ενοχλημένα. Σε λίγο, δυνατά)
Σταμάτα!
(τα κλάματα σταματούν. Σιωπή)

ΓΥΝ
(Μέσα σε αναφυλλητά)
Πώς να φύγω;.. Και κοντεύει να νυχτώσει… Εσείς με φέρατε εδώ;..Εσείς με σώσατε;..Και τότε γιατί με διώχνετε αφού πάλι έτσι θα με σκοτώσετε;..Και με ποιον μιλάω;..Γιατί κρύβεστε;..Τι είναι εδώ;..Γιατί μου φέρεστε έτσι;..
(σιωπή. Ήρεμα και αποφασιστικά)
Πρωί πρωί θα φύγω… Ότι καιρό και να κάνει… Μα μη με διώχνετε τώρα… Φοβάμαι εδώ που με φέρατε… εσείς ή όποιος άλλος… μα αν φύγω τώρα, το κρύο και η νύχτα θα είναι σίγουρος θάνατος για μένα…
(σιγά)
Όποιος κι αν είστε… σας παρακαλώ…

ΑΝΤ
(ήρεμα, καθησυχαστικά)
Καλά.
(δυνατά, απειλητικά)
Μα κλείσε το στόμα σου. Και μην κάνεις θόρυβο. Ώσπου να φύγεις να είναι σαν να μην υπάρχεις. Κατάλαβες;..
(σιωπή)
Κατάλαβες;

ΓΥΝ
(φοβισμένη)
Κατάλαβα.
(αθόρυβα σηκώνεται, πηγαίνει κοντά στο τζάκι, απλώνει τα χέρια της να ζεσταθεί. Ψάχνει με τα μάτια τριγύρω. Περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο. Ακουμπάει τις παλάμες της στον τοίχο που χωρίζει το δωμάτιό της από το δωμάτιο του ΑΝΤΡΑ και πλησιάζοντας τα χείλη της στον τοίχο, σιγά)
Μ’ ακούτε;

ΑΝΤΡΑΣ
(δυνατά)
Τι πάλι καταραμένο πλάσμα;

ΓΥΝ
Το τζάκι σβήνει… και νερό δεν έχω…

ΑΝΤ
Βγαίνοντας αμέσως δεξιά είναι η αποθήκη. Θα βρεις στοιβαγμένα κούτσουρα.

ΓΥΝ
Νερό;..

ΑΝΤ
Τράβα για τα ξύλα!
(η γυναίκα βγαίνει. Ο άντρας γεμίζει με νερό ένα κύπελλο, βγαίνει από το δωμάτιό του και μπαίνει στο άλλο. Αφήνει το νερό στο πάτωμα. Βλέπει γύρω με δέος και με λαχτάρα. Μυρίζει στον αέρα. Για μια στιγμή κλείνει τα μάτια απολαμβάνοντας. Συνεπαρμένος)
Γυναίκα!
(Συνέρχεται, βλέπει προς την πόρτα, βγαίνει γρήγορα κλείνοντάς τηνε πίσω του. Μπαίνει στο δωμάτιό του κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του)
Καταραμένη!...
(μπαίνει η ΓΥΝΑΙΚΑ φέρνοντας ξύλα. Κλείνει την πόρτα. Στέκεται για λίγο βλέποντας το νερό. Βάζει τα ξύλα στη φωτιά, πίνει μια γουλιά νερό. Προς τον φεγγίτη με ευγνωμοσύνη)
ΓΥΝ
Όποιος κι αν είσαι, σ’ ευχαριστώ.
(ακούγεται ένα μούγκρισμα από το δίπλα δωμάτιο. Σιωπή. Η γυναίκα βολεύεται όπως όπως σε μια γωνιά κοντά στο τζάκι. Σιωπή. Τα φώτα σβήνουν.)
ΤΈΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ




                                    ΣΚΗΝΉ ΔΕΎΤΕΡΗ

Ίδιος τόπος τρεις ώρες αργότερα. Η ΓΥΝΑΙΚΑ όρθια περπατάει στο φως από το τζάκι. Ένας θόρυβος απέξω από την πόρτα την τρομάζει. Στρέφει προς τον φεγγίτη.

ΓΥΝ
 Με ακούτε;
(δυνατότερα)
Με ακούτε;

ΑΝΤ
Είναι η τέταρτη φορά που σε ακούω …Τι θέλεις πάλι;

ΓΥΝ
(δυνατά)
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Φοβάμαι. Επιτέλους κάνετε κάτι.

ΑΝΤ
Τι φταίω εγώ καταραμένη αν εσύ φοβάσαι; Και δεν είμαι εγώ που χάθηκα μέσα στα χιόνια παίζοντας…

ΓΥΝ
Εσείς όμως με σώσατε. Θα είχα πεθάνει εκεί έξω. Και αυτό θα ήτανε λιγότερο άσχημο από το να ζω τις χειρότερες ώρες της ζωής μου μέσα εδώ, σωσμένη από σας.

ΑΝΤ
Τι ξέρεις εσύ από χειρότερες ώρες μιας ζωής ενοχλητικό ον; Και πώς συγκρίνεις κάτι που γνώρισες με κάτι που ούτε ιδέα έχεις τι είναι; Και πάψε να μου μιλάς με το σεις-δε σε φτάνουν τόσες άλλες υποκρισίες στη ζωή σου;

ΓΥΝ
Πώς ξέρεις αν είμαι υποκρίτρια; Πώς το ξέρεις; Με ξέρεις;

ΑΝΤ
Όλες οι καταραμένες οι γυναίκες είσαστε υποκρίτριες.

ΓΥΝ
Μισογύνης!.. Τι άλλο είσαι;.. Αν είσαι κάτι… Μόνο μια φωνή ακούω!..
(σιωπή)

ΑΝΤ
Τέσσερες φορές μ’ έχεις ενοχλήσει μέχρι τώρα για απόψε. Και κάθε φορά πιο απαιτητικά. Δε θα ησυχάσω απόψε λοιπόν;

ΓΥΝ
Όσο εδώ μέσα δεν υπάρχει φως, είναι νύχτα και εγώ έχω να μείνω ολομόναχη φυλακισμένη μέσα σε τούτη τη φυλακή, δε θα ησυχάσετε-δε θα ησυχάσεις. Όχι γιατί το θέλω, μα επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

ΑΝΤ
Μα είμαι εδώ, δίπλα σου καταραμένη. Και σ’ έσωσα. Τι φοβάσαι από μένα;

ΓΥΝ
Ότι είμαι μ’ έναν άγνωστό μου άντρα δίπλα μου στην μαύρη ερημιά δεν με ησυχάζει καθόλου.

ΑΝΤ
Και τι θέλεις να γίνει; Να φύγω εγώ βγαίνοντας στο κρύο και στο χιόνι για να ησυχάσεις εσύ; Ησύχασε επιτέλους. Αν φοβάσαι εμένα κλείσε την πόρτα σου. Κλειδώνει από μέσα.

ΓΥΝ
Δεν καταλαβαίνεις. Η κατάσταση αυτή η ίδια στην οποία βρισκόμαστε, αυτή είναι που περισσότερο απ’ όλα με φοβίζει. Γιατί δεν εμφανίζεσαι; Γιατί μένεις μακριά μου; Και τι άλλο χρειάζεται μια γυναίκα για να μην μπορεί να ησυχάσει; Με έσωσες από το θάνατο όπως λες. Που θα πει με έφερες στη ζωή από την ανυπαρξία που με περίμενε.

ΑΝΤ
Ανυπαρξία… φιλοσοφημένα πράγματα βλέπω… Λοιπόν τι; Μήπως να σε προικίσω κιόλας; Μα τι διάβολο; Δε σε φτάνει που γλίτωσες το θάνατο εξαιτίας μου, που σου έδωσα ένα μέρος προστατευμένο από τη χιονοθύελλα για να κοιμηθείς… φαί… νερό;.. Πρέπει να με βασανίζεις κι από πάνω γυναίκα με τις αηδίες σου; Θεέ μου, δε γλιτώνει λοιπόν κανείς από σας; Μα τι θέλεις από μένα τέλος πάντων;

ΓΥΝ
Μιαν ανθρώπινη συντροφιά για να νιώσω ασφαλής. Δε θέλεις να εμφανιστείς. Καλά. Εγώ πάλι από τη μεριά μου θα ’θελα να σε δω μόνο για λίγο. Ίσα για να δω ότι είσαι άνθρωπος. Και μάλιστα χωρίς να έρθεις εδώ-να υπήρχε τρόπος μόνο να ανέβω κάπου και να σε δω για μια στιγμή από τον φεγγίτη. Να δω για μια στιγμή το πρόσωπό σου. Και μετά ας είμαστε πάλι όπως τώρα. Όμως αυτό που τώρα συμβαίνει είναι ακατανόητο. Και κάθε τι που δεν καταλαβαίνω με φοβίζει.

ΑΝΤ
Κουταμάρες. Αν δεν ήμουν άνθρωπος πώς θα σε κουβαλούσα ως εδώ; Πώς θα σου έφερνα νερό; Μήπως με νομίζεις πνεύμα;

ΓΥΝ
Και που το ανάφερες μόνο τρέμω. Γι αυτό σε παρακαλώ άσε με να σε δω.

ΑΝΤ
Να με δεις; Ξέχασέ το αυτό κοπέλα μου και προσπάθησε να κοιμηθείς. Με τι δυνάμεις θα ξεκινήσεις αύριο;

ΓΥΝ
...Μα γιατί όχι;

ΑΝΤ
Άκουσε γυναίκα, στρώσου κοντά στο τζάκι και κλείσε τα μάτια σου ώσπου να σε πάρει ο ύπνος. Αν εσύ θέλεις να με δεις εγώ δε θέλω να δω ούτε εσένα ούτε καμία άλλη σουσουράδα σαν και σένα. Κατάλαβες;

ΓΥΝ
Αυτό το καταλαβαίνω, όμως θέλω να μου πεις γιατί δε θέλεις ούτε να δεις γυναίκα. Δε θα με πάρει ο ύπνος αν δεν μου το πεις και αν δε δω ποιος είσαι. Μόνο τότε θα ησυχάσω.

ΑΝΤ
( Ο άντρας σηκώνεται, φοράει γρήγορα ένα παντελόνι και ρίχνει μια κάπα στους ώμους του. Σιγά.)
Που να σε πάρουνε δώδεκα διαβόλοι νυχτιάτικα!..
(Δυνατά)
Έρχομαι. Χαμήλωσε τη λάμπα.
(Βγαίνει από το δωμάτιό του και μπαίνει στο δωμάτιο της γυναίκας, κλείνει την πόρτα και στέκεται στη σκιά)
ΑΝΤ
Με βλέπεις τώρα;
ΓΥΝ
Βλέπω το σχήμα του κορμιού σου. Δε βλέπω πρόσωπο και μάτια.
ΑΝΤ
Πολύ σου πάνε κι αυτά. Ησύχασες τώρα;
ΓΥΝ
Και ναι και όχι.
ΑΝΤ (δυνατά)
Που να σε πάρει και να σε σηκώσει, αύριο έχω δρόμο να κάνω. Δε θα με κρατήσεις ξάγρυπνο όλη νύχτα…
ΓΥΝ
Αν δεν ησυχάσω πάλι θα φοβάμαι. Και θα ησυχάσω αν δω το πρόσωπό σου. Μπορεί να είσαι…
ΑΝΤ
(διακόπτοντας)
Τι να είμαι;
ΓΥΝ
Μπορεί να είσαι ένας παλιάνθρωπος.
ΑΝΤ
Μα σ’ έσωσα καταραμένη…
ΓΥΝ
Αυτό δε θα πει πως είσαι καλός άνθρωπος. Ύστερα ούτε ένας καλός λόγος δε βγήκε από το στόμα σου από τότε που μου μίλησες. Κάθε ένας θα έσωζε κάποιον που κινδυνεύει. Εγώ θέλω να ξέρω πώς φέρεσαι όταν δεν είμαι σε κίνδυνο.
ΑΝΤ
Θα με τρελάνει ετούτη. Αφού σου λέω να κοιμηθείς-τι άλλο θέλεις; Δεν το βλέπεις; Αν ήθελα να σε σκοτώσω δε θα το είχα κάνει;
(Θόρυβος απέξω)
ΓΥΝ
(τρομαγμένη)
Αυτό! Τι είναι;
ΑΝΤ
Ο σκύλος έριξε έναν τέντζερη δίπλα στην καλύβα-αυτό είναι. Βούλωσε τ’ αυτιά σου να μην ακούς. Ξάπλωσε. Κοιμήσου κι άσε κι εμένα να κοιμηθώ.
ΓΥΝ
Έχω χτυπήσει τον ώμο μου…
ΑΝΤ
Και λοιπόν;
ΓΥΝ
Πονάει.
ΑΝΤ
Δεν έχω παυσίπονα. Τρίψ’ το να περάσει.
(πηγαίνει προς την πόρτα)
ΓΥΝ
Μη φεύγεις… Φοβάμαι…
ΑΝΤ
(απαυδισμένος)
Αν συμβεί κάτι δίπλα είμαι-φώναξέ με. Μα μόνο όταν συμβεί κάτι.
ΓΥΝ
Εσένα φοβάμαι!
ΑΝΤ
Τι; Και τώρα που με είδες ακόμα φοβάσαι;
ΓΥΝ
Ναι.
ΑΝΤ
Τι φοβάσαι που να σε πάρει και να σε σηκώσει;
ΓΗΝ
Δεν ξέρω, όμως φοβάμαι.
ΑΝΤ
Άντε να χαθείς παλιόπραμα… Γιατί νομίζεις πως μένω εδώ; Για να είμαι μακριά σας. Μακριά από σας, τις καταραμένες τις γυναίκες-και συ μου ζητάς να μείνω κοντά σου; Και δε θέλω να τους κάνω ούτε καλό ούτε κακό-μόνο να μην τις βλέπω μπροστά μου…
ΓΥΝ
Μισογύνης! Καλά το είπα!
ΑΝΤ
Καλά το είπες. Κοιμήσου τώρα.
(Βγαίνει κλείνοντας την πόρτα. Η γυναίκα την ξανανοίγει αμέσως και βγαίνει πίσω του. Η πόρτα του δωματίου του άντρα ανοίγει, ο άντρας μπαίνει και αμέσως πίσω του, πριν αυτός να προλάβει να την εμποδίσει, μπαίνει και η γυναίκα)
ΓΥΝ
Θέλω να δω το πρόσωπό σου!
(Ο άντρας για λίγο στέκει ακίνητος, ύστερα γυρίζει έτσι ώστε να φαίνεται το πρόσωπό του στο φως)
ΑΝΤ
Με είδες;
ΓΥΝ
Ναι. Είσαι καλός άνθρωπος, δεν κινδυνεύω από σένα. Τώρα μπορώ να γυρίσω στο δωμάτιό μου να ησυχάσω.
ΑΝΤ
Είδες το πρόσωπό μου-και τι έμαθες για μένα;
ΓΥΝ
Ότι ήθελα. Να ξέρω πως δεν κινδυνεύω από σένα.
ΑΝΤ
Θες να πεις ότι πάνω στο πρόσωπό μου διάβασες όλες τις σκέψεις μου; Κι αν όχι τότε πώς μπορείς να λες ότι με έμαθες;
ΓΥΝ
Δε μ’ ενδιαφέρουν οι σκέψεις σου.
ΑΝΤ
Αλλά χωρίς αυτές τίποτα δεν ξέρεις. Και αν ακόμα ήσουν φυσιογνωμίστρια πάλι δεν θα με είχες μάθει. Το πρόσωπο που δεν έχει φτάσει τα σαράντα χρόνια, δύσκολα δείχνει το χαρακτήρα του ανθρώπου που το φορεί.
ΓΥΝ
Εγώ τα ξέρω πια όλα για σένα.
ΑΝΤ
Αφού είναι έτσι, πες μου, γιατί μένω εδώ, μακριά από τους ανθρώπους;
ΓΥΝ
Το είπες ο ίδιος-για να είσαι μακριά από τις γυναίκες.
ΑΝΤ
Σου αρκεί αυτό για να πεις ότι ξέρεις όλα για μένα;
ΓΥΝ
Ναι.
ΑΝΤ
Είσαι ικανοποιημένη αν σου πουν ότι ο τάδε σκότωσε τη γυναίκα που βρέθηκε χτες στο ποτάμι χωρίς να ξέρεις και το γιατί την σκότωσε;
ΓΥΝ
(τρομαγμένη και οπισθοχωρώντας)
Πώς ξέρεις εσύ για τη γυναίκα;
ΑΝΤ
Μπα! Ώστε με φοβάσαι! Δεν είσαι σίγουρη λοιπόν γι αυτά που έμαθες βλέποντας το πρόσωπό μου;
ΓΥΝ (όπως πριν)
Ραδιόφωνο δε βλέπω να έχεις, τηλέφωνο δεν βλέπω… πώς το ξέρεις αυτό;..
ΑΝΤ
Να μη σε νοιάζει πώς το ξέρω. Αν τώρα πάω προς την πόρτα για να την κλειδώσω θα με αφήσεις να το κάνω ή θα προσπαθήσεις να με εμποδίσεις; Ή μήπως θα τρέξεις να κλειστείς στην δική σου κάμαρα;
ΓΥΝ
Γιατί να κλείδωνες την πόρτα σου όταν είμαι κι εγώ εδώ;..
ΑΝΤ
Γιατί θέλω να σου πω για κείνα που δε διάβασες στο πρόσωπό μου.
ΓΥΝ
Θα έφευγα…
ΑΝΤ
Για να πας στην κάμαρά σου που με μια μου κλωτσιά σπάζω την πόρτα της; Ή για να μπεις στη χιονοθύελλα όπου σε περιμένει σίγουρος θάνατος πριν ακόμα ο ήλιος φανεί;
ΓΥΝ
(υποκρινόμενη σιγουριά)
Παίζεις μαζί μου.
(τάχα ησυχασμένη)
Ας πάω τώρα να ξεκουραστώ.
(κάνει ένα βήμα προς την πόρτα. Ο άντρας τρέχει προς αυτήν πριν από την γυναίκα και την κλειδώνει. Η γυναίκα αρχίζει  να ξεφωνίζει ζητώντας βοήθεια. Ο άντρας κλείνει τα αυτιά του με τις παλάμες του. Όταν αυτή βλέπει ότι ο άντρας δεν την πλησιάζει, σταματάει τις φωνές)
Δε θα μου κάνεις κακό…
ΑΝΤ
Εξαρτάται πώς εννοείς το κακό.
ΓΥΝ
Πες μου, εσύ σκότωσες εκείνη τη γυναίκα;
ΑΝΤ
Έχει σημασία αν τη σκότωσα εγώ ή αν θα ήθελα να την είχα σκοτώσει;
ΓΥΝ
(μπερδεμένη)
Άφησέ με να φύγω… και υπόσχομαι να μη σε ενοχλήσω μέχρι το πρωί. Και πρωί πρωί θα φύγω ότι καιρό και να κάνει…
ΑΝΤ
(επιτακτικά)
Κάτσε κάτω!
(η γυναίκα ακόμα στέκει όρθια. Δυνατά)
Κάτσε!
(η γυναίκα κάθεται σε μια καρέκλα. Ο άντρας περπατάει αργά από τη μια άκρη του δωματίου ως την άλλη περνώντας  μπροστά από τη γυναίκα κάθε φορά. Παίρνει ένα μήλο από το τραπέζι και τρώει. Τέλος στέκεται μπροστά στη γυναίκα)
Ώστε από το πρόσωπο θα με γνώριζες… Ξέρεις εσύ πόσα πρόσωπα έχω εγώ; Όχι! Το υποπτεύεσαι τουλάχιστον από όσα είδες σε μένα μέχρι τώρα; Αν έχεις λίγη εξυπνάδα θα το υποπτεύτηκες.
Ώστε μισογύνης λοιπόν! Μισογύνης… Λες και αυτός να μην είναι ο ορισμός του άντρα… Λες και υπάρχει άντρας που αγαπάει τις γυναίκες…
(σιωπή. Της τείνει το μήλο που τρώει)
Φάε λίγο! Δες τι ωραίο που είναι! Για σκέψου-η ιστορία του ανθρώπου από την ανάποδη… Ο άντρας δίνει το μήλο στη γυναίκα… Όπως είναι σήμερα η φύση, βέβαια και είναι αυτό αφύσικο. Γιατί και της φύσης τα καμώματα μια συνήθεια είναι. Έτσι άρχισε, έτσι συνηθίστηκε, κανείς δε σκέφτηκε να το αλλάξει… Μα ας είναι, σ’ αυτή την κατάσταση πρέπει να ζούμε και να κινούμαστε. Με παρακολουθείς ή το μυαλό σου είναι ακόμα σε φόνους και μαχαιρώματα;
ΓΥΝ
Ακούω.
ΑΝΤ
Μισογύνης λοιπόν… μα όταν κάτι το θέλεις πολύ και δεν το έχεις τι μένει άλλο από το να το μισείς;
ΓΥΝ
Γιατί να μην το έχεις; Τόσες γυναίκες…
ΑΝΤ
Ναι. Τόσες γυναίκες. Γυναίκες με φούστες μόλις λίγο πιο κάτω από το γοφό. Γυναίκες με παντελόνια που τονίζουν αντί να κρύβουν τις καμπύλες τους. Γυναίκες με τα στήθη έξω μέχρι τη θηλή. Γυναίκες που περπατώντας κουνιόσαστε πέρα δώθε σα χέλια αρπαγμένα στα δίχτυα. Γυναίκες που διαλαλείτε το εμπόρευμά σας με όλα τα μέσα που μπορείτε να εφεύρετε-αρώματα, βαψίματα, μυρωδικά, στολίδια, ρούχα μικροσκοπικά… Ναι! Γυναίκες!
Κι όταν κανείς απλώσει το χέρι του στους θησαυρούς που παρελαύνουν μπροστά του, αρπάζει ένα «όχι» που είναι όλο δικό του. Κι όταν μόνο σας μιλήσει κάποιος, η περιφρόνηση είναι η πληρωμή του για το «θράσος» του. Γιατί θράσος θεωρείτε να ζητήσει κανείς να μιλήσει έστω για λίγο μαζί σας. Και για να σας κοιτάξει ακόμα κανείς πρέπει να μηχανευτεί χίλια δυο τεχνάσματα.
Και όταν κάποτε, σπάνια, δεχτείτε κι εσείς να κάνετε έρωτα μαζί του, αρχίζουν οι τσιριμόνιες: «όχι τώρα…» γιατί όχι τώρα; Τι θα αλλάξει αν γίνει αργότερα;  «όχι εδώ»… γιατί όχι εδώ; Γιατί «μπορεί να μας δούνε»…
Και πάτε και κρύβεστε πίσω από τέσσερις τοίχους για να κάνετε εκείνο για το οποίο τόσο έχετε ετοιμαστεί. 
Και όταν μένετε έγκυες γυρνάτε δείχνοντας περήφανα την φουσκωμένη σας κοιλιά. Τότε όσοι σας βλέπουν δεν ξέρουνε τι κάνατε για να μείνετε έγκυες;  Ή υποθέτουν ότι γκαστρωθήκατε με ένα λουλούδι;
Και αν κάποια από σας πέσει με κάποιον στο κρεβάτι, τότε είναι που αρχίζει η δυστυχία για τον ταλαίπωρο τον άντρα: η γυναίκα τον θέλει δικόν της για πάντα-σκλάβο της. Γιατί; Ποιος ξέρει… Παραβίασε κανένα ιερό και πρέπει ο άντρας αυτός να πληρώσει; Έκανε κάτι χωρίς τη θέληση της γυναίκας και πρέπει να δικαστεί; Επειδή έκανε ότι κάνουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί πάνω στη γη πρέπει να υποφέρει σε όλη του τη ζωή; Και όμως, έτσι είναι! Τιμωρία! Μα πού είναι το έγκλημα παλιοβρώμα;
(Η γυναίκα κάνει να μιλήσει μα δε μιλάει)
Μίλα… πες, τι θέλεις να πεις;
ΓΥΝ
Πες μου πρώτα, εσύ σκότωσες εκείνη τη γυναίκα στο ποτάμι;
ΑΝΤ
 (δυνατά)
Λέγε ότι πήγες να πεις! Τι θέλεις να πεις; Εσύ μπαίνοντας στο δωμάτιό μου την προκάλεσες αυτή την κουβέντα περιμένοντας ποιος ξέρει τι… Λέγε!
ΓΥΝ
(θαρρεμένη)
Να! Λες ότι γυμνωνόμαστε και φκιασιδωνόμαστε και ύστερα δε θέλουμε ούτε να μας αγγίξετε. Είναι γιατί θέλουμε να τραβήξουμε τον άντρα-γι αυτό το κάνουμε.
ΑΝΤ
Κι όταν ο άντρας σας προσέξει και σας θέλει, τότε γιατί τον διώχνετε;
ΓΥΝ
Γιατί  θέλουμε τον ικανότερο και αυτόν περιμένουμε-και στα ζώα ο ισχυρότερος δεν παίρνει το θηλυκό;
ΑΝΤ
Εκείνα είναι ζώα. Εμείς είμαστε λογικά όντα.
ΓΥΝ
Και η λογική μας έχει αντικαταστήσει τη σωματική δύναμη με την οικονομική. Θέλουμε ο άντρας να μας εξασφαλίζει καλοπέραση και να ικανοποιεί τα πιο παράξενα γούστα μας.
ΑΝΤ
Και δε σκεφτόσαστε ότι έτσι που γδυνόσαστε θα τραβήξετε και την όρεξη αντρών που δεν είναι πλούσιοι; Δε σκεφτόσαστε πως αυτοί θα υποφέρουν όταν σας θέλουν και δεν μπορούν να σας έχουν;
ΓΥΝ
Και πώς αλλιώς θα κάναμε για να τραβήξουμε τον πλούσιο άντρα εκτός από το να προσπαθούμε να του γίνουμε επιθυμητές με όλα αυτά που κάνουμε;
ΑΝΤ
Έτσι κάνετε εσείς, όμως κι εμείς θέλουμε να έχουμε μερίδιο στο φαγοπότι που απλώνεται μπροστά μας.
ΓΥΝ
Πολλές φορές ελκόμαστε και από τα χαρίσματα μόνον ενός άντρα. Και πηγαίνουμε μαζί του. Όμως τότε για λίγο. Για το κέφι μας.
ΑΝΤ
Και οι άντρες που δεν έχουν ή δεν τους βρίσκετε εσείς χαρίσματα τι θα κάνουν;
ΓΥΝ
Δε θα λύσουμε εμείς τα προβλήματα των αντρών.
ΑΝΤ
Γι αυτό λύνουν αυτοί τα προβλήματά τους βιάζοντάς σας. Παίρνοντας δηλαδή με τη βία ότι δεν τους δίνετε εσείς με το καλό.
ΓΥΝ
Ναι, πολλοί κάνουν αυτή τη χυδαία και αποτρόπαιη πράξη.
ΑΝΤ
Είναι αυτό χυδαίο και αποτρόπαιο και δεν είναι χυδαίο και αποτρόπαιο να μας προκαλείτε γυρίζοντας γυμνές μπροστά μας; Μισογύνης-ναι. Μισώ τις γυναίκες.
ΓΥΝ
Μήπως νομίζεις πως εμείς οι γυναίκες αγαπάμε τους άντρες; Η ανάγκη μας σπρώχνει κοντά σας. Και γι αυτό σας μισούμε-σας μισούμε γιατί χωρίς εσάς δεν μπορούμε να ζήσουμε. Και γι αυτό είναι που παλεύουμε να σας κερδίσουμε. Είναι που δεν έχουμε ούτε την σωματική ούτε την ψυχική δύναμη για να ζήσουμε μόνες μας.
Εσείς θέλετε να σας εκτιμούν, να σας δέχονται και να σας εμπιστεύονται.
Η γυναίκα έχει ανάγκη να την αγαπούν, να τη φροντίζουν, να τη σέβονται και να την καταλαβαίνουν.
Θέλουμε να μας αγαπάτε.
Και αν για τη δική μας αγάπη για σας, το κριτήριό μας είναι τα συναισθήματά μας, για τη δική σας αγάπη βεβαιωνόμαστε από τον τρόπο που μας φέρεστε, εφόσον δεν μπορούμε να ξέρουμε την κάθε στιγμή τι νιώθετε για μας.
Αξίζουμε κάτι μόνον όταν μας αγαπάτε.
Και τότε είμαστε ικανές να θυσιαστούμε για σας.
Όμως εσείς είσαστε κτήνη. Κάνετε το κέφι σας και ύστερα πέρα παν οι άλλοι.
Απαιτούμε σεβασμό από σας.
Προσφέρουμε τον εαυτό μας σε σας αν σέβεστε τις ανάγκες, τα συναισθήματα, τα δικαιώματά μας. Τότε γινόμαστε παιχνίδι στα χέρια σας.  Αν δεν μας σέβεστε, τότε παύουμε να σας αγαπάμε για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας.
Μα ούτε κι αυτό σας πειράζει. Λέτε: τι θα κάνει; Όταν θέλει λεφτά θα ξανάρθει κοντά μου παρακαλεστικά.
Ζητάμε από σας τουλάχιστον κατανόηση, δηλαδή να μοιραζόσαστε την άποψή μας, να έχετε την διάθεση να ανακαλύψετε την πραγματικότητα με τον τρόπο που εμείς τη βλέπουμε χωρίς να μας επιβάλετε έναν άλλο τρόπο.
Μα τίποτα τέτοιο από σας.
Μας επιβάλλετε τις δικές σας απόψεις για το κάθε τι.
Και όταν εμείς συμπεριφερόμαστε σαν όντα αυτόβουλα τότε είμαστε για σας ανυπάκουες και χαζές.
Έχουμε διαίσθηση, έχετε λογική. Αλλά εσείς καθόλου δεν υπολογίζετε την διαίσθησή μας σαν ισάξια της λογικής σας ικανότητας για εξαγωγή συμπερασμάτων και μας ειρωνεύεστε γι αυτήν.
Και μάθε, για τη γυναίκα, τα μικρά πράγματα που ο άντρας μπορεί να της δώσει, μετράνε περισσότερο. Όπως να περνά χρόνο μαζί της, να θυμάται τις επετείους της, να ντύνεται ωραία μόνο γι αυτήν, να τη φιλάει καμιά  φορά έτσι, χωρίς λόγο, να χορέψει μαζί της…
Έτσι κερδίζονται οι γυναίκες. Μα εσείς θυμόσαστε μόνο πότε βγάλατε το πρώτο σας δοντάκι και ποιο ήτανε το ομορφότερο παιχνίδι που σας χάρισαν όταν ήσασταν μικροί.
ΑΝΤ
Μου δίνεις μαθήματα πώς να κερδίζω γυναίκες; Μα δεν έπρεπε πρώτα να έχω σπουδάσει ψυχολογία για να σε καταλάβω; Και μήπως θέλεις και πληρωμή για το μάθημά σου; Παλιογύναικο! Κάπου θα έχεις σπουδάσει τις ανθρώπινες βλακείες βέβαια για να λες τέτοια πράγματα. Ε λοιπόν, εγώ όλα αυτά τα πετάω στα άχρηστα.
Γυναίκες… Ξέρετε όλα αυτά, μα ξεχνάτε να ταγίσετε το κορμί. Βλέπετε κείνα που φτιάχνει ο άνθρωπος και τυφλωνόσαστε σαν είναι να δείτε τι διατάζει ο δημιουργός του.
Και καθόλου με ότι άκουσα δεν άλλαξα ιδέα για σας-τα βρωμοθήλυκα. Εγώ ξέρω ότι θέλω γυναίκα και παίρνω αντίς της ειρωνεία.
Και συ τα ίδια όπως όλες κάνεις. Βγαίνεις έξω, προκαλείς τους άντρες, τους βασανίζεις και μετά πηγαίνεις με όποιον έχει λεφτά. Γιατί μου τα είπες όλα αυτά άραγε; Για να σε λυπηθώ;
(περπατάει πάνω κάτω)
Τι αλλάζει για μένα με όσα είπες-τώρα θα με δεχόσαστε εσείς, οι γυναίκες, όταν σας το ζητάω; Όχι βέβαια. Λοιπόν γιατί κουράζεσαι να λες άσκοπα λόγια; Θέλεις να με κάνεις να σας καταλάβω; Ευκολότερα καταλαβαίνω μια πέτρα παρά μια γυναίκα!
ΓΥΝ
Γιατί κλείδωσες την πόρτα; Τι σκοπό έχεις; Να με βιάσεις; Να με σκοτώσεις;
ΑΝΤ
(γελάει)
Αφού δεν έφυγες αμέσως σκέφτηκα πως ήτανε μια ευκαιρία να σου τα ψάλλω.
Με την επιμονή σου να με δεις μου έξυσες τη μέσα μου πληγή-τον ανικανοποίητο έρωτα.
Ναι, αν μπορούσα να σκοτώσω όλες τις γυναίκες της γης με μια μαχαιριά, θα σε σκότωνα.
Μα με ρώτησες αν θέλω να σε βιάσω. Η βία δεν είναι μέσα στο σακούλι με τα ερωτικά μου φαντάσματα. Ό,τι ανάμεσα σ’ έναν άντρα και σε μια γυναίκα γίνεται με τη βία, με απωθεί όπως ο θάνατος .
Να μη σ’ έβλεπα θα ’τανε το καλλίτερο για μένα.
Μα τώρα που επέμενες να με δεις και που σε είδα, το καλλίτερο είναι να φύγεις από μπροστά μου το γρηγορότερο.
Κι άλλη φορά όταν κάνεις σκι, να παίρνεις πρώτα όλα τα μέτρα για την περίπτωση που θα πάθεις κάποιο ατύχημα, ή τουλάχιστον να φροντίσεις να είσαι πάντοτε με κάποιον μαζί σου να σε βοηθήσει μιας κι είσαι τόσο μυγιάγγιχτη. Γιατί πολλά μπορούν να συμβούν όταν κάνεις σκι. Τι περιμένεις;  Πώς εσείς οι σκιέρ το θέλετε το χιόνι; Να πέφτει παντού εξόν από επάνω σας; Και τον αέρα να φυσάει μόνο για να σας δροσίζει; Μην εραστές σας είναι το χιόνι και ο έρωτας ώστε μόνο δώρα να περιμένετε από αυτούς;

ΓΥΝ
Έχεις κοντά σου μια γυναίκα ύστερα από καιρό που βρίσκεσαι εδώ πάνω μόνος σου και θα την αφήσεις να φύγει-και τη διώχνεις μάλιστα;
Όμως εγώ όχι μόνο δε θα φύγω μα θα σου δείξω πως οι γυναίκες δεν είμαστε τα εγωιστικά και όλο απαιτήσεις όντα που εσύ νομίζεις.
Όχι όλες τουλάχιστο.
Γιατί να! Εγώ, θεληματικά και χωρίς να περιμένω άλλο κάτι από σένα-εγώ, θα κάνω έρωτα μαζί σου.
ΑΝΤ
Μόνη σου το αποφάσισες; Δεν πρέπει να θέλω κι εγώ; Ή μήπως σκέπτεσαι να βιάσεις εσύ εμένα;
ΓΥΝ
Δεν θα μπορούσα. Είσαι ο πιο δυνατός.
ΑΝΤ
Αν ήμουν ο δυνατός, θα καθόμουνα εκεί, κοντά σας. Και θα είχα όσες ήθελα από εσάς. Μα είμαι ο αδύναμος. Και ό,τι ο δυνατός δίνει στον αδύναμο είναι ελεημοσύνη.
Ευχαριστώ, θα μείνω άνθρωπος.
Φύγε. Πόες φορές θα σου το πω;
ΓΥΝ
(τον κοιτάζει παραξενεμένη από τα λόγια του, Μετά, σαν όλα αυτά να ήτανε αστεία)
Έλα, άσε τα λόγια και γείρε στο κρεβάτι.
(τον πιάνει από το χέρι)
 Εμπρός! Έλα…
(ξαπλώνει στο κρεβάτι)
ΑΝΤ
(σιγά και ήρεμα)
Νομίζεις ότι είμαι μηχανή; Μα αν δεν κάνω έρωτα με γυναίκες είναι που σας σιχαίνομαι. Γιατί σας θέλω, όμως όχι όπως μας θέλετε εσείς-σαν ρομπότ. Σας θέλω σαν άνθρωπος. Γι αυτό και σιχαίνομαι και τον τρόπο που κάνετε έρωτα και εξαιτίας αυτού κι εσάς τις ίδιες. Σήκω λοιπόν από κει και φύγε. Είσαστε ίδια απωθητικές και για τα κόλπα που κάνετε για να μας τραβήξετε, και για το πώς συνεχίζετε όταν μας κερδίσετε. Όπως απωθητική είσαι τώρα εσύ για μένα. Απωθητική και σιχαμένη. Σε σιχαίνομαι. Χάσου από μπροστά μου.
(της ξεκλειδώνει την πόρτα. Η γυναίκα την κλείνει. Αρπάζει τη μασιά από το τζάκι και στέκεται ξαφνικά άγρια και απειλητικά απέναντί του)
ΓΥΝ
Εσύ σιχαίνεσαι εμένα-και τολμάς να μου το λες; Μόνο να κατηγορείς τις γυναίκες ξέρεις; Άνθρωποι σαν και σένα ευχής έργο θα είναι να λείψουν από τη γη. Αν σε μάχη είναι πάντοτε ο άντρας και η γυναίκα-στη δουλειά, στο σπίτι, στο κρεβάτι, σε κάθε τους αντάμωμα, μα εκείνες είναι μάχες με λόγια, με εργαλεία, με αναστεναγμούς, με κανόνες που η κοινωνία έχει βάλει στο παιχνίδι. Εδώ όμως θα παλέψουμε με όπλα. Θηλυκό ενάντια σε αρσενικό-να πόλεμος μια φορά! Με λύσσα θα σε πολεμήσω όπως λύκαινα λιοντάρι που θέλει να της φάει τα λυκόπουλα. Από εχθρικές πρώτες ύλες είναι πλασμένοι άντρας και γυναίκα και όταν βρεθούν λεύτερα ο ένας απέναντι στην άλλη, μακριά από νόμους και κοινωνικές δεσμεύσεις, τότε ο ένας ή η μία θα χαθεί. Εδώ θα παιχτεί το πραγματικό δράμα, το χωρίς θεατές. Συγγραφέας και ηθοποιοί και σκηνοθέτες δεν χρειάζονται. Όλα είμαστε εμείς. Ο άντρας και η γυναίκα. Κι αν σε σκοτώσω, μετά δε θα με νοιάξει να πεθάνω από το κρύο είτε πέφτοντας σε καμιά χαράδρα ή χτυπημένη από κάποια χιονοθύελλα. Κι αν με σκοτώσεις, μα θα έχω υπερασπίσει τη θηλυκότητά μου όπως θα έκανε κάθε γυναίκα. Εμπρός λοιπόν! Έλα, πάρε κανένα χοντρόξυλο, βγάλε κανένα μαχαίρι- αγωνίσου, περιμένω!
ΑΝΤ
Αν εσείς οι γυναίκες δε μου είχατε πάρει και το γέλιο, θα έσκαζα στα γέλια με όσα μου λες.
Γιατί η γυναίκα γεννιέται στο μυαλό του άντρα κάθε στιγμή, έτσι που θα πεθάνει μόνον όταν και ο τελευταίος άντρας στη γη επάνω πάψει να υπάρχει.
(την βλέπει στα μάτια)
Τα μάτια σου λάμπουν από τις φωτιές της Κόλασης που μέσα σου όπως κάθε γυναίκα κουβαλάς.
Γι αυτό και όποιο κακό κι αν κάνεις, δε φταις. Όμως σε μένα ακριβώς αυτό, μόνο εμετό μου φέρνει. Βάλε τη μασιά στη θέση της και τράβα να κοιμηθείς διαολόπραμα. Φύγε. Πήγαινε να συνεχίσεις τη ζωή σου. Δε θέλω τον έρωτά σου. Φύγε. (Πλησιάζει τη γυναίκα τείνοντας το χέρι του προς τη μασιά. Εκείνη την ανεμίζει προς το μέρος του και η μασιά βρίσκει τα απλωμένα χέρια του. Ένα δεύτερο χτύπημα τον βρίσκει στο κεφάλι. Πέφτει κάτω με το πρόσωπό του γεμάτο αίματα και μένει ακίνητος)
ΓΥΝ
(από πάνω του, νομίζοντας πως είναι νεκρός)
Αντρικό γουρούνι!...
(ο άντρας ανοίγει αργά τα μάτια του και προσπαθεί να σηκωθεί)
ΑΝΤ
(αδύναμα)
Πόρνη…
(η γυναίκα στέκοντας από πάνω του, σηκώνει τη μασιά, σημαδεύει και με δύναμη τον χτυπάει στο κεφάλι. Ο άντρας πεθαίνει. Η γυναίκα βεβαιώνεται πως είναι νεκρός. Πετάει τη μασιά δίπλα του. Απέξω ακούγεται θόρυβος. Η γυναίκα γυρίζει προς το παράθυρο και βλέπει πυρσούς να πλησιάζουν)
ΦΩΝΉ ΑΠΈΞΩ
Έρηηηηη…. Είναι κανείς εδώ;… Ακούει κανείς;… Έρηηηηηη…
(Η γυναίκα ρίχνει μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο, ύστερα ξεσχίζει την μπλούζα της και με ένα τράβηγμα στο παντελόνι της σπάζει όλα του τα κουμπιά. Ξεκλειδώνει την πόρτα, την ανοίγει και πέφτει σαν μισολιπόθυμη στο άνοιγμά της. Οι δαυλοί έχουν πλησιάσει. Κάποιος τρέχει κοντά της)
ΧΩΡΙΚΟΣ
Κυρία Έρη… είσαστε καλά;
(στους άλλους, δυνατά)
Ελάτε! Τη βρήκα! Βοηθείστε να την πάμε μέσα…
(μεταφέρουν μέσα τη γυναίκα και την τοποθετούν στο κρεβάτι. Βλέπουν τον νεκρό άντρα. Γυρίζουν ερωτηματικά προς τη γυναίκα)
ΓΥΝ
(ξέπνοη)
Μου επιτέθηκε για να με βιάσει...
(γέρνει το κεφάλι δεξιά κλείνοντας τα μάτια)

                                                   ΑΥΛΑΙΑ