Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΛΟΙ ΓΕΛΑΝΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΤΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΑΝΕ

«το γεγονός ότι αν και όλα αυτά τα διαπιστώσαμε εδώ τον Ιανουάριο, χρειαστήκαμε τώρα μισό χρόνο μέχρι να εκπληρωθούν, δεν έχει καμία σχέση με αυτή τη χώρα (σ.σ. τη Γερμανία) και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά με κάποια πρόοδο μάθησης που ήταν απαραίτητη στην Αθήνα».
Σόιμπλε

Ο κόσμος το ’χει τούμπανο και το κάθαρμα κρυφό καμάρι.
Και να είχε μάθει κάτι, πάει στο διάολο. Όμως τις ίδιες μαλακίες κάνει.
Η  ΑΠΟΠΕΙΡΑ
(scherry-Αμερική)

Εντύπωση δεν κάνει η απόπειρα αλλά η εξοικείωση μαζί της.
Πολύν χρόνο θα προετοιμαζόσουν.
Και το στόμα σου εκηβόλο λίαν.
Τα βλήματά σου SHERRY πώς δεν τα  ’χα δει καθόλου;
Βαθιά σου σαν σπέρμα ήσαν;

Και πες μου, σημάδευες πολλήν ώρα για να βρεις την επιφάνειά μου;
Μα όλην σε είχε καλύψει..
Όπου και να χτυπούσες εγώ θα ήμουν.
Και κάθε κομμάτι μου καρδιά.
Και το χέρι μου στο χέρι σου καρδιά στην καρδιά.
Και ο ιδρώτας στο μαντήλι σου αίμα και λέμφος
(να μην ξεχνάμε και τη λέμφο…)
«Στη μάχη που έδωσε η Ελλάδα υπήρχε μια ανοιχτή συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση» τόνισε το βράδυ της Τρίτης ο Αλέξης Τσίπρας...
Αυτό ήτανε-λύθηκε το πρόβλημα της χώρας!


*

Δ. Γάκης: Ισοδύναμα από την φοροδιαφυγή στον τουρισμό για τον ΦΠΑ στα νησιά
Ύστερα ξύπνησε.

*

Τριμερής υπουργική συνάντηση Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου
Το σωστό (το είπαμε και χτες): Διμερής υπουργική συνάντηση Κύπρου-Αιγύπτου

*

ΚΚΕ: «Απαράδεκτη στοχοποίηση στελεχών του ΚΚΕ από την κυβέρνηση της Ουκρανίας»
Τι περίμενες από φασίστες Κουτσούμπα;

*

Κυπριακό, μεταναστευτικό και ΠΓΔΜ στο τετ α τετ Τσίπρα – Μπαν Κι-μουν
Μα κανένα πρόβλημα άλυτο δε θ’ αφήσει αυτό το παιδί για τη Δεξιά;

*

Λαϊκή Ενότητα για τη ΔΕΗ: Το κρέας δεν μπορεί να βαπτίζεται ψάρι
Όχι βέβαια. Πολύ πάει. Ας σταθούμε προς το παρόν στη βάφτιση του «όχι» σε «ναι». Για αργότερα βλέπουμε.

*

Ο κ. Κοτζιάς συνομίλησε κατ’ ιδίαν με τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, Λυάντ Αμεέν Μαντανί.
Ο Λυάντ Αμεέν Μαντανί δήλωσε μετά τη συνάντηση: «Εκπληρώθηκε ο διακαής μου πόθος να συνομιλήσω με κάποιον από τους σωτήρες της Ευρώπης.»

*

Τσίπρας-Νταβούτογλου συμφώνησαν στην αναβάθμιση της ελληνοτουρκικής συνεργασίας για το προσφυγικό
Ο Τσίπρας με τον Νταβούτογλου.
Σα να λέμε η μπάλα με τον Μέσι.

*

Ο Κ. Μπακογιάννης απάντησε στη φημολογία περί υποψηφιότητάς του για τη θέση του προέδρου της ΝΔ
Αντί για την θαλασσοποιημένη Ελλάδα προτιμάει τη στερεά Ελλάδα.

*

Συνάντηση Σταθάκη-Λαγκάρντ: Συζήτηση εφ’ όλης της ύλης για την οικονομία
Να που το είδαμε κι αυτό-γυναίκα να γαμάει άντρα.

*

Tετ-α-τετ Καμμένου με τον πρέσβη της Σιγκαπούρης για θέματα πιθανών επενδύσεων ειδικότερα στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Μόνο στη Σιγγαπούρη δεν είχαμε κλαυτεί.
Οι «μικροί» είναι δουλειά του συμπληρώματος που λέγεται ΑΝΕΛ. Τα δάκρυα μπροστά στους μεγάλους έχει αναλάβει να τα χύνει ο επιταχυντής του αφανισμού της χώρας-ο εργολαβοαναθρεμμένος και εργολαβοθρεμμένος «αριστερός».

*

Συναντήθηκε με τον Ρώσο ομόλογό του ο Νίκος Κοτζιάς
Ο Λαβρώφ υποσχέθηκε στον έλληνα ΥΠΕΞ πως όταν του τελειώσει το χαρτί υγείας θα τον έχει υπόψη του.

*
Δήλωση Βορίδη
«Το σκέφτηκα πολύ, αλλά δεν θα είμαι υποψήφιος για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας-δεν μπορώ να θυμηθώ πού άφησα το τσεκούρι μου.»  

*

Συνάντηση Κοτζιά με τον Νορβηγό υπουργό αρμόδιο για θέματα της Ε.Ε.
Οι δύο υπουργοί  αποφάσισαν να διευρύνουν τις συνέργειες στην εκπαίδευση.
«Διψάνε για πολιτισμό οι βάρβαροι», σχολίασε μετά τη συνάντηση ο Κοτζιάς.

*

Εμπλοκή στη Σύνοδο για τους τζιχαντιστές: Απών ο Τσίπρας λόγω Σκοπίων
Και είπε στον Κοτζιά: «Θυμήσου μου όταν γυρίσουμε να δηλώσω ότι «Δημοκρατία της Μακεδονίας» σημαίνει «FYROM» να τελειώνει κι αυτό.

*

«Κανένας Μεσσίας δεν θα σώσει τη Ν.Δ.»
(Χρυσοβελόνη)
Έκανε κι η ψείρα κόλο
κι έχεσε τον κόσμο όλο.

*

Κουντουρά: «Η προσφυγική κρίση είναι παγκόσμιο ζήτημα»
Ενώ η σχιζοφρενική κρίση είναι ΣΥΡΙΖΑϊκό πρόβλημα.

*

Το Σάββατο ορκίζονται οι βουλευτές, την Κυριακή ο πρόεδρος της Βουλής
Όρκος βουλευτών: «Oρκίζομαι στο όνομα της Aγίας και Oμοούσιας και Aδιαίρετης Tριάδας (ας με τιμωρήσει στη Δευτέρα Παρουσία) να είμαι πιστός στην Πατρίδα (για άλλους εφτά μήνες ώσπου να την αποτελειώσουμε) και το δημοκρατικό πολίτευμα (δεν υπάρχει τέτοιο, προχωράμε…), να υπακούω στο Σύνταγμα  και τους νόμους (εγώ τα φκιάνω και τα δύο, ναι….) και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου (αυτό σίγουρα.  Αυτό ακριβώς θα κάνω!)». 

*

Συνεχίζει τις επαφές του ο Αλέξης Τσίπρας στη Νέα Υόρκη
Το ορθό: Συνεχίζει να τρώει τις φάπες του ο Αλέξης Τσίπρας στη Νέα Υόρκη.




Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Ώρα τέσσερες πρωί. Μπαίνω στο λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Το λεωφορείο βρίσκεται ακόμα στην αφετηρία περιμένοντας να έρθει η ώρα να ξεκινήσει. Κάτω στο πάτωμα οι αποσκευές των ταξιδιωτών απλωμένες. Ψάχνω για μιαν άδεια θέση. Μόνο μία βρίσκεται κοντά στη μπροστινή είσοδο του λεωφορείου και πάνω της ένα χαρτόνι με σχήμα παραλληλεπίπεδου. Κάποιος ίσως έχει αγκαζάρει τη θέση. Ρωτώ μεγαλόφωνα ώστε ν' ακουστώ από όλους: "Κάθεται κανείς εδώ;" Κανείς. Μπορώ λοιπόν να καθίσω και αυτό κάνω με χαρά μου, αφού βάζω δίπλα από το κάθισμά μου το χαρτόνι, που ποιος ξέρει πώς βρέθηκε εκεί. Και το όχημα ξεκινάει μεταφέροντας τους επιβάτες που καθένας τους αύριο θα βρίσκεται σε κάποιο μακρινό μέρος.
Αμέσως μετά το ξεκίνημα του λεωφορείου, νάσου ένας νεαρός ψηλός, μακρυμάλλης, που προφανώς είχε μπει μόλις πριν το αυτοκίνητο ξεκινήσει, που με προσπερνάει πηδώντας πάνω από τις αποσκευές, πηγαίνει και κάθεται πάνω σε ένα σακ-βουαγιάζ απέναντι από τη μεσαία πόρτα του αυτοκινήτου, βγάζει από την τσέπη του ένα βιβκίο και-αρχίζει να διαβάζει.
Είναι σίγουρα ξένος. Αυτό γίνεται φανερό εκτός από το μακρύ μαλλί και από την άνεση με την οποία βολεύτηκε πάνω στο σακ βουαγιάζ σταυρώνοντας σε στάση γιόγκα τα πόδια του και από το γεγονός πως δεν έδινε καμία σημασία στους γύρω του και πως διάβαζε το βιβλίο με προσοχή ασυνήθιστη για έλληνα, που το παραμικρό τον αποσπά από το βιβλίο που διαβάζει.
Δεν πέρασε μισό λεφτό αφότου έκατσε, σηκώνει το κεφάλι από το διάβασμα και κοιτώντας με μου λέει μιλώντας αγγλικά: "Μήπως βρήκατε ένα χαρτόνι πάνω στην καρέκλα;" Σηκώνομαι: "Με συγχωρείτε, δικό σας ήταν το κάθισμα; Παρακαλώ, περάστε' καθίστε." "Όχι ευχαριστώ", μου κάνει, "είμαι πολύ καλά εδώ' μόνο το χαρτόνι δώστε μου αν έχετε την καλοσύνη". Τον ευχαρίστησα και του το έδωσα. Αμέσως ξαναβυθίστηκε στο διάβασμά του. Όσο για μένα σκέφτηκα πόσο τυχερός ήμουν που ο νεαρός δεν ήταν έλληνας, Γιατί αν ήταν έλληνας και είχα κάτσει ατη θέση του, το ευγενικότερο που είχα να περιμένω θα ήταν να σταθεί αποπάνω μου κοιτάζοντάς με αυστηρά και επιτιμητικά και να μου πει: "Αυτή η θέση είναι δική μου". Και τότε, ύστερα από μια τέτοιαν εμπειρία, αντίο καλή διάθεση για όλη την ημέρα και αντίο και ολόκληρο το ταξίδι.
Αλλά η τύχη μου της ημέρας εκείνης δε σταμάτησε εκεί-έδειξε πάλι το πρόσωπό της μετά από λίγο μέσα στο ίδιο εκείνο λεωφορείο. Και να πώς.
'Ελειπα για καιρό από την Ελλάδα και όταν γύρισα είδα πως κατά τη διάρκεια της απουσίας μου είχε αλλάξει μαζί με άλλα και το σύστημα προμήθειας των εισιτηρίων για τα αστικά λεωφορεία και πως τώρα έπρεπε να έχει προμηθευτεί ο επιβάτης από πριν το εισιτήριό του, αλλά και να φροντίσει ο ίδιος για την μέσα στο λεωφορείο ακύρωσή του.
Βέβαια είχα ταξιδέψει πάλι με λεωφορείο, όμως όχι τόσες φορές ώστε να μου γίνει άφευγη συνήθεια η ακύρωση του εισιτηρίου. Εκτός από την έλλειψη της συνήθειας ίσως να συντέλεσε σ' αυτό και το πως τώρα θα έκανα ένα μακρύ σχετικά ταξίδι με το λεωφορείο και αυτό ίσως να με γύρισε πίσω στα υπεραστικά λεωφορεία, όπου το εισιτήριο κόβεται κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ίσως ακόμα να έφταιγε το γεγονός πως ένα μεγάλο κομμάτι των λογισμών μου ήτανε κιόλας στην υπερατλαντική χώρα η οποία ήτανε και ο προορισμός του ταξιδιού μου αυτού, μην αφήνοντας περιθώριο για ντόπιες υποχρεώσεις. Και καθώς οι πριν από το ταξίδι φροντίδες μου είχανε τελειώσει, τώρα ήτανε η σειρά του αυτοκινήτου αυτού να φροντίσει για τη μεταφορά μου στο αεροδρόμιο και του αεροπλάνου να με πάει στη χώρα του
προορισμού μου, προτού άλλες έγνιες καταλάβουν τη σκέψη μου.
Έτσι ή αλλιώς όμως δεν είχα ακυρώσει το εισιτήριό μου.
Και είχα αφεθεί αμέριμνος στην πρωινή ώρα, με to νου μου πότε να πετάει
μακριά στην χώρα που πήγαινα, ττότε να ασχολείται με το να προσπαθεί να
καταλάβει τι έγνοιες είχε στο κεφάλι του μέσα καθένας από τους επιβάτες του
λεωφορείου ή και να χαζεύει τα μακρινά φώτα που έφευγαν αργά μέσα στο
λυκαυγές, σαν κουρασμένα τραίνα
Έτσι όπως καθόμουν, με την πλάτη μου γυρισμένη προς τον οδηγό, δεν έβλεπα
ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει στο και από το λεωφορείο. Όταν όμως το
λεωφορείο ξεκίνησε πάλι μετά την πρώτη του στάση, μια κομψή γυναικεία
σιλουέτα με προσπέρασε και προσπαθώντας να πατάει ανάμεσα στις
αποσκευές και όχι πάνω τους, έφτασε στο ακυρωτικό μηχάνημα και ακύρωσε το εισιτήριό της.
Φορούσε παντελόνι και μπουφάν και τα πλούσια καστανά μαλλιά της ήτανε
δεμένα με μιαν απλή κορδέλα πίσω.
Ένα κύμα χάρης με χάιδεψε καθώς η γυναίκα περνούσε.
Αν και το μπρος μέρος του κορμιού αυτού ήτανε ίδια χαριτωμένο όπως και το πίσω, τότε θα γινόμουν μάρτυρας μιας ακόμα εύνοιας της τύχης μου σήμερα.
Και αλήθεια, αυτό που αποκαλύφτηκε όταν η γυναίκα έστρεψε, ήταν πολύ
καλλίτερο από ό,τι είχα δει κοιτάζοντάς την όταν πήγαινε προς το
μηχάνημα. Η θωριά του μπροστινού μέρους του σώματός της ήταν τόσο
γλυκιά, ευφρόσυνη και δροσερή και. τόσο ελκυστικότερη από τη θέα του
πίσω, όσο τερπνότερο είναι το φως του φεγγαριού από τις σκιες που πέφτουν
πάνω στους τοίχους από τις αχτίδες του. Πρόσωπο λευκό καθάριο, μάτια
γαλάζια ολόλαμπρα, χείλη λεπτά και καλογραμμένα που δίνανε στο στόμα μιαν έκφραση απέριττης σοβαρότητας, δυο μικρά αυτάκια, τα ζυγωματικά να
προέχουν ελαφρά σαν δυο στήθη πάνω σε άσπιλο κορμί και ο λαιμός μια
γέφυρα τόσο ελκυστική, που αν κι ένωνε δύο τοπία υπέροχα, όμως επάνω της
ήταν ικανή να κρατήσει το βλέμμα για πάντα.
Και βέβαια είναι τερπνή χαρά να βλέπεις μια τέτοιαν οπτασία πρωί πρωί. Για τύχη
μου όμως δεν λογαριάζω αυτό, αλλά ό,τι επακολούθησε.
Όταν η ωραία γυναίκα έστρεψε για να γυρίσει στη θέση της μετά την ακύρωση
του εισιτηρίου, αποκαλύπτοντάς μου σε όλο το μεγαλείο της την ομορφιά
της και ενώ εγώ ήμουν δοσμένος στην απόλαυσή του, τότε μόνο
συνειδητοποίησα γιατί η όμορφη γυναίκα έκανε αυτό τον μικρόν ανώμαλο
δρόμο μέσα στο λεωφορείο και τότε θυμήθηκα ότι εγώ δεν είχα ακυρώσει το
εισιτήριό μου.
Η γνώση αυτή έφερε στην επιφάνεια της σκέψης μου μιαν ενοχή συνοδευμένη
από όλες εκείνες τις τιμωρίες που η βία του Κράτους μηχανεύεται για να
κρατάει δέσμιους και υποχείρια των ορέξεων των κρατούντων τους υπηκόους του. Τότε η μικρή αυτή αφηρημάδα μου πήρε εγκληματικές διαστάσεις και, βοηθούμενη από το γεγονός ότι αυτή αποκαλύφτηκε τόσο ξαφνικά, για μια στιγμή
είδα τον εαυτό μου δέσμιον στη χειρότερη φυλακή, κάτι που επιεικώς μου επιδαψιλεύτηκε από στυγνούς δικαστές αντί της θανατικής ποινής.
Για μια στιγμή τα συναισθήματα αυτά κάλυψαν την παραδείσια μακαριότητα
στην οποία με είχε οδηγήσει η θέα της ωραίας γυναίκας, που ακόμα δεν είχε
προλάβει να κάνει ούτε το πρώτο βήμα της αντίθετης πορείας που θα την
οδηγούσε μακριά από το ακυρωτικό μηχάνημα, αλλά και από όλον εκείνον τον εσμό των ετερόκλητων αντικειμένων που κείτονταν στο πάτωμα του
αυτοκινήτου. Για μια στιγμή ο θαυμασμός και η απόλαυση βρέθηκαν να συνυπάρχουν πάνω στο πρόσωπό μου με το ξάφνιασμα, την ενοχή και την
αγωνία-μ' ένα λόγο με τον πανικό.
Και πάνω στην ώρα εκείνη ακριβώς, το βλέμμα της ωραίας γυναίκας διασταυρώθηκε με το δικό μου.
Ίσως από το κοίταγμα εκείνο, ίσως πάλι γιατί η λογική αστραπιαία δούλεψε και αποφάσισε πως η πραγματικότητα μιας πιθανής ποινής μου για την παράλειψη της ακύρωσης του εισιτηρίου ήτανε πολύ λιγότερο τρομερή απ' όσο η φαντασία την είχε παραστήσει, πάντως το γεγονός της μη ακύρωσης του εισιτηρίου μου πήρε τις φυσιολογικές του διαστάσεις, και ο θαυμασμός μου για την αιθέρια ύπαρξη πάλι επικράτησε, αφήνοντας μόνο φανερή σε μια γωνιά τη μέριμνα για την κάλυψη και της πρακτικής ανάγκης, της ακύρωσης δηλαδή του εισιτηρίου.
Θα ήθελα πολύ να ζητήσω από την ωραία γυναίκα, μιας και ήταν εκεί κοντά, όπου εγώ για να πάω θα χρειαζόταν να πραγματοποιήσω ένα μικρόν ακροβατικό άθλο, να με βοηθήσει, κάνοντας εκείνη για μένα τη δουλειά που έπρεπε να είχα κάνει εγώ. Αλλά δίστασα να το κάνω: πώς θα μπορούσε να έβλεπα ξάφνω την θεσπέσια αιτία του ανθίσματος των τόσων μου συναισθημάτων και επιθυμιών, σαν τον διαπεραιωτή μιας τόσο πεζής υποχρέωσης; Ύστερα και αν ακόμα αυτό θα μπορούσα να το κάνω, πάλι θα έπρεπε να έβρισκα μια δικαιολογία για την παράλειψη της εκτέλεσης του καθήκοντός μου αυτού και αυτή η δικαιολογία θα έπρεπε να είναι η αληθινή' και η αληθινή δικαιολογία δεν ήταν άλλη παρά πως είμαι ξεχασιάρης, ή αφηρημένος, ή, το χειρότερο, αδιάφορος για τις υποχρεώσεις μου. Μα ποιος θα συστηνόταν σε μιαν ωραία γυναίκα με τέτοιο όνομα και επίθετο; Αλλά και ό,τι κι αν χρησιμοποιούσα σαν δικαιολογία, θα έπρεπε να το εκφράσω με λόγια. Και υπήρχαν πολλοί τρόποι για να αρχίσει κανείς τη δικαιολογία αυτήν-ποιον θα διάλεγα, ώστε να φανώ ότι ξέρω να εκφράζω τουλάχιστον τις ιδέες μου, πολύ περισσότερο που αυτές-αν αυτό τό αγνοούσα για μια στιγμή-με είχαν φέρει στη θέση να πρέπει τώρα να απολογηθώ; Ή μήπως να μην απολογηθώ καλλίτερα-πώς θα ζητούσα από μιαν ωραία γυναίκα να με βοηθήσει σε κάτι, τη στιγμή που οι ωραίες γυναίκες είναι εκείνες που έχουν από τη φύση το δικαίωμα να ζητούν από τους άντρες να κάνουν κάτι γι αυτές; Μετά, αν μιλούσα στην ωραία γυναίκα, ο πρώτος λόγος μου δεν θα έπρεπε να είναι η προσφορά σ' αυτήν της θέσης μου; Και αν της πρόσφερα τη θέση μου, πώς θα εκλαμβανόταν αυτό και από την ίδια, αλλά και από τους άλλους επιβάτες του λεωφορείου-ένας ηλικιωμένος να προσφέρει τη θέση του σε μια νέα κυρία, κάτω από τέτοιες μάλιστα συνθήκες, που για να υλοποιηθεί η προσφορά αυτή θα έπρεπε τόσα εμπόδια να υπερπηδηθοϋν και άλλοι τόσοι επιβάτες να ενοχληθούν, κάνοντας στην πράξη μεγαλύτερη ζημιά από όσην θα είχε ωφελιμότητα για την κυρία;
Αλλά και κάτι άλλο είναι που με απότρεπε από του να μιλήσω στην ωραία γυναίκα του πρωινού εκείνου. Και αυτό ήταν πως η γυναίκα αυτή ήταν ξένη. Όλα το φώναζαν επάνω της. To ντύσιμο, η χάρη, το γελαστό πρόσωπο και κυρίως το αλάνθαστο σημάδι-ένας αέρας ελευθερίας-όχι αγερωχότητας ή περιφρόνησης για τους γύρω, αλλά μιας φωτισμένης ανεξαρτησίας, μιας ανεξαρτησίας που είναι τόσο αληθινή και φυσική και σίγουρη, ώστε να αγκαλιάζει το σύμπαν με αγάπη και τους ανθρώπους με ευπροσηγορία αβίαστη και με ενδιαφέρον ανυστερόβουλο.
Και αν και το πιθανότερο ήταν να κατάγεται από χώρα της οποίας τη γλώσσα εγνώριζα, μα δε θα διακινδύνευα απευθύνοντάς της το λόγο, αν δεν είχα μαντέψει σωστά να κάνω τα πράγματα χειρότερα από ό,τι ως τότε ήταν;
Με λίγα λόγια, δεν γινότανε να ζητήσω τη χάρη αυτή από την ωραία γυναίκα.
Από την άλλη πάλι το εισιτήριο έπρεπε να ακυρωθεί. Το λεωφορείο έτρεχε μέσα στη νύχτα και κανένας ελεγκτής δεν θα έδινε σε κανέναν το δικαίωμα να μεταφερθεί από την πόλη στο αεροδρόμιο χωρίς να έχει πληρώσει γι αυτό. Και η απόδειξη πως έχει πληρώσει θα ήταν ένα ακυρωμένο εισιτήριο. Μέσα στην ένταση τέτοιων στιγμών και τέτοιων σκέψεων, αναμέτρησα την απόσταση από τη θέση μου ως το ακυρωτικό μηχάνημα και μαζί έκανα μια κίνηση να σηκωθώ, που περισσότερο όμως ήταν μια υποδήλωση της σκέψης μου να σηκωθώ και λιγότερο μια πραγματική προσπάθεια έγερσης, αφού την ίδια ώρα αναγνώριζα το δύσκολο του εγχειρήματος, τη στιγμή που ακόμα ο μοναδικός δρόμος προς το μηχάνημα ήτανε τα μόλις πριν λίγο δημιουργημένα μικρά κενά δαπέδου ανάμεσα στις αποσκευές, που είχαν με κόπο και υπολογισμό ανοιχτεί από την ωραία γυναίκα καθώς αυτή επήγαινε προς το μηχάνημα και που ακόμα δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για τον γυρισμό της στη θέση της. Και σίγουρα θα επέστρεφε από όπου είχε ξεκινήσει, δηλαδή κοντά στον οδηγό, όπου λίγος χώρος ήταν ακόμα γύρω του κενός για να στέκονται οι κάθε φορά νέοι επιβάτες χωρίς να εμποδίζουν το ανοιγόκλεισμα της πόρτας και χωρίς να χρειαστεί να πατήσουν πάνω στις αποσκευές. Όλα τούτα πέρασαν από το μυαλό μου σε τόσο μικρό διάστημα χρόνου, ώστε ακόμα η ωραία γυναίκα βρισκότανε γυρισμένη προς τον οδηγό και έτοιμη να αρχίσει την οδύσσεια του γυρισμού της χωρίς να έχει κάνει ακόμα το πρώτο της βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Και εκεί πάνω, στρέφοντας το κεφάλι της προς το μέρος μου, η ματιά της έπεσε πάνω μου.
Πρέπει να είδε όλη την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν και να διάβασε όλες τις σκέψεις μου. Πρέπει να ξεχώρισε στο πρόσωπό μου την έκφραση μιας μικρής ενοχής για την παράλειψή μου, μιας μικρής αγωνίας για τον τρόπο της θεραπείας της παράλειψης αυτής, μια μικρή αδημονία, μια μικρή απελπισία' και πρέπει να τα είδε όλα αυτά ποτισμένα από την ονειρική μαγεία που η γοητεία της είχε πλέξει γύρω μου.
Όμως αυτά που είδε δεν επηρέασαν καθόλου τη στάση της απέναντί μου. Οι ωραίες γυναίκες δεν έχουν να σκεφτούν ή να κοπιάσουν με σκέψεις περίπλοκες και αλληλοσυγκρουόμενες ώσπου να πάρουν μιαν απόφαση πριν κάνουν κάτι. Οι ωραίες γυναίκες όπως είναι ωραίες, έτσι και όλα τα κάνουν ωραία. Έτσι κι αυτή, στάθηκε λίγο όταν αvτικρίστηκαv τα βλέμματά μας, με κοίταξε χαμογελώντας μου ενθαρρυντικά και αμίλητα μου έτεινε το χέρι της περιμένοντας να της δώσω το εισιτήριό μου. Πράγμα που με βιασύνη έκανα, ώστε την άλλη στιγμή το εισιτήριο βρισκόταν στα χέρια μου ακυρωμένο. Ύστερα εκείνη πήγε στη θέση της και εγώ έμεινα στη δική μου μέχρι που φτάσαμε στο αεροδρόμιο.
Μερικοί ξένοι από εκείνους που έρχονται στην Ελλάδα για διακοπές, πηγαίνουν με λεωφορείο στo αεροδρόμιο όταν θέλουν να φύγουν από
αυτήν. Και ευτυχώς. Γιατί έτσι μου δόθηκε η χαρά να είναι ξένοι οι δύο συνεπιβάτες μου του πρωινού εκείνου, με τους οποίους με έφερε σε επαφή η μοίρα.
Και να είναι ξένοι σημαίνει να είναι πολιτισμένοι. Αλλιώς η γυναίκα που μπήκε στο λεωφορείο στην πρώτη στάση και που πήγε να ακυρώσει το εισιτήριό της, θα είχε μιαν αγουροξυπνημένη και τσιμπλιασμένη φάτσα, θα είχε στο πρόσωπο μιαν έκφραση απέχθειας για όλη την ανθρωπότητα και αν, όταν ακύρωνε το εισιτήριό της, η ματιά της έπεφτε πάνω μου, θα με κοίταζε με θυμό που είχα το θράσος να έχω στραμμένο το βλέμμα μου προς το μέρος της και ούτε σαν σκέψη δεν θα περνούσε από το μυαλό της να ακυρώσει το εισιτήριό μου. Το φοβερό με αυτό θα ήτανε όχι πως θα χρειαζότανε να σηκωθώ και να κάνω μόνος μου την ακύρωση του εισιτηρίου-αυτό θα ήτανε το λιγότερο-,αλλά πως και κείνη η μέρα θα κυλούσε όπως όλες στην Ελλάδα, δηλαδή γεμάτη με την αθλιότητα που η κακία και η ηλιθιότητα των ελλήνων ποτίζει τη ζωή εκείνων που, αν και δεν το αξίζουν, όμως έχουν την ατυχία να ζουν στην ίδια χώρα μ' αυτούς.
Ο πολιτισμός αρχίζει από το λεωφορείο που μεταφέρει τους επιβάτες στο αεροδρόμιο. Γιατί μέσα του μεταφέρει ανθρώπους από άλλες χώρες. Και παρατηρώντας τους ανθρώπους αυτούς βλέπεις δείγματα μιας άλλης
ζωής, ενός άλλου κόσμου, απείρως καλλίτερου από κείνον που αφήνεις σε λίγο, με τη βοήθεια των φτερών του αεροπλάνου. Και όταν το αεροπλάνο σηκωθεί, τότε, όσο διαρκεί το ταξίδι βρίσκεσαι μετέωρος ανάμεσα στην παλιανθρωπιά και στην καλοσύνη, στην αγυρτεία και στην τιμιότητα, στον σατραπισμό και στην ευπρέπεια, στην ανευθυνότητα και στην υπευθυνότητα, στην παραφροσύνη και στη φρονιμάδα, στον εγωισμό και στον αλτρουισμό, στην οίηση και στην ταπεινοφροσύνη, στην αξιοπρέπεια και στην δουλικότητα, στην τσαπατσουλιά και στην τάξη, στην υστεροβουλία και στην ανυστεροβουλία, στα στριγκλίσματα και στην ήρεμη αντιμετώπιση των καταστάσεων, στην επίδειξη και στη σεμνότητα, στην ευγένεια και στην αγένεια, στη βία και στην πειθώ, στην τεμπελιά και στην εργατικότητα, στο φθόνο και στην άμιλλα, στην ασχήμια και στην ομορφιά, στην παρανομία και στη νομιμότητα, στη μοιρολατρία και στην χειραγώγηση της μοίρας, στο μέσον και στην αξιοκρατία, στην αμετροέπεια και στη λακωνικότητα, στη γυφτιά και στη νοικοκυροσύνη, στην αδηφαγία και στην λιτή δίαιτα, στην αδαημοσύνη και στη γνώση, στο τραγελαφικό και στο φυσικό, στην αφιλοκαλία και στην καλαισθησία, στην ασυδοσία και στην ελευθερία, στην ασυλλογισιά και στην περίσκεψη, στην προχειρότητα και στον σχεδιασμό, στην αρλούμπα και στην κατανοητή έκφραση, στην αποχαύνωση και στην ενεργητικότητα, στην κακοήθεια και στην χρηστότητα, στην πνευματική αναπηρία και στην εξυπνάδα, στην απερισκεψία και στο στοχασμό, στην ανευλάβεια και στην ευλάβεια, στην αναρμοδιότητα και στην εξειδίκευση, στον αριβισμό και στην αξιοκρατία, στην αλλοπροσαλλοσύνη και στην ευστάθεια, στην αλητεία και στη σταθερότητα, στην αδικολαλιά και στον έπαινο, στη βρωμιά και στην καθαριότητα, στην κατασπατάληση και στην περισυλλογή, στην κατακραυγή και στη συγνώμη, στη διχογνωμία και στην ομόνοια, στη δυστροπία και στην καλογνωμιά, στην επιπολαιότητα και στο βάθος.
Και σε όποια χώρα και να σε αφήσει, ξέρεις ότι έφυγες από την απανθρωπιά και βρίσκεσαι σε τόπο όπου ζουν όντα πολιτισμένα-πραγματικοί άνθρωποι.
«Θερμή χειραψία Ομπάμα Τσίπρα.»
Λεζάντα
«Ας μην άλλαζες ρότα όπως σε διάταξα βρωμιάρη και σήμερα θα σου γίνονταν τα σαράντα»
«Ευχαριστώ σωτήρα μου. Ό,τι πεις»

*

Τσίπρας Κλίντον
«Η συμφωνία που υπογράψαμε ήταν δύσκολη απόφαση και ο ελληνικός λαός αναγνώρισε τη μάχη που δώσαμε για να μείνουμε στην Ε.Ε.»
«Σε κατανοώ φίλε μου. Κι εγώ τους έλεγα ότι δε γάμησα»

*

Τσίπρας Κλίντον
«Χρειάζεται να αγωνιστούμε για να αλλάξουμε την κατεύθυνση της Ευρώπης, γιατί η πολιτική της λιτότητας ήταν καταστροφική»
«Και αφού και η Ελλάδα είναι Ευρώπη, θα αλλάξει κι αυτή. Πονηρέ! Για έκπληξη το φυλάς και δεν το λες και στους έλληνες να χαρούνε;»

*

Τσίπρας Κλίντον
«Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο δώρο της Ελλάδας στον κόσμο είναι η δημοκρατία και τόνισε ότι θα ήθελε «να δοθεί ξανά αυτό το δώρο από τη χώρα μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
«Σε παρακαλώ θερμά φίλε μου-μου επιτρέπεις να σε αποκαλώ φίλο μου- μη τη δώσεις όλη στην Ευρώπη, φύλα και για μας λίγη δημοκρατία να δούμε θεού πρόσωπο»

*

Τσίπρας στη Νέα Υόρκη
Αφού διασκέδασε τους αμερικανούς, ξανάρχεται στους κάφρους που τον ψήφισαν να τους «κυβερνήσει».

*

Συνεχίζει τις επαφές του ο Αλέξης Τσίπρας στη Νέα Υόρκη
Το ορθό: Συνεχίζονται οι φάπες του Αλέξη Τσίπρα στη Νέα Υόρκη.

*

Καμμένος
«Έχουμε χρέος να παλέψουμε όλοι μαζί για να αποτελειώσουμε την πατρίδα μας»

*

Συνεργασία Παπαγγελόπουλου - Κουίκ κατά της διαφθοράς
Κουίκ: Τα καθάρματα, τους αλήτες, τα αποβράσματα τους κουκουλοφόρους μην ξεχάσετε κύριε υπουργέ.

*

Ντόρα:
«Η απάντηση της Ε.Ε. στην προσφυγική κρίση πρέπει να είναι σαρωτική»
Συνέχεια: Και αν θέλει βοήθεια από την Ελλάδα θα την έχει: εμείς-πάντα πρωτοπόροι- πρωτοεφαρμόσαμε τη σκούπα στην Ευρώπη γι αυτά τα σκουπίδια.

*


Ν.Δ.: Θλιβερό να μιλά ο πρωθυπουργός και να γελά το ακροατήριο
Σπουδαίο το πράγμα. Έχει γελάσει το παρδαλό κατσίκι, σε ένα ακροατήριο κολλήσαμε;

*

ΚΚΕ: «Απαγορευμένο είδος» οι διακοπές λόγω αύξησης του ΦΠΑ
Μας δουλεύεις ρε Κουτσούμπα; Και χωρίς αυξημένο ΦΠΑ είχαμε δει διακοπές;

*

Στη Μητροπόλεως η έδρα της Ζωής...
Έχει εκεί την έδρα της η Αιώνια Ζωή, ας πάει και η θνητή.

*

ΝΔ: Ποιος θα πάρει το δαχτυλίδι;
Μην ακούσει ο Γιωργάκης ότι υπάρχει δαχτυλίδι για δόσιμο και τρέξει.

*

Συνάντηση Φίλη - Ιερώνυμου για το θέμα των Θρησκευτικών
Αυτά τά ’χουν συζητήσει κι άλλοι. Μία από τα ίδια.

*

Το απόγευμα η τριμερής των ΥΠΕΞ Κύπρου - Ελλάδας - Αιγύπτου
Το σωστό: Το απόγευμα η διμερής των ΥΠΕΞ Κύπρου-Αιγύπτου.

*
Στη Θεσσαλονίκη την Τετάρτη ο Θεοδωράκης , σχεδιάζοντας ένα άλλο αστικό μέλλον»...
Η αλεπού δε χώραγε στην τρύπα της…

*

«Έντονη κριτική στην εμφάνιση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα κατά τη συζήτηση με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον άσκησε ο πρόεδρος της Ν.Δ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης, σημειώνοντας ότι «όταν προσέρχεσαι να λάβεις μέρος σε διάλογο με τόσο μεγάλο ακροατήριο και εκπροσωπείς τη χώρα, οφείλεις να είσαι άρτια προετοιμασμένος και δεν είναι κακό να έχεις και μεταφραστή».

Όπως είπε, η σιγουριά που αισθάνεται κανείς σε επίπεδο αλαζονείας, δεν τον αφήνει να δει τις αδυναμίες του και αντί για σιγουριά εκπέμπει αμηχανία και δεν τιμά τη χώρα.

«Φαίνεται ότι έτσι πήγε και στις διαπραγματεύσεις που κράτησαν τόσες ώρες, ο κ. Τσίπρας, απροετοίμαστος», πρόσθεσε, λέγοντας πάντως ότι «έχει περιθώρια βελτίωσης».
Μειμαράκη, δεν λέγονται έτσι χαμηλόφωνα αυτά.
Έπρεπε να βγεις στην πιάτσα να σε ακούσει ο «λαός»-φηφοφόρος του, που μόνο τη γλώσσα της μαγκιάς του αφεντικού του καταλαβαίνει και να πεις:» Ρε γαμημένο κολόπαιδο πώς μας ξεφτιλίζεις έτσι; Κατέβα απ’ το καλάμι ρε καθίκι και κοίτα τα πράγματα όπως είναι. Και μην ξαναπείς πως διαπραγματεύτηκες αλητάμπουρα. Πες ότι ώσπου να καταλάβεις μια πρόταση στα αγγλικά ήθελες μια μέρα.»

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
(μέρος δεύτερο)

ΚΡΙΣ
Να...απόψε, περνώντας από την οδό Ουρανίου Τόξου είδα μια κοπέλα να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως ήταν...νόμισα πως ήταν...συγχωρείστε με πάτερ...νόμισα πως ήταν κοινή, την πλησίασα και της πρότεινα…

ΠΑΠΑΣ
Εσύ ήσουνα λοιπόν; Αυτή ήτανε η ανεψιά μου.

ΚΡΙΣ
Ω!

ΛΑΪΚΟΣ
Για κοίτα!..Καλά και γιατί ήρθες εδώ; Και πώς μας βρήκες;

ΚΡΙΣ
Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ότι δηλαδή η κοπέλα αυτή δεν ήταν εκείνο που νόμισα αλλά μια καθώς πρέπει κοπέλα, ένιωσα τόσο άσχημα όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχόμουν ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.

ΠΑΠΑ Σ
Κολοκύθια. Αυτά συμβαίνουν αγαπητέ μου. Συχωρεμένος.

ΚΡΙΣ
Όμως η γη δε με κατάπιε και παρόλη τη φοβερή κατάστασή μου
παρακολούθησα την. ..ανεψιά σας από μακριά, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Την είδα που μπήκε εδώ μέσα. Τότε κατάλαβα γιατί την πήρα από πίσω. Γιατί θέλω να της ζητήσω να με συγχωρήσει. Χωρίς τη συγνώμη της θα ζήσω δυστυχισμένος.

ΠΑΠΑΣ
Αυτός έκανε για παπάς. Όχι εγώ. Δεν πίνει κιόλας. Αγαπητέ μου είσαι
συχωρεμένος.

ΛΑΪΚΟΣ
Φίλε μου. έπρεπε να το 'χεις ξεχάσει την ίδια στιγμή το πράγμα.
(Στον παπά)
Νεανικές υπερβολές..

ΚΡΙΣ
Δε θα ησυχάσω αν δε ζητήσω συγνώμη από την ίδια την ανεψιά σας. Αν
δεχτεί να με ακούσει..

ΠΑΠΑΣ
Θα δεχτεί, θα δεχτεί.

ΚΡΙΣ
Παρακαλώ μπορείτε να τη φωνάξετε;

ΠΑΠΑΣ
(δυνατά)
Λέσλυ!
(Μπαίνει η Λέσλυ)
Ο κύριος θέλει να σου ζητήσει συγνώμη.

ΛΕΣΛΥ
Εσείς; Πώς τολμήσατε; Βγείτε αμέσως από αυτό το σπίτι!

ΛΑΪΚΟΣ
Στάσου Λέσλυ. Ο άνθρωπος ήρθε να σου ζητήσει συγνώμη. Τίποτε άλλο. Υποφέρει και βασανίζεται για την προσβολή που σου έκανε και θέλει να επανορθώσει. Θα ησυχάσει μόνο αν τον συγχωρήσεις.

ΚΟΙΣ
(Σκύβει το κεφάλι)
Σας παρακαλώ…δεν τολμώ ούτε να σας αντικρύσω...ήτανε μια φοβερή εμπειρία για μένα. Ήτανε σκοτάδι. Αν σας διέκρινα καλλίτερα δε θα τολμούσα να κάνω αυτό που έκανα. Θα 'βλεπα αμέσως πως έχω να κάνω με μια καθώς πρέπει
δεσποινίδα. Συγχωρείστε με.

ΠΑΠΑΣ
Συχώρα τον κούκλα μου που να πάρει ο διάολος..

ΛΕΣΛΥ
Θείε!..

ΠΑΠΑΣ
Συγνώμη…Συχώρα τον παιδί μου να πάει στην ευχή του θεού ο άνθρωπος.

ΚΡΙΣ
(Σηκώνει το κεφάλι)
Δε σας κρύβω πως αν ήσασταν μια οποιαδήποτε κοπέλα, δε θα αισθανόμουν τόσο άσχημα. Ούτε ίσως να ένιωθα την ανάγκη να σας ζητήσω μα με
συγχωρήσετε. Όταν όμως σας είδα καλλίτερα, όταν σας πλησίασα και αφού
είχα πει κιόλας ό,τι είχα πει, τότε μόνο είδα. Ένα πρωτοφανέρωτο όραμα
παρουσιάστηκε μπροστά μου. Τα μάτια σας, μ' όλη την προσβολή που τους είχα κάνει, και όταν ακόμα με κοίταζαν με οργή και μίσος, πάλι μέσα τους είχανε μιαν απέραντη γλύκα και πάλι ακτινοβολούσαν αθωότητα. Η έκπληξή σας όταν καταλάβατε τι γύρευα από σας, ω! δεν ξέρετε πόσο σας έδειξε σεμνή! Και ποιος μπορεί ατιμώρητα να θίξει τη σεμνότητα; Γι αυτό και τιμωρούμαι τώρα. Σας παρακαλώ πέστε μου ότι με συγχωρείτε και θα φύγω αμέσως ύστερα.

ΠΑΠΑΣ
Κόρη μου, μόνο που άκουσες τέτοια λόγια, αξίζει ο ευγενικός αυτός νέος τρεις συγνώμες.

ΛΑΪΚΟΣ
Συγχωρείστε τον τον καημένο.

ΠΑΠΑΣ
(σιγά στο Λαϊκο)
Θέλει ν΄ακούσει κι άλλα…

ΚΡΙΣ
Έχω δει πολλές γυναίκες. Έχω πλησιάσει πολλές. Μάλλον εκείνες με έχουν
πλησιάσει. Τα λεφτά βλέπετε έλκουν τις ασήμαντες γυναίκες. Όμως τέτοιαν (χαμηλώνει τα μάτια του)
αγγελική ομορφιά σε γυναίκα δεν έχω ξαναδεί.

ΠΑΠΑΣ
Είναι ανεψιά μου τέκνον μου..

ΚΡΙΣ
Ω! Αν δεν είχατε αυτό το αγγελικό πάνω σας τότε δε θα 'ρχόμουν να σας
ζητήσω συγνώμη. Κι ούτε θα περίμενα να μου δίνατε. Τώρα όμως έχω ελπίδες. Σας υπόσχομαι πως αμέσως μετά θα φύγω και δε θα με ξαναδείτε ποτέ πια. Μια λέξη σας μόνο. Χωρίς αυτήν δε θα μπορέσω να ζήσω.

ΠΑΠΑΣ
(Στο Λαϊκό)
Αυτός το 'χει πάρει πολύ στα σοβαρά το ζήτημα μου φαίνεται.
(Στον ρις)
Ένα λάθος έκανες παιδί μου, δεν είναι και για θάνατο.

ΛΑΪΚΟΣ
(Στη Λέσλυ)
Εγώ βέβαια δεν είμαι θείος σου, όμως έχω κι εγώ ένα λόγο σαν φίλος εδώ
μέσα. Κι έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με το θείο σου. Έχεις μπροστά σου έναν
άνθρωπο που σπαράζει από τον πόνο-πόνο που μόνο συ μπορείς να του
ανακουφίσεις. Λάθη που συμβαίνουν. Όσο κι αν πληγώθηκες, πρέπει να
γιατρευτείς όταν βλέπεις έναν άντρα να σε παρακαλεί θερμά.

ΠΑΠΑΣ
Μάλιστα έναν άντρα νέον, όμορφο και πλούσιο...

ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
(Στον Κρις)
Σας παρακαλώ, δε θέλω να σας βλέπω έτσι. Σηκώστε το κεφάλι σας. Με
πληγώσατε έτσι κι αλλιώς. Όμως καταλαβαίνω τα ελαφρυντικά σας. Δε ζω
στον Άρη. Ξέρω πως όλα μπορούν να συμβούν. Έγινε πράγματι ένα λάθος...Σας συγχωρώ.

ΚΡΙΣ
Ω! Σας ευχαριστώ!
(Πετιέται από την καρέκλα του και κάνει ν' αγκαλιάσει τη Λέσλυ. Τέλος
της φιλεί το χέρι)
Σας ευχαριστώ. Είστε πραγματικά ένας άγγελος.
(Φιλάει τον παπά και το Λαϊκό)
Σας ευχαριστώ και σας. Σας ευχαριστώ.

ΠΑΠΑΣ
Που να φανταζόσουν πως αντί να φιλήσεις τη Λέσλυ θα φίλαγες την ίδια μέρα το θείο της..

ΚΡΙΣ
Πάτερ με κάνετε και ντρέπομαι.

ΠΑΠΑΣ
Έλα τώρα…όταν ρώταγες την ταρίφα δεν ντρεπόσουν;

ΚΡΙΣ
Πάτερ, ντρέπεται κανείς όταν κάνει κάτι ανάρμοστο. Δεν είναι ανάρμοστο να μιλάει έτσι κανείς σε μια κοινή γυναίκα. Όμως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει να μιλήσει κανείς άπρεπα σε μια καθώε πρέπει γυναίκα.
(Σηκώνεται)
Όμως να φεύγω…και πάλι σας ευχαριστώ δεσποινίς.

ΛΕΣΛΥ
Κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Γίναν όλα τόσο γρήγορα..Ο άνθρωπος που τόσο μ πρόσβαλε να μιλάει φιλικά μαζί μου μετά από λίγην ώρα. Κι ούτε θα περίμενα να πω ποτέ σε σας αυτό που θα σας πω τώρα. Όμως δε θα θέλατε ένα αναψυκτικό μιας και μπήκατε στο σπίτι μας και πια δεν είστε εχθρός μου;

ΚΡΙΣ
Ένα αναψυκτικό ευχαρίστως θα το πάρω.
(Βγαίνει η Λέσλυ)

ΛΑΙΚΟΣ
Κάθισε κύριε...δεν ξέρουμε και τ' όνομά σας…

ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Μα δεν μπορούσα να σας πω τ' όνομά μου όταν ήρθα. Το 'χα ντροπιάσει τόσο…Κρις. Κρις Φόλγκερ.

ΠΑΠΑΣ
Καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη των πολυκαταστημάτων Φόλγκερ;

ΚΡΙΣ
Πατέρας μου. Και από πέρυσι είμαι συνιδιοκτήτης.

ΠΑΠΑΣ
Ω!
(Μπαίνει η Λέσλυ με το ποτό)

ΛΕΣΛΥ
Ορίστε!

ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ. Στην υγειά σας.
(Πίνει, Στη Λέσλυ)
Τώρα, αφού με συχωρέσατε, θα σας πω κι εγώ κάτι που δε θα τολμούσα να το ξεστομίσω πριν από λίγα λεφτά. Αν δεν έχετε να κάνετε τίποτε καλλίτερο απόψε, τι θα λέγατε αν βγαίναμε να γιορτάσουμε την που τόσο παράξενα έγινε γνωριμία μας;

ΛΕΣΛΥ
Δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερο να κάνω. Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά θέλω να
βγω έξω μαζί σας.
(Γελώντας)
Θα το σκεφτώ όσο θα ντύνομαι.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)

ΛΑΪΚΟΣ
Τι χαζός που ήμουνα όταν ήμουν νέος! Τώρα ξέρω τι έπρεπε να κάνω για ν' αποκτήσω φιλενάδα. Να της μιλήσω σαν να ήταν πόρνη και μετά να της ζητήσω
συγνώμη.

ΚΡΙΣ
Δεν έγινε ακόμα φιλενάδα μου.

ΠΑΠΑΣ
Θα γίνει αγαπητέ μου. Την ξέρω την ανεψιά μου όταν της αρέσει κάποιος. Μην της πεις ότι σου είπα κάτι τέτοιο γιατί δε θα μου μιλάει για εβδομάδες.

ΛΑΪΚΟΣ
Σκέφτομαι πόσο παράξενοι είναι οι άνθρωποι. Πόσο περιπλέκουν τα
πράγματα. Θα μπορούσε η Λέσλυ να σου έλεγε ναι την ίδια εκείνη στιγμή και να μη χρειαζόνταν να παιχτεί όλη αυτή η κωμωδία για να καταλήξει στο ίδιο
αποτέλεσμα.

ΠΑΠΑΣ
Αγαπητέ μου πόσο δεν ξέρεις τον κόσμο! Ο κόσμος ζητάει να έβρει κάτι για να περάσει τον καιρό του ώσπου να έρθει η ώρα να πάει εκεί που δεν υπάρχει καιρός. Στο είπα και πριν για την εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ,το ίδιο παντού. Σκέψου. Αν τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα θέλεις, τότ ε μια ερώτηση και μια απάντηση θα έφτανε για να γίνει η σεξουαλική πράξη Μα τώρα κοίτα: προσβολή, μετάνοια, συγνώμη, τερτίπια, ραντεβού, ξανά ραντεβού, εστιατόρια, μοτέλς, ώρες, εβδομάδες, μήνες ολόκληροι για την απόκτηση και τη συντήρηση του θηλυκού. Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε η ζωή του ανθρώπου;

ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Σας είπα ποια είναι η δουλειά μου. Ξέρετε με ποιους δουλεύω; Με τις γυναίκες. Αυτές ντύνονται και στολίζονται στα μαγαζιά μου. Αυτές αγοράζουν ασταμάτητα πούδρες, αρώματα, κοσμήματα, ρούχα, παπούτσια, τσάντες και ό,τι άλλο φανταστείτε.
Αλλά και οι άντρες όταν ντύνονται και αγοράζουν κι αυτοί με τη σειρά τους ένα σωρό πράγματα γιατί το κάνουν; Για να τους προσέξουν οι γυναίκες. Η γυναίκα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας.

ΠΑΠΑΣ
Η γυναίκα…φορές φορές νομίζω ότι μας την έδωσε ο θεός για να γεμίζουμε τις ώρες της ζωής μας μ' αυτήν.

ΛΑΪΚΟΣ
Άραγε θα καταλάβουν ποτέ οι άνθρωποι ότι ο σκοπός της ζωής τους δεν είναι
να γεμίζουν το χρόνο τους;

ΠΑΠΑΣ
(Στον Κρις)
Μπράβο παιδί μου, με συμπλήρωσες. Για σκέψου Λαϊκέ! Αν ήτανε τα πράγματα
όπως τα 'θελες, τότε όλο κι όλο το νταραβέρι θα 'τανε τριάντα δολάρια ν' αλλάξουν χέρια. Ενώ τώρα έχουμε μιαν ανθούσα οικονομία χάρη στο σεξ.

ΛΑΪΚΟΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΠΑΠΑΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία;

ΠΑΠΑΣ και
ΛΑΪΚΟΣ
(ταυτόχρονα)

Και χάρη στη θρησκεία.

ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΛΑΪΚΟΣ
Μεγάλος καταφερτζής είσαι όμως Κρις. Ωραία το 'παιξες το παιχνίδι
σου. Όμορφα λόγια.

ΠΑΠΑΣ
Γι αυτό και την έριξε. Τα λόγια είναι το παν στη ζωή.

ΚΡΙΣ
Όχι κύριοι. Ό,τι και να 'λεγα θα 'πεφτε. Δεν είναι τα λόγια μα ο παράς που μετράει. Τον έχεις; Μετά λέγε ό,τι θέλεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Δε μου λες παιδί μου, πόσο πάει σήμερα η ταρίφα; Τριάντα δολλάρια;

ΚΡΙΣ
Όχι κύριε...

ΛΑΪΚΟΣ
..Λαϊκός

ΚΡΙΣ
Όχι κύριε Λαϊκέ. Τριάντα μπορεί να ήτανε στον καιρό σας. Τώρα έχουν
ακριβήνει όλα. Μιλάμε για ογδόντα δολάρια το λιγότερο. Και οι καλές φτάνουν τα διακόσα.

ΠΑΠΑΣ
Δηλαδή πόσα βγάζει μια κοινή γυναίκα το μήνα;

ΚΡΙΣ
Μια καλή με μέτρια απασχόληση φτάνει τα είκοσι χιλιάρικα.

ΠΑΠΑΣ
Τι μου λες! Κι εγώ βγάζω χίλια διακόσα το μήνα με το ζόρι. Και
ευχαριστιούνται κιόλας…

ΛΑΪΚΟΣ
Μπα. Μια στατιστική έδειξε πως μόνο το τρία τοις εκατό των κοινών γυναικών συμμετέχουν στην ευχαρίστηση που δίνουν.

ΚΡΙΣ
Και οι άλλες γυναίκες που δεν είναι του είδους τους, δεν διαφέρουν και πολύ σ' αυτό. Η συμμετοχή τους είναι είκοσι τοις εκατό. Αλλά ας μη συγκρίνουμε κυρίες με πόρνες.

ΠΑΠΑΣ
Άκου να σου πω παιδί μου. Ή είσαι μικρός και δεν ξέρεις, ή ξέρεις και δεν το λες από σεβασμό. Δεν υπάρχουν κυρίες και πόρνες. Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.

ΚΡΙΣ
Ω!

ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ μου ήπιες και δεν ξέρεις τι λες.

ΠΑΠΑΣ
Ξέρω και παραξέρω. Θα 'ρχότανε μαζί σου η ανεψιά μου νομίζεις αν δεν είχες λαφτά; Απλά, άλλες είναι μικρές και άλλες μεγάλες πόρνες. Άλλες
πουλιούνται για πενήντα δολάρια, άλλες για πενήντα εκατομμύρια δολάρια.

ΛΑΪΚΟΣ
Δεν μιλάει ο παπάς τώρα, μιλάει το κρασί.
(Μπαίνει η Λέσλυ έτοιμη για έξω)

ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν αγαπητέ μου όπως σου είπα. Η ανεψιά μου είναι μια μοναδική
κοπέλα. Φέρσου της λοιπόν όπως της αξίζει.

ΛΕΣΛΥ
Ο θείος μου αν και πιωμένος δεν ξεχνάει τα παινέματα.
(Στον Κρις)
Πηγα;ίνουμε;

ΚΡΙΣ
(σηκώνεται)
Πάμε!

ΛΕΣΛΥ
Γεια σου θείε μου.
(Τον φιλάει)
Γεια σας κύριε Λαϊκέ.

ΚΡΙΣ
Γεια σας πάτερ, γεια σας κύριε Λαϊκέ.
(Χειραψίες)

ΠΑΠΑΣ
Στο καλό παιδιά μου. Την ευλογία μου να 'χετε.

ΛΑΪΚΟΣ
Γεια σας. Χάρηκα πολύ κύριε Κρις.
(Βγαίνουν η Λέσλυ και ο Κρις)

ΠΑΠΑΣ
Δεν τον ρώτησα αν πηγαίνει στην εκκλησία. Βάλε ένα ποτηράκι.

ΑΥΛΑΙΑ

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
(μονόπρακτο)
(σε δύο μέρη)

Πρόσωπα
Παπάς, Λαϊκός, Λέσλυ, Κρις

Τόπος
Λος Άντζελες. Σπίτι του παπά.
Χρόνος
1995

Ο Παπάς και ο Λαϊκός κουβεντιάζουν έχοντας έρθει στο κέφι από το ποτό
που όμως εξακολουθούν και πίνουν.


ΛΑΪΚΟΣ
Εσείς δε λέτε πως είναι πανταχού παρών; Γιατί τότε να έρθω στην εκκλησία
αφού μπορώ να προσευχηθώ και στο σπίτι μου;

ΠΑΠΑΣ
Και τότε γιατί υπάρχουνε οι εκκλησίες; Για ομορφιά;

ΛΑΪΚΟΣ
Εσύ να μου απαντήσεις.

ΠΑΠΑΣ
Για να προσευχηθείς στο θεό μέσα στον οίκο
του. Κερί, λιβάνι, ψαλμωδίες, υποβλητικό περιβάλλον, δεν έχουνε μια ιερή
μεγαλοπρέπεια που να σε τραβάνε να την απολαύσεις;

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι.
(κερνάει)

ΠΑΠΑΣ
Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Πες κάτι άλλο. Και μη μου ξαναβάλεις να πιω-
κοντεύω να μεθύσω.
(πίνει και βάζει ποτό στο ποτήρι του)

ΛΑΪΚΟΣ
Τι κάνει η αδερφή σου:

ΠΑΠΑΣ
Δεν έλεγες κάτι πιο ευχάριστο αγαπητέ μου; Όλο γκρινιάζει. Ευτυχώς που
γυρίζει από δω και από κει με τις φιλανθρωπικές της οργανώσεις και
ησυχάζω.

ΛΑΪΚΟΣ
Και η Λέσλυ; Καλά είναι;

ΠΑΠΑΣ
Καλά. Πριν έρθεις έφυγε. Πάει σε μια φίλη της.

ΛΑΪΚΟΣ
(Πίνει, γεμίζει τα ποτήρια)
Δουλεύει ακόμα γραμματέας σε κείνη την εταιρεία;

ΠΑΠΑΣ
(Πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του. Ψευδίζοντας)
Ναι. Κι απ' ό,τι φαίνεται της αρέσει αυτή η δουλειά. Μη μου ξαναβάλεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Μέθυσες λιγάκι ή έτσι μου φαίνεται;

ΠΑΠΑΣ
Όχι! Μόνο στο κέφι ήρθα. Να, κοίτα!
(Σηκώνεται και περπατάει τρεκλίζοντας)
Θες να βάλω και το δάχτυλο στη μύτη μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Θα βγάλεις το μάτι σου και πώς θα διαβάζεις το ευαγγέλιο;

ΠΑΠΑΣ
Τι είπες;

ΛΑΪΚΟΣ
Είπα πως σε πιστεύω. Δε μέθυσες. Ήρθες μόνο στο κέφι.

ΠΑΠΑΣ
(τραυλίζοντας)
Στο κέφι ήρθα. Ναι. Ένας παπάς δε λέει ποτέ ψέματα.

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Μόνο που μπορεί από άγνοια να λέει ανακρίβειες.

ΠΑΠΑΣ
Tο Άγιο Πνεύμα φωτίζει το μυαλό μου και μιλάω πάντοτε σωστά. Μόνο που τώρα
παλεύουν μέσα μου δυο Πνεύματα: το Άγιο Πνεύμα και το Πνεύμα του κρασιού. Όταν επικρατήσει το ένα ή το άλλο θα μπορέσω να μιλήσω. Μίλα εσύ εν τω μεταξύ.

ΛΑΪΚΟΣ
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι πως οι εκκλησίες δε χρειάζονται. Τρώνε μόνο τα
Λεφτά του κόσμου. Μπορεί κανείς να προσευχηθεί οπουδήποτε.

ΠΑΠΑΣ
Άκου φίλε μου. Οι εκκλησίες χρειάζονται για πολλούς λόγους. Δύο ποτηράκια
ακόμα και θα σου τους πω.
(Γεμίζει τα ποτήρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει έξαλλη η Λέσλυ)

ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Τον αλήτη! Τον αχρείο! Τον πρόστυχο!

ΠΑΠΑΣ
Ε! Τι συμβαίνει κούκλα μου; Ποιόνε βρίζεις;

ΛΕΣΛΥ
Μήπως ξέρω;..Καλησπέρα κύριε Λαϊκέ.
(Στον παπά)
Θείε, πάλι πίνεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Kαλησπέρα Λέσλυ. Μα τι συμβαίνει; Γιατί τόσο εκνευρισμένη;

ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Το κτήνος! Εκνευρισμένη μόνο; Πληγωμένη! Εξευτελισμένη!

ΠΑΠΑΣ
Καλά. Μη μας λες αφού δε θέλεις.

ΛΕΣΛΥ
(Κάθεται)
Θα σας πω αλλά δε θα το πιστέψετε. Πρώτα όμως κοιτάξτε με καλά. Και σεις
κύριε Λαϊκέ και συ θείε.
(Την κοιτάζουν)
Κοιτάξτε με πολύ καλά.

ΠΑΠΑΣ
Έλα λοιπόν, σε κοιτάξαμε, τι συμβαίνει;

ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ μοιάζω για...

ΛΑΪΚΟΣ
Για;..Για τι;..

ΛΕΣΛΥ
Για..

ΠΑΠΑΣ
Για τι παιδί μου;

ΛΕΣΛΥ
Να! Μοιάζω για πόρνη;

ΠΑΠΑΣ
Με τι να μοιάζεις είπες;
(πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του)

ΛΕΣΛΥ
Μην πίνεις άλλο θείε.

ΠΑΠΑΣ
(πίνει)
Άσε το πιοτό. Με τι να μοιάζεις είπες;

ΛΕΣΛΥ
Με πόρνη θείε.

ΠΑΠΑΣ
Άλλο και τούτο. Πού σου 'ρθε;

ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ;...

ΛΑΪΚΟΣ

Μα τι λες τώρα Λέσλυ...τι ερώτηση...μα και βέβαια όχι. Πρέπει να στο πούμε; Μα γιατί ρωτάς;

ΛΕΣΛΥ
Είχα πάει στο σπίτι της Έϊμυ-μιας καλής μου φίλης-ο θείος την ξέρει. Φεύγοντας με πήγε ως πιο κάτω. Ξέχασε να μου δώσει ένα βιβλίο όμως και γύρισε πίσω να μου το φέρει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Κι όπως περίμενα, να 'σου και με πλησιάζει ένας. Και τι μου λέει;

ΛΑΪΚΟΣ
Τι σου λέει;

ΛΕΣΛΥ
Τι ρωτάνε οι άντρες μια πόρνη κύριε Λαϊκέ όταν θέλουν να πάνε μαζί της;

ΠΑΠΑΣ
Ανηψιά μου...
(στο Λαϊκό)
Αλήθεια τι λένε αγαπητέ μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Θες να πεις ότι σε πέρασε για πόρνη;

ΛΕΣΛΥ
Ακριβώς."Πόσο μωρό μου;" μου λέει. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήθελε να
πει. Νόμισα πως με ρωτάει για την ώρα."Έξη και δέκα" του λέω."Το ξέρω αυτό μωρό μου", μου λέει, "για την ταρίφα ρωτάω" .Έτσι το λένε κύριε Λαϊκέ;

ΛΑΪΚΟΣ
Έτσι. Λοιπόν;

ΛΕΣΛΥ
Τότε κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε."Χάσου από μπροστά μου παλιάνθρωπε!" του λέω. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος. Σήκωσα την τσάντα μου να τον χτυπήσω, μου ξέφυγε. Στο μεταξύ ήρθε η Έϊμυ. Εκείνος απομακρύνθηκε. Ακούτε εκεί; Να μου συμβεί αυτό εμένα…

ΠΑΠΑΣ
Ήτανε όμορφος;

ΛΕΣΛΥ
Θείε, τι σημασία έχει αυτό και το ρωτάς; Καλοφτιαγμένος φαινότανε.

ΛΑΪΚΟΣ
Φαινότανε πλούσιος;

ΛΕΣΛΥ
Μισοσκόταδο ήτανε. Ήτανε καλοντυμένος. Μα γιατί ρωτάτε; Τι σημασία έχει αν
ήτανε όμορφος ή πλούσιος;

ΠΑΠΑΣ
Έχεις δίκιο. Μα να σου γίνει παράδειγμα-ο κόσμος έχει χαλάσει.

ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ, αυτό γίνεται εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Ο κόσμος λοιπόν ήτανε
χαλασμένος πάντοτε. Άλλο θέλω να ρωτήσω όμως εγώ τη Λέσλυ. Σου άρεσε σαν
άντρας;

ΠΑΠΑΣ
Μας είπε, δε θέλει τέτοιες ερωτήσεις.

ΛΕΣΛΥ
Όχι,αφήστε τον θείε.Γιατί ρωτάτε κύριε Λαϊκέ;

ΛΑΪΚΟΣ
Γιατί αν σου άρεσε...να, σήμερα όλα είναι ελεύθερα. Καθένας ζει τη ζωή
του, ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.

ΛΕΣΛΥ
προσβλημένη)
Κύριε Λαϊκέ, θέλετε να πείτε πως θα μπορούσα...Α! Μα αυτό πάει πολύ. Έχετε πιει κι οι δυο σας πολύ. Και συ θείε συμφωνείς με τον κύριο Λαϊκό; Και μήπως θα 'θελες να 'φερνα και τα λεφτά στο σπίτι;
Πάω στο δωμάτιό μου. Το βράδυ θα βγω.

ΠΑΠΑΣ
Πού θα πας;

ΛΕΣΛΥ
Ύστερα απ' αυτά νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μ' ένα σοβαρό νέο. Θα πάω
στου Νικ.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)

ΠΑΠΑΣ
Εδώ που τα λέμε δε θα 'τανε άσχημη ιδέα να φέρει τα λεφτά
στο σπίτι. Πόσα λες να της έδινε;

ΛΑ:ΙΚΟΣ
Τριάντα δολάρια στο νερό.

ΠΑΠΑΣ
Δεν είναι άσχημα.

ΛΑΪΚΟΣ
Είναι πολύ στενοχωρημένη η Λέσλυ.

ΠΑΠΑΣ
Ουφ! Αύριο ούτε που θα το θυμάται.

ΛΑΙΚΟΣ
Είδες; Αυτός είναι ο κόσμος του χριστιανισμού κι ας έχει τόσες
εκκλησίες. Βλέπε τα.

ΠΑΠΑΣ
Στάσου. Τώρα νιώθω να μιλάει μέσα μου το πνεύμα του κρασιού. Άκου λοιπόν γιατί πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία και μη μου κάνεις εμένα τον έξυπνο επειδή είμαι παπάς και δεν μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Άσε το θεό και τις προσευχές στην πάντα. Άν δεν ερχόταν όμως ο κόσμος στην εκκλησία πώς θα έβγαζα εγώ το ψωμί μου; Πώς θα 'βγαζαν το ψωμί τους όσοι χτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν και προσέχουν τις εκκλησίες; Και αν δεν υπήρχε γενικότερα η βιομηχανία της θρησκείας πού θα έβρισκαν απασχόληση τόσοι άνθρωποι; Και πώς θα δημιουργούνταν αλλιώς προβλήμτα πίστης, δόγματος, ερμηνείας των Γραφών και τόσα άλλα παρόμοια ώστε να μιλούν γι αυτά οι άνθρωποι και να προσπαθούν να τα λύσουν οι φιλόσοφοι; Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε, εκτός από το πορτοφόλι
και ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου; Πάρε παράδειγμα εμάς. Τι θα λέγαμε
τώρα αν δεν υπήρχε η θρησκεία; Λοιπόν, θα έρχεσαι από δω και πέρα στην
εκκλησία;

ΛΑΪΚΟΣ
Και βέβαια όχι.

ΠΑΠΑΣ
Εγώ όμως θα πηγαίνω γιατί εκεί βγάζω το ψωμί μου.

ΛΑΪΚΟΣ
Και το κρασί σου. Κάθε Κυριακή, πες μου, δεν πίνεις κανένα ποτηράκι από τη
μετάληψη;

ΠΑΠΑΣ
Ασεβέστατε! Εκείνο δεν είναι κρασί. Είναι το αίμα του Κυρίου!
(Ξαφνικά αρχίζει να γελάει τρανταχτά. Τον ακολουθεί ο Λαϊκός. Χτύποι στην
πόρτα. Ο παπάς σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του)
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Κρις)

ΚΡΙΣ
(Διστακτικά)
Καλησπέρα σας.

ΠΑΠΑΣ
Καλησπέρα

ΛΑΪΚΟΣ
Καλησπέρα.

ΚΡΙΣ
Ζητώ συγνώμη...δε με γνωρίζετε...μια ανάγκη με έκανε να χτυπήσω την πόρτα
σας…

ΠΑΠΑΣ
Κάτσε μαζί μας άνθρωπέ μου να πιεις ένα ποτηράκι και να μας πεις ποια
είναι η ανάγκη σου. Χρήματα να θέλεις δεν δείχνει κάτι τέτοιο το
ντύσιμό σου. Ο,τι και να θέλεις όμως είσαι τυχερός-μπήκες σε παπά σπίτι.

ΚΡΙΣ
(Οπισθοχωρεί)
Με συγχωρείτε, δεν το 'ξερα..

ΠΑΠΑΣ
Δεν πειράζει παιδί μου,κάθησε.

ΛΑΪΚΟΣ
(Ενθαρρυντικά)
Κάθισε κύριε, κάθισε…

ΚΡΙΣ
( Κάθεται)
Ευχαριστώ.

ΛΑΪΚΟΣ
Όπως θα έχεις καταλάβει κιόλας, εμείς τα έχουμε πιει τα ποτηράκια
μας. Θα πιεις μαζί μας;

ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ, δεν πίνω.

ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν πες μας τέκνον μου, τι σε φέρνει στο σπίτι μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Μίλησε ελεύθερα παιδί μου. Και ό,τι πεις είναι σίγουρο ότι θα το ακούσουμε με καλή διάθεση.

ΚΡΙΣ
Σήμερα το απόγεμα έκανα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό και που δε θα το ξεχάσω όσο ζω. Ντρέπομαι και που μιλάω μόνο γι αυτό. Δε σας κρύβω πως αν δεν ήσασταν μεθ...-θέλω να πω αν δεν είχατε έρθει σε λίγο κέφι, θα είχα φύγει κιόλας.

ΠΑΠΑΣ
Εδώ έχουμε λοιπόν εξομολόγηση. Έπεσες στον ειδικό. Μίλα.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΜΙΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
Ο ΛΟΓΟΣ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Εχ' ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ
το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.

Σίγμα άλφα γάμμα άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά'
πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.

Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.
ΜΑΡΤΥΡΙΟ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…
ΤΟΤΕ ΚΑΛΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Αν μόνο για να βλέπουνε την ομορφιά
δοθήκανε στον άνθρωπο τα μάτια
τι να τα κάνω αφού είσαι μακριά
απ' τα φωτεινά τους τα μονοπάτια..

Αν μόνο για ν' ακούν ήχους γλυκείς
τ' αυτιά έχουνε γίνει των ανθρώπων
τι να τα κάνω όταν εσύ μιλείς
σε ξένο, μακρινόν μου τόπον…

Στο δέρμα μου αν πρέπει ν' ακουμπά
το βελουδένιο ευέξαπτό σου δέρμα
τι να το κάνω αν κείνο πάει μακριά
και μένουνε τα χέρια μου παντέρμα…

Αν όμως και μας δόθηκε η ζωή
για να τη δέρνει η θλίψη και ο πόνος
τότε καλά έχουνε όλα οριστεί:
εσύ μακριά μου κι εγώ μόνος.

ΠΟΘΟΣ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Κιτρίνισαν τα φύλλα της ψυχής
και δώσανε το χρώμα τους στου πόθου μου τα φύλλα
έτσι καθώς αυτός στέκεται ανεπαρκής
δίπλα στου τοίχου μου του έρμου τη μαυρίλα.

Και είμαι σίγουρος πως στο δεξί
(καθώς κοιτάζω από δω) το φύλλο αυτό το σάπιο
θα 'χουν ζωύφια σαρκοβόρα εμφανιστεί-
να! σαν να βλέπω να κουνιέται κάποιο…

Α! Πόθε μου! Σ' αγόρασα ακριβά
με πράσινο το δώμα μου το μαύρο να στολίσεις
κι έρω για μένα να ριζώσεις στα γλυκά
ματάκια της αγάπης μου όταν τη συναντήσεις.

Μα όμως με προδώσατε κι οι δυο:
και σε κει κείνην της ψυχής σας νίκησαν τα πένθη
που αγέννητα κι αχάλαστα εντός μου κλειω-
και συ μου εμαράθηκες και κείνη δε θα έρθει.
Ο ΦΟΒΟΣ ΚΙ Η ΑΓΑΠΗ

Ο φόβος κι η αγάπη εμεγαλώνανε
μαζί, μα-τι κακό- όλο μαλώνανε.
Μαζί για λίγο μόνο έτσι ζήσανε
κι ύστερα-δε γινότανε-χωρίσανε.

Και σ' άλλα ο καθείς τους μέρη επήγανε
κι εχθροί αναμετάξυ τους εγίνανε
καθείς τους πύργο έχτισε μεγάλονε
κι ούτε ν' ακούσει ένας για τον άλλονε.

Και όποιος την αγάπη ακριβοντύνεται
αυτός να αιστανθεί φόβο δε γίνεται
και όποιος από φόβο τρεμουρίζει
ποτέ του την αγάπη δε γνωρίζει.
ΤΗ ΓΑΤΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Χάιδευες με το πόδι σου τη γάτα.
Το πόδι σου γυμνό. Η γάτα ύπτια.
Τα δάχτυλά σου ανάβαν τα κροκάτα
στου ζώου τα γοργά τα καρδιοχτύπια.

Με τ' όλασπρο, αβρό, γυμνό σου πόδι
εχάιδευες το τρίχωμα της γάτας
Το γόνυ σου λαμπύριζε σαν ρόδι
κι έτρεμε το κορμί της χρυσομάτας.

Μ' αθώες, τάχα αδιάφορες κινήσεις
εχάιδευες τη γάτα σου τη μαύρη.
Απόψε κι αν ανάπαψη ζητήσεις
ούτε κι εσύ ούτε και κείνη θα 'βρει.

Βελούδι σε φιλί με το βελούδι
και πες ποιο εφιλιόνταν-ποιο εφίλα
το χνούδι αγκαλιασμένο με το χνούδι-
ποιανού η πιο μεγάλη ανατριχίλα;..

Εχάιδευες τη γάτα. Η ματιά σου
Θολή από τη θύελλα που νιώθεις
και τρέμουνε τα χείλη τ' ανοιχτά σου-
ματαία η προσοχή σου: επροδόθης.
ΕΜΕΝΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Α! Ο θάνατος έπρεπε εμένα να πάρει
και όχι τον άτυχο καλό σου πατέρα.
Η τόση σου θα 'παυε τότε η χάρη
να ντύνει με σάβανο την κάθε μου μέρα

Τα τόσα σου τότε δε θα 'φταναν μύρα
στα δώματα του Άδη που θα 'μουν κλεισμένος
κι η μαύρη μου θα 'παυε τότε η μοίρα
να σπάζει επάνω μου το τόσο της μένος.

Θα πει τότε θα 'παυε ο πόνος για κάτι
που αδύνατο είναι ποτέ ν' αποκτήσω-
θα πει πως της λήθης το απρόθυμο άτι
δε θα 'χα ποτέ πάλι πια να κεντρίσω.

Α! Ο θάνατος έπρεπε να πάρει εμένα
και όχι ολοζώντανος να στέκω κοντά σου
και χίλιους θανάτους να ζω σε καθένα
μελένιο χαμόγελο ή λάγνα ματιά σου.
ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Αν όταν είμαστε μαζί κάπου, λιποθυμήσεις
υπάρχουν πιθανότητες πολλές να μην ξυπνήσεις
κι ενός γιατρού τη σιγουριά ενώ θα 'χεις μαζί σου
της σιγουριάς η αίσθηση αυτή ναν' η στερνή σου.

Δε θα φροντίσω τότε εγώ για την υγειά σου διόλου
κι όλου του κόσμου η γιατρική ας πάει κατά διαόλου-
θα γείρω στο μονάκριβο που 'χω μπροστά μου θάμα
όχι με τέχνη Ασκληπιού αλλά με πάθος Πάνα.

Έτσι. Αναίσθητη καθώς θα κείτεσαι στο χώμα.
Αλλ' αν μετά το θάνατο πάλι μιλάει το στόμα
θα έχεις να παινεύεσαι στις φίλες σου στον Άδη
πως συ μονάχα εγνώρισες τόσο γλυκό ένα χάδι.
ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
(Ντ’ορα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Εν' άλικο μπουκέτο θα σου στείλω
λουλούδια μ' ένα καλό μου φίλο.
κι ωραία έτσι σαν τ' αντικρίσεις
ξέρω-χιλιάδες θα τους χαρίσεις

φιλιά. Για λίγο το έκθαμβο το δείλι
ποια ειν' τα λούλουδα-ποια ειν' τα χείλη
να ξεχωρίσει δε θα μπορέσει.
Κι όταν η γλύκα πάνω τους δέσει

με βια θα σου τ' αρπάξει από τα χέρια
και θα 'χω τα φιλιά σου αιώνια ταίρια
γιατί θα μου τα βάλει σαν πεθάνω
στο μέρος της καρδιάς-στο στήθος πάνω.
Η ΓΑΤΟΎΛΑ

Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
μ' ασπρόμαυρο κεφάλι και κορμί
και μια καφέ στο μάτι βούλα-
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.

Το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
και δίχως μιαν αιτία ή αφορμή
ναζιάρικα πολύ να νιαουρίζει-
το λάστιχο το σώμα να λυγίζει.

Τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι
και όπως μόνο εκείνη το μπορεί
επάνω μου να τρίβεται όπως ξέρει-
τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι.

Τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι
και θάματα το φως τους να ιστορεί
ποτέ της να μη λέει όχι στο χάδι-
τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι.

Τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται
αργόσυρτη, υγρή, νωχελική
και σ' άσεμνη μια στάση να κοιμιέται-
τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται.

Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
κι απ' όλους να την έχω μυστική
με μια καφέ στο μάτι βούλα
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Εβγήκα στις κορφές
που φέγγουνε λαμπρές
χαρές χρυσοντυμένες.
Τις φώναξα μ' αυτές
λες ήτανε κουφές
δεν ήρθαν οι καημένες.

Επήγα στη φωλιά
που στήνουν τα πουλιά
του πιο ψηλού του κλώνου.
Γεμάτη με φιλιά
εβρήκα μι' αγκαλιά
κι αυτή 'τανε του πόνου.
ΝΑ ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΩ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Κοντά σου όταν ήμουνα έλυωνα από τον πόνο
που δε γινότανε παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μα κι όταν έφυγα μακριά πάλι δεν ησυχάζω-
τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.
ΠΟΝΗΡΟΥΛΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Είσαι καλή κι είσαι γλυκειά κι είσαι κομψή κι ωραία
έχεις χαρές αρίθμητες και ομορφάδες πλήθος.
Είσαι σεμνή κι υπάκουη, καλοφτιαγμένη, νέα
κι η ίδια του Έρωτα η θεά σου έπλασε το στήθος.

Όμως αν ήσουν φαγητό, όπως σ' έχω περιγράψει,
ανάλατη θα ήσουνα-θα 'φερνες αναγούλα.
Μα όχι-θεός ή διάβολος, όποιος κι αν σ' έχει πλάσει
σου έβαλε το αλάτι σου: λίγο είσαι πονηρούλα.
ΑΝΘΟΥΣ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Μέσα στα τόσα τα πολλά που από σένα θέλω
άκου αυτό όπως άκουσες και τόσα ακόμα: θέλω
μια μέρα τα ποδάκια σου να κάνω προσκεφάλι
και ν' ακουμπήσω πάνω τους το άσπρο μου κεφάλι.

Κι όπως το χώμα τους νεκρούς και τα βουνά το χιόνι
κι όπως η Άνοιξη ανθούς πάνω στα δέντρ' απλώνει
κι εσύ χωρίς μιαν έκπληξη και δίχως να διστάσεις
ν' απλώσεις τα χεράκια σου κι έτσι να με σκεπάσεις.
Η ΔΙΑΘΗΚΗ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ_
(Αμερική)

Χρυσά και σπίτια και λεφτά δεν έχω για ν' αφήσω.
Αυτά που άλλοι χαίρονται δεν ήρθανε σε μένα.
Μα τούτα έχω εγώ να πω τα μάτια μου πριν κλείσω:
Τέσσερα έχω ολοζωής διαμάντια δουλεμένα.

Αφήνω τρεις κυπάρισσους και μια τριανταφυλλίτσα
τ' αγκάθια της να διώχνουνε τους νοσταλγούς της νιότης
και στη μικρή της να κρατεί σφιχτά την αγκαλίτσα
πολύδροσα τα ρόδα της κι αγνά για τον καλό της.

Αφήνω τρεις περήφανους αητούς κι εν' αηδονάκι
που να σιγά σα θαρρετά το πλησιάζει ο ξένος
και το γλυκό του να λαλεί κι ωραίο τραγουδάκι
μόνο κοντά του σα βρεθεί ο νιος κι ο αγαπημένος.

Αφήνω τρία λιοντόπουλα και για να τα μερεύει
μιαν ελαφίτσα ασπρόλαιμη και σκοταδοματούσα
που να χορεύει ως περπατεί και να πετά ως χορεύει
και να θαμπώνει τη νυχτιά τη φεγγαροκρατούσα.

Μια κόρη που στο στόμα της να ορκίζονται λεβέντες
στα μοσκομύριστα μαλλιά να καίγονται καρδούλες
που οι γλυκές της οι ματιές και οι γλυκές κουβέντες
σπίτια ν' αφήνουν ορφανά κι απόρφανες μανούλες.

Αφήνω εγώ μιαν έμορφη μια κόρη φιλντισένια
το γέλιο της ανθόνερο το κλάμα της βροχούλα
το στήθος της αφρόγαλα τα χείλια της μελένια
και ρυάκι απαλοκύλιστο η χαρωπή φωνούλα.

Μια μαγιοπούλα-του τυφλού του πόθου μιαν ιέρεια
μία νεράιδα αφήνω εγώ στην πλάση για στολίδι
μια παινεμένη που κρατεί σφιχτά στα δυο της χέρια
το περιστέρι του Έρωτα, της Απονιάς το φίδι.

Να φέγγει ολόκληρη αλλά κανείς να μη γνωρίζει
αν τη φωτάει ήλιος λαμπρός ή αν αστροπελέκι'
να μη στις λίμνες των ματιών κανένας ξεχωρίζει
αν η ζωή ή ο θάνατος είναι που εντός τους πλέκει.

Κόσμε, σ' αφήνω μια μικρή πεντάμορφη γοργόνα
που να σκορπά τρανές φωτιές όπου ήθελε ποδίσει
που σειώντας έτσι μοναχά το δάχτυλό της το 'να
κόσμε όπως με τυράννησες -αχ-να σε τυραννήσει.
ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Η μουρμούρα απ' την παρέα
σ' αποκοίμισε χτες βράδυ
και δοθήκαν στον Ορφέα
της σαγήνης σου οι βάρδοι.

Η καρέκλα σου αγαλλιάζει
από τ' άγγιγμα το θείο
και λιπόθυμη αγκαλιάζει
το πολύτιμο φορτίο.

Αλλά κι έτσι κοιμισμένη
δε γινόταν να μη μ' έλκεις:
τα ποδάκια έτσι αφημένη
σταυρωτά καθώς τα πλέκεις

τους μηρούς σου η κουβέρτα
στους αφήνει ακαλύπτους
και γεμίζει ο τόπος κέδρα
και γεμίζει ευκαλύπτους.

Και στα δάση μέσα σειώνται
Νύμφες, Σάτυροι και Φαύνοι
κι απ' τα γέλια τους δονούνται
οι γλουτοί σου οι δυο οι λάγνοι.

Και στο βάθος βάθος βάθος
στη μεσόγλουτη σχισμή
που τη δέρνουνε με πάθος
καταιγίδες και σεισμοί

καταργούνται τα ερέβη,
η Εδέμ αναγεννάται
κι α! η Εύα θριαμβεύει
το κορμί σου όταν κοιμάται.
ΠΕΘΑΙΝΩ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.

Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…
Η ΠΙΚΡΗ ΜΟΥ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Θα 'ναι μία στιγμούλα που ο ήλιος θα λάμπει
τα πουλιά μες στους θάμνους θα ψάλλουν γλυκά
θα ζητά η χαρά στην καρδιά μέσα να 'μπει
και η φύση η τρελή θα οργά θριαμβικά.

Στων δεκάξι σου χρόνων το βελούδινο θάμπος
η αγνότη κι η αθωότη θα στήνουν χορό
και χαλί λουλουδένιο θα στρώνει ο κάμπος
του κορμιού σου το πάθος να δεχτεί το ιερό.

Δίχως λόγο κι αιτία, δίχως σκέψη και γνώση
ένας νέος θα σου κλέψει το μύρο τ' αγνό.
Η ζωή βιαστικά ένα πέπλο θ' απλώσει
μη και τ' άδικο δουν οι ουρανοί το τρανό.

Θα 'ναι μία στιγμούλα που καθώς όλοι οι γέροι
ένα τσάϊ θα φτιάχνω να πιω στη γωνιά
κι έτσι δα το κουτάλι θα μου πέσει απ' το χέρι
και σκληρά θα ηχήσει η πικρή μου μονιά.
ΣΤΟ ΧΙΟΝΑΤΟ ΤΗΣ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Απ' τον τάφο μου βγάζω
το κεφάλι το σάπιο για λίγο
μία τρύπα στο σκότος ανοίγω
και τριγύρω κοιτάζω.

Μες στων ζώντων το πλήθος
το κορμί της ζητώ κι ανταμώνω
και το βλέμμα μου πάνω απιθώνω
στο χιονάτο της στήθος

Τότε ο μαύρος μου τάφος
το υπερκόσμιο γνωρίζει μεθύσι
λιμανιού που 'χει εντός του ποδίσει
φωτοπλήμμυρο σκάφος.
ΓΙΑΤΙ;..
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Αγαπώ κάθε τι πουν' δικό μου:
το σκυλί, το παλτό, το στυλό μου..
Μα εσέ που..(και πώς να το πω...)
Να... εσένα, γιατί σ' αγαπώ;..
ΣΑ ΝΑ 'ΧΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Ήρθε και μου 'πε: "πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτοια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;

Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;"

Τι να της έλεγα εγώ;
Πως κλείνω μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;

Κάτι σιγομουρμούρισα
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει φέρθηκα
κι εγώ σα να 'χα μέρα.
ΣΠΙΤΙΑ ΕΜΕΙΣ ΔΕ ΧΤΙΣΑΜΕ ΨΗΛΑ

Σπίτια εμείς δε χτίσαμε ψηλά
και δε στιβάσαμε σωρούς το χρήμα
στη ζήση επορευτήκάμε δειλά
και ψυχής πλήγή κάθε μας βήμα.

Λόγια δεν είπαμε πολλά εμείς
ούτε ορεχτήκαμεν εγκόσμια φήμη
και δόξα δεν εδρέψαμε στιγμής
και δεν ποθήσαμε πρόσκαιρη μνήμη.

Εμείς στο Λόγο εδώσαμε φωνή
και μ’ Αίσθησιν εντύσαμε τη γνώση
με Φως παντρέψαμε την ηδονή
κι έχουμε εμείς Φτερά στη σκέψη δώσει.

Σε σφαίρες πάνσεπτες, ιδανικές,
εκεί κάναμε εμείς περιουσία-
εδώ αψηφώντας ποταπές χαρές
έχουμε εκεί κερδίσει αθανασία.
       Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ (ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ) ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Αθήνα, 2 Δεκέμβρη 2005.
Μπήκα φουριόζος μέσα στο STARBUKCS COFFEE της
Κοραή, συνοδευόμενος από μια κυρία που ήθελε να πιει μια
πορτοκαλάδα.
Ήταν οχτώμισυ το βράδυ.
Ήμουν εκεί από τις εφτάμισυ πίνοντας τον καφέ μου καθισμένος στα έξω τραπεζάκια ενώ περίμενα αυτή την κυρία,
που δεν ήρθε παρά με καθυστέρηση μιας ώρας.
Δίπλα μου δυο φοιτητές από τους οποίους ο ένας
ψευδός και μια φοιτήτρια της Νομικής, συζητούσαν
μεγαλόφωνα για τα μαθήματά τους και για τις φιλίες
τους.
Και καθόμουν στα έξω τραπεζάκια γιατί αν και Δεκέμβρης, ο
καιρός, όπως θα θυμούνται αυτοί που έχουν γερή μνήμη ήταν καλοκαιρινός, κάτι που γι αυτό όλοι συζητούσαν εκείνες τις ημέρες.
To κέντρο γεμάτο από παρέες νεαρών που γελούσαν και
ηλικιωμένων ζευγαριών που διάβαζαν την εφημερίδα τους ή ρέμβαζαν κοιτώντας έξω από τα μεγάλα παράθυρα.
Ήμουv ο μόνος που δεν είχα παρέα. Δεν ένιωθα όμως
μεγάλη μειονεξία ή ντροπή, επειδή αιστανόμουνα δυνάμει συντροφευμένος μιας και ήτανε ζήτημα χρόνου
και το δικό μου ζευγάρωμα.
Όταν λοιπόν φάνηκε η αναμενόμενη συντροφιά μου και μετά τα σχετικά καλωσορίσματα, ένιωσα τόσο βλακωδώς ισχυρός και υπερήφανος, που χωρίς καμιά πια ντροπή μπήκα φουριόζος στο κατάστημα, ρωτώντας δυνατά πριν ακόμα πλησιάσω στο ταμείο: "Χυμό πορτοκαλάδας έχε...»
Μόλις τότε, προφέροντας το δεύτερο "ε" του "έχετε", συνειδητοποίησα την παρουσία μιας τριανταπεντάχρονης περίπου ωραίας γυναίκας που βρισκόταν μπρος στο ταμείο, παραγγέλνοντας ακόμα.
Ένα μόλις συγκρατημένο επιτιμητικό βλέμμα της, που το συνόδεψε με το ελαφρό γύρισμα του κεφαλιού της προς το μέρος από όπου είχε έρθει η αναιδής φωνή, ήταν η αντίδρασή της, αντίδραση που, σ' αυτή την ελαφρά αλλαγή γωνίας από όπου έβλεπα τώρα το πρόσωπο της, τόνισε ακόμα περισσότερο τα όμορφα και όλο ζωντάνια και εκφραστικότητα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
Η φωνή μου είχε κοπεί πριν ακόμα αντιδράσει η όμορφη γυναίκα και το ύφος μου άλλαξε σε ντροπιασμένο, ενώ χαμήλωνα τα μάτια μπρος στο όλο θιγμένη αξιοπρέπεια εκείνο βλέμμα που μου έριξε. Όλα αυτά γίνανε αυτόματα και ασυνείδητα από μέρους μου, όπως υποθέτω αυθόρμητη ήταν και η αντίδραση της ωραίας γυναίκας στην απρέπειά μου. Και ύστερα από αυτά, όλα ξαναγύρισαν στην πρώτη τους σειρά, ενώ εγώ δεν είχα καν εκπνεύσει ακόμα τον αέρα που είχα κρατήσει για να εκφέρω το "...τε" του "έχετε".
Εκείνο που αμέσως πάλι χάλασε τη σειρά αυτή και που τώρα έγινε συνειδητά από μέρους μου, ήταν το παρακάτω.
Πριν εκπνεύσω τον αέρα που είχα πάρει στους πνεύμονές μου για να κάνω την παραγγελία της πορτοκαλάδας, μου ήρθε μια ιδέα που, χωρίς να την επεξεργαστώ διόλου, την έκανα αμέσως πράξη, Έτσι, τον εναπομείναντα αυτόν αέρα, η γλώσσα και τα δόντια μου τον επεξεργάστηκαν για να φτιάξουν την τελευταία συλλαβή του "έχετε" και να την εκφέρουν σιγανά και επιτηδευμένα ντροπαλά τώρα, ενώ τα μάτια μου έβλεπαν προς την κομψή κυρία, που ακόμα δεν είχε πάρει το βλέμμα της από πάνω μου.
To "…τε" μου αυτό ειπώθηκε τόσο δυνατά, ώστε μόλις να ακουστεί και μόνον από την ωραία εκείνη γυναίκα και τόσο σιγανά όσο του έπρεπε για να αποδώσει τον τόνο της
μεταμέλειας, της αιδημοσύνης, της υποταγής, ακόμα ίσως τη χροιά της αίτησης συγνώμης για το ατόπημα που είχα διαπράξει. ( Έξεστι γαρ τοις ποιηταίς παιδιαρίζειν)
Πάλι λοιπόν, όπως επεδίωκα και όπως περίμενα, η άγνωστή μου αντέδρασε.
Τώρα όμως πόσο διαφορετικά!
Ένα αυθόρμητο γέλιο που με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε τέλος να ελέγξει, φώτισε το πρόσωπό της δημιουργώντας δίπλα στις γωνίες του στόματός της δυο χαριτωμένες ρυτιδούλες. To κεφάλι στράφηκε τώρα ολόκληρο προς εμένα με μια τέτοιαν άφεση χυμένη πάνω στο ελευθερωμένο από όποιαν έγνοια και συνθήκη τώρα πρόσωπο, που με έκανε να φαντάξω σαν δημιουργός του που μ' αυτό μπορούσα να κάνω ότι ήθελα.
Όλα αυτά τα είδα σηκώνοντας λίγο μόνο τα μάτια μου-από ντροπή δα…- και όχι το κεφάλι.
Μετά από αυτό, εκείνη ξαναγύρισε μπροστά της, κρατώντας όμως την έκφρασή της εκείνη του γέλιου στο πρόσωπο της.
Όλα όσα περίγραψα πιο πάνω γίνανε στο διάστημα που κρατάει ένας ανασασμός.
Η σύντροφός μου σε όλο αυτό το διάστημα αφού είχε προχωρήσει μέχρι  το ταμείο, διάλεγε το σάντουιτς που θα συνόδευε με την πορτοκαλάδα της.
Δυστυχώς όμως γι αυτήν, το μηχάνημα που στύβει τα πορτοκάλια είχε χαλάσει και περιορίστηκε εκτός από το σάντουιτς σ' έναν καφέ.
To μαγαζί μέσα ήταν σχεδόν γεμάτο κι έτσι στριμωχτήκαμε σε ένα μικρό τραπεζάκι στη γωνία που στρίβει κανείς πηγαίνοντας προς την κουζίνα και πιο πέρα αριστερά εκεί που πηγαίνει να πλύνει τα χέρια του πριν από το φαγητό.
Πριν από μας, τελειώνοντας τη συναλλαγή της με την ταμία, η ωραία γυναίκα έπιασε ένα τραπεζάκι στο κέντρο της αίθουσας που μόλις είχε αδειάσει.
Δεν την έβλεπα πια από τη θέση που τώρα ήμουν.
Αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας με τη συντροφιά μου, αρχίζοντας από τις δικαιολογίες της για την αργοπορία της στο ραντεβού μας. Και θα λέγαμε πολλά γιατί είχαμε πέντε μέρες να ιδωθούμε.
Όσο για μένα, αν ένιωθα σαν στρατηγός με όλον το στρατό του έτοιμο για μάχη όταν ήρθε η συντροφιά που περίμενα, τώρα, μετά το περιστατικό με την ωραία άγνωστη, ήμουν ικανός να οδηγήσω τις στρατιές του Ναπολέοντα στην πιο νικηφόρα μάχη τους. Επειδή αιστανόμουν όχι μόνο ζευγαρωμένος πλέον, αλλά η φαντασία μου με οδηγούσε να σκέφτομαι ότι αν ήθελα, θα μπορούσα να έχω κατακτήσει εκείνη την κυρία, αρκεί να βρισκόμασταν κάτω από ευνοϊκότερες συνθήκες. Στην ουσία κάτω από μία ευνοϊκότερη συνθήκη: να ήμουν κι εγώ μόνος απόψε μέσα εδώ.
Μερικές φορές όμως η πραγματικότητα όχι μόνον ξεπερνάει τη φαντασία, αλλά πρωταγωνιστεί σε καταστάσεις που η φαντασία δε θα τολμούσε να δημιουργήσει.
Έτσι έγινε και το βράδυ εκείνο.
Με την κουβέντα που είχα αρχίσει, όλο κι έσβηνε η θύμηση του περιστατικού εκείνου και αφοσιωνόμουν όλο και πιο πολύ στην ανιαρή  συζήτηση με την παρέα μου και στην αφηρημένη παρατήρηση των πέριξ.
Ήξερα, για μια δυο μέρες θα θυμόμουν τη μορφή της γυναίκας εκείνης όλο και λιγότερο, ώσπου αυτή να έσβηνε οριστικά κάτω από την πίεση των προβλημάτων της καθημερινότητας ή κάτω από μια νέα εντύπωση όποιας φύσης, ίδιας σε ένταση ή πιο έντονης από εκείνης.
Μα όπως είπα πιο πάνω, τα πράγματα δεν γίνονται πάντοτε όπως συνηθίζεται.
Έχοντας αφήσει το πανωφόρι της προφανώς σε κάποιαν αδειανή καρέκλα του τραπεζιού της, εμφανίστηκε ξάφνω κατευθυνόμενη προς το βάθος του διαδρόμου, δηλαδή προς το τραπεζάκι μας, η ωραία μου άγνωστος. Είχε κάτω από τη μασχάλη της ένα τσαντάκι από κείνα όπoυ oι γυναίκες κρύβουν μέσα τους όλα εκείνα τα περίεργα μικροαντικείμενα του πρόχειρου καλλωπισμού τους.
Χωρίς το πανωφόρι της έδειχνε ένα καλοφτιαγμένο και γεμάτο θηλυκότητα και πρόκληση σώμα, που περπατούσε σοφά λικνιζόμενο πάνω σε δύο καλλίγραμμα πόδια, με κνήμες από κείνες που μπορεί κανείς να τις λατρεύει αιωνίως.
Πηγαίνοντας για τον χώρο όπου θα "φρεσκαριζόταν" θα περνούσε κατ' ανάγκην από δίπλα μου.
Έτσι κι έγινε.
Μόνο που περνώντας, το αριστερό της χέρι άφησε πάνω στο τραπέζι όπου καθόμουν, φροντίζοντας ώστε αυτό καθώς το απόθεσε πάνω στο τραπέζι να γλιστρήσει και να σταθεί ακριβώς κάτω από το πιάτο που βρισκόταν μπροστά μου, ένα μικρό κομμάτι  χαρτιού.
Η κίνηση αυτή έγινε πολύ γρήγορα και χωρίς τα μάτια της να γυρίσουν ούτε για μια στιγμή προς το τραπέζι μου. Όπως θα άφηνε την απόδειξη του λογαριασμού ένας υπάλληλος που έχει τέτοιαν αντίληψη του χώρου όπου για χρόνια δουλεύει, ώστε το χέρι του πηγαίνει τελείως μηχανικά στο μέρος που πρέπει, ενώ το κεφάλι του μπορεί να έχει μέσα του άλλες σκέψεις, τα μάτια του άλλα είδωλα και άλλον προορισμό τα βήματά του.
Γρήγορα και χωρίς πολλές προφυλάξεις, επειδή η σύντροφός μου ήταν σοβαρά απασχολημένη με το ξεδίπλωμα του πλαστικού που περιέβαλε το σάντουΐτς με κοτόπουλο και σάλτσα βασιλικού, πήρα και διάβασα το χαρτί.
Απλό και επιτακτικό: "Διώξε την παρέα σου".
Αυταρχισμός; Σιγουριά για τη δύναμή της; Η γυναικεία διαίσθηση που διαβλέπει τις προθέσεις και καθορίζει τα γεγονότα; Επιθυμία σε βαθμό ασυγκράτητο για κάτι;
Κάποιο από αυτά μόνο του, ήταν ικανό να σπρώξει τη γυναίκα στην πράξη της εκείνη; Κι αν όχι, συνδυασμός ποιων απ’ αυτά τότε; Και τι άφησα έξω από τις πιθανότητες που έσπρωξαν τη
γυναίκα αυτή να μου δώσει αυτό το σημείωμα;
Άγνωστη παρόλα αυτά η αιτία της βαριάς αυτής διαταγής.
Και ο σκοπός της;
Τι άλλο παρά ο έρωτας;
Μα μια τριαντάρα-τριανταπεντάρα το πολύ ωραία γυναίκα, μ' έναν άντρα που θα μπορούσε να είναι πατέρας της;
Ή μη τυχόν και όλα αυτά ήτανε ο κρίκος μιας αλυσίδας γεγονότων που αφορούσαν μόνο εκείνην και εγώ θα γινόμουν ένα πιόνι σε κάποιο άγνωστό μου παιχνίδι της-μαφιόζικο, κατασκοπικό, ή ότι άλλο τέτοιο;-αλήθεια, για λίγο σκέφτηκα κι έτσι.
Καλά όλα αυτά. Μα τώρα; Τι να έκανα; Και αν επρόκειτο για μιαν ερωτική πρόσκληση, υπήρχε άντρας που θα έλεγε όχι σ' αυτήν, σε μιαν ηλικία μάλιστα που oι ευκαιρίες είναι τόσο περιορισμένες;
 Όμως και για τα άλλα, τα περισσότερο απίθανα σενάρια, αν θέτονταν μπροστά μου σαν επιλογές, το ίδιο θα ίσχυε, ως προς εμένα τουλάχιστον. Μετά τόσες αστυνομικές, κατασκοπευτικές, μυστηριώδεις υποθέσεις κάθε φύσης που είχα διαβάσει, είχα δει στο σινεμά ή μου είχαν διηγηθεί, να η ευκαιρία να γινόμουν κι εγώ ένα πρόσωπο από τα τόσα που έχουν πραγματική συμμετοχή σε κάτι παρόμοιο.
Και ενώ είχα σχεδόν αποφασίσει να εκτελέσω την εντολή που τελεσιγραφικά λες μου δόθηκε, ήρθε το κορμί εκείνο να μου δείξει και τις πίσω του ομορφιές, καθώς ξαναγυρίζοντας εκείνη στη θέση της, περνούσε πάλι από δίπλα μου, απομακρυνόμενη τώρα. To όραμα αυτό, εξαφάνισε και τους τελευταίους δισταγμούς μου και όποιες σκέψεις μου.

Χωρίς πολλά, δημιούργησα μια κατάσταση λησμονηθέντος επείγοντος και βγήκα γρήγορα από το καφέ μαζί με τη συντροφιά μου. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, τράβηξε καθένας για τον προορισμό του, μόνο που εγώ, όταν σιγουρεύτηκα ότι η πριν λίγο παρέα μου είχε οριστικά φύγει, γύρισα και μπήκα πάλι στο κατάστημα.
Πήγα κατ' ευθείαν κι έκατσα στο ίδιο με κείνην τραπεζάκι, σε μιαν άδεια καρέκλα απέναντί της, κοιτάζοντάς την ίσια στα μάτια, περιμένοντας να μιλήσει εξηγώντας μου τα όσα μέχρι τότε φάνταζαν ανεξήγητα.
Με κοίταξε χαμογελώντας μ' ένα θείο χαμόγελο.
-Ευχαριστώ, μου είπε, και συγνώμη για το άξεστο σημείωμα.
-Αφού είμαι εδώ ξέρεις καλά πως σ’ έχω κιόλας συγχωρήσει.
Σοβαρεύτηκε-μια σοβαρότητα ήρεμη, αποφασιστική.
Με κοίταξε μέσα στα μάτια.
-Είσαι έξυπνος, μου είπε. Μια διαπεραστική, μια ραφιναρισμένη και μαζί μια σχεδόν ενδομήτρια, μια ολόγιομη εξυπνάδα. Είσαι ευαίσθητος σ' ότι πιο μικρό και σ' ότι πιο μεγάλο. Και η σπίθα της επιθυμίας στα μάτια σου είναι αλάθητο σημάδι του πόθου και ικανή και αναγκαία συνθήκη του έρωτα.
Όλα αυτά τα έχω βρει στους άντρες ένα ένα χωριστά. Μα σε κανέναν όλα μαζί.
Σταμάτησε να μιλάει.
Πήρε το πιρούνι από το σερβίτσιο της, το κράτησε και με τα δυο της χέρια μπροστά της, στο ύψος του τραπεζιού, έγειρε το κεφάλι και βάλθηκε αμίλητη να το κοιτάζει. Αφού έμεινε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα, χωρίς να πάρει το κεφάλι ή τα μάτια της από εκεί, είπε σιγά:
-Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου.
Την κοίταξα για ώρα. Αυτή σκυμμένη περιμένοντας την απάντησή μου και εγώ ο κύριος πια του παιχνιδιού, εκείνος που θα έπαιρνε την απόφαση, εκείνος που θα έλεγε το ναι ή το όχι,
Οι παράδεισοι άνοιξαν μπροστά μου όλες τις πόρτες τους και με καλούσαν.
Θα έλεγα ναι-θα έμπαινα μέσα στους παραδείσους αυτούς;
Ή μήπως θα υπάκουα σε μιαν άλλη φωνή, που παράλληλα με κείνην έκαιγε τ' αυτιά μου; Και μου 'λεγε αυτή η φωνή: Όχι! Πες όχι! Πάρε εκδίκηση για τόσα όχι που ολοζωής ακούς από τις γυναίκες. Είναι η μοναδική σου ευκαιρία. Στο πρόσωπό της ξοφλάς όλες τις δυστυχίες που σ' έχει ποτίσει η ζωή σου μέχρι σήμερα και γίνεσαι και πάλι ευτυχισμένος. Πες όχι. Γι αυτό ήρθε αυτή σε σένα, σταλμένη δεν ξέρω από ποιο αγαθό σου
πεπρωμένο, για να σε λυτρώσει από την Κόλαση που σ’ αυτήν οι αντιπρόσωποι του φύλου της σ' έχουν ρίξει με τις αρνήσεις τους. Θυμήσου-πόσες πίκρες πήρες; πόσα όχι άκουσες; Δεν ήταν όσες και οι πεθυμιές σου; Δείξου δυνατός. Σύντριψέ την μ' ένα όχι σου και χτίσε με τα συντρίμμια της τον διαλυμένο σου εαυτό.
Μα όπως μια μπόρα σβήνει μια πυρκαγιά, έτσι και ο πόθος ήρθε για ακόμα μια φορά να αφανίσει οριστικά κάθε άρνηση, κάθε αντίσταση, κάθε ρεβανσιστικό όχι από τη σκέψη και από τα χείλη μου.
Εκείνη έμενε στην ίδια στάση σαν πετρωμένη σ’ αυτήν.
Της πήρα απαλά το πιρούνι από το χέρι και το απόθεσα στο πιάτο.
Πήρα το χέρι της στο δικό μου.
To ένιωσα να σιγοτρέμει.
Σηκώθηκα.
-Πάμε, της είπα.
Σήκωσε το κεφάλι, αντίκρισε το συντονισμένο με την
επιθυμία της πρόσωπό μου, και αμέσως σηκώθηκε γελώντας σαν ευτυχισμένο παιδάκι, άρπαξε την τσάντα της, έριξε με το ένα χέρι το πανωφόρι της όπως όπως στους ώμους της και βγήκαμε σκουντώντας εδώ και κει τους άλλους πελάτες στη βιασύνη μας.
Πηγαίνοντας προς το σπίτι της με το ταξί, το στόμα κανενός μας δεν ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει. Εξάλλου δε χρειάζονταν. To ρόλο αυτόν τον είχαν αναλάβει τα μάτια, τα πόδια, τα χείλια, τα χέρια μας τέλος.
Η σοφία του Δημιουργού δείχνεται θαυμάζοντας και μελετώντας τα δημιουργήματά του. Όλη η σοφία του Δημιουργού δείχτηκε σε μένα σε κείνη τη διαδρομή. Μετακινώντας τα δάχτυλά σου πέντε, δέκα, είκοσι εκατοστά πιο πέρα και αγγίζοντας ένα άλλο σώμα, θαυμάζεις για την αίσθηση που αποκτάς πως τότε έχεις όλα όσα πάντα ήθελες. Και θαυμάζεις για την αποκάλυψη πως η ευτυχία βρίσκεται τόσο κοντά σου που φτάνει ν' απλώσεις το χέρι σου και να την έχεις. Και δεν μπορείς να μη σκεφτείς πως λάθος έχουν οι αστρονόμοι που υπολογίζουν τη διάμετρο του σύμπαντος οε δισεκατομμύρια έτη φωτός, αφού να, η διάμετρός του είναι το πολύ πέντε δέκα εκατοστά.
Φτάσαμε στο σπίτι της. Δεν πρόλαβα να δω τίποτε από τους χώρους ή τη διακόσμησή του. Μπροστά μου, λες και ήτανε ακριβώς πίσω από την εξώπορτα, φανερώθηκε όταν την ανοίξαμε μόνο ένα μεγάλο κρεβάτι το οποίο τράβηξε αμέσως τα κορμιά μας σαν μαγνήτης.
Αν ένας εξωγήινος, που έχει διδαχτεί ότι η φωνή του ανθρώπου μεταδίδεται με κύματα σε μεγάλες σχετικά αποστάσεις βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο την ώρα εκείνη, θα δυσκολευόταν να εξηγήσει γιατί η ωραία γυναίκα έπρεπε να ακουμπήσει με τόσο ζήλο τα χείλια της στο αυτί μου για να μου ψιθυρίσει: «κάπου στο κορμί μου έχω μιαν ελίτσα και δε θυμάμαι πού ακριβώς-βρες τηνε σε παρακαλώ.»
Ούτε θα μπορούσε να καταλάβει γιατί κι εγώ με τη σειρά μου έπρεπε να βρω, σέρνοντας το στόμα μου πάνω στο πρόσωπό της, το δικό της αυτάκι, μόνο και μόνο για να την καθησυχάσω λέγοντάς της: «πόντο πόντο θα ψάξω το κορμί σου μα θα τήνε βρω.»
Απ’ όλη αυτή την ιστορία πήρα ένα μάθημα που αν και γιατρός δεν το ήξερα.
Και αν μεταφέρω εδώ την ιστορία αυτή, δεν είναι παρά για να μεταδώσω και σε όποιον τη διαβάσει, τη γνώση που απόκτησα κι εγώ: ότι οι ελιές στο κορμί μιας γυναίκας βρίσκονται καμιά φορά στα πιο απίθανα μέρη.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

25-9-15
πρωί

 Έξη γατάκια παιχνιδιάρικα.
Να τα! Μπροστά μου!
Έξη κουκλίστικα μικρά γατάκια
στο λιόλουστο πρωινό!
Χιονάτο τρίχωμα με μαύρες βούλες!
Παίζουν τριγύρω απ’ τη μητέρα τους τόνα με τάλλο! 
Ένα ζωγράφο γρήγορα!
Για το Θεό ένα ζωγράφο!
Όχι;
Μια κάμερα έστω;
Μία κάμερα!
Ούτε;..

Ε καλά.
Είδα σήμερα πρωί κάτι γατάκια.



25-9-15
βράδυ.

α.
Θέλω να φύγω.

Μα σε ποιον να πω αντίο;

Ποιος θα μείνει πίσω μου
Συνεχιστής της δυστυχίας μου;
Ποιος θα συντηρήσει τη φλόγα
ώσπου αυτή να ’ρθει ο καιρός 
της αιωνιότητας τη θρυαλλίδα ν’ ανάψει;

Μα λέω
Αν υπήρχε αυτός
Τότε θα ήθελα να φύγω από κοντά του;

Διλήμματα.


β.
Στο πάρκο. 

Ο Αλιόσα απόψε περνώντας τρέχοντας από μπροστά μου κυνηγημένος από τη Μαρία, με χαιρέτισε.
Παιδάκια τρέχανε, άλλα παίζαν μπάλα ή κουνιόντανε στις κούνιες. Σήμερα ήτανε πολλά ίσως για να μαζέψουνε λίγη χαρά πριν το χειμώνα. Οι μάνες τους κουτσομπολεύαν στα παγκάκια.
Απ’ τη γωνία φάνηκε να έρχεται με γρήγορα βήματα μία γυναίκα με τα δυο παιδάκια της. Φανερά βιαστική ερχόταν μέσα από το πάρκο για να κόψει δρόμο.
Τα παιδιά ένα δεξιά της κι ένα αριστερά της. Όταν όμως είδαν τις κούνιες άφησαν τη μητέρα τους και με σταθερό βήμα βάλανε πλώρη προς αυτές.
Η μητέρα τους όταν τα είδε και χωρίς να σταματήσει «ε, πού πάτε;» τους έβαλε μια φωνή. Εκείνα τότε δίχως άλλο γυρίσανε και υποταχτικά συνέχισαν να περπατάνε δίπλα στη μητέρα τους. Παιχνιδοτακτισμός βιαίως διακοπείς.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ   

Αφού οσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις 
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ' ένα θάμα.

Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το 'πιασε το γατί
κι αντί να 'ρθει στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να 'ρθει σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.

Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί-
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ' έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είναι άλλη φορά η σανίδα της βρεμένη.
ΠΟΥ;

Πού θα μείνω απόψε; που θα κοιμηθώ;
Πού θα γείρω απόψε το κυφό κορμί μου
ώστε αύριο πάλι πρωί να σηκωθώ     
και να συνεχίσω την πικρή ζωή μου;

Λύπη αντί για στρώμα, για κουβέρτα οργή,
για κρεβάτι πόνο και για μαξιλάρι
των ανθρώπων θα 'χω την κατακραυγή-
κι αντίς ύπνο ο Χάρος θα 'ρθει να με πάρει.

Με τη συντροφιά του η νύχτα θα διαβεί
σ' εφιάλτες μέσα και σ' ονειροδίνες
κι η σκληρή θα μ' έχει πάλι χαραυγή
για τις νιες της μέρας έτοιμον οδύνες.

Να 'ταν μες στους ζόφους της απελπισιάς
μιαν αχτίδα ελπίδας κάπου να φαινόταν
ή, όπως συνηθιέται μέρα αποκριάς
με χαράς μια θλίψη ρούχα να ντυνόταν...
        ΧΙΟΝΙ

Κι αν χιόνι πέφτει τι μ’ αυτό;
κι αν κρύες του οι νιφάδες,
όμως δεν παύουν εν ταυτώ
να είναι και... νυφάδες!

Ας έρχονται. Ο άνυμφος
εγώ κι ο μονασμένος
θα πάψω και κατάδικος
να 'μαι και κολασμένος.

Και οι νιφάδες θηλυκά.
Ας έρθουν οι καλές μου:
ή θέλουνε, ή στανικά
θα γίνουνε δικές μου.

Ας έρθουνε. Στο πάλεμα
που ανέκκλητα θα γίνει
αμέτοχη ή παράμερα
καμιά τους δε θα μείνει.

Σαν μόνος να ’μαι πετεινός
σε πλήθος μέσα ορνίθων
των Δαναίδων τελικώς
θα μιμηθώ τον πίθον-

γιατί "αυτό κάνε μου" η μια,
η άλλη "θέλω εκείνο",
κάθε τους σβηώντας πεθυμιά
πλέον …άπατος θα μείνω.

Κι ειν' η φορά η πρώτη αυτή
νιφάδες, που, κι ας νιώσουν
την καυτερή μου αναπνοή,
μα… εμένανε θα λιώσουν.
ΤΟ ΔΙΑΛΕΧΤΟ
(Αμερική)

Κάθε ημέρα σε ακώ
γλυκιά γειτόνισσά μου
σ' ένα παιδί που 'χεις μικρό
να λες: "Έλα κοντά μου..

πες μου μωρό μου μ' αγαπάς;
φάε όλο το φαγάκι.."
και λιγωμένα του ζητάς
"ω! δος μου ένα φιλάκι!"

Φαίνεται εκείνο δυστροπεί
μα πείσμα το 'χεις βάλει
και μετά σύντομη σιωπή
τα ίδια αρχίζεις πάλι.

Αχ! τρυφερέ μου εσύ καημέ
αφού αυτό δε θέλει
δε δοκιμάζεις και σ' εμέ
το διαλεχτό σου μέλι;

Είμαι υπάκουος-θα δεις
τρώω όλο το φαγάκι
το "σ' αγαπώ" θα βαρεθείς
κι αν πεις και για φιλάκι...
                      24-1-09
ΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΙΤΤΑΣ ΣΤΟ ΜΕΣΙΝΟ

Μια πόλη πίσω αφήνοντας θολή
περπάτησα μονάχος και πολύ.
Ανήφορος. Στροφές.  Και διακλαδώσεις
(σε ποιαν ν’ αντισταθείς… σε ποια να ενδώσεις…)

Αγκάθια, Ευθύνης Φίλτρο ποτισμένα,
τα πόδια μου έγδερναν τα κουρασμένα.
Στόχου ενός η  Ακλόνητη Θωριά
τη σκιά του έριχνε πάνω μου βαριά.

Το σώμα γέρνει. Σπαρταράει. Πονεί.
Μα το ψυχώνει Υπόσχεσης  Φωνή:
«Η Πίττα θα κοπεί στο Μεσινό!»
Και πάλι ορθώνομαι… πάλι κινώ…

…Κι άρχισ’ ένας αγέρας κι επνοούσε
που κάποιο Νέο Καλό επρομηνούσε.
Και φύτρωσαν στα πόδια μου φτερά.
Κι ήταν το Νέο που ‘ρθε: η Χαρά.

Κι η Πίττα κόπηκε στο Μεσινό.
Κι ένα κομμάτι γαλανό Ουρανό
τα χέρια τα πριν άδεια μου εκρατούσαν.
Στην πόλη, κάτω, πλήθη εθορυβούσαν…
ΚΡΙΣΗ

Κρίση.

Καιρός να φωτιζόμαστε με λάμπες πετρελαίου.
Καιρός να τρώμε πάλι ψωμοτύρι.
Καιρός ν’ ακούμε πάλι παραμύθια απ’ της γιαγιάς το στόμα πριν τον ύπνο.
Καιρός το μίσος τους το ’να για τ’ άλλο να μην κρύβουνε τ’ αδέρφια.
Καιρός για όλους με τα πόδια στη δουλειά μας να πηγαίνουμε.
Καιρός τα τρόφιμα να τα φυλάμε στο φανάρι.


Κρίση.
Καιρός να ’χουμε κότες στην αυλή μας
και με τα φλούδια απ’ τα καρπούζια να τις τρέφουμε.
Καιρός να ’ναι ντυμένες οι γυναίκες όλες έτσι
που μόνο πρόσωπο να μένει ξέσκεπο απ’ αυτές.
Καιρός με μία βόλτα στην πλατεία να διασκεδάζουμε.
Καιρός να χάσκουμε σα βλέπουμε αερόπλανο.
Καιρός να ξαναβρούμε τα βιβλία.
Καιρός να ξανανοίξουνε οι κιματόγραφοι.


Κρίση.
Καιρός για τις βεγγέρες στα σκαλιά του παλαιού σπιτιού.
Καιρός για να γραφτούν ξανά ποιήματα.
Καιρός να ξαναπάμε μετανάστες.
Καιρός του κουμπαρά.
Καιρός να παίζουν τα παιδιά μας μ’ ένα τόπι από κουρέλια.
Καιρός τ’ αντρόγυνα να βάλουνε ξανά τις μάσκες της αγάπης.
Καιρός να υποταχτεί και πάλι ο άνθρωπος στη μοίρα του.

Κρίση.
ΚΑΤΗΓΟΡΏ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΚΡΆΤΟΣ

α. γιατί μου έβαλε στο μυαλό το μίσος για τους γειτονικούς-βόρειους και ανατολικούς- λαούς.
β. γιατί μου έβαλε στο μυαλό ότι οι σημερινοί έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων και περιούσια φυλή.
γ. γιατί μου δίδασκε ότι η νότια Αλβανία είναι βόρειος Ήπειρος και ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν έλληνας.
δ. γιατί με δίδασκε ότι τα «καλά» παιδιά δεν κάνουν «ζημιές».
ε. γιατί με δίδασκε ότι το Βυζάντιο ήταν συνέχεια της ελληνικής ιστορίας.
στ. γιατί μου έλεγε ότι το πολίτευμα της Ελλάδας είναι δημοκρατία.
ζ. γιατί μου έλεγε ότι οι κουμουνιστές είναι προδότες, οι ευρωπαίοι κουτόφραγκοι και οι αμερικανοί αμερικανάκια.
η. γιατί δεν με προίκισε με την δυνατότητα να κρίνω τι από όσα μου έλεγε είναι σωστό και τι όχι.
θ. γιατί χρησιμοποίησε την έτσι χαλκευμένη από το ίδιο αντίληψή μου για την πατρίδα, για να με κάνει πιόνι στον αγώνα των εκμεταλλευτών μου για τον πλουτισμό τους.
ι. γιατί έτσι κάνοντας στρέβλωσε τα ιδανικά μου.
Μετά από ένα βλέμμα στη σημερινή Ελλάδα, αυτό το ποίημα θα έγραφε για τη σημαία αν ζούσε σήμερα ο Θρασύβουλος Ζωιόπουλος (Στέφανος Δάφνης)

ΣΗΜΑΙΑ

Αυτό είναι το ιερό πανί, το πρασινογαλάζο
ξεσκλίδι από σκάνδαλα κι από φριχτές κλεψιές
που σαν τη μούχλα είναι μπλε και πράσινο σαν έλος
και λοιδωρεί ένα λαό με αυνανισμένο νου.

Αυτό είναι το ιερό πανί που όταν περνάει μπροστά μας
το σιχαινόνται οι ψυχές και βλαστημά η καρδιά μας.
Πάνω του χέζουν υπουργοί, και κτήνη βουλευτές
ολονυχτίς στις δίπλες  του χωμένοι κατουρούν.

Και δεν ειν’ η αέρας που ’ρχεται γλυκά να το χαιδέψει-
δεν τ’ ανεμίζει πρόσχαρα η αύρα η σιγανή,
παρά σβησμένη μια πνοή που δεν μπορεί να ορμήσει
και ν’ ασελγήσει ως κι αυτή στο δίχρωμο πανί.

Είν’ η σημαία΄ την ξεπουλούν παπάδες μ’ άσπρα γένια
για έναν παρά ή για χλιδή και πλούτη μυθικά΄
ειν’ η σημαία΄ που η Βουλή με κείνηνε ασπίδα
διώχνει το κάθε που ’ρχεται καλό για την πατρίδα.
Μετά από ένα βλέμμα στη σημερινή Ελλάδα, αυτό το ποίημα θα έγραφε για τη σημαία αν ζούσε σήμερα ο Θρασύβουλος Ζωιόπουλος (Στέφανος Δάφνης)

ΣΗΜΑΙΑ

Αυτό είναι το ιερό πανί, το πρασινογαλάζο
ξεσκλίδι από σκάνδαλα κι από φριχτές κλεψιές
που σαν τη μούχλα είναι μπλε και πράσινο σαν έλος
και λοιδωρεί ένα λαό με αυνανισμένο νου.

Αυτό είναι το ιερό πανί που όταν περνάει μπροστά μας
το σιχαινόνται οι ψυχές και βλαστημά η καρδιά μας.
Πάνω του χέζουν υπουργοί, και κτήνη βουλευτές
ολονυχτίς στις δίπλες  του χωμένοι κατουρούν.

Και δεν ειν’ η αέρας που ’ρχεται γλυκά να το χαιδέψει-
δεν τ’ ανεμίζει πρόσχαρα η αύρα η σιγανή,
παρά σβησμένη μια πνοή που δεν μπορεί να ορμήσει
και ν’ ασελγήσει ως κι αυτή στο δίχρωμο πανί.

Είν’ η σημαία΄ την ξεπουλούν παπάδες μ’ άσπρα γένια
για έναν παρά ή για χλιδή και πλούτη μυθικά΄
ειν’ η σημαία΄ που η Βουλή με κείνηνε ασπίδα
διώχνει το κάθε που ’ρχεται καλό για την πατρίδα.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΥΠΗΚΟΟΣ

Της Μοναξιάς δούλος και υπήκοος
των ψιθύρων Της μάρτυς αυτήκοος
την ύπαρξή μου Της έχω δώσει'
έχω στα πόδια Της απιθώσει

ασημικά-σμάλτα-μαλάματα
της ζωής χαμογέλια και κλάματα
στους κηπαγρούς Της κλαίουσες ιτέες
κείνται οι ωραίες μου οι ιδέες.

Σε ικεσία θερμή εκτείνονται
των χεριών μου οι μυ 'ς  και ξεχύνονται
απ' τους αρμούς τους χιλιάδες δώρα.
Φρούτα από δέντρα ελπιδοφόρα

της μοναξιάς θέλγουν τα πέλματα
ως του νου μου διασχίζει τα τέλματα-
στη Μοναξιά μου εγώ προσφέρω
μύρα και αρώματα που ξέρω.

Και προσδοκώ δειλά και υπάκουα
να μου χαρίσει όλα όσα άκουα
να 'ναι δικά Της-να μ' αγαπήσει-
πάντα κοντά Της να με κρατήσει.
ΞΑΠΛΩΝΕΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤ’ ΑΣΠΡΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ

Ξαπλώνει ο γέροντας στ’ άσπρα σεντόνια.
Πάνω τους δεν ξεκρίνεται η ζωή του 
άγραφη του την άφησαν τα χρόνια 
χωρίς καρπούς εμείναν οι ανθοί του.

Γύρω του κόρες, νύφες, γιοι, εγγόνια
να έβγει περιμένουν η ψυχή του 
λες τα δικά τους άλλα είναι κλώνια
και δε θα σβήσουνε κι αυτοί μαζί του.

"Κόσμοι μου, αστέρια μου, σύμπαντα, χάη
ακόμα η καρδιά μου όσο χτυπάει
ωϊμένα-θα σας ζω και θα με ζείτε'
ύστερα ούτε φως-σκοτάδι μήτε-
κόσμοι μου, αστέρια μου, σύμπαντα, χάη
σας έπλασα, σας χάλασα και πάει..."
ΤΗΝ ΙΔΙΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Στης ομορφιάς τη ζυγαριά στον ένα αν βάλεις
δίσκο
της γης όλες τις όμορφες-στον άλλο τον εαυτό σου
σε σε θα κλίνει η ζυγαριά' και φυσικό το βρίσκω:
μαζί όλες τους δεν κάνουνε το κάλλος το δικό σου.

To ίδιο αποτέλεσμα θα είχαμε αν μπορούσαν
να μπουν επάνω στο ζυγό τα μάτια σου μονάχα'
κι αν όλοι οι άλλοι που 'βλεπαν θαυμάζαν κι απορούσαν
εγώ απορία ή έκπληξη ούτε και τότε θα 'χα.

Κι ακόμα εγώ που με πολλά πικρά μ' έχει ποτίσει
αίμα και δάκρυα η βαθιά που σου' κανα η γνώρα
στοίχημα βάζω-ο δίσκος σου την ίδια θα 'χε κλίση
αν μια ματίτσα σου γλυκειά του' ριχνες μόνο
Ντόρα.
ΒΑΛΕ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ ΦΟΡΕΜΑ ΜΑΥΡΟ

Βάλε της λύπης φόρεμα μαύρο
στο σώμα' βάλε πόνο κρυφό
να σκέπει κάθε χρυσή χαρά σου-
σκόρπα μελάνιασμα στον αφρό.

Βάλε καλή μου στο μάγουλό σου
που φέγγει ολόγλυκα σαν αυγή
λάσπης σημάδι' φόρα στο πόδι
αιματωμένη, λερή πληγή

Και vτύσου ρούχα βαριά να σκέπουν
τ' όμορφο στήθος σου το γλυκό
να μην προβάλει' τύλα μ' αγκάθια
της ομορφάδας σου τον ανθό.

Τι έμαθα, μου 'πανε, διάβασα, είδα,
πως καβαλάρης περνάει στητός
κι όπου λουλούδι δισμυρισμένο
και όπου πέρφανος χρυσαετός,

κι όπου βασίλειο ευτυχισμένο
κι όπου κορίτσι όπως εσύ
μαραίνει, κόφτει, χαλάει, θάφτει,
σκοτώνει αγάπη μου χρυσή.

Τόσο ομορφούλα-κρύψου-σκεπάσου!
τόσο λαμπρούλα-κρύψου-πω πω
κρύψου-σκεπάσου-βάλε καλή μου
άσχημη να 'σαι τάχα σκοπό.

Αχ! Τόσο όμορφη...φοβάμαι...
τρέμω... ξεγέλασέ τον' κοίτα πώς κλαιν
τα μάτια, κι άκου τ' άθλια μου χείλια:
τον καβαλάρη Χάρο τον λεν.
ΒΑΛΕ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ ΦΟΡΕΜΑ ΜΑΥΡΟ

Βάλε της λύπης φόρεμα μαύρο
στο σώμα' βάλε πόνο κρυφό
να σκέπει κάθε χρυσή χαρά σου-
σκόρπα μελάνιασμα στον αφρό.

Βάλε καλή μου στο μάγουλό σου
που φέγγει ολόγλυκα σαν αυγή
λάσπης σημάδι' φόρα στο πόδι
αιματωμένη, λερή πληγή

Και vτύσου ρούχα βαριά να σκέπουν
τ' όμορφο στήθος σου το γλυκό
να μην προβάλει' τύλα μ' αγκάθια
της ομορφάδας σου τον ανθό.

Τι έμαθα, μου 'πανε, διάβασα, είδα,
πως καβαλάρης περνάει στητός
κι όπου λουλούδι δισμυρισμένο
και όπου πέρφανος χρυσαετός,

κι όπου βασίλειο ευτυχισμένο
κι όπου κορίτσι όπως εσύ
μαραίνει, κόφτει, χαλάει, θάφτει,
σκοτώνει αγάπη μου χρυσή.

Τόσο ομορφούλα-κρύψου-σκεπάσου!
τόσο λαμπρούλα-κρύψου-πω πω
κρύψου-σκεπάσου-βάλε καλή μου
άσχημη να 'σαι τάχα σκοπό.

Αχ! Τόσο όμορφη...φοβάμαι...
τρέμω... ξεγέλασέ τον' κοίτα πώς κλαιν
τα μάτια, κι άκου τ' άθλια μου χείλια:
τον καβαλάρη Χάρο τον λεν.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟ

Ο κόσμος είναι σίγουρο
δε θα καταστραφεί.
το τελευταίο ποίημα
αν πρώτα δε γραφτεί.

Την ύπαρξή του ο κόσμος μας
λοιπόν τηνε χρωστάει
στους ποιητές-αν λείψουνε
αυτοί κι εκείνος πάει.

Γι αυτό μην τους πιέζετε
και βιαστικοί μην είστε
μόνο να τους φωνάζετε:
"αργήστε φίλοι! αργήστε!"
ΤΙ ΞΙΠΑΣΙΑ! ΤΙ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ! ΤΙ ΑΜΥΑΛΙΑ! ΤΙ ΕΓΩΙΣΜΟΣ!

Τι ξιπασιά! τι περηφάνια! τι αμυαλιά! τι εγωισμός!
τι προσβολή για τα ουράνια! τι καυχησιάρικος θεσμός!-
τι εγωισμός κι αλαζονεία οι προσευχές για τους νεκρούς!
λες και ανάγκη έχουν καμίαν αυτοί από μας τους ζωντανούς!.

"Νεκροί" λέω 'γω, "όπου κι αν είστε κι όποια κι αν έχετε
θωριά
εσείς τους ζώντες ελεήστε-σώστε-γλιτώστε απ' τα θεριά.
Νεκροί αδερφοί που δε σας φτάνει καμιά φωνή-καμιά
φωτιά
κιώστε το δρόμο που μας βγάνει στην ακριβή σας τη
μονιά".
ΘΑ ΨΑΞΩ ΝΑ 'ΒΡΩ ΠΟΙΑ ΒΟΥΚΕΝΤΡΑ

Θα ψάξω να 'βρω ποια βουκέντρα-
ποιος λόγος να 'βρω μυστικός-
ανάγκη ποια κεντάει τα δέντρα
κι αυτά υψώνονται στο φως.

Ποιο στου πουλιού το αιθέριο σώμα
το σαν ιδέα ελαφρό
την εντολή χαράζει στόμα
και πλέει το σκάφος το μικρό.

Βαθιά στου νου μου τις σελίδες
ποια βια θα ψάξω-ποια ορμή
ρίχνει στης ζήσης τις λεπίδες
βορά του ανθρώπου το κορμί.

Και μες στη μήτρα των αιώνων
που τη δονούν μύριοι αχοί-
στη Νύχτα, θα 'βρω όλων των Πόνων
και κάθε Ανάγκης πρωταρχή.
ΤΟΣΟ ΕΙΝ' Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΔΥΝΑΜΟΣ

Τόσο ειν' ο άνθρωπος αδύναμος
που δεν μπορεί να ζήσει μόνος-
για ζωή στα πέρατα του σύμπαντος
ψάχνει αδιακόπως κι επιμόνως.

Τόσο φοβάται που ζητάει
παρέα να 'βρει μες στα χάη
και με αγωνία όλο γυρεύει
φως μες στης νύχτας τα ερέβη.

Μ' άλλα η μοίρα έχει ορίσει'
έχει πολύ περιορίσει
τη δυνατότητα για κάτι
πέρα από κει που φτάνει μάτι.

"Άνθρωπε", λέει, "όλα κάνε τα
θα ‘ναι αφιλόξενη η γη σου'
τότε θα νοιώσεις μόνον άνετα
φίλη αν εμένα έχεις πιστή σου".
(Νικολίτσα)

Απ΄ τους Πετσάκους τρία βέρτσια ο "Αντίλαλος".
Απ΄τη ζωή μου τρεις χιλιάδες μίλια η Λέτα.

Άϊντε κατσίκια μου κι αρνιά τραβάτε
και πάρτε από το χέρι της το χάδι.

Πολλά μαστάρια από το χέρι ετούτο
περνούν κι αρμέγονται την κάθε μέρα
καθώς απ΄τις κοιλιές κρεμιούνται κάτω
των πρόβατων με το παχύ μαλλί
και των λειότριχων των κατσικιών.

Μόνο τα στήθια τα δικά της τριπλοκλείδωτα
κάτω απ΄ τις δίπλες τυχερής μιας μπλούζας.

Αϊντε λεβέντες του χωριού και των περίχωρων
εβγάτε
στο δρόμο που στα στήθη της τελειώνει-
που είθε ποτέ να μη τα φτάσετε, παρά
ή άψυχοι να πέσετε, ή παράλυτοι
στου δρόμου τα μισά να μείνετε όλοι.
ΤΗ ΦΟΡΑ

Συνειρμούς ποιους έχει σπείρει
στο μυαλό μου τ' όνομά της
κι αν τ' ακούσω με διεγείρει
και ας βρίσκομαι μακριά της;

Πέντε τάχα γραμματάκια
στη σειρά έτσι όταν μπούνε
τα μικρά τους σηματάκια
γιατί τόσο με δονούνε;

Πού τη βρίσκει μία λέξη
τόση δύναμη μεγάλη
που το νου μου έχει κλέψει
και μου φέρνει τέτοια ζάλη;

Τάχα κι αν αποφασίσω
όνομα άλλο να σκαρώσω
και πασχίζοντας να ζήσω
με τη σκέψη τής το δώσω

μήπως έτσι θα ησυχάσω
απ' το μέγα μαρτυριό μου-
μήπως έτσι ξεκουράσω
τ’ αξεκούραστο μυαλό μου;

"Όχι" ο έρωτας φωνάζει
και μου κόβει όλη τη φόρα'
"κι αν το στόμα σου άλλο κράζει
μα η ψυχή θα πνέει: Ντόρα!"
ΣΕ ΖΗΤΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΕΜΟΥΣ ΠΟΥ ΦΥΓΑΝ

Σε ζητώ στους ανέμους που φύγαν.
Σε ζητώ στους ανέμους που θα 'ρθουν.
Σε ζητώ στου πιο ήπιου κυκλάμινου το άρωμα.
Σε ζητώ στον πιο φιλάσθενο ήλιο.
Σε ζητώ στου ξύλου την ελαστικότητα.
Σε ζητώ στο χαρτί που μέσα του γράφω
επάλληλες ουτιδανές συστοιχίες.
Σε ζητώ στην ανάμνησή σου.
Σε ζητώ στης Ηρώς το οφιοειδές σχήμα.
Σε ζητώ στης ανέμης το νήμα.
Σε ζητώ στο φως'
πουθενά δεν είσαι.
Κάποτε βλέπω παρόμοιες εικόνες.
Για λίγο ξεγελιέμαι και ετοιμάζω τις κληματόβεργες.
To αρνί κοντά μου' το μαχαίρι επίσης.
Και μέσα μου η κόκκινη μπογιά-
του ισχνού επάρματός σου το χρώμα.

Μοσχοκάρυα και φρύγανα ευωδιάζοντα
το καλάθι της ανεπαρκείας σου πλήρες.
Αρώματα, σχήματα, χρώματα χαριέντως συγχέεις.
Ανέμελη και άδολη, αγνοείς
πού τα μοσχοκάρυα και πού τα φρύγανα ν’ αποδώσεις.
Αστεϊζομένη χαρίζεις τα πάντα-και το καλάθι μαζί.
Α! Μέρες κι αυτές της δωρεάς!
Α! Μέρες του σκορπίσματος και της ωραίας νιότης!
Α! Μέρες που ανέφελες κι ανέγνοιαστες διαβαίναν!
Α! Πρωτοξύπνητη, γλυκιά, λουλουδιασμένη ζηση!
Α! Που και πέτρα να 'σπερνες σου ήθελεν ανθίσει!
Α! Μυστικόπιοτες βραδυές!
Α! Πάλλουσες πρωϊες!
Α! Ηλιογέρματα ερυθρά-σαν όνειρο-σαν ψέμα'
Α! Λουλουδόπνιχτες αυγές!
Α! Πόδια φτερωμένα!