Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Στο κάτασπρο το στήθος σου το ποθοπλανταγμένο
ένας σταυρός κρεμότανε με τον εσταυρωμένο.
Κι αναρωτήθηκα γιατί στους τόσους του μπελάδες
να τον παιδεύουν το Χριστό τώρα κι οι συμπληγάδες.

Μα όταν έσκυψα να δω επάνω στο σταυρό του
να είναι αναψοκόκκινο είδα το πρόσωπό του
κι αντί να είναι η όψη του άφατα πονεμένη
την είδα με αγαλλίαση να ’ναι στεφανωμένη.

Τα μάτια του μισόκλειστα κι εσειόταν το κορμί του
σαν ο σεισμός να έγινε προτού από τη θανή του.
Κι οι βόγγοι που εβγαίνανε απ' τα φρυγμένα χείλη
γι άλλην μιλούσανε παρά για την ουράνια πύλη.

Και μέσα κει στα στήθη σου τα παντοβόρα είδα
να ’ναι πιασμένος ο Χριστός στην ίδια την παγίδα
στην ίδια να φλογίζεται φωτιά που τον καθένα
καίει στη γη επάνω αυτήν ως έκαψε και μένα.

Για μένα ετούτος ήτανε ο πλάστης και θεός μου
κι αυτόνε ξέρω μόνο εγώ για ποιητή του κόσμου
εκείνου εικόνα είμαστε όλοι κι ομοίωσή του
στον ίδιο σταυρωνόμαστε σταυρό κι εμείς μαζί του.

Και όρκο παίρνω πως μετά το κορμομάχημά του
λίγο πριν πάψει να χτυπά για πάντα η καρδιά του-
και όρκο παίρνω λέω ξανά-δεν είναι εικασία
πως είχε το "τετέλεσται" μιαν άλλη σημασία.
    ΜΑΡΊΑ...

Μαρία
πώς μπόρεσες να χωρέσεις τη ζωή μου όλη, μέσα στο φλιτζάνι του καφέ που έπινες κάθε πρωί πριν πας στη δουλειά;

Πώς έκλεισες μέσα στο "ναι" και στο "ορίστε" τις διαθέσεις του κάθε πρωινού μου
και πού τις έβαλες φεύγοντας και δεν τις είδα,
και μένω τώρα άοπλος μπροστά στον ήλιο που απειλητικά κάθε πρωί ανατέλλει;
Με τυφλά χέρια ψαχουλεύω τις ώρες μου, ίχνη χαράς αποζητώντας.
Μάταια.
Με σένα μακριά όλα ανέβρετα.
Πρέπει να 'σαι και συ εδώ.

Πρέπει να με κοιτάς στα μάτια, όχι για άλλο τίποτα-
να δεις ας πούμε κάτι κρυφό εκεί μέσα, να εξορύξεις συναισθήματα, να αναλύσεις χρώματα ή άλλα τέτοια-
μα από αγάπη.
Πρέπει ν' ακούω απ' την κουζίνα την αναπόδραστην απόκρισή σου: "Ναι Γιώργο!" στο κάλεσμά μου
και πρέπει να γελάς κελαρυστά με όλο αγάπης κατανόηση, όταν σου αποκρίνομαι: "Τίποτα,
ήθελα ν' ακούσω μόνο τη φωνή σου ".
Πρέπει να σηκώνεσαι πρωί, ακοίμιστη όλη νύχτα,
γιατί αγρυπνούσες μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω.
Πρέπει σα δεις μια τρίχα γυναικεία στο σακάκι μου
να κοκκινίζουνε τα μάτια σου απ' το κλάμα,
και να προσπαθείς να μου κρυφτείς
με κείνη την πανάρχαια δικαιολογία πως κάτι μπήκε στο μάτι σου.
Πρέπει να βλέπω στον καθρέφτη, (χωρίς εσύ να το ξέρεις),
το ληστρικό το βλέμμα που μού ρίχνεις
όταν τα ρούχα μου φορώ μετά το μπάνιο.
Πρέπει να μη μιλάς παρά για πράγματα άλλα κι όχι για ό,τι σε
καίει
για να μη με θλίβεις.
Πρέπει να στέκεις όρθια δίπλα στην καρέκλα μου, για να βρίσκεσαι κοντά μου,
γιατί η άλλη καρέκλα είναι λίγο μακριά μες στο δωμάτιο.
Πρέπει όλα σου να σκούζουν "σ' αγαπώ"
εκτός απ' τη φωνή σου να το λέει
για να μη μου δημιουργήσεις υποχρεώσεις ανταπόδοσης.
Πρέπει το βλέμμα σου να πέφτει πάνω μου
έχοντας εξαντλήσει τα περιθώρια της λατρείας,
έτσι που ν' αμφιβάλω-αν είναι δυνατόν!-για την αλήθεια του.
Πρέπει όλ' αυτά να ξαναγίνουνε,
σαν μάγια,
που χωρίς τους η αξία της ζωής στο μηδέν της κουλουριάζεται.
Πρέπει να γίνουν όλ' αυτά για να μπορέσει πάλι ο κύκνος να 'βρει τα φτερά του,
οι μέρες τον χρόνο τους,
το παράθυρο το άνοιγμά του.
Πρέπει να γίνουν όλα αυτά, γιατί αλλιώς, Μαρία, βυθίζομαι
αύτανδρος.
Γιατί αλλιώς, Μαρία, η άνοιξη χειμώνα ρούχα θα φορέσει.
Γιατί αλλιώς, Μαρία, το μέγα στόμα με καταπίνει.
Πού είσαι;
ΑΠΟΡΙΕΣ

Υπάρχει μία μουσική
πιο μαγική από κύλισμα ρυακιού
πιo θελκτική από τζίτζικα τραγούδι.
Κάποτε θα την ακούσουμε;
Υπάρχουνε κοιλάδες πιο λαμπρές
από τις ομορφότερες της γης.
Κάποτε θα ζήσουμε σ’ αυτές;
Υπάρχουνε ασύγκριτα ψηλά βουνά
και ποταμοί γαλάζιοι ατελείωτοι.
Κάποτε θα τους δούμε; 

Υπάρχουν αίστησες που εμείς δεν έχουμε-
που με αυτές
πιότερα αμέτρητες φορές
απ' όσα τώρα νιώθουμε θα νιώθαμε,
ίδια καθώς περσότερο μια αχτίδα του ήλιου
τη ζέστα μες στον ήλιο νιώθει,
παρά σα φύγει μακριά.

Και τάχα θα 'vαι o θάνατος
σ' αυτά που θα μας πάει
τ' ανείδωτα κι ανάκουστα και μαγικά,
ή η αχτίδα είμαστε εμείς η μακρυσμένη
που του ηλιού αόριστα θυμάται τη φωτιά,
κι οριστικά χαμένη πια στου σύμπαντος τα
μάκρη
μόνο που δύναται είναι να τη νοσταλγεί;
ΑΣ ΠΑΝ ΚΑΛΙΑ ΤΟΥΣ

Είμαι ο τάδε, γεννήθηκα εκεί,
εκεί μεγάλωσα,
εκεί πήγα σχολείο,
λέγομαι έτσι ακριβώς,
ο πατέρας μου ήταν...
μέναμε στον...
φύγαμε όταν...

Ουφ! Αντί τέτοια να εξηγείς
κάθε που κάποιον ανταμώνεις
ας παν οι γνωριμιές καλιά τους.

Η νύχτα τίποτε δεν με ρωτά
και ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.
ΣΤΕΝΟΤΗΣ

Στενότης χώρου και χρημάτων
αμείλικτα τον περιζώνει
κι η θέα κακόσχημων πραγμάτων
την περηφάνια του πληγώνει.

Δεν έχει χώρο για το μπάνιο
και τ’ είναι τούτο το κρεβάτι;
θα πάρει ένα δάνειο
μ’ αυτό θα κάνει κάτι…

Των φαγωμένων του ενδυμάτων
η απαίσια θέα τον πληγώνει
καλλίτερα εκατό θανάτων
το αντίτιμο να ξεπληρώνει.

Όμως με ύφος αρειμάνιο
τριγύρω του θωρεί το μάτι…
Θα πάρει ένα δάνειο.
Μ’ αυτό θα κάνει κάτι.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΑΙ ΚΑΦΕ

Εφημερίδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και το πρωί έχει φύγει
το βράδυ με τυλίγει.

Εφημερίδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή έχει φύγει
σκότος βαρύ με πνίγει.

Εφημερίδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή η λίγη
χίλιες χαρές ξανοίγει.
ΟΤΑΝ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΑ

Όταν φωνή τα λούλουδα αποκτήσουν
και τι δε θα ‘χουν να μας πουν.
Κι αλίμονο όταν μάθουν να διαβάζουν
όσα εγράψαμε γι αυτά-εγώ τουλάχιστον
πολύ θα υποφέρω
από την μήνιν των.
ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ

Ο ουρανός μου βρέχει αίμα.
Χοντρές οι στάλες του χτυπάνε
το ντελικάτο μου κορμί
κι έτσι ως πέφτουνε μ’ ορμή
λες και να σβήσουνε ζητάνε
της ύπαρξής μου τα’ άθλιο ψέμα.

Μα έχει με σίδερο πλαστεί
και με τσιμέντο έχει πετρώσει
της πλάνης τ’  άγριο πουλί
και ίδιο ολόπικρο χαλί
χοντρά φτερά έχει απλώσει
κι έχει με κείνα σκεπαστεί.
ΜΙΚΡΗ ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ

Σα με τραβά η στενοχώρια
και με κατέχει ο θυμός
της φαντασιάς στενεύουν τα όρια
και αχρηστεύεται ο ηθμός.

Αμέσως τότε εγώ ξεχύνω
πα’ στο χαρτί το καθαρό
ποτάμια γράμματα, να πλύνω
το νου με κάτι δροσερό.

Το δροσερό εδώ οι λέξεις
που σαν παιδιά χοροπηδούν
και που με σε όσο αντέξεις
δε σώνουν να παιζογελούν.

Σιγά οι ιδέες ξανανιώνουν
και αποδιώχνονται οι καημοί
και πάλι οι σκέψεις ξεδιπλώνουν
πάλι καπνίζουν οι βωμοί.

Κι από τον πόνο απομένει
κι εκείνη μόλις αισθητή
μικρή μια θλίψη, προορισμένη
κι αυτή γοργά να ξεχαστεί.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)

(Το έργο ανακτάται από κείμενο «προϊστορικό», δακτυλογραφημένο. Ανακτάται βραδέως και έτσι θα δημοσιεύεται καθημερινά και εδώ.)


«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)


ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
Γαλάτεια
Γλαύκη
Νηρηίδες (η φωνή τους)
Πολύφημος
Γλαύκος
Δίας
Ερμής
Αφροδίτη
Άκις.

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤH
(συνέχεια)


Και μέσα μου εμπήκε και δεν ξέρω
Τι από με ειμ' εγώ και τι εκείνη.
Κι ούτε με θάνατο από την κατάρα
Δεν θα μπορέσω αυτήνε να ξεφύγω,
Να ’τανε πρόβατο και να το σφάξω,
Να ’τανε δέντρο να το ξεριζώσω"
Να ’τανε βράχος να τόνε συντρίψω.
 Μα είναι τιμόνι και με κυβερνάει.
Είναι φτερό και πάνω του με πάει.
Γλαυκή χρυσή 'σαι και γλυκοχυμένη.
Και λέω σα σε θωρώ τώρα μπροστά μου
Να ’τανε η καρδιά που ’χω δικιά μου
Μέσα της σαν πουλάκι να σε βάλω…
Και λέω να όριζα του’ το σαρκί μου
Κι ένα να το ’κανα με το δικό σου…
...Μα λα μου σε κείνη χαρισμένα…

(μεγάλη σιωπή. Ο Πολύφημος σηκώνεται)
   
Όμως τι κάθομαι και λέω τώρα;
Το όνειρο που σου ’φερε ο Ύπνος
Ο αδερφός του ο Θάνατος το στέλνει.
Αίμα και θάνατο φέρνει μαζί του.
Το νέο που μου ’φερες σήμερα Γλαύκη
Λύνει τα χέρια μου για να δουλέψουν.
Το μήνυμα που πήρα είναι καθάριο.
Αβοήθητος ν’ αγωνιστώ μου μένει.
Κι έναν τα χέρια μου αγώνα ξέρουν:
Μ’ όλη τη δύναμη τους να σκοτώνουν.

(Πηγαίνοντας με αποφασιστικά βήματα προς την έξοδο της σπηλιάς)
Ή θα τον διώξω ή θα τον σκοτώσω!

(Η Γλαυκή τρέχει πίσω του).

ΓΛΑ
Όχι Πολύφημε! Όχι! Δεν πρέπει…
(Φτάνει τον Πολύφημο και προσπαθεί να τον συγκρατήσει. Εκείνος τη σπρώχνε και τη ρίχνει στο χώμα. Βγαίνει).
(Τέλος της τέταρτης πράξης)






Και μέσα μου εμπήκε και δεν ξέρω
Τι από με ειμ' εγώ και τι εκείνη.
Κι ούτε με θάνατο από την κατάρα
Δεν θα μπορέσω αυτήνε να ξεφύγω,
Να ’τανε πρόβατο και να το σφάξω,
Να ’τανε δέντρο να το ξεριζώσω"
Να ’τανε βράχος να τόνε συντρίψω.
 Μα είναι τιμόνι και με κυβερνάει.
Είναι φτερό και πάνω του με πάει.
Γλαυκή χρυσή 'σαι και γλυκοχυμένη.
Και λέω σα σε θωρώ τώρα μπροστά μου
Να ’τανε η καρδιά που ’χω δικιά μου
Μέσα της σαν πουλάκι να σε βάλω…
Και λέω να όριζα του’ το σαρκί μου
Κι ένα να το ’κανα με το δικό σου…
...Μα όλα μου σε κείνη χαρισμένα…

(μεγάλη σιωπή. Ο Πολύφημος σηκώνεται)
   
Όμως τι κάθομαι και λέω τώρα;
Το όνειρο που σου ’φερε ο Ύπνος
Ο αδερφός του ο Θάνατος το στέλνει.
Αίμα και θάνατο φέρνει μαζί του.
Το νέο που μου ’φερες σήμερα Γλαύκη
Λύνει τα χέρια μου για να δουλέψουν.
Το μήνυμα που πήρα είναι καθάριο.
Αβοήθητος ν’ αγωνιστώ μου μένει.
Κι έναν τα χέρια μου αγώνα ξέρουν:
Μ’ όλη τη δύναμη τους να σκοτώνουν.

(Πηγαίνοντας με αποφασιστικά βήματα προς την έξοδο της σπηλιάς)
Ή θα τον διώξω ή θα τον σκοτώσω!

(Η Γλαυκή τρέχει πίσω του).

ΓΛΑ
Όχι Πολύφημε! Όχι! Δεν πρέπει…
(Φτάνει τον Πολύφημο και προσπαθεί να τον συγκρατήσει. Εκείνος τη σπρώχνε και τη ρίχνει στο χώμα. Βγαίνει).
(Τέλος της τέταρτης πράξης)


ΠΡΑΞΗ ΠΕΜΠΤΗ
(Βραχώδης παραλία)

(Μπαίνουν ο Άκις και η Γαλάτεια)

ΑΚΙΣ (ΑΚΙ)
Ετούτο είναι λοιπόν το βασίλειό σου;
Ετούτο το ακρόγιαλο; Και που ’ναι
Τα ολόχρυσα παλάτια που ορίζεις;


ΓΑΛ
Μες στο βυθό κι ακόμα πιο βαθιά του.
Σκαμμένα μες σε πέτρες κοραλλένιες.
Μια μέρα θα σε πάω να στα δείξω.
Θα βάλεις πρώτα τον ιερό μανδύα
Που θα σε κάνει ν’ αναπνέεις σαν ψάρι
Και θα κατέβουμε αγκαλιά οι δυο μας
Για να χαρούμε του έρωτα τη γέψη
στο νερό καθώς και στον αέρα.

ΑΚΙ

Και ζεις μες στο νερό σα να ’σουν ψάρι;

ΓΑΛ

Θα δεις όταν θα ’ρθείς εκεί μαζί μου
Πόσο ωραία του νερού η ζωή 'ναι.
Και δε θα θέλεις από κει να φύγεις.

ΑΚΙ
Δε θ’ άλλαζα για όλο το χρυσάφι
Τα πράσινα πευκόφυτα βουνά μου
Που με παρέα Σειλινούς, Σατύρους,
Με των δασών τις Νύμφες ξαγρυπνάμε
Έχοντας ταίρι άλλο κάθε βράδυ.
Παχύ το στρώμα που οι πευκοβελόνες
Στρώνουν για να δεχτούν τους έρωτες μας.
Και η Σελήνη από ψηλά που βλέπει
Άλλοτε σαστισμένα μας κοιτάζει
Κι άλλοτε ντρέπεται με ό,τι βλέπει
Και κρύβεται στα σύννεφα από πίσω.
Κι από νερά να πεις δεν ξέρουμε άλλα
Παρά πηγές μονάχα που αναβλύζουν
Από βουνοπλαγιές και που κυλάνε
Σε γλυκομούρμουρα μικρά ρυάκια.
Ας είναι Όμως. Τόσο αφού το θέλεις
Ας παμε εκεί στα μέρη τα δικά σου.
Να λέω ύστερα θα ’χω στους συντρόφους
Και στις συντρόφισσες των παιχνιδιών μου
πως μπήκα μέσα στων νερών τις στράτες
Και μέσα τους 'ρωτεύτηκα μια Νύμφη.
ΓΑΛ
Μια Νύμφη μόνο κι όχι τη Γαλάτεια;
Και πάλι εκεί θα πάς; Ώστε θα φύγεις;
Για πάντοτε μαζί μου δε θα μείνεις;
Και η μεγάλη αγάπη σου για μένα;
Ψέματα ήταν όλα όσα μούπες;
ΑΚΙ
Εγώ να κάτσω εδώ; Στο περιγιάλι;
Και μέσα στο νερό να ’μαι για πάντα;
Εγώ είμαι του βουνού χιονάτη πέτρα
Εγώ είμαι ακροκλώναρο του πεύκου
Εγώ 'μαι ο αητός ο κυνηγάρης
Δεν είμαι εγώ για τα νερά Γαλάτεια.
Κι ούτε κανένα ψέμα δε σου είπα.
Μεγάλη ειν’ η αγάπη μου για σένα
Όπως για όλες τις συντρόφισσες μου.
Και όσα λόγια σούλεγα εκεί κάτω
Πριν το φιλί σου πάρω, ή την ώρα
Που σ’ έσφιγγα γλυκά στην αγκαλιά μου
Αλήθεια όλα. Και να πάρω κι όρκο
Μπορώ γι αυτά που λέω. Κι όταν πάλι
Θα ’ρθεί του Θείου Έρωτα η ώρα
Τα ίδια πάλι λόγια θα σου λέω.
Κι ίδια πολύ θα τα πιστεύω πάλι.
Πότε σου είπα όμως πως κοντά σου
Θα ’μενα;

ΓΑΛ
 Μα δεν ήθελα άλλο λόγο
Απ’ όσους μου ’χες πει για να πιστέψω
Πως μία τέτοια αγάπη δεν αντέχει
Ούτε στου χωρισμού τη σκέψη ακόμα.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
Το   κάθαρμα είπε Κένταυρο τον Μειμαράκη.
Μα το κάθαρμα μέσα σε εφτά μήνες έγινε από αντιμνημονιακό κάθαρμα μνημονιακό κάθαρμα. Δεν υπολογίζει ότι μετά δεκάδες χρόνια έχει μεγάλες πιθανότητες να έχει αλλάξει μυαλά και ο Μειμαράκης;
Και γενικότερα, όσα πει το κάθαρμα, μετά τόσα εγκλήματα που έχει κάνει σε εφτά μήνες, όλα θα στρέφονται εναντίον του.
Ύστερα το κάθαρμα ξεχνάει ότι ο φίλος και ειλικρινής σύμμαχός του, στον οποίο έδωσε μάλιστα το υπουργειο Άμυνας, ήτανε ο αρχιτραμπούκος των Κένταυρων;
Και να γιατί, μεταξύ άλλων, είναι κάθαρμα το κάθαρμα. Γιατί ενώ δεν το ξεχνάει, το πετάει και ό,τι πιάσει.
Βέβαια τον έστειλε στη θέση που του άρμοζε. Και ο αρχιτραμπούκος το απόδειξε: ποιος άλλος θα κατέβαζε το στρατό (όπως τότε τους ταμπούκους) στην Αθήνα «για να επιβάλουν την τάξη;»
Ποιος άλλος θα φοβέριζε με κούγκια την… Ευρώπη!!!;;;

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.

Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.

Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήτανε το έργο το μαγικό της".

Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη-
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.
ΤΟ ΧΕΡΙ

Τα νεύρα και οι αρτηρίες Του
υπέρτατη γίνανε καλωσύνη
που βγαίνει στον κόσμο
όπως ο ήχος από βιολί παλιό.

Οι μύες
που χρόνια τώρα κουβαλεί
τη δύναμή τους εκχωρούν
στους αδύναμους του κόσμου.

Ο δελτοειδής του απεργάζεται
εκτός από του ώμου
και της γης την στρογγυλότητα.

Ποιήματα τα κόκαλά του υψώνονται.

Και το ωλέκρανο ποίημα ποιημάτων.
Το παιχνίδι από το Χριστό χάθηκε από τη στιγμή που είπε αυτός στον Πέτρο να βάλει στη θήκη του το μαχαίρι.
Ο ΧΟΡΟΣ

Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό μέσα στην άνοιξη έχουν στήσει.
Χόρεψε και συ γλυκό κορίτσι!
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό έχουν στήσει.
Και τ' αγριολούλουδο κι ο λόφος κι η λαμπρίτσα.

Όλα τρελά χορεύουν μες στην άνοιξη.
Χόρεψε γλυκό κορίτσι!
Γύρους με το φουστάνι σου απ' αστέρια φέρνε
να ζαλιστεί ο ουρανός, στη γη να πέσει
και το φεγγάρι σου να δει κι εδώ να μείνει.

Όλα τριγύρω σε τρελό ρυθμό γυρνούνε.
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Χόρεψε μαζί μου γλυκό κορίτσι.
ΚΥΡΙΕ...

Κύριε
Ο ουρανός με βλέπει ως τον βλέπω;
Η γη ακούει τα πατήματά μου τα δειλά;
Την ψυχή μου η ψυχή των Πραγμάτων
τη νιώθει
ως εγώ τη δική τους νιώθω την ψυχή;

Κύριε,
ξέρεις πως υπάρχω;
 ΝΑΣΙΑ

-Ποιητή γιατί για μέγα όλα τα τραγούδια σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Αχ! Για του ποταμιού τις δάφνες
και για της ιτιάς τα μυτερά κλαδιά εγώ τραβώ.
Στο χωράφι με τις καλαμιές
τρεις θεριστάδες νιούτσικοι
τη Νάσια την καλή αντιπερνάνε:
-Κυρά μου αχ! To ποτάμι άλλαξε δρόμο και δε θα το 'βρείς!

-Ποιητή γιατί για μένα όλη η θλίψη σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Εγώ είμαι στον πλατύ ουρανό δοσμένη
κι εκεί αλαφρά πηγαίνω.
Τρεις άγγελοι ανταμώνουν την ωραία Νάσια
στον ανοιχτό το δρόμο τ' ουρανού.
-Κυρά μου αχ! Να μάθει ότι έρχεσαι
ο ουρανός τραβήχτηκε στον πύργο του
μ' όλα τ' αστέρια του μαζί.


-Ποιητή γιατί για μένα όλοι οι χτύποι της καρδιάς σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
To άσπρο αίμα μου ντυμένη
για το νεραιδοπάλατο ενώ τραβώ
σέρνοντας βάρος πίσω μου στο χώμα πάνω
τις σκονισμένες σου κραυγές.
Τρία πουλιά τη φωτεινή τη Νάσια
στου παλατιού το έμπα καρτερούν.
-Κυρά μου το παλάτι αχ! κλειδωμένο!
Kαι στη χρυσή του κλειδαριά ταιριάει
μονάχα το κορμί το χαρισμένο!

-Ποιητή γιατί με θέλεις μες στην αγκαλιά σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Ενώ ιδέα είμαι κι αερικό.
Εγώ
απ' τα ποιήματά σου μέσαθε περνώντας
πνοή τους δίνω
και για το πεπρωμένο μου τραβώ.
Ax! Mιαν αχτίδα από σβησμένο αστέρι αγάπησες.
Αχ! Για το χάρτινό μου ψέμα εγώ τραβώ.
                                             ΤΡΙΠΟΛΗ

Ax! Τρίπολη με τα βραχιόνια σου υψωμένα στον σταχτί ουρανό!
Αχ! Τρίπολη με τρεις σταγόνες μάραθο στου λαγηνιού τον πάτο!

Ax! Τρίπολη!
Κτίρια μαβιά-δρόμοι κλεισμένοι!
Τα παιδιά σου τραγουδούν στα στέκια των αγάδων.
Για μάτια πράσινα όλα τα δέντρα σου μιλούν.
(Στην Τάκα πλένεις τα ρηχά σου πόδια.
Στους αγέρηδες τα λόγια σου σκορπάς).

Αχ! Τρίπολη! Με τo θάνατο στους στενούς σου δρόμους
και τις μαύρες κορδέλες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια τους.
Ένα ποτάμι πίσσας σε κυκλώνει
και μέσα του το πέτρινο κορμί σου ανασαίνει.

Ax! Τρίπολη! Με όνομα από τρεις χάντρες τσιγγάνικες
και με μαλλιά τα πεύκα της Δεξαμενής σου!
Στα πηγάδια σου τρελές γυναίκες πνίγονται.
Ρόπαλα βάφουν μ' αίμα τις αυλές σου.

ΠΡΟΣΩΠΑ

Ένας θεός σατανικός
κι είρων μας έχει πλάσει
και πρόσωπα μας έδωσε
αστεία για να γελάσει:

άλλα πολύ υπερήφανα
που βλέπουνε στα ύψη
(μα που κανείς για να τα δει
πολύ πρέπει να σκύψει),

αρπακτικά άλλα πολύ,
άλλα βαριεστημένα
κι άλλα μια λύπη να κρατεί-
να κλαίνε τα καημένα…
ΠΑΡ ΟΛΙΓΟΝ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Στη στροφή και στη γωνία
οδηγώντας με μανία
αυτοκίνητο ένα βγήκε
και στο δρόμο του εμπήκε.

Μ’ έναν πήδο ο νιος προφτάνει
κι απ’ τον Χάρο πέρα κάνει-
τη στιγμή την τελευταία
σώθηκε κι όλα ωραία.

Αν τον λιώναν οι τροχοί
μια αγάπη μοναχή-
α! ένα χέρι τον βλογούσε
απ’ το σπίτι όταν κινούσε.
ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

Τα μάτια σου φως
και λάμψη αστραπής
το βλέμμα τους μνήμες ξυπνάει μακρινές
σαν κάποια απογέματα ζεστά
που μετά από τον ύπνο του μεσημεριού
με μια ντομάτα στο ένα χέρι
και με ένα ξεροκόμματο στο άλλο
δειλά από το σπίτι βγαίναμε
συντρόφους για ήπιο παιχνίδι ζητώντας
ή σαν καποια απόβραδα
από την ισχνή λάμπα της κολώνας φωτισμένα
που κολλητά ένας στον άλλο καθισμένοι
αινίγματα φοβισμένοι γεμίζαμε τη νύχτα
η ώρα του ύπνου ως να ‘ρθεί.
Στου νεκροταφείου το πλατύ αλώνι
η μελαγχολία την ψυχή αλώνει
κάθε τάφος πλάκα και σβηστό καντήλι
κι έναν τρόμο γύρω η νυχτιά έχει  η νύχτα στείλει.

Στο σκοτάδι κάτι φωτοσκιές κινούνται-
άραγε αξύπνητα οι νεκροί κοιμούνται
ή ασώματοι κι αγνοί όπως θέλουν να  ’ναι
βγαίνουν απ’ τους τάφους τους κι άσκοπα γυρνάνε;
ΤΙΣ ΠΤΑΊΕΙ….

Μη φωνάζετε-μη σκάτε
και μην κακομελετάτε.
Ή Καραμανλή ψηφίστε,
ή στην πάντα τον αφήστε

κι όποιον φέρτε, ίδιο χάλι
τουτ’ η χώρα θα ‘χει πάλι.
Φίλοι μου οι εκλεγμένοι
δε σας φταίνε –οι καημένοι!-

Φταίνε μόνο οι εκλογείς:
φταίτε φίλοι μου ΕΣΕΙΣ.
ΓΕΛΤΣΙΝ

Ο Γέλτσιν ήτανε σαν ζωντανός
Βαλμένος μες στο ωραίο φέρετρό του.
Οι δύο κόρες του και η χήρα πια γυναίκα του
Σπαράζαν από πόνο ακολουθώντας την κηδεία.
Και όταν ήρθε η ώρα
τον νεκρό
για τελευταία ν’ ασπαστούν φορά
δεν ξεκολλούσαν από πάνω του.
Είναι γιατί ο Γέλτσιν φρόντισε
Και πέτυχε-από τον Πούτιν,
Προτού την εξουσία τού παραδώσει,
Να μη του πάρουν την περιουσία οι ρώσοι,
Να μη ενοχλήσουν κόρες και γυναίκα του
Και ατιμώρητος να ζήσει όσο ζήσει.
Αλλιώς, μάνα και κόρες,
Δε θα πηγαίναν ούτε στην κηδεία του.

Πάει κι αυτός.
Καινούργια τώρα κτήνη ετοιμάζονται
Για να διαλύσουν ό,τι απόμεινε από τη Ρωσία.
Με του λαού την ψήφο δα...
ΣΚΥΛΙ ΣΕ ΔΡΟΜΟ

Αυτό το σκυλί στο δρόμο...δικόσας είναι;...

Ξέρετε
όταν με τ΄ αυτοκίνητο περνώ
στου δρόμου είναι τη μέση πάντα ξαπλωμένο .
Κι ανέμελα μένει εκεί
σα δίπλα του να μην περνάει κανείς και τίποτα.

Φρενάρουν βέβαια όλοι και μεριάζουν.
Όπως κι εγώ.
Μα και κανείς μπορεί από δω πολιτικός
με τ΄ αυτοκίνητό του να περάσει.
Κι αυτοί
συνηθισμένοι ως είναι ανθρώπους να σκοτώνουν
λέτε να λυπηθούν ένα σκυλί;

Γι αυτό κυρία παρακαλώ μαζέψτε το-
κι είναι τόσο όμορφο το καημενούλι!...
ΕΥΘΥΝΗ

Ακούω, καθώς ο αέρας σε χτυπά,
παράξενα να ηχείς και μακρινά.
Και ο ήχος σου στα πράγματα διαχύνεται όλα
και τα δονεί σαν η ψυχή τους να είναι.

Και εδώ ένα γέλιο, εκεί μια κουβέντα,
μικρές συντροφιές όπως σε δεξίωση.
Και συ δίνεις σε όλα πλάτεμα και υπομονή,
για να μπορέσεις ύστερα, μέσα τους, κουρασμένη,

να ξαποστάσεις-σ’ εν’ αστέρι, σε μια φωλιά,
σ’ ένα πράσινο χωράφι νιόσπαρτο.
Στους ήχους όλους ο ήχος σου νόημα

δίνει, όπως τα πόδια στον πέτρινο δρόμο,
που πριν από αιώνες φτιάχτηκε και ως την κορφή
του λουλουδιασμένου λόφου οδηγεί.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)

(Το έργο ανακτάται από κείμενο «προϊστορικό», δακτυλογραφημένο. Ανακτάται βραδέως και έτσι θα δημοσιεύεται καθημερινά και εδώ.)


«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)


ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
Γαλάτεια
Γλαύκη
Νηρηίδες (η φωνή τους)
Πολύφημος
Γλαύκος
Δίας
Ερμής
Αφροδίτη
Άκις.

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤH

(H σπηλιά του Πολύφημου. Ο πολύφημος κάθεται πάνω σένα κορμό δέντρου, παίζοντας συλλογισμένος στα χέρια του ένα λουλούδι. Μπαίνει η Γλαυκή)

ΓΛΑ Πολύφημε κοντά σου ήρθα πάλι
Για να σου πω ένα όνειρο που είδα.
Ήρθε στον ύπνο μου η Αφροδίτη
Και μου ’πε να σου πω τα λόγια ετούτα.
Ο Δίας είναι μαζί σου χολωμένος
Γιατί έχεις πάψει να του θυσιάζεις
Και γιατί θεωρείς τον εαυτό σου
Σαν παραπάνω απ’ αυτόν να στέκει.
Και γιατί κράζεις για βοηθό σου μόνο
στις προσευχές σου εσύ την Αφροδίτη.
Εκείνη πάλι, ύστερ' από τούτο,
Λέει ότι τον Έρωτα το γιο της
Πρόσταξε να τοξέψει τη Γαλάτεια
Και σ’ έρωτα μεγάλο να τη ρίξει
Για σένα. Μα όταν έριχνε τα βέλη
Αυτά γυρνούσανε κι έρχονταν πίσω
Γιατί η αγάπη που ’χει για τον Άκι
έχει ασπίδα γίνει γι άλλα βέλη.
Και σου ζητάει και σε να προσπαθήσεις
Και τη Γαλάτεια να τήνε ξεχάσεις
Γιατί αφού ο Δίας δε σε βοηθάει
Καμιά ελπίδα πια γι αυτήν δεν έχεις.
Μ’ αυτής κι εγώ ενώνω τη φωνή μου.
Γιατί Πολύσημε να επιμένεις
Και τη Γαλάτεια όλο να γυρεύεις;
Τι θες Πολύφημε από μια αγάπη
Που δεν μπορεί να δει τα μύρια που ’χεις
Χαρίσματα-τα μύρια που ’χεις δώρα;
Τυφλή Πολύφημε αλήθεια θα ’ναι
Για να μη βλέπει το πλατύ σου στήθος
Που μέσα του θα φώλιαζε σαν κύκνος
για μη βλέπει το γλυκό σου μάτι
Που όλα τα θωρεί με καλοσύνη;    
Τι θες Πολύφημε από μια γυναίκα
Που μέσα στης καρδούλας σου τους χτύπους
Το κάλεσμα του πόθου δεν ακούει;
Τι θες Πολύφημε από τη Γαλάτεια
Που αψηφάει τη γλυκεία σου αγάπη-
Που μέσα στης φλογέρας σου τους ήχους
Την ομορφιά δε νιώθει της ψυχής σου;
Τι θες Πολύφημε με μια γυναίκα
Που οι μυρωδιές των ρόδων δεν της φέρνουν
Τ’ άρωμα της γαλήνης της ψυχής σου;
Που όταν σ’ αγγίζει πιάνει σου το δέρμα
Κι όχι τα σπλάχνα σου τα πυρωμένα΄
Που κάθε που στη σκέψη της σε φέρνει
Δε νιώθει την^καρδιά της να ραγίζει΄
Τι θες Πολύφημε από τη Γαλάτεια
Που αψηφάει τη γλυκεία σου αγάπη;
Πάρε Πολύφημε τους λογισμούς σου
'Πο μες απ’ το πηγάδι που ’χουν πέσει
Και στο μικρό γιαλό μου χάρισε τους.
Κι εκεί θα βρουν αντίς πηχτά σκοτάδια
Γαλάζους ουρανούς και χρυσαστέρια.
Σπάσε τις άλυσες που σ’ εχουν δέσει
Σε Καύκασο καθώς τον Προμηθέα
Κι έλα στην απαλή την αγκαλιά μου
Που έρμη κι άφωτη χωρίς εσένα
Και που η ζέστα της χωράει μαζί σου
Και τα θεόρατα τα πρόβατα σου.
Έλα και η αθάνατη ζωή μας
Μαρτύριο είναι δίχως την αγάπη.
Πες μου Πολύφημε-πες μου το λόγο
Που την καρδιά μου θα τήνε δροσίσει
Πες μου η κλίνη σου σε μια γωνιά της
Ότι μια θέση της κρατεί για μένα.
Πες μου Πολύφημε πως η σπηλιά σου
Θα δει απ' τα χέρια μου τάξη και λάτρα.
Ξέχασε κείνη που δε σου ταιριάζει
Κι έλα Πολύφημε κοντά σε μένα.

ΠΟΛ
Αχ! Να μου τα ’λεγε τα λόγια ετούτα
Όχι το στόμα σου μα της Γαλάτειας…
Και στη σπηλιά μου να ’τανε φερμένη
Η αφεντιά της τώρα αντίς για σένα…
Η ας γινότανε αντίς για κείνην
Εσέ να είχα Γλαύκη, αγαπήσει…
Μα τι να κάνω εγώ για να τ’ αλλάξω
Τ’ αγέρι που με πήρε και με πάει
Δε διάλεξα εγώ τη συφορά μου.
 Εκείνη ήρθε και «σ’ αρπάζω» μου ’πε.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί…

Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί..
ΠΟΤΕ ΣΟΥ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Δε θέλω στην κηδεία μου κάποιαν ακολουθώντας
γελοία κοινωνικότητα να 'ρθεις ψευτοκλαμώντας.
Για μια φορά ειλικρινή, ανυπόκριτη σε θέλω-
τη μέρα κείνη στη βολή κάθισε της Covello.

Στην τρύπα όταν άκαμπτος θα χώνομαι της γης μου
μ' ακέριο κάθε μόριο της αντρικής ορμής μου-
στην ηδονή που δεύτερη μετά 'πο τη δική σου
επόθησα, για μάρτυρα δε θέλω τη μορφή σου.

Στα βλέφαρά μου τα κλειστά πάνω δε θέλω να 'δεις
πώς από μεν' ανέγγιχτες παίρνει μαζί του ο Άδης
χαρές που σαν ακοίμητες στο νυφικό κρεβάτι
νυφούλες, παίρνουν του χαμού τώρα το μονοπάτι.

Όσο εζούσα κάθε τι μου 'χεις εσύ παρμένο'
μην έρθεις' μες στο φέρετρο που μ' έχουν ξαπλωμένο
άδειος απ' όλα κείτομαι. Ακόμα κι αν με γδάρεις
του δέρματός μου μοναχά το φάντασμα θα πάρεις.

Άσκοπο στην κηδεία μου να 'ρθεις' έχοντας όσα
η Αγάπη και ο Πόθος μου απλόχερα σου δώσαν
αυτάρκης πλέον έγινες σ' όλα-τις συλλογές σου
επλούτισες όσο πολύ δεν το 'λπιζες ποτέ σου.
ΣΥΓΝΩΜΗ

Σου ζητώ συγνώμη
για τις μεταπτώσεις
(τις κοινωνικές μου)
συμπεριφοράς,


και ακόμη ακόμη
για τις εκδηλώσεις
τις εγωιστικές μου-
σαν της αγοράς,


όπου δε μ' αφήνουν
να φερθώ αναλόγως
μ' ό,τι νιώθω εντός μου
κι όπως θα 'θελα.


Που το γέλιο σβήνουν 
κι ένας μένει ψόγος
κι η χαρά του κόσμου
πλάνο μάγεμα.


Σου ζητώ συγνώμη
που πικράνει σ' έχω
με ιδιοτροπίες
συμπεριφοράς,

σα να μ' έχουν δρόμοι
μέσα τους να τρέχω,
που τις προσδοκίες
 σβήνουν της χαράς.


Σχώρα ένα βλάκα
που σε τυραννά.
Δεν το θέλει όμως,
σου το λέω ξανά.

Και ευχαριστώ σε
που καρδιά χρυσή,
κι όχι ψεύτικη έχεις,
λάμπουσα εσύ.

Και ευχαριστώ σε
τόσες που μπορείς
αηδίες που κάνω
να τις συγχωρείς.


Ειμ' ένα σκουπίδι
κι είσαι η Υψηλή.
Εν' απόβρασμα είμαι
κι είσαι η Καλή.


Τύψεις... τύψεις... τύψεις..
Δε χωρούν στη μέρα
δε χωρούν σε λίμνη
δε χωρούν σε ξέρα-


Τύψεις που τρυπάνε
την κακιά ψυχή'
για να φύγουν θέ 'νε
μία σου ευχή.


Δος μου ένα σημάδι
πως συχωρεμένο
έχεις ό,τι ως τώρα
σου 'χω καμωμένο.

Κι αν αυτ;ο το κάνεις
ίσως για όλα τότε
σχωρεμένος θα 'μαι
(και αν όχι, πότε;),

τα κακά που έχω
χρόνια καμωμένα-
ίσως όλα τότε
μου είναι σχωρεμένα.


Δος μου ένα σημάδι
πως να ζω αξίζω,
και ας, με βλακείες
τόσες σ' εξοργίζω.


Και-πολλά ζητάω;
-ότι, κι όσα ακόμα,
κάνω εγώ τερτίπια
γκρίζο που 'χουν χρώμα,


θα με συγχωρήσεις.
Και γι αυτό σημάδι,
στην πληγή μου ρίξε
μια σταγόνα λάδι.
ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Μέσα στη νύχτα
μια μυρωδιά καμένου στον υγρό αέρα.
Έμοιαζε
σαν από τις ρίζες του φωτιά να πήρε
το δέντρο του θεού και οι χυμοί του ατμίσανε.

Σε κύκλους που όλο και μεγάλωναν
μια λάμψη απλωνόταν που δεν ήξερες να πεις
αν ήτανε από τη φωτιά
ή αν ήτανε οι τρομαγμένες των πουλιών φωνές
που καίγονταν στα δέντρα πάνω.
Και παντού στρέφοντας
Καυτές ανάσες ένα τεράστιο στόμα να βγάζει έβλεπες,
τη θέρμη μεγαλώνοντας
και φρίκη και απελπισιά τις νοτερές
νυχτερινές ποτίζοντας τις ώρες.
ΟΥΤΕ ΝΑ ΚΛΆΨΕΙΣ…

Το έργο ήταν συγκινητικό, έστω και αν
οι ηθοποιοί δεν ήτανε καλοί.

Βλέποντας,
ένα δάκρυ ένιωσε
στα μάτια του να τρέχει.

Να το σκουπίσει έκανε
μα δεν υγράθηκε το δάχτυλό του-
το δάκρυ-ναι!-ήτανε ψεύτικο:
με τέτοιους θεατρίνους
ούτε να κλάψεις δεν μπορείς…
«Λυπούμαι κύριε, δεν γίνεται να σας δεχθώ.
Τοιαύτην ώραν καθεύδω».
ΣΑΝΓΚΟΥΙΝΙ
   (Ρωρερκάρ)

Να δώσω ένα στην αγάπη μου να τη ζεστάνω.
Γιατί αίμα έχει άρρωστο η αγάπη μου.

Κάθε του φέτα μια παλλόμενη καρδιά.
Οι αιμάτινές του ίνες χτενισμένες όλες
προς τη φορά των ζωογόνων του αρτηριών.

Τρέμοντας το κορμί του μαχαιρώνω.

Ας με σχωρήσει ο θεός των εσπεριδοειδών.
Πρέπει να δώσω ένα στην αγάπη μου.
Να τη ζεστάνω.
ΑΠΙΣΤΙΑ

Πληγή ανοιχτή στο σώμα τ’ ουρανού το φεγγάρι.
Η μαυρομάτα η νιόπαντρη
εβγήκε τ’ απλωμένα της τα ρούχα να μαζέψει.
Τρεις νέοι απέξω από την πόρτα της περνούνε.
-Νια μου κυρά τα ρούχα κι αν μαζέψεις
μα η μυρουδιά τους τον αγέρα έχει μυρώσει.
-Αγέρας είναι κι ας μυρώνεται
-Νια μου κυρά τα ρούχα σου που τα ’δα μόνο
μου ματώσαν την καρδιά.
-Καρδιά είναι κι ας ματώνει.
-Νια μου κυρά το σώμα μου άναψε ολόκληρο για σένα.
-Το βράδυ ο άντρας μου βαριοκοιμάται.
Θα ’χω την πόρτα μου μισανοιχτή.
ΠΑΤΡΊΣ ΕΝ ΠΟΡΝΕΊΑ ΘΝΉΣΚΟΥΣΑ

«Ποιος είναι αναμάρτητος
να ρίξει πρώτος πέτρα;
Τις ανομίες ολωνών
θα μπόρειε  ποιος να εμέτρα;

Από τον άθλιο βασιλιά
ως τ’ άμετρά μου πιόνια
στη χώρα ποιος δεν έκλεβε
τώρα και τόσα χρόνια;

Κι αφού ο λαός με πρόδωσε
ποιος μένει να με γιάνει
και όχι  πόρνη αλλά κυρί
α πάλι να με κάνει;..

Κανείς! Γι αυτό ελάτε μου
της γης οι πόρνοι όλοι!..
…και βιάστε με… και πάρτε με…
…δική σας είμαι όλη…»
ΒΡΟΧΟΥΛΑ

Τα κρίματά μου στη γη αν μέναν θα 'ταν σωρό'
αλλά δε μένουνε-πετάνε
φτερά λες έχουνε ανεβαίνουν στον ουρανό
και κει ανέμελα τριγυρνάνε.

Μα όταν βρέχει έρχονται πάλι με τη βροχή
τα περασμένα τα σφαλματά μου
κι είναι καθένα μες στην ψυχή μου μιαν αμυχή
κι ένα βελόνισμα στη χαρά μου.
ΓΕΛΙΟ ΣΤΟ GOODY’S

Χτες τα κορίτσια αλλάξανε τις μπλούζες.
Εβάλαν άσπρες
με κόκκινα πατήματα αρκουδίσια
που ανέβαιναν προς το λαιμό
από τη μέση αρχινώντας.

Κι όταν εσκύβαν την παραγγελία να πάρουν
το ζωάκι έτρεχε πάνω στο στήθος τους
και γρήγορα τα πόδια του δεν εφαινόνταν
γιατί χωμένο ήταν όλο τώρα
κάτω απ' τη μπλούζα
και γι αυτό
γέλιο γλυκό σηκώναν τα κορίτσια ξαφνικά
χωρίς κανείς από τους γύρω
να το έχει προκαλέσει.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)

(Το έργο ανακτάται από κείμενο «προϊστορικό», δακτυλογραφημένο. Ανακτάται βραδέως και έτσι θα δημοσιεύεται καθημερινά και εδώ.)


«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)


ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
Γαλάτεια
Γλαύκη
Νηρηίδες (η φωνή τους)
Πολύφημος
Γλαύκος
Δίας
Ερμής
Αφροδίτη
Άκις.

ΠΡΑΞΗ
ΤΡΙΤΗ

(Όλυμπος. Υπνοδωμάτιο του Δία)

ΔΙΑΣ  (ΔΙΑ)
Ερμή  ξημέρωσε. Κοιμάσαι ακόμα;
Αντί   ελόγου  σου  να με   σηκώνεις
Εγώ  σηκώνω  εσέ; Σήκω  σου  λέω.

ΕΡΜΗΣ (ΕΡΜ)
(Σηκώνεται)
Αφεντικό με συμπαθάς. Ο ύπνος
Λίγο πιο πάνω σήμερα με πήρε.
Μα όλα θα γίνουνε κατά πως πρέπει.
Όλα θα τα προλάβω καθώς πάντα...

ΔΙΑ
Φέρε τα ρούχα μου. Εμπρός, κουνήσου!
Και κοίταξε τι λέει το βιβλίο.
Πιο γρήγορα σου λέω…

(Ο Ερμής κάνει πιο γρήγορα)

ΔΙΑ
Έτσι μπράβο.
(Ο Ερμής δίνει τον μανδύα στον Δία, απλώνει τα στρωσίδια των κρεβατιών, πηγαίνει στον τοίχο, πατάει ένα αόρατο για τους θεατές κουμπί και ένα παραθυράκι ανοίγει. Βάζει μέσα το χερι του και βγάζει ένα χοντρό χρυσόδετο βιβλίο. Το ανοίγει. Διαβάζει)  

ΕΡΜ
(διαβάζει)
Θα έρθει η Αφροδίτη. Θα ζητήσει χάρη για τον Πολύφημο να τον ερωτευτεί η Γαλάτεια και να διώξει τον Άκι, το γιο του Πάνα με τον οποίο αυτή τώρα είναι ερωτευμένη.  Η Γαλάτεια θα αγνοήσει τον Πολύφημο.
(κλείνει το βιβλίο, το ξαναβάζει στην κρύπτη και κλείνει πάλι το άνοιγμα του τοίχου)
Πάει κι αυτό λοιπόν. Εντάξει τώρα;

ΔΙΑ
Ναι. Αλλά νέο πρόβλημα γεννιέται.
Γιατί θα πρέπει πιστευτό ένα ψέμα
Να ’βρω για ν’ αρνηθώ στην Αφροδίτη.
Πολλές φορές μου έχει κάνει πλάτες
Και με βοήθησε στα ερωτικά μου.
Και να τη χρειαστώ μπορεί και πάλι.
Δεν πρέπει άγρια να τήνε διώξω.
Τη χάρη που θα ’ρθεί να μου ζητήσει
να της την αρνηθώ με τρόπο πρέπει.

ΕΡΜ
Καλά το λες αφεντικό. Ας σκεφτούμε.

(Σκέφτονται)
Τι να της πεις… τ ι να της πεις...
((Χαρούμενος)   
Το βρήκα!
Πες της ερωτικά πως δεν ταιριάζουν
Ο γίγας κι η μικρόσωμη Γαλάτεια.

ΔΙΑ
Πώς  φαίνεται  η  πείρα ότι   σου  λείπει.
Όλα Ερμή ο Έρως τα ταιριάζει.
Άλλο! Και  γρήγορα! Περνά η  ώρα…
(Σκέφτονται)

ΕΡΜ
Πες   της  πως  σήμερα δεν  έχεις  κέφια.

ΔΙΑ
Χαζέ! Τότε   θα μου ’ρθει άλλη μέρα.

ΕΡΜ
Καλά το  λες.

ΔΙΑ
(Αλαζονικά)
Βέβαια καλά το λέω.. .
Για στάσου λίγο , μου ’ρθε μια ιδέα.
Θυσίες ο Πολύφημος μας κάνει;

ΕΡΜ
 Μπα, έχουμε απ' αυτόν να δούμε τσίκνα
Εδώ κι εγώ δεν ξέρω πόσα χρόνια.
Όλο στη ν Αφρ ο δ ί τη θ υ σ ιάζει.

ΔΙΑ
Αυτό είναι! Πώς καλό θα κάνω κάτι
Σε κάποιον που θυσίες δε μου κάνει;
Παλιό το κόλπο, πάντα όμως πιάνει.
(Ανακουφισμένος)
Τώρα ησύχασα. Και τούτη η μέρα
Καλά όπως κι οι άλλες θα περάσει.
Τι λες  κι   εσύ;   Καλά  τα καταφέρνω;

ΕΡΜ
(Διστάζοντας)
Δε λέω…

ΔΙΑ
Μπα! Γιατί αυτό το ύφος;
Δε συμμερίζεσαι την άποψή μου;
Και συ πιο ήσυχος δεν είσαι τώρα;

ΕΡΜ
Τη συμμερίζομαι βέβαια Πατέρα,
Μα όχι να τρέμουμε κι ένα βιβλίο…

ΔΙΑ
Μου φαίνεται ώρες-ώρες πως καθόλου
Δεν ξέρεις τι σου γίνεται, κ ι ας είσαι
Μεγάλος έμπορος και πρώτος κλέφτης.
Φαίνεται ως εκεί πάει το μυαλό σου
Και δε μπορεί να νιώσει τίποτ' άλλο.
Σου το ’χω ξαναπεί, στο ξαναλέω:
Ετούτο το βιβλίο ειν' ο Θεός μας.
Τι χοντροκέφαλος Θεός που είσαι.
Και θα σου ξαναπώ ετούτο πάλι.
Άλλος κανείς δεν πρέπει από τους δυο μας
(Αφού με σε το ίδιο το βιβλίο
Μου ’πε να μοιραστώ το μυστικό του)
Να ξέρει πως υπάρχει ένα βιβλίο
Που όλα τα μελλούμενα εντός του
Τα γράφει, κι όλα γίνονται όπως λέει.
Ούτε και θέλω υπόσχεση να δώσω
Που ύστερα να μη τηνε τηρήσω. 
Γιατί έτσι η θεϊκή υπόσταση μου
Παίγνιο θα γίνει των θεών των άλλων.
Τ’ όνειδος σε θνητούς αυτό αφήνω.
Και μάλιστα σε κάποιον που απ’ του Πύρρου
Την Ιλλυρία καταγωγή θα έχει-
Βάρβαρος μ’ άλλα λόγια- και σε τούτους
Τους τόπους που εμείς τώρα διοικούμε
Θα ’ρθεί και αρχηγό θα τόνε κάνουν
Οι έλληνες που εδώ τότε θα ζούνε.
Αυτός λοιπόν με ψέματα και δόλους
Σε εφτά μονάχα μήνες την Ελλάδα
Ολοσχερώς θα τήνε καταστρέψει.
Θέλεις κι εγώ ίδια να κάνω ίσως;
Εγώ την αγαπάω την Ελλάδα.
Κι εξάλλου πάλι δε θα κάνω κάτι
Που ύστερα γι αυτό θα μετανιώσω.
Σαν τότε που υποσχέθηκα στους Τρώες
Πως σίγουρα εκείνοι θα νικούσαν
Κι οι Αχαιοί νικήσανε στο τέλος.
Κι αυτό γιατί εσύ είχες στο μυαλό σου
Την Πολυμήλη πώς να συγκινήσεις.
Δυο τρεις ακόμα τέτοιες μου προγνώσεις
Στραβές, κι όλοι θα μάθουν πως ο Δίας
Δεν κάνει ό,τι θέλει μες στον κόσμο.
Και τότε τα θεϊκά παν μεγαλεία.
Και πάει το νέκταρ, πάει κι η αμβροσία.
Και παν και τα δικά σου τα οφίτσια
Καταφερτζή μικροαπατεώνα.
Κι ούτε τα φτερωτά σου τα σαντάλια
Δε θα μπορέσουν τότε να σε σώσουν.

ΕΡΜ
Εμένα μου αρκεί μόνο να ξέρω
Πως όσο συ ακόμα είσαι στο θρόνο
Κι η θέση σίγουρη η δική μου είναι.
Και την αξίζω αλήθεια αυτή τη θέση.
Γιατί ακριβά γι αυτήν έχω πληρώσει-
Πολέμησα στη Γιγαντομαχία.
Και μάλιστα πολέμησα γενναία
(Εγώ είχα τον Ιππόλυτο σκοτώσει).
Και σε λευτέρωσα εγώ-θυμάσαι;-
Απ' την αιχμαλωσία του Τυφωέα…
Και πάντα σε βοηθούσα στις δουλειές σου.
Με την Ιώ όταν έμπλεξες, εμένα
Τον Αργό μ’ είχες στείλει να σκοτώσω.

ΔΙΑ

Ωραία τάπες όλα μέχρι τώρα.
Δεν προχωράς και παραπέρα όμως.
Δε λες πως στην Ομφάλη είχες πουλήσει
Τον Ηρακλή τον ήρωα, σα να ’ταν
Εμπόρευμα από κείνα που αγοράζεις
Και που πουλάς σαν έμπορος που είσαι.
Και πως σαν έμπορος τον κόσμο κλέβεις.
Ούτε για τα ιερά μιλάς τα βόδια
Πού ’κλεψες του Απόλλωνα ,σαν ήσουν
Βρέφος ακόμα,   δείχνοντάς μας έτσι
Τι μούργος θα γινόσουνα μεγάλος.
Ένα καλό 'κανες και συ-τη λύρα.
Μα εμπόρευμα την έκανες κι εκείνη
Και τήνε πούλησες στον αδερφό σου
Μ’ αντάλλαγμα της προφητείας τάχα
Το χάρισμα. Δεν ήξερες ακόμα
Άλλοι για μας πως είχαν προφητέψει.

ΕΡΜ

Κι όμως, το χάρισμα μου έχει φέρει
λεφτά με ουρά. Γιατί αυτός ο κόσμος
Και από μένανε βλακείες ακούει,
Και με πληρώνει κιόλας από πάνω.
Αλλά το λόγο σου μου δίνεις-πες μου
πως δίπλα σου για πάντοτε θα μ’ εχεις
Βοηθό και πρώτον σου θεληματάρη;

ΔΙΑ
Λόγο δεν έχω μούργο να σε διώξω.
Καλά με υπηρετείς. Και στις βρωμιές μου
Και   στις  καλές  που  σπάνια κάνω  πράξεις.
Μονάχα κακομοίρη   μου  να τρέμεις
Τη   μέρα που   θ’ ανοίξεις  το   βιβλίο
και   θα διαβάσεις  ότι   πιάνοντάς   σε
Από το πόδι, θα σε σφεντονίσω
 Να πας  απ’ όπου  ήρθες. Μέχρι   τότε
ναι φτεροπόδη , δίπλα μου θα  σ’ έχω.

ΕΡΜ
Αυτό  θέλω κι   εγώ. Όσο  για τ’ άλλο
Ποιος  ξέρει… Κι   αν  αυτό  γραμμένο   είναι
Ίσως   με  λυπηθείς  και   με  γλιτώσεις.

ΔΙΑ

Να  εύχεσαι   ν’ αργήσει   αυτή  η   μέρα.
Μα όταν θα ’ρθει κοκορόμυαλέ μου
Τότε ό,τι πιάνω πόδι σου θα είναι
Και χέρι μου θα είναι ό,τι αγγίζεις.
(Σιωπή. Ο Ερμής κατσουφιάζει)

ΕΡΜ
Δε θέλω ν’ ανατείλει εκείνη η μέρα.

ΔΙΑ
Θέλεις δε θέλεις δε θα σε ρωτήσει.
Κα σήμερα το είδες το βιβλίο.
Και τέτοιο κάτι σήμερα δε γράφει.
Λοιπόν τι άλλο θέλεις; Μα ναι, ξέρω.
Νέκταρ ορέγεσαι και αμβροσία.
Το βράδυ ετούτο-μη στενοχωριέσαι-
 Μέγα ξεφάντωμα έχω ετοιμάσει
Και θα ξεδώσουμε απόψε πάλι.


ΕΡΜ
Μπορώ να φέρω και την Ιππολύτη;
Φερ’ τη ν . Μα ακούω βήματα. Θα είναι
Η Αφροδίτη. Στάσου ορθός δεξά μου. 
Κι εγώ την πρέπουσα τη στάση ας πάρω.
Είμαι ο  παντοδύναμος   ο  Δίας
Που   μόνο  αν   τα φρύδια  του κινήσει
Τρέμουν  και  Γη  και Ουρανός  αντάμα.
Κι   είσαι ο θεός  Ερμής-ο  ακόλουθος  μου.
(χτύποι στην πόρτα)
Εμπρός λοιπόν. Το θέατρο αρχίζει.
(Ο Ερμής ανοίγει. Μπαίνει   η  Αφροδίτη. Κλίνε ι   το  κεφάλι σε  χαιρετισμό   στο  Δία)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ (ΑΦΡ)
Δία σε ξέρω και καλά με ξέρεις.
Χαρές και σού ’κανα και μου ’χεις κάνει.
Και τώρα σου ζητάω κι άλλη μια.
Κι ας είναι και ντροπή μου, μα το λέω,
Δεν έπρεπε να φτάσω να ζητάω
Χάρη για κάτι, που δουλειά δικιά μου
Και του παιδιού μου του Έρωτα λογιέται.
Να! Ο Πολύφημος έχει μια Νύμφη
Μ’ αγάπη μια μεγάλη αγαπήσει.
Και ειν' αυτή η Γαλάτεια, θυγατέρα
Του άρχοντα της θάλασσας Νηρέα.
Εκείνη όμως είναι ερωτευμένη
Με κάποιονε του Πάνα_γιό-τον Ακι.
Έτσι τα εκατάφερε ο γιος μου
Χωρίς εμένα πρώτα να ρωτήσει.
Και τίποτα κι εγώ δεν ήξερα ώσπου
Μεγάλες ο Πολύφημος θυσίες
Σε μένα είχε αρχίσει να προσφέρει
Και δακρυσμένος να με ικετεύει
Κοντά του να του φέρω τη Γαλάτεια.
Μα μόνο  η  χάρη   σου   μπορεί   ν’ αλλάξει
Ό,τι ο Έρωτας στραβό έχε ι κάν ε ι.
Δώσε παρακαλώ σε Θείε Δία,
Πατέρα των Θεών, να γίνει εκείνο
Με δάκρυα  που ο Πολύφημος ζητάει.
Είναι καλόψυχος. Τον αγαπάω
Και πάντα όπου μπορώ τόνε βοηθάω.
Και βέβαια κι εσύ θυμάσαι πόσο
Μας  βοήθησε στη Γιγαντομαχία.
Κάνε το αυτό, σοφέ, μεγάλε Δία.

ΔΙΑ
Χαίρομαι που σε βλέπω Αφροδίτη
Έστω κι αν έρχεσαι για να ζητήσεις.
Γιατί θυμάμαι αλήθεια τις ωραίες
 Τις μέρες που άλλοτε είχαμε ζήσει.
Θυμάμαι την Ιώ και τη Δανάη.
Θυμάμαι τη Λητώ και την Αλκμήνη
Κι ακόμα τη Σεμέλη… και τη Λήδα…
Συνεργαστήκαμε καλά οι δυο μας.
Γι αυτό και μέχρι τώρα καμιά χάρη
Σχεδόν δεν σου αρνήθηκα. Και πρέπει
Μ’ αυτό να σύμφωνήσε ις. Αλλά τώρα
Αυτό που μου ζητάς δε θα το κάνω.
Γιατί ο Πολύφημος μπορεί εσένα
Να σε υμνεί και να σε μνημονεύει
Αλλά εμέ τελείως μ’ έχει ξεχάσει.
Και τελευταία καυχιότανε μπρος σ’ όλους
Ότι  Θεούς αυτός δε λογαριάζει
Παρά εσένα. Και τους άλλους όλους
Τους θεωρεί κατώτερούς του λέει.
Και κνίσα έχουν οι Θεοί να δούνε
Απ' τον Πολύφημο, χρόνια και χρόνια.
Λοιπόν ας μάθει ο αγαπητός σου-
Και ειν' αυτή θαυμάσια ευκαιρία-
Πως τους Θεούς να λησμονά δεν πρέπει
Γιατί κι εκείνοι θα τον λησμονήσουν.
Και σε παρακαλώ μην επιμένεις.
Είμαι πολύ μαζί του θυμωμένος.
Στην τάξη των Θεών είμαι ο πρώτος
Και σεβασμό σε μένα όλοι δείχνουν.
Θεοί και άνθρωποι. Μόνον εκείνος
Μου φέρεται απ’ όλους με ασέβεια.
Λοιπόν αυτό δε θα το επιτρέψω.
Λυπάμαι Αφροδίτη, αλλ' αυτή ’ναι
Στο αίτημα σου η απόφασή μου.


ΑΦΡ
Αφού έτσι αποφάσισες Πατέρα
Και βέβαια άλλο δε θα επιμείνω.
Όσο για τώρα, μόνη θα κοιτάξω
Γι αυτόνε τι καλό μπορώ να κάνω.
Σ’ ευχαριστώ που εδέχτης να μ’ ακούσεις
Πατέρα των Θεών, Μεγάλε Δια»
(Κλίνει το κεφάλι και βγαίνει)
(Τέλος της τρίτης πράξης)
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ KAI ΟΙ ΓΎΝΑΙΚΕΣ

"Στον φυσιολογικό άνθρωπο κάθε στενοχώρια, κάθε θλίψη, υποχωρεί μπρος στην αγωνιστική διάθεση".
Αυτά γράφει ο Αγγελος Βογασάρης μιλώντας για τις αιτίες που έσπρωξαν στο θάνατο τον Καρυωτάκη.
Ενώ στον Καρυωτάκη, που δεν ήταν "φυσιολογικός", η θλίψη δεν υποχώρησε μπρος στην αγωνιστική διάθεση.
Αλλά ποιος είναι φυσιολογικός άνθρωπος; Είναι
εκείνος που βασανίζεται από τα μεγάλα ερωτήματα
της ζωής ή εκείνος που διάγει μια ζωή ζωώδη-ζωή
που δεν σηματοδοτεί κανένα βαθύ νόημα, που δεν την ταράζει καμιά βαθιά αγωνία;
Αν φυσιολογικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος της
δεύτερης περίπτωσης, τότε φυσιολογικός άνθρωπος
είναι ένας άνθρωπος χωρίς σκέψη, ένα ον που έχει
μόνον ένστικτα, ένα άλογο ον.
Αυτός ο άνθρωπος όμως κι ας έχει το εξωτερικό
σχήμα του ανθρώπου, δεν είναι άνθρωπος.

Η πρόταση λοιπόν: "στον φυσιολογικό άνθρωπο κάθε στενοχώρια, κάθε θλίψη, υποχωρεί μπρος στην αγωνιστική διάθεση", δε στέκει λογικά, γιατί ένα άλογο ον δε νιώθει θλίψη ούτε λύπη. Αυτό το λάθος κάνει ο Βογασάρης όταν λέει πως ο φυσιολογικός άνθρωπος είναι εκείνος που η αγωνιστική του διάθεση κάνει τις θλίψεις του να υποχωρούν. Νομίζει αυτό το ον "φυσιολογικό άνθρωπο", ενώ αυτό δεν είναι ούτε άνθρωπος καν, ώστε και τo επίθετο "φυσιολογικός" δεν έχει θέση εδώ, αφού βγαίνει εκ των πραγμάτων από τη μέση το ουσιαστικό που το επίθετο αυτό θέλει να προσδιορίσει.

Αντίθετα, όποιος νιώθει θλίψη και στενοχώρια, αυτός
είναι όχι πια φυσιολογικός άνθρωπος, αλλά απλά
άνθρωπος.
Άνθρωπος που θέτει τα βασανιστικά ερωτήματα
στον εαυτό του. Κι αυτό αρκεί για να τον κάνει
άνθρωπο. Η θλίψη και η «στενοχώρια» είναι το
αναγκαστικό επακόλουθο των αναπάντητων αυτών
ερωτημάτων. Γιατί μη όντας ερωτήματα που να
επιδέχονται μιαν απάντηση, καρφώνονται στο μυαλό
του ανθρώπου που ρωτάει, σαν μεγάλα καρφιά που
περιμένουν να στηρίξουν κάτι Μεγάλο που θα
ερχόταν-και το Μεγάλο ποτέ δεν έρχεται και μόνο
μένει ο πόνος των καρφιών.
Αυτός είναι άνθρωπος-ο άνθρωπος που πονάει.
Και ο Πόνος είναι που ξεχωρίζει τους ανθρώπους
από τα ζώα με σχήμα ζώου ή ανθρώπου.

Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατό ν' αγωνιστεί γιατί
δε νοείται αγώνας χωρίς αιτία ή σκοπό. Και σκοπός
δεν μπορεί να υπάρξει αν λείπουν οι απαντήσεις στα
ερωτήματα: "Ποιος είμαι; από πού ήρθα; Πού πάω;
Ποιος είναι ο κριτής; Ποιο το έπαθλο;"
Ένας άνθρωπος που αγωνίζεται μοιάζει με το
πολυδιαφημισμένο μυρμήγκι που μαζεύει τρόφιμα στη φωλιά του "για το χειμώνα".
Ως εκεί.
Αλλά ο άνθρωπος γυρεύει την πρώτη αιτία.

Ένας μόνο λόγος δικαιολογεί τον αγώνα σ' έναν άνθρωπο: η πίστη σε κάτι.
Η πίστη αυτή δίνει αποκρίσεις στα ερωτήματα που όχι μόνο δικαιολογούν αλλά επιτάσσουν τον αγώνα.
Η τραγική ειρωνεία είναι που ο Καρυωτάκης πίστεψε σε θεό.
Ο θεός του ήταν η Γυναίκα.

Η Γυναίκα του έλειπε για να γεμίσει μ' αυτήν όχι τις ώρες του μα τη ζωή του ολόκληρη. Η Γυναίκα ήταν η αρχή και ο σκοπός της ζωής του. Ήταν ό,τι του έλειπε για να βρει τη Γαλήνη. Για να δικαιωθεί η ύπαρξή του. Για να δοθούν απαντήσεις σε όλα του τα ερωτήματα.

Όλοι οι καλλιτέχνες δημιουργούν εμπνεόμενοί από τον πόθο για το γυναικείο κορμί. Ο Καρυωτάκης δεν δημιουργούσε μόνο για τη Γυναίκα, αλλά και ζούσε γι Αυτήν.
Ίσως γιατί ζωή και ποιητική δημιουργία ήταν
αδιάσπαστα ενωμένες σ' αυτόν.
Και όσο έζησε, έζησε με την ελπίδα πως κάτι θα γινόταν που να τον φέρει κοντά στον θεό του-στη Γυναίκα.
Η ελπίδα όμως αυτή όλο και έσβηνε καθώς
περνούσαν τα χρόνια.. Η φλόγα της όλο κι εξασθένιζε. Ώσπου ο άνεμος της
Πρέβεζας την έσβησε με ένα φύσημά του.

Ο Καρυωτάκης αναζητούσε το Απόλυτο στο θεό-Γυναίκα.
Όμως η Γυναίκα με τη συμπεριφορά της κάνει μάταια κάθε τέτοιαν αναζήτηση-οι γυναίκες ερωτεύονται "καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια".
To ασίγαστο πάθος, η ηδονική προσμονή, η λατρεία της γυναικείας σάρκας από τον Καρυωτάκη, στέρησαν από μας έναν μεγάλο ποιητή και από κείνον τη ζωή του.
Το δόσιμο όλου του εαυτού του στη Γυναίκα δεν βρήκε ανταπόκριση στον Καρυωτάκη.

Πίστεψε σε ένα Θεό, μα δεν μπόρεσε να τον καθέξει.

Δε βρέθηκε η Γυναίκα που θα του αφοσιώνονταν ολόκληρη, "ψυχή τε και σώματι" ,αφοσίωση που με χρυσάφι θα ανταλλασσόταν από τον Καρυωτάκη. Ούτε ο Καρυωτάκης θα δεχόταν να φτιάξει μια ψεύτικη εικόνα, μια φανταστική Γυναίκα, που θα την έκανε βασίλισσα των ονείρων και της ύπαρξής του όπως έκαναν άλλοι, μεγάλοι κι αυτοί, ποιητές. Ο Καρυωτάκης αρνείται να φτιάξει ένα ψεύτικο είδωλο και να πιστέψει σ' αυτό. Ο Καρυωτάκης με κανένα τρόπο δε θέλει να ξεγελάσει τον εαυτό του. Αισιόδοξοι είναι μονάχα οι μωροί. Ή έχεις κάτι ή δεν το 'χεις. Κι αν δεν το χεις μπορείς μόνο να κλάψεις για κείνο, ώσπου όλο το κλάμα να βγει από μέσα σου και να μη μένει τίποτε άλλο πια παρά η ίδια σου η ζωή να αποβάλεις.
Πιο κάτω ο Βογασάρης λεει: «θα μπορούσε να είχε συνδεθεί (ο Καρυωτάκης) με μια δυο οικογένειες. Με νέα παιδιά. Με δροσερά κορίτσια… όμως η κατάσταση του Καρυωτάκη είναι τώρα τέτοια που θέλει να βρει τη μόνωση».
Τι μεγάλο λάθος!
 Ο Καρυωτάκης ποτέ δεν ήθελε τη μόνωση.
Η μόνωση του επιβλήθηκε σαν η μόνη διέξοδος για να ζήσει με αξιοπρέπεια. Και η αξιοπρέπεια ήταν κάτι που ο Καρυωτάκης δε θα αντάλλαζε με έναν ψεύτικο θεό. Ο Καρυωτάκης πίστευε στη Γυναίκα-θεό. Μπορεί ένας αληθινός πιστός να παίζει με το θεό του; Όχι βέβαια. Και παιχνίδι δεν είναι όλα εκείνα τα καμώματα που στην κοινωνία μας προηγούνται από το σμίξιμο με τη Γυναίκα; Μπορούσε να «φλερτάρει» ο Καρυωτάκης (στη σκέψη μόνον αυτή δεν ανατριχιάζει κάθε άνθρωπος που ξέρει τον Καρυωτάκη;), να ερωτοτροπεί, να “κορτάρει”;
Ο Καρυωτάκης λάτρευε το θεό του και περίμενε την φανέρωση του θεού με τη σειρά του σ’ αυτόν.
Και ο θεός δεν ήρθε.
Πως ο Καρυωτάκης δεν ήθελε τη μόνωση μας το λένε εξάλλου οι παρέες του στην Αθήνα, οι φάρσες που σκάρωνε. Για να σκαρώνει φάρσες κανείς πρέπει να έχει προηγούμενα αποφασίσει πως η ζωή είναι δική του ώστε να έχει την οικειότητα να κάνει τέτοια παιχνίδια μ’ αυτήν. Τη μοναξιά την αναζητούσε συχνά, σαν μια ξεκούραση από την κοινωνική κόπωση, περιστασιακά όπως κάθε άνθρωπος, μικρός ή μέγας. Μα ποιος ποιητής είναι που θέλει τη μόνωση-τότε για ποιον θα 'γραφε; Κάθε ποίημα δεν είναι ένα μήνυμα-πρόσκληση για συντροφιά; Δεν είναι η αρχή μιας συζήτησης που ο ίδιος ο ποιητής ανοίγει; Δεν είναι το εργαλείο που μεταχειρίζεται για να υποτάξει την ύλη, κάτι που μόνο αυτό θα του επέτρεπε να ζει απόλυτος κυρίαρχος του επίγειου παιχνιδιού;
Παιχνιδιού ναι, μα με τους όρους που ο ποιητής θέτει-και που έχει δικαίωμα να τους θέσει μιας και είναι εκείνος που αρχίζει το παιχνίδι.
Οι συνάνθρωποί του όμως, και οι γυναίκες μαζί, ή δεν πήραν τίποτε από αυτόν, ή θέλησαν να παίξουν μαζί του με τους δικούς τους όρους. Κάτι που δεν έστερξε ο Καρυωτάκης.
Η δικαίωση, η αναγνώριση του δικαιώματος αρχηγίας στο παιχνίδι, δεν ήρθε στον ποιητή παρά μόνον όταν ήταν πια αργά, όπως τα περιστέρια που αφήνει ο ναυαγός και όταν γυρίζουν δεν είναι πια καιρός…
Ο Καρυωτάκης δε θέλει τη μόνωση. Η μόνωση μάλιστα είναι εκείνη που του επέβαλαν και που τον σκότωσε.
Ο Καρυωτάκης γυρεύει με όλη τη δύναμη της ψυχής του τη μέθεξη, τη συντροφιά.
Ποιος αμφιβάλλει ότι ο Καρυωτάκης δε θα
αυτοκτονούσε αν στην εξορία όπου βρέθηκε, είχε
την αγαπημένη Γυναίκα μαζί του;
Κοντά της θα φίλιωνε με όλους και με όλα.
Χωρίς αυτήν ήταν ένας ξένος απάνου στη γη.

Πώς να συνομιλήσει με το θεό; Μόνο να προσευχηθεί σ' Αυτόν ταιριάζει. Μα όταν προσπάθησε κάποια φορά, μικρότερος, να πει σε κάποια γυναίκα για τον έρωτά του, εκείνη γέλασε μαζί του.
Φτάνει αυτό για έναν Καρυωτάκη να μην προσευχηθεί ξανά στο θεό του. Δεν μπορεί να αντέξει στη βεβαιότητα πως θα έπαιρνε πάλι μια ειρωνεία για απάντηση σε μια δεύτερη προσπάθειά του.
Και δεν το κάνει.
Δεν μπορούσε ν' αντέξει πως σαν αντάλλαγμα για
την προσφορά όλης του της ύπαρξης θα έπαιρνε την καταφρόνια.
To μόνο που είχε να κάνει πια ήταν να περιμένει ο
θεός να πάει σε κείνον.

Μα η Γυναίκα δε μετράει έτσι τους πιστούς Της. Δε
Θέλει Υπάρξεις, Κόσμους, Ψυχές, Ιερά, Συνειδήσεις,.
Εκείνο που διψάει είναι χρήμα, διασκέδαση, θόρυβος, λούσα. Τέτοια φτηνά δεν μπορούσε να τα διαθέτει ένας Καρυωτάκης.
Δεν έχει ζωγραφίσει με πιο καυτά λόγια τίποτε άλλο ο Καρυωτάκης όσο τη ρηχότητα της γυναίκας. Μια φουρκέτα είναι αρκετή για να βυθομετρήσει κανείς το άδειο τους κεφάλι. Ακόμα οι γυναίκες είναι ανυποψίαστα μηδενικά πλάσματα (αν και γι αυτό ακριβώς προνομιούχα).
Τι άλλο θα μας έδινε τη ματιά με την οποία έβλεπε
τη Γυναίκα ο Καρυωτάκης;
Και ποιος λόγος θα μπορούσε να περιγράψει καλλίτερα τη Γυναίκα;
Κι έτσι έπαψε η συνομιλία του Καρυωτάκη με τη.
Γυναίκα, του πιστού με το θεό του. Και πώς μπορεί να ζήσει κανείς όταν ο θεός του δεν υπάρχει, ή υπάρχει αλλά όλα συντελούν στο να μη τον γνωρίσει;
Όχι λοιπόν, ο Καρυωτάκης δεν γνώρισε "δροσερά
κορίτσια".
Δεν διέθετε ούτε την ικανότητα ούτε τη θέληση για παρόμοιες γνωριμίες.
Και όχι, ο Καρυωτάκης δεν ήθελε τη μόνωση.
Με όλο το είναι του ποθούσε τη συντροφιά, τη συν-ουσία με τη Γυναίκα.

Όταν κανείς γεννιέται κουβαλάει μέσα του το δικό του θεό. Δεν διαλέγει κανείς το θεό του. Έτσι και ο Καρυωτάκης δε διάλεξε τη Γυναίκα. Γεννήθηκε φέρνοντας μέσα του τη λατρεία για τη Γυναίκα, ένα θεό που σκοτώνει τους πιστούς του.-
ΒΑΡΥ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Μια λήκυθος με άρωμα γεμάτη εκλεκτό
είμαι. Και είναι τ' άρωμα σπάνιο και λεπτό.
Κι η νύμφη που θα έραινα το σώμα της με κείνο
δεν ήρθε. Κι είμαι μόνος μου-και μόνος μου θα μείνω.

Γι αυτό πριν φύγω απίστομα τη λήκυθο γυρνώ
και ασυλλόγιστα τ' αβρό το μύρο της κερνώ
σε όντα που 'λαφιάζονται όταν αυτό τ' αγγίσει
σαν να τα είχε αόρατο χέρι βαρύ ραπίσει.
ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Απαλά σαν περνά
στα μαλλιά της τη χτένα
μαύρη ζήλεια κερνά
και ποτίζει εμένα.

Όνομα άλλο εάν
της προφέρουν τα χείλια
την ψυχή μου κεντάν
φαρμακόφιδα χίλια.

Αν το χέρι τ' αβρό
χέρι άλλο ακουμπήσει
στην καρδιά μου θα βρω
σα θα δω χίλια μίση.

Κι αν καφέ ή γλυκό
σ' έναν ξένο προσφέρει
α! τι πιόμα πικρό
με κερνά δεν το ξέρει..

Αλλά μία της λέξη
αν μου πει τρυφερή
να! τα σκότη έχουν φέξει-
κι ήρθαν άλλοι καιροί.

Λες ποτέ δενα μύρο
και μιας Άνοιξης χνώτο
σαν να ζει εναγύρω
τ' όνειρό μου το πρώτο'

δηλαδή βυθισμένη
στου έρωτά μου τη δίνη
και γλυκά μεθυσμένη,
να χορεύει Εκείνη.
ΛΙΓΩΜΕΝΑ
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Στη γιορτή του αη-Λια
τ' άστρα γίνανε φιλιά
και στην Κάτω Παναγίτσα
ουρανός η αγκαλίτσα.

Βρε αγαπούλα μου καλή
πώς γλυκαίνεις το φιλί
και πώς κάνεις την αγκάλη
όλο λάγγεμα και ζάλη;

Κι "όχι" πώς ποτέ δε λες
στις βουλές τις πιο τρελές
και τα "ναι" τα λατρεμένα
πώς τρεμίζουν λιγωμένα;

Αχ! μικρή μου αγαπίτσα!
Αχ! στην Κάτω Παναγίτσα!
Αχ! Χαμένη! Κορωμένη!
Αχ! αφροστεφανωμένη!
ΣΤΑ ΑΒΡΟΔΙΑΙΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ


Εσκόνταψα. Kαι ήταν η Νεολαία.
Έσκυψα κι είδα
ωχρή μια αχτίδα
και είδα μια να τρεμοσβήνει Ιδέα.

Και πόνο επλημμύρισε η ψυχή μου
που την ταράζει
και τη ρημάζει
καθώς σιμούν την άμμο της ερήμου.

Που ’ν’ οι ιαχές που φλέγουν τους αιθέρες;
Τ' αγωνιστήρια
πού εμβατήρια;
πού oι πληγές; το αίμα; πού οι σφαίρες;

Για να φλογίσει ο ήλιος της πατρίδας
προσμένει να 'δει
νιάτα στον Άδη-
θέλει νεκρούς στη ρίζα κάθε αχτίδας.

Ο σπόρος σεις του Μέλλοντος αν είστε
αστροπελέκι
πρέπει να στέκει
το πάθος σας, αν θέ ’τε να καρπίστε.

Κι ο λόγος σας ναν' όχι φλυαρίες
με δίχως τέλος,
μα να 'ναι βέλος
θανατηφόρο για τις αδικίες.

Μην η φρικτή σας ξεγελάει «ειρήνη»
που τήνε φτιάξαν
κείνοι που σφάξαν
το περιστέρι που ζωή της δίνει;

Η χώρα σας ζωσμένη από κινδύνους
που την αλώνουν
και τήνε λιώνουν΄
συντρίψτε τους-γλιτώστε τη από κείνους.

Έλληνες είσαστε. Η Ελλάδα η γη σας.
Αν δε χτυπάτε
την πολεμάτε
και τήνε πνίγετε με τη σιωπή σας.

Δείχτε πως είσαστε άξιο της θρέμμα:
της βίας ταίρι
κάντε το χέρι-
το χώμα τ άγιο της διψάει αίμα!
ΣΤΥΛΙΑΝΉ ΑΝΤΩΝΊΟΥ

-Στυλιανή Αντωνίου.
Τι είναι αυτή η Στυλιανή Αντωνίου;
-Χριστός με Όπλο.
Πρόεδρος με Τσίπα.
Λαός Υπεύθυνος.
Τίμιος Πρωθυπουργός.
Ο Καθρέφτης του Μέλλοντός σου.

-Και, η Αντωνίου η Στυλιανή τι κάνει;
-Ξεπλένει την Ντροπή σου.
Μαθαίνει στα Παιδιά της Ανθρωπιάς το Δρόμο.
Ναρκοθετεί την Ύλη με  Ιδέες.
Γράφει την Ιστορία όπως της πρέπει να γραφτεί.

-Ε και να κάνω τώρα τι
μ’ αυτή την Αντωνίου τη Στυλιανή;
-Να την υψώσεις Σημαία της Αξιοπρέπειας σου.
Με Πανιά σου το Παράδειγμά της ν’ αρμενίσεις.
Ν’ ανάψεις στην Αγιοσύνη της Κερί τη Βουλή
και να της κάψεις Λιβάνι-Τσίκνα από των Πλούσιων τα Κορμιά.

Κι αν πάλι δε θα σηκωθείς Δούλε Λαέ,
τουλάχιστο σκυφτός έτσι όπως είσαι
στρέψε σ’ αυτή και ζήτα της συγνώμη
γιατί και πάλι τ’ Όνειδος διαλέγεις.
ΠΡΑΣΙΝΑ

Μου περισσεύει έρωτας και πού να τον χαρίσω.
Στη νεαρή ζωντόχηρα που πήγα να ρωτήσω
μου 'πε πως θέλει ομορφιά το ταίρι της να έχει
 κι όχι εκείνος, αλλ' αυτή ξοπίσω του να τρέχει.

Η παντρεμένη μ' έδιωξε' ανύπαντρον δε θέλει
όπου σε όλους να το πει πού βρίσκει τόσο μέλι.
Κι η χήρα με κυνήγησε-θέλει του μακαρίτη
να μοιάζει όποιος φίλος της θα έμπαινε στο σπίτι.

Σε κάποια λεύτερη κι εγώ θα έβρω αποκούμπι.
Δεν είναι νια και όμορφη, δεν είναι και παρθένα.
To ρούχο της κουρελιαστό, το φαγητό της θρούμπι
μα κείνο που ετράβηξε κοντά σ' αυτήν εμένα
είναι τα μάτια τα πολύ πράσινα και μεγάλα
που πάντοτε στην άκρη τους υγρή έχουν μια
στάλα.
TO ΝΤΙΒΑΝΙ
(Αμερική)

Την τριγυρνούσε μέρες-μέρες τ' αρνιότανε.
 Ώσπου είδε το ντιβάνι. Πια δεν κρατιότανε.
Η κόκκινη κουβέρτα πάνω στο στρώμα του
τα βυσσινί στα πόδια βαθύ το χρώμα του…

η θέση του στο χώρο-στου δωματίου τη μέση
με γύρω τους καθρέφτες ω! τώρα της αρέσει!
Την ίδια μέρα κιόλας επήρε την απόφαση
κι είχε το τραίνο χάσει με κάποια πρόφαση.

Και τάχα να μη δείξει συνήθεια σ' αυτά
όλη δεν εξαπλώνει μα κάθεται κοφτά
στου ντιβανιού την άκρη. Μα μόνο ως τη στιγμή
που αρχίσαν oι πνιγμένοι του πόθου οι στεναγμοί.

Ω! ΉΛΙΕ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ
(Αμερική)

Ω! Ήλιε του Ιούλιου που καις την Καλιφόρνια
και κάνεις ανυπόφορη τη ζέστα μες στο σπίτι!
Ω! Φτώχεια του εργαζόμενου που για να δροσιστεί
ανοίγει τετραδιάπλατα πόρτες και παραθύρια
Κι όλος ανθρώπινη ευωδιά γεμίζει ο αέρας
κι οι έρμοι παραβγαίνουνε ποιος να πρωτομυρίσει...

Και βγαίνουν λυγερόκορμες μικρές νοικοκυρούλες
και βάζουν τα χεράκια τους στη μέση και κοιτάνε
και βρέχουν τα ποδάκια τους σε δροσερό νεράκι
και κλείνουν τα ματάκια τους απ' τον πολύ τον ήλιο
και μες στις άλλες ανοιχτές πόρτες λοξοκοιτάνε...

Ω! Φτώχεια του εργαζόμενου! Ω! ήλιε του Ιούλη
που δείχνετε πως μόνοι μας δεν είμαστε στην πόλη-
και που ως και θάμα ο γάμος σας θα μπόρειε να
γεννήσει:
κάποιος, περνώντας πλάϊ μας και μας να χαιρετίσει.
Ο ΜΠΟΓΟΣ

Αν πόρνη λέγεται το θήλυ
που το κορμί του ξεπουλά-
που για να βρει ένα κοντύλι
δίνεται σ' όλους και γελά

πόρνες τα θήλεα πρέπει όλα
του κόσμου τότε να τα πουν
κι αυτά να μη μιλάνε διόλου
αν την αλήθειαν αγαπούν.

Μα τον σωστό θα πούμε λόγο:
θα εξαιρέσουμε αυτές
που αντίς κορμί έχουνε μπόγο-
και πού να βρουν αγοραστές...
Jessy, Χριστούγεννα 1995
(Αμερική)

Όλα μου τα 'χε ο Θεός δοσμένα
Χριστούγεννα να κάνω ευτυχισμένα.
Μον' το γυναίκειο έλειπε το χάδι
να κάνει μαγικό αυτό το βράδυ.

Κι ως μες στο σούπερ μάρκετ εστεκόμουν
σε θλίψης μέσα πέλαα εχανόμουν
με όλα αγαπητός και μ' όλα ξένος
σαν ένας δυστυχής ερωτευμένος.

Αλλά στου μαγαζιού μέσα τον ντόρο
και το έσχατο αυτό μου εδόθη δώρο:
εκεί, στων αγορών μέσα τη μάχη
να! η Τζέσσυ μου εχάϊδεψε τη ράχη.

Γλυκάστραψε μια λάμψη ένα γύρω
κι όλα τα γλυκοπότισε ένα μύρο΄
και μπήκαν φλόγα κι άρωμα εντός μου
και το ρυθμόν αλλάξανε του κόσμου.

Κι ως έρως τα κορμιά, έτσι και μένα
τ' άγγιγμα με όλα γύρω μ' έκαμε ένα
κι ήταν αιτία η θέρμη του η τόση
Χριστούγεννα και φέτος που έχω νιώσει.
Η μέρα Γιώργη…
(Γιώργης, ο πατέρας της Ντόρας)
(Αμερική)

Η μέρα Γιώργη έφτασε να κοιμηθείς αξύπνητα.
Τα μάγια που σε κράταγαν αιχμάλωτον να σπάσεις
και στις αιώνιες να βρεθείς χιλιόμορφες οάσεις
που γλεντοκόπια και χαρές σε καρτερούν αρίφνητα.

Πόρτες εκεί δε θα 'χουνε που ανοιχτές να μένουνε
και κρύο δε θα φέρνουνε και πια δε θα κρυώνεις.
Και στο γυαλί της έγχρωμης, καινούργιας σου
οθόνης
γυναίκες κι άντρες παλαιστές συνέχεια θα
παλεύουνε.

Δε θα 'ναι η νύχτα θάλασσα μα ρυάκι που ανώδυνα
θε να κυλά. Από τ' άνθρωπου το νου θα λείπει ο
δόλος.
Ελιές και κούκλα πέρα κει σπαρμένος θα 'ναι ο τόπος.
Κι εγώ εκεί τη φίλια μας ποτέ δε θα την πρόδινα.


Γιώργη το τέλος έφτασε του αγώνα σου του
άνισου.
Τελείωσε ο δρόμος σου. Εκόπηκε το νήμα.
Και αν σκληρά σε τσάκισε τ' αγριεμένο κύμα
τον ωκεανό άφησες πια και μπήκες στο λιμάνι σου.
      ΚΩΣΤΟΥΛΑ
(Αύγουστος 1962)

Κακοτράχαλο αμάξι
κακοτράχαλη ζήση
μες στις πέτρες βροντούσαν
οι σκληρές του οι ρόδες
(η γραμμή του ήταν άγονη).

Στη δίπλα μου θέση η Κωστούλα
με μια βαλιτσούλα στα πόδια
σε λίγες ημέρες μπαρκάρει
για τη μακρινή Αυστραλία
(είχε φτώχεια ανυπόφορη).

Φταίει η τρέλα της νιότης;
To αυγουστιάτικο βράδυ;
Της Κωστούλας τα χείλια;
Τα γλυκά της τα μάτια;
(ήταν πράγματι όμορφη)

Μα όποια να 'ταν η αιτία
στη σφύζουσαν άναστρη νύχτα
καθώς ο οδηγός σβει' τα φώτα
εκείνη κι εγώ γίναμε ένα
(εκοιμόνταν οι γύρω μας)

Ω! Για πάντα δική μου
τρυφερή της αγάπη!
Ω! Για πάντα δική της
πονεμένη καρδιά μου!
(Ω! Οι κραυγές μας οι άφωνες!)

Ω! Τ' όνειρο! ήρθε σε μένα
κι ας το 'φερε ύπνος θανάτου!
Ω! Χάρη! μου εδόθης κι ας είχε
βαρύς ο πέλεκυς πέσει
(Ω! Συ! κρύφιο ξεφάντωμα!)

Ω! Βελούδινη σάρκα!
Ω! Πρωτόφαντη αγνότη!
Ω! Σετττό κι ώριο δόσιμο!
Ω! Αμόλυντο πάθος!
(Ω! Πεντάγλυκη θύμηση!)

To ξέρω, όπου να 'σαι καλή μου
για μένα η καρδιά σου χτυπάει
κι αντίλαλοι εκείνης της νύχτας
οι ανήσυχοι χτύποι της είναι
(μου το λεν όλα μέσα μου)

Ξέρω-είσαι μονάχη
κι η μονάξα σε θλίβει
ξέρω-πόνοι μεγάλοι
σ' έχουν μύριοι πονέσει
(ΩΙ Και πάλι ας βρισκόμαστε...)

Και ξέρω και ξέρεις πως είναι
το βάλσαμο η νύχτα εκείνη
για κάθε πικρή σου Αυστραλία
για κάθε φριχτό μου ναυάγιο
(και τα χρόνια διαβαίνουνε...)
ΜΙΑ ΤΣΑΝΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ

Μια τσάντα γυναικεία τι να 'χει εντός της;
Λέω θα 'χει μια χτένα, μικρό ένα καθρέφτη
μια πούδρα, εν' άρωμα, ένα κραγιόν
και κάποιο μικρό κεντητό πορτοφόλι.

Ακόμα μια ροζ μεταξένια βεντάλια
τσιγάρα, μαντήλια, κλειδιά δύο τρία
και βέβαια απέραντη μια θαλπωρή
που όλα εκεί μέσα γλυκά τα καρώνει.
ΠΟΣΟ ΘΑ ’ΘΕΛΑ…

Πόσο να χόρευα θα ’θελα απόψε…
στην πλατειούλα τη μικρή εκεί
που μια μικρή ορχήστρα ετραγουδούσε…

Μα η ντροπή…

Να πηδώ στο ρυθμό της ανάπνιας μου
στα κύματα του αιμάτου μου να ταξιδεύω
και στα τινάγματα των μούσκλων μου ν’ αφήνομαι…
Να γίνω ένα με της θάλασσας το βόγγο
με του Συμπάντου την κλαγγή να στοιχιστώ
να στείλω σήματά μου
στ’ αδέρφια μου τους κόσμους του απείρου
να ξαναγίνω αυτό που μ’ έκαμε,
και με πηγαίνει
και με καρτερεί…

Μα η ντροπή…

Τουλάχιστο έφυγα από κει
με όλο μου το είναι ταραγμένο.
Κάτι μετράει.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)

(Το έργο ανακτάται από κείμενο «προϊστορικό», δακτυλογραφημένο. Ανακτάται βραδέως και έτσι θα δημοσιεύεται καθημερινά και εδώ.)


«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)


ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
Γαλάτεια
Γλαύκη
Νηρηίδες (η φωνή τους)
Πολύφημος
Γλαύκος
Δίας
Ερμής
Αφροδίτη
Άκις.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΤΕΡΗ
(συνέχεια)


ΠΟΛ
Κι εγώ είμαι γιος του μέγα Ποσειδώνα
Δεύτερου στων Θεών μέσα την τάξη.
Δικά του θάλασσες, ποτάμια, λίμνες.
Κι ορίζω αυτούς τους τόπους από τότε
Που η Γη κι ο Ποσειδώνας με γεννήσαν.
Ας πάει στα δικά του αυτός τα μέρη
Να βρει ό,τι ήρθε 'δω να πάρει απ' άλλους.
Κι αν μοναχός του πίσω δε θα πάει
Εγώ θα τόνε στείλω με τη βία.
Αυτά να του μηνύσεις .Κ ι αν τον τύχω
 Κάπου, καλλίτερα ν’ αλλάξει δρόμο
Γιατί στο χέρι μου θα τόνε σφίξω
Και θα τον λιώσω έτσι, σαν σκουλήκι.
(Η Γαλάτεια φεύγει κλαίγοντας)

ΓΛΑ

Είδες τι έκανες με τους θυμούς σου;
Είμαστε και οι τρεις μπλεγμένοι έτσι
Στα δίχτυα της αγάπης που ουτ' η ίδια
Μπορεί να μας ξεμπλέξει. Αχ και να ’ταν 
Κάποιος Θεός να ’ρχότανε βοηθός μας
Και λύση να ’δινε στο πρόβλημά μας…
(Από τα κύματα βγαίνει ο Γλαύκος)
ΓΑΑΥΚΟΣ
Ακούω πως Θεό ζητάτε να ’ρθει
κάποιον, που να βοηθήσει και τους τρεις σας.
Ο Γλαύκος είμαι, ο καλός γεράκος,
Θεός της θάλασσας και των κυμάτων.

(Στον Πολύφημο)

Με τον πατέρα σου τον Ποσειδώνα
Μαζί ανοίξαμε στη ζωή τα μάτια.
Είμαι καλός. Βοηθάω τους ψαράδες.
Καμιά φορά ’πό τα νερά βγαίνω έξω
Και στους μοναχικούς κάνω παρέα.
Βοηθώ σ’ ό,τι  μπορώ. Κι όταν προβλέπω
Πως τρικυμία φτάνει, τότε αμέσως
Το λέω στους ψαράδες να προσέχουν.
Μ’ αρέσει το γλαυκό, το ήρεμο κύμα.
Και θέλω καθισμένος να το βλέπω
Σ’ ένα βραχάκι πάνω. Κι όταν κάποιος
Πονά από τους ανθρώπους, κλαίω μαζί του.
Πέστε μου ποιος καημός σας βασανίζει
Κι ό,τι μπορώ θα κάνω να βοηθήσω.

(στη Γλαύκη)

Του Ποσειδώνα αυτός, σεις του Νηρέα
Παιδιά, όλα μου είστε αγαπητά μου.
Εμπρός λοιπόν. Μα πρώτα εδώ να ’ρθει
Και η Γαλάτεια πρέπει. Και το κλάμα
αφού θα πάψει να σταθεί μαζί μας
Και να μιλήσει στη σειρά κι εκείνη.

ΓΛΑ

Πάω να της το πω. Για κάτι τέτοιο
Αντίρρηση καμία δε θα έχει.
Στη θέση που είναι να πιαστεί γυρεύει
Απ' ό,τι στήριγμα θα μπόρειε να ’βρει.

(Βγαίνει η Γλαυκή)

ΓΛΑΥΚΟΣ
Μπορεί να είμαι γέρος ασπρομάλλης
Μα μη με βλέπει το ’να σου το μάτι
με περιφρόνηση και ειρωνεία:
Μάθε πως γέρος πριν και Θεός να γίνω
Σαν νέος έλαβα μέρος στο ταξίδι
Που ’κανε η "Αργώ"-είμαι Αργοναύτης.
Κι αυτό και για Θεούς έπαινος είναι.
Απ' την παλληκαριά έχω περάσει.
Θυμούς εγώ ποτέ όμως δεν είχα.
Είδα μοναχά εκείνους που θυμώνουν
Και παλληκάρι μου, στο βεβαιώνω,
Με τους θυμούς τους τίποτα δε βγάλαν.

ΠΟΛ

Μια λύση ξέρω εγώ μονάχα γέρο.
Κι αυτή 'ναι η δύναμη μου η μεγάλη.
Θα ’χα σκοτώσει τώρα τη Γαλάτεια
Μα η αγάπη που γι αυτήνε νιώθω
Μου σταματάει το χέρι. Κι όχι μόνο
Μα για την ίδια αιτία, έχω γίνει
Αρνί αντί για λύκος τελευταία.
Ο Έρωτας αν ήσουν τότε μόνο
Βοήθεια θα μπορούσες να μου δώσεις.

(Μπαίνουν η Γαλάτεια και η Γλαυκή. Στη Γαλάτεια)

Σήκωσ' τα μάτια σου τα υγρά μικρή μου
Και πες μου γιατί κλαις. Ίσως μπορέσω
Το δάκρυ σου εγώ να σταματήσω.

ΓΑΛ

Εισ' άντρας και θα ειν' η απόφαση σου
Ευνοϊκή μονάχα για τους άντρες.

ΓΛΑΥΚΟΣ

Δεν είμαι δικαστής. Δε θα δικάσω.
Μ' από το γέρο εμένανε θ’ ακούστε
Μια συμβουλή τουλάχιστο. Μια γνώμη.
Κι αν θέτε την κρατείτε. Κι αν δε θέτε
Δεν έχετε και τίποτα να χάσ’τε.
Εσύ στα κλάματά σου πας και πάλι
Στο πείσμα τους και στην απελπισία τους
Ετούτοι οι δυο.

(στη Γαλάτεια)

Λοιπόν σ’ ακούω. Λέγε.
Μόνο που την αλήθεια να μου πείτε
αλλιώς αξία η γνώμη μου δε θα ’χει.

ΓΑΛ

Το γιο του Πάνα εγώ αγαπώ-τον Άκι
Και ο Πολύφημος με φοβερίζει
Τον έρωτά μου αυτόν να καταστρέψει.

ΓΛΑΥΚΟΣ

Τι έχεις Πολύφημε να πεις; Ακούω.

ΠΟΛ

Την αγαπάω πριν από τον Ακι.
Κι ό,τι μου ζήτησε της το ’χω κάνει.
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.

ΓΛΑΥΚΟΣ

Γλαύκη ποιο είναι το παράπονο σου;

ΓΛΑ

Σε δύσκολο ένα δρόμο θα σε βάλω.
Για του Πολύφημου εγώ την αγκάλη
Λιώνω.

ΓΛΑΥΚΟΣ

Και τώρα έλα πες Γαλάτεια
Γιατί δεν δέχεσαι τον ερωτά του;

ΓΑΛ

Γιατί…

ΓΛΑΥΚΟΣ

Εμπρός  λοιπόν! Και την αλήθεια!

ΓΛΑ

Γιατί είναι άσχημος!

ΠΟΛ

Θεοί! Τι λόγος!..

ΓΛΑΥΚΟΣ

Γιατί  Πολύφημε   δε   θες   τη  Γλαύκη;

ΠΟΛ
(Γιατί αγαπώ… σου  το ’πα, τη  Γαλάτεια!

ΓΛΑΥΚΟΣ

Ακούστε τώρα τι   θα πω  παιδιά μου.
Πάει   πολύς  καιρός. Σαν  παραμύθι
Θυμάμαι   τον  καιρό  που  είχα αγαπήσει
Μία νεράιδα όπως   εσάς: τη  Σκύλλα.
Παραμυθένια ήταν  η   ομορφιά  της.
Και   όπως   όλες  οι   νεραϊδοπούλες
με  βλέπανε  και  φεύγαν   μακριά μου
γιατί όμορφος εγώ ποτέ δεν ήμουν.
Ίδια περίμενα κι  από   τη  Σκύλλα.
Μα εκείνη   συμπονάει τα γερατειά μου
Και τη γλυκιάν αγάπη της μου δίνει.
Κι   ας  ήξερε  γι   αυτό  πως   θα πληρώσει
και  πως  η  Κίρκη   τέρας   θα την κάνει!

Θυμάμαι  πάλι  και   τον  Ποσειδώνα-
ναι, τον  πατέρα  σου Πολύφημε   μου,
Σαν   είχε   ερωτευτεί την  Αμφιτρίτη.
Εκείνη   δεν   τον  ήθελε  γιατ'   ήταν
άσχημος  λέει. Ποιός; Ο  Ποσειδώνας…

(Ο  Πολύφημος  παίρνει   μιαν   υπεροπτική
έκφραση και κοιτάζει   προς   τη  Γαλάτεια)

Μα όμως   το  καλόγνωμο   δελφίνι

Της  άλλαξε   τη  γνώμη  και   στο  τέλος,
Οι   δύο  τους   εγίνανε  ζευγάρι.

Παιδιά μου  να ποια ειν' η συμβουλή μου:
Πολύφημε, συμπάθησε τη  Γλαύκη
Που  τόσο   σ’ αγαπά. Κι   εσύ Γαλάτεια
άνοιξ'   τα  μάτια σου  καλά και  κοίτα.
Δες   του Πολύφημου  τις   ομορφάδες
Και   δος  του   τη  γλυκιά σου  την  αγάπη.
Κι   άκου  και   τούτο  που   θα πω ακόμα.
Μην  αρνηθείς   του  Άκι   την αγάπη.
Το   ίδιο και   τους   δυο  αγάπησε  τους.
Καθόλου  άσχημο κάτι   δεν   είναι
Σε   δυο  ανθρώπους  αν  χαρά θα δώσει.
Δείχνει   εγωισμό  η   μόνη  αγάπη.
Ειν'   η  ψυχή   μεγάλη  και  χωράει
Αγάπες   όχι   μια  παρά  μυριάδες.
Και   πώς   μπορείς  να  είσαι   ευτυχισμένη
Όταν  η   ευτυχία σου  θα κάνει
Δυστυχισμένο άλλο κάποιο πλάσμα;
Κάντε   το   ακρογιάλι   σας  παιδιά  μου
Κόσμο χαράς κι αγάπης-όχι μίσους.
Βοηθείστε ένας τον άλλονε παιδιά μου
Ο Πόνος που η ζωή μαζί της φέρνει
να νικηθεί. Τα χέρια σας απλώστε
Κι ένας τον άλλο σφίξτε στην αγκάλη.
Καθένα χωριστά όταν σας βρίσκει
σας κομματιάζει το θεριό. Σάς τρώει.
Μα όταν θα σας δει αγαπημένους
Από μακριά κι άβλαβα θα μουγκρίζει.
Φοβάται την αγάπη. Αγαπηθείτε.
Αυτά είχα να σας πω. Και μην ξεχνάτε
Πως σας τα είπε ένας Θεός που ξέρει.
Κι οι τρεις σας Θεϊκές έχετε ρίζες.
Σε τούτες τις στιγμές που σας χωρίζουν
Φερθείτε σαν Θεοί-όχι σαν ανθρώποι.
 Γειά σας. Και να θυμόσαστε το Γλαύκο.

(Μπαίνει στο νερό)

ΠΟΛ
Ωραία συμβουλή! Να τη μοιράζω!

(Γυρίζει στη Γαλάτεια)

Άσχημος! Κι είναι όμορφος ο Ακις!
Αν κρίνει απ' τον πατέρα του τον τράγο
Κανείς φαντάζεται την ομορφιά του.
Γαλάτεια μόνο εγώ σε αγαπάω.
Ταίρι μου γίνε. Στη σπηλιά μου έλα
και όπως σ’ αγαπώ αγάπησέ με.

(Δυνατά και θυμμωμένα)

Κι ας πάει ο τράγος σου στην Αρκαδία.
Εδώ ο τόπος είναι ο δικός μου
Κι ό,τι είναι πάνω του σε μένα ανήκει

(Βγαίνει)

ΓΛΑ

Σωστά εμίλησε ο γερο-Γλαύκος.
Η μόνη  λύση   είναι  που  μας   μένει.
Ό,τι   μας  πρότεινε  δέξου Γαλάτεια.
Αν ο Πολύφημος  στην  αγκαλιά του
Για μια φορά μονάχα σε κρατήσει
Και   μοίρασμα θα στέρξει  κι   ό,τι  άλλο.
Εγώ  είμαι  έτοιμη   να τον   μοιράσω
Κ ι   αυτόν κι   εμένα μ’ όποιον   μ’ αγαπάει.

ΓΑΛ

Ούτε κι εγώ δε θέλω να μοιράσω
Τον Άκι μου με άλλονε κανένα.
Καλή η αγάπη σου μα την αλήθεια.
Πρόσεχε μοναχά μήπως η Κίρκη
Τέρας κι εσένα φοβερό σε κάνει.

ΓΛΑ

Κι αν τέρας θα γινώ για την αγάπη
Κι άλλες θυσίες της πρέπουνε ακόμα.
Γέροντα Γλαύκο, μ’ άρεσαν όσα είπες.
(τέλος της δεύτερης πράξης)
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ΕΣΥ..
(Ντόρα-ΕΡΙΛΗ)
(Αμερική)

Μου' παν πως ήρθες-τι μ' αυτό;.. για με είσαι πάντα εδώ
ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω
με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ' εσέ δοσμένου μου του νου.

Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ
σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ
Έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να 'μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.

Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ
όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν' ιαχή
σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει
με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.

Εσύ ' σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός
στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός
είσ' η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά
για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.

Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου, εσύ και τους χαλάς.

Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί
σύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..

Μου' παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει'
απ' τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να 'ξεραν πως πάντοτε για μένα είσαι εδώ..
ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ
(Εριλή)

Ό,τι η ψυχή εγνώρισε στο Θείο της ταξείδι
όταν εγύρισε στη γη στα μάτια σου το βρήκε
και σ' έρωτα για σένανε μεγάλον έναν μπήκε
γιατ' είσαι συ του κόσμου μας το μόνο θείο στολίδι.

Και γύρω από τα δέσμια ως τότε τα φτερά της
η θέρμη της αγάπης σου να! κάθε εμπόδιο λιώνει
και να! η ψυχή μου τα όλασπρα φτερά της ξεδιπλώνει
και λάμνει παίρνοντας και νου και λογισμό κοντά της.

 Και πού αλλού παρά σε σε κι αυτή θα μ' οδηγήσει;
Που αλλού παρά στο μόνο της μέσα στην πλάση ταίρι-
που αλλού παρά στα μάτια σου και κείνη θα με φέρει
να φτερακίσει πάνω τους και μέσα τους να σβήσει…
   Η ΒΟΥΛΓΑΡΑ   ΛΙΝΤΙΑ
    (η Τιαλίν του Θαν. Έλκ.)

Σε τάξη ποια του έρωτα επήγες
κι όπως αυτά μαθήματα επήρες
θεοκλεισμένο να κρατάς το μάτι
καθώς ποθοκυλιέσαι στο κρεβάτι;

Σε ηδονής ποιας πήγες το σχολείο
κι όταν τα πόδια σου ανοι'ς τα δύο
βυθίζεσαι και πάω κι εγώ μαζί σου
σε μιας τόσο γλυκιάς τα βάθη αβύσσου;

Ήλιου ποιανού η φλόγα σε τυλίγει
κι η θέρμη του-κι η θέρμη σου, σε πνίγει;
…Και άραγε κατάρα ποια βαραίνει
στη μοίρα πάνω καποιανών ανθρώπων
και αύριο θα βρίσκεσαι κλεισμένη
στα κρύα χέρια, ξένων, άλλων τόπων;
Η ΙΡΑΝΗ KASSRA
(Αμερική)

Ποιος  ξέρει γιατί
του βουνού η κορφή
αγαπιέται απ’ το χιόνι…

Ποιος ξέρει γιατί
Το ποτάμι κυλά
προς τη θάλασσα πάντα…

Ποιος ξέρει γιατί
τα λουλούδια δε ζουν
δίχως φως και νεράκι…

Ποιος ξέρει γιατί
η ψυχούλα ποθεί
να καεί μες στη φλόγα…

Καλή μου και συ
μη λοιπόν με ρωτάς
το γιατί σ’ αγαπάω

Μον γίνε για με
του βουνού η κορφή
και δέξου με χιόνι

Και θάλασσα υγρή
για να χύνω σε σε
τα γλυκά τα νερά μου

Και γίνε για με
το νερό και το φως
κι η φλόγα η παμφάγα

Και δίχως "γιατί"
ας ριχτούμε καθείς
στην αγκάλη του άλλου

αφού ως εγώ
με γυρεύεις και συ-
γιατί-ποιος το ξέρει;..
ΝΤΑΙΖΗ (ΜΙΜΗ)
      (Αμερική)

Όταν είχε φύγει εκείνη
έλεγα πως δε θα μείνει
στην καρδιά ούτε μια θέση
που αυτήν να 'χει στη μέση.

Κι έλεγα πως μακριά της
θα 'σβηνε ως και τ' όνομα της
...αν η μνήμη δε μ' εμπαίζει...
την έλεγαν... α! ναι-Νταίζη!

Είχε μάτια που τρελαίναν
σαν καλόβλεπαν κανέναν
είχαν φλόγα-ειχαν λάβρα
μα...τι χρώμα; Α! ήταν μαύρα.

Το ζεστό χαμόγελο της
το 'χε ανάγκη η ανθρωπότης-
απ' τη χάρη του αντλούσε
χάρη η Άνοιξη κι ανθούσε.

Όμως μόνοι θ' απαντήστε
αν να μάθετε ρωτήστε
πώς της έμοιαζαν τα χείλη
…ναι, μ' αδάγκωτο σταφύλι!

Και ακόμα έχω ξεχάσει
των μαλλιών της τ' άγρια δάση-
αν κοτσίδες τα 'χε κάνει
όταν μ' είχε ξετρελάνει

ή λυμένα τα 'χε αφήσει
και με είχε παραλύσει
τον κακόμοιρον εμένα-
τα θυμάμαι, ήταν λυμένα!..

Αξετίμητα στολίδια
τα γραμμένα της τα φρύδια
και τα μάγουλα σα ρόδα
και ανάσα που ευώδα.

Δόντια ίσα και κάτασπρα
που ελάμπανε σαν άστρα
μύτη λίγο σηκωμένη
δίχως να 'ναι φαντασμένη.

Στόμα χάρμα, σώμα ίσιο
και περπάτημα λαφίσιο
κι όταν 'μίλει λες αηδόνια
κελαδούσανε σε κλώνια.

Μα πώς έγινε έτσι ξάφνου
και ξανάρθανε κοντά μου
τα ζεστά κι αγαπημένα
μέλη που 'χα ξεχασμένα;

Η απάντηση είναι μία:
δεν θα ξέχναγα καμία
από κείνες τις εικόνες
κι ας επέρναγαν αιώνες.

Μόνο να! έπαιρνα θάρρος
να νομίζω πως το βάρος
της αγάπης μου για κείνη
λίγο ίσως ελαφρύνει

και πως ίσως αν τη χάσω
ίσως κάπως την ξεχάσω.
Μα εβγήκα γελασμένος
και ο κάθε αγαπημένος

της καρδούλας της ο χτύπος
πώς φοβάμαι τώρα μήπως
δεν ηχεί πλέον για μένα
πέρα 'κει στα μαύρα ξένα...
ΣΤΗΝ ΚΟΠΕΛΑ ΤΟΥ «ΜΕΘΕΞΗ»

Δεν ξέρω ακόμα ούτε τ’ όνομά σου
Κι όλα ας το λεν τα πράγματα ένα γύρω
Καθώς μη θέλοντας να ναι μακριά σου
Σε κράζουν μες στης Άνοιξης το μύρο.

Και συ, μικρή κι αβρή χωράς σε όλα
Και τρέχεις σ’ όλα όσα σε καλούνε
Καθώς το φως από άστρα φεγγοβόλα
Λάμπει παντού κι όλα ’στραποβολούνε.

Ωραία κι άσπιλη κι αβρή προβαίνεις
σαν ουρανού ολοκάθαρου λαμπρότη
και κουβαλείς μαζί σου όθε διαβαίνεις
κρίνου κι ελάτου κι άνθους μια αθωότη.

Κι όπως τα ναι στα ίσως δε χωράνε,
Όλα σου τα γλυκά και μελωμένα
τόσο ειν' πολλά και τόσο ξεχειλάνε
που πια η πόλη είναι μικρή για σένα.

Χωρίς κακίας ίχνος, δίχως διόλου
χαζές ψευτοντροπές κι οίηση δίχως,
χάρης σκορπάς σαϊτες γύρω αδόλου
και η φωνή σου ρυακιού είναι ήχος.

Ξέρω: πως υπερβάλλω θα θαρρέψεις'
και φυσικό αυτό από σε το βρίσκω-
το αληθινά ωραίο τέτοιες σκέψεις
 να κάνει, το θαρρεί μεγάλο ρίσκο.

Το ξέρω. Όμως εδώ θα συμφωνήσεις:
Τ’ Ωραίο με την άγνοια του συμπλέει.
Το χρώμα δεν επαίρεται της δύσης 
Και "είμ' όμορφο" τ' άστρο ποτέ δε λέει.

Όμως ετούτο εμάς δε μας 'μποδίζει
το φως να κλέβουμε από μια ματιά σου
κι όπου η βαρκούλα σου η γλυκεία ποδίζει
να λικνιζόμαστε στο λίκνισμα σου.

Φέγγε στην Τρίπολη λύχνε λαμπρέ μας.
Στο αιθεροβάδιστο το πέρασμα σου
παραμεράνε οι συμπολίτισσες μας
μην άσχημες θα φαίνονταν μπροστά σου.

Και βάδιζε σκορπίζοντας τα σκότη
της ψηλομυτοσύνης και της πόζας,
Ποιήτρια εισ' εσύ απ' όλες πρώτη
κι αυτές ιέρειες κάποιες άθλιας πρόζας.

Ελευτεριά κι Αγνότητα και Χάρη
για κείνες δώρα ειν' άγνωστα και ξένα.
Σκόρπα τα εσύ: όποιος και όσα αν πάρει
δε θ' απολείψουνε ποτέ από σένα.
ΣΥΝΥΠΑΡΞΕΙΣ
(Ρωρερκάρ)

Κάθε βιβλίο μου προτού στο στείλω
γεμίζω με φιλιά κάθε του φύλλο.
Κάθε γωνιά, κάθε πλευρά του αγγίζω
και χάδια απελπισμένα το γεμίζω.

Κι όταν τ’ αγγίζεις, κι όταν το διαβάζεις
κι όταν σελίδα κάθε τόσο αλλάζεις
νιώθω να τρέμουνε τα δυο μου χέρια
γλυκάγγιχτα απ’ τα δυο σου περιστέρια.

Φιλί γλυκό μου φέρνει κάθε λέξη
πάνω της όταν η ματιά σου πλέξει.
Και όταν κάθε πρόταση τελειώνεις
με χάδια πρωτοείδωτα με λιώνεις.

Διάβαζε! Διάβαζε λευκέ μου κρίνε!
Φλόγα, ψυχή, κορμί  παίρνε μου-δίνε.

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ

Η προσευχή μου δεν μπορεί
Να υψωθεί ως Εσένα.
Τηνε βαραίνει ο καημός,
Κι ο πόνος κι η φοβέρα.

Γι αυτό-συχώρα με θεέ
Έπλασα θεούς δικούς μου.
Κι είναι οι νέοι μου θεοί:
Πόνος, Καϋμός, Φοβέρα.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΓΕΡΟΝΤΑ

"Ει  τις  θέλει  οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και  ακολουθήτω μοι".
(Μαρκ.,8,34)

Αν ο χειμώνας άβροχος, κάθε πηγή στερεύει.
Τότε τ' αλαφοκόπαδο, που η δίψα το παιδεύει
Κάθε του θέρους δειλινό τραβάει για το ποτάμι
Όπου οι ζείδωροι αντηχούν νερού και γλώσσας γάμοι.

Κι ο Χριστιανός έτσι ο πιστός εκίνησε και πάει
Στον τόπο που μες στη νυχτιά γλυκό ένα φως σκορπάει-
Στο μέρος που ένας Γέροντας κατάσπρος απ' τα χρόνια
Της Πίστης εξεδιάλυνε τα ρήματα τα αιώνια.

Και τούπε: "Πες μου Γέροντα, ποιά είναι του Ηλίου
Η ακτίνα η λαμπρότερη, Ποια του Ευαγγελίου
Ο λόγος είναι που απ' αυτόν οι άλλοι ολοκαρπίζουν;
Το ένα ζητάω. Τα πολλά, Γέροντα, με ζαλίζουν".

Σα μιαν ηχώ ακούστηκε μέσα στην ερημία
Του Γέροντα η βαθιά φωνή-σαν προσευχή καμία
Από τα δύο νά ’βγαινε σκελετωμένα στήθη
Και "απαρνησάσθω εαυτόν" ο Γέρος αποκρίθη.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)

(Το έργο ανακτάται από κείμενο «προϊστορικό», δακτυλογραφημένο. Ανακτάται βραδέως και έτσι θα δημοσιεύεται καθημερινά και εδώ.)


«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)


ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
Γαλάτεια
Γλαύκη
Νηρηίδες (η φωνή τους)
Πολύφημος
Γλαύκος
Δίας
Ερμής
Αφροδίτη
Άκις.

ΣΚΗΝΗ
ΔΕΥΤΕΡΗ
(παραλία)


(Στο βάθος αριστερά η σπηλιά του Πολύφημου. Μπροστά της βωμός της Αφροδίτης με πάνω του να καίγονται στη φωτιά κρέατα από τα πρόβατα που έσφαξε ο Πολύφημος).

ΠΟΛ
Του Θείου Ποσειδώνα εγώ παιδί 'μαι.
Τόσο παλιά κρατιέται η γενιά μου»
Στα Τάρταρα με είχε κλείσει ο Κρόνος
Και μένα και τους άλλους αδερφούς μου.
Σκοτάδι ήταν πηχτό. Και φύλακάς μας
Ο Κάμπης-ένας όνος τερατώδης.
Αγόγγυστα υπόφερα τα πάντα.
Και όταν με λευτέρωσε ο Δίας
Μ’ όλη βοήθησα τη δύναμή μου
Για να νικήσουν οι θεοί εκείνους
Που θέλαν το χαμό τους-τους Τιτάνες.
Εγώ κι οι Κύκλωπες οι αδερφοί μου
Τους κεραυνούς εδώσαμε στο Δία,
Τις αστραπές και τις βροντές κι ακόμα
Μια σιδερένια φτιάξαμε κουρτίνα,
Τις λάμψεις για να κρύβει απ' τους Τιτάνες
Και να μη βλέπουνε να τους χτυπάνε.
Και την Κυνή εδώσαμε στον Άδη
Για να ’ναι αόρατος σαν πολεμάει.
Και στων νερών το θεό, τον Ποσειδώνα
Τη φοβερή την Τρίαινα γι ακόντιο.
Και χάρη στα γερά εκείνα μας όπλα
Στον Όλυμπο από τότε κυβερνάνε.
Γενναία επολέμησα κοντά τους
Κι ανταμοιβή δε ζήτησα καμία.
Αρκέστηκα να ζω εδώ στους κάμπους
Της Σικελίας, με τα πρόβατα μου,
Κι όταν με είχε ο Οδυσσέας τυφλώσει
Ένας θνητός, το γιο Θεών, εμένα-
Αυτοί το είχαν τούτο επιτρέψει-
Τυφλός εγώ τα πρόβατα εβοσκούσα,
Τυφλός εφύλαγα από κάθε ξένο
Του γερο-Ηφαιστου το εργαστήρι.
Κι αν για τον τότε που είχα δείξει ζήλο
Δε μου χαρίζανε πάλι το μάτι
Τυφλός θα ήμουνα μέχρι τα τώρα.
Γιατί εγώ ποτέ μου δε ζητούσα.
Και να ’μαι τώρα εγώ σα να ’μουν ένας
Απ' τους θνητούς ασήμαντους ανθρώπους
Σ' εσέ να θυσιάζω Αφροδίτη.
Αθάνατος εγώ. Μα όμως τρέμω
Μπροστά σε μια μικρούλα κοπελίτσα.
Κι εγώ, που δε μ’ ανοίξανε τα χείλη
Ποτέ για να ζητήσω κάποια χάρη
Ούτε από Θεό ούτε απ' ανθρώπους
Μπροστά σου στέκω τώρα και ζητάω
Για πρώτη μου φορά κι εγώ μια χάρη.
Και να από σένα τι ζητώ: να δώσεις
Να  γίνει σύντροφός μου η Γαλάτεια.
Ζητάω από σε θεά Αφροδίτη
Την έγνοια σου επάνω μου να στρέψεις
Και ταίρι μου να κάνεις τη Γαλάτεια.
Και τους Θεούς εσύ μπορείς ακόμα
Να κάνεις ν’ αγαπήσουνε σα θέλεις.
Τη δίχως όρια τώρα δύναμή σου
Βαλ’ την να οδηγήσει τη Γαλάτεια
Στην πλούσια να κοπιάσει τη σπηλιά μου.
Στείλε τον Έρωτα να τη σαϊτέψει
Και να την κάνει μόνο εμέ να θέλει.
Κι εγώ διπλά, τριπλά θα θυσιάζω
Τα πρόβατά μου απάνω στους βωμούς σου.
Κι εκείνον που έχει έρθει τελευταία
Στα μέρη μας, τον Άκι, γιό του Πάνα,
Στην Αρκαδία Θεά στείλ’ τονε πάλι
Χωρίς να καταφέρει αυτό που θέλει:
Στα χέρια του να κλείσει τη Γαλάτεια.

ΓΛ.Α

Και τοτ' εγώ για σένανε Αφροδίτη
Εκτός απ’ τις θυσίες που σου κάνω
Θα χτίσω με τα ίδια μου τα χέρια
Ένα ναό εδώ στη Σικελία
Αφ ι ερωμένο ν στο ιερό όνομα σου.

(Ο Πολύφημος βγαίνει στη σπηλιά του. Μπαίνουν η Γαλάτεια και η Γλαύκη)

ΓΑΛ
Τσίκνα εγέμισε πάλι ο τόπος
Πάλι ο Πολύφημος κάνει θυσία
Για την αγάπη μου, στην Αφροδίτη.
Μακάρι να μπορούσα να τον πείσω
ότι ποτέ δε θα τον αγαπήσω.
Γιατί να κατοικούμε στο: ίδια μέρη;
Γιατί με τόσο πάθος να με θέλει;
Φόβο μου φέρνει αδερφή μου αλήθεια.
Κι αυτός ο φόβος μου μου λιγοστεύει
Την ευτυχία που μου δίνει ο Ακίς.
Όπου και να βρεθούμε εγώ κι εκείνος
Πάντα το φόβο έχω μη μπροστά μας
Φανεί ο Πολύφημος και μήπως κάτι
Κακό σε μένα κάνει ή στον Άκι.

ΓΛΑ

Πως τα ’χουν οι αθάνατοι έτσι κάνει!
Πως άδικα τα έχουν μοιρασμένα
Τα δώρα της ωραίας της αγάπης…
Εγώ γιά τον Πολύφημο να λιώνω
Αυτός για την αγάπη σου να σβήνει
Κι εσύ λαχτάρα να ’χεις για τον Άκι…
Η μόνη που μπορείς να ευτυχήσεις
Εσύ 'σαι αδερφή μου γιατί ο Άκις
Ελεύτερη κρατάει την καρδιά του
Και κάποια μέρα θα σου τη χαρίσει.
Μα εμέ και του Πολύφημου οι καρδιές μας
κρατάνε μέσα τους άλλου εικόνα
Και δεν μπορούν μετάξυ τους να σμίξουν.
Τι έγινε αλήθεια δε μου είπες
Χτες με τον Άκι-τ' είπες…τι σου είπε; 

ΓΑΛ
Χτες έγινε αυτό που καρτερούσα.
Ότι πολύ μου είπε μ’ αγαπάει 
Και στον θεό πατέρα του τον Πάνα  θάναι
Ορκίστηκε παντοτινή πως θα ’ναι 
Αυτή του η αγάπη.

(Ξαφνικά, τρομαγμένη)

Αδερφή μου
Μη κάτι στον Πολύφημο από τούτα
Τώρα που σούπα πάει και σου ξεφύγει-
Θεριό θα γίνει τότε και ποιός ξέρει
Τι το μυαλό του θα του πει να κάνει.
ΓΑΛ
Θα ’θελα να χαιρόμουν αδερφούλα
Γι αυτή την τύχη σου όπως της αξίζει. 
Μα\ δε σου κρύβω ότι τη χαρά μου
Τήνε μετριάζει η λύπη που θα πάρει
Του άτυχου Πολύφημου η ψυχούλα
Σα μάθει κάποτε αυτό που εγίνη.
 Τώρα τα στήθια του μία ελπίδα
Του τα θερμαίνει και ζωή του δίνει.
Μα δίχως της, μονάχος στη σπηλιά του
Σε ποιόν τον πόνο του θα πει; Με ποιόνε
Θα μοιραστεί την τόση δυστυχιά του;
Ψυχή λεπτούλα και μεγάλη τόσο
Μεγάλος και ο πόνος που χωράει.
Θεοί! Πώς θα βαστάξει τέτοιο βάρος…
 Όχι αδερφή μου, τίποτα  από μένα
Δεν πρόκειται ο Πολύφημος να μάθει».
Θα ’τανε τότε σαν να τον σκοτώνω.
Κι εύχομαι τίποτα κακό αν το μάθει
Να μη τον σπρώξει ο πόνος του να κάνει.
Αχ! Πόσο θα ’θελα κι εσύ αδερφή μου
Του Έρωτα τις χάρες να γνωρίσεις…
Κι ας έχεις τον Πολύφημο διαλέξει
Για ταίρι σου, χωρίς την ασχήμια του
Να την προσέχεις. Τούτο δε μετράει.
Ίδια τα δώρα πάντα της αγάπης.
ΓΛΑ
Πώς τη μετράς την ομορφιά Γαλάτεια;
Με των ποδιών και των χεριών το μάκρος;
Ή με της μύτης τη μεγαλωσύνη;
Μην οι Θεοί σου δώσαν κάποιο μέτρο
Για να μετράς την ομορφάδα αλήθεια;
Αν ναι, δόστο και μένα να μετρήσω.
Κι αν ήταν η ομορφιά μία μονάχα
Γιατί οι θεοί πολλές έχουνε όψεις;
Γιατί και να μην ειν' όμορφοι όλοι;
Η μήπως η ομορφιά υπολογίζεις
Πως πρέπει να ’ναι σαν και τη δική σου;
Τότε ο Άκις σου όμορφος δεν είναι.
 Τι ξέρεις παραπάνω από μένα
Κι άσχημο λες αυτό που εμένα αρέσει
Λέω, αν η ομορφιά είναι στο σώμα
Πως δαίμονας κακός μας έχει πλάσει
Κι όχι ο Δίας που όλους αγαπάει.
Γιατί ο Δίας θα ’δινε ίδια όψη
Σε όλους τους ανθρώπους, και καθένας
Όμορφος ίδια θα ’ταν με τον άλλο
Και δε θα βασανίζονταν ο κόσμος
Με ψεύτικες και ομορφιές κι αγάπες.
Κι αν με μαχαίρι κάποιος καταστρέψει
Το πρόσωπο του Άκι που σ’ αρέσει   
Ομορφος τότε πια δε θα ’ναι εκείνος;
Τόσο η ομορφιά εφήμερη είναι
Εγώ την ομορφιά σού λέω Γαλάτεια
Πως δε τη φτιάχνουνε αυτιά και μύτες.
Ό,τι να δουν τα μάτια μας μπορούνε
Κι ότι ν’ ακούσουνε μπορούν τα’ αυτιά μας,
Είναι ένα ψέμα. Μόνη αλήθεια είναι 
Ό,τι τα μάτια της ψυχής μας βλέπουν
Κι ό,τι τ’ αυτιά της μοναχά ακούνε.
Πρέπει κανείς τ’ ανείδωτα να βλέπει
Και πρέπει όμορφους να λέει εκείνους
Πού ’χουν καλή ψυχή. Που ό,ποια ασχήμια
Το σώμα κι αν κρατεί, μα δε φελάει
Στην ομορφιά που στην ψυχή ανθίζει.
Γι αυτό και τον Πολύφημο αγαπάω.
Γιατί στο μάτι του μέσα διαβάζω
Τις καλοσύνες όλες της ψυχής του
Κι όληνε βλέπω τη χρυσή καρδιά του.

ΛΑΛ

Και πώς να μάθεις μπόρεσες συ Γλαύκη
Την ψυχική ομορφιά να ξεχωρίζεις
Και τόση να της δίνεις σημασία
Που να μετράς με κείνη τη ζωή σου;
Ποιος σού ’δωσε Θεός αυτή τη χάρη;

ΓΛΑ

Καλά κι εγώ δεν ξέρω. Ισως οι πράξεις
Των άλλων να μου δίνουνε το μέτρο.
Κι ίσως μια δύναμη να κλείνω εντός μου
Να βλέπω όταν κάποιος κάνει κάτι
Ποιό κίνητρο τον έσπρωξε σε τούτο.
Κι αυτά όταν τα δυο τα συνταιριάξω
Και δω ακόμα πόσο ταιριασμένα
Αυτά που γίναν είναι μόλα γύρω
Τότε   μπορώ  θαρρώ  σωστά να κρίνω.
Πάλι   τα  μάτια μου   ίσως   βλέπουν  κάτι
Που  άλλων   μάτια  δεν μπορούν  να δούνε.
Μες   σε  μια κίνηση, μες  σένα  βλέμμα
Μπορεί  εγώ να βλέπω χίλιες άλλες
Κινήσεις που  δεν  μπόρεσαν  να γίνουν,
Βλέμματα που αγέννητα έχουν  μείνει
Αλλά που κλείνονται  σ’ αυτό  το  μάτι…
Αλλά που  κρύβουνε  αυτά τα χέρια…

ΓΑΛ
Και   στον Πολύφημο  τι   ειν'   εκείνο
Που  σ’ έχει  κάνει  να τον αγαπήσεις;
Πώς  εξηγείς  που  τρώει  ανθρώπου κρέας;
Και πώς  τα αθώα που   βουλιάζει  πλοία;

ΓΛΑ

Νομίζει  πως  καθήκον   του  είναι   τούτο.
Νομίζει   ότι   έτσι   προστατεύει
Του Ηφαίστου   το  υπόγειο  εργαστήρι.
Ειν'  αγαθός κι  απλός. Και  το  μυαλό  του
Μονάχα ως  εκεί  μπορεί  να φτάσει.
Κι   αν  τρώει ανθρώπου κρέας, δε χωρίζει
Ανθρώπους, ζώα, ψάρια και νεράιδες.
Γι   αυτόν  αξία  ίδια έχουν  όλα.
Παιδιά όλα γι  αυτόν     της  μάνας  Φύσης.
Κι   αν  άσχημον  εσύ  τον  λες, μα είναι
Ο  πιο όμορφος  για με στ5ον κόσμο άντρας
Κι   αν  μ’ έβαζαν  κριτή   της  ομορφάδας   
Σ’ αυτόν   θα ’δινα εγώ  την  πρώτη   θέση.   
Όμως ακούω   βήματα.  Και   είναι
Σίγουρα ο Πολύφημος. Το  δείχνει
Το   βήμα το   βαρύ και   το  αργό   του.

(Μπαίνει ο Πολύφημος. Η Γλαύκη τον χαιρετάει αγκαλιάζοντας τον κι ακουμπώντας το μάγουλό της στον ώμο του)
Καλώς  τον. Σε   σκεφτόμουν  όλη   μέρα.        '
Έλα να μοιραστείς τη συντροφιά μας.

ΠΟΛ
(Στη  Γαλάτεια)

Πώς  έτσι  και   μακριά εισ'   από  κείνον
Μη  γύρισε  στα μέρη   του  και  πάλι;

ΓΑΛ

θα  μείνει εδώ  για πάντοτε  ο Άκις.
Έφυγε  από κει. Δεν  ξαναπάει.
Της  Σικελίας  τ’ αρέσουν  τα λιβάδια
Παρά της Αρκαδίας  τ’ άγρια βράχια.

ΠΟΛ

Παράξενο   μου   μοιάζει   γιος  του Πάνα
Που   στ’ άγρια  βουνά έχει   μεγαλώσει
Να μείνει στ’ ακρογιάλια. Όμως ακόμα
Κι αν είν’ αυτό αλήθεια, πάλι όμως 
Η σκέψη κι η ψυχή του θα πετάνε
Στα μέρη που ’χει αφήσει εδώ για νάρθει.
Αταίριαστο ζευγάρι να το ξέρεις
Θαλασσινή μ’ ένα βουνήσιο κάνουν.
Δεν ήρθε για να μείνει, αλλά μόνο
Ήρθε για να σε πάρει από κοντά μου.
Αφότου ήρθε εκείνος σ’ έχω χάσει.

ΓΑΛ

Και πότε λες πως ήμουνα δική σου;
Δεν ήσουν. Γρήγορα όμως θα γινόσουν.
Τόσες θυσίες μου στην Αφροδίτη
Δε θα πηγαίνανε χαμένες λέω.
Μα ηρθ' αυτός και πήρε τα μυαλά σου.
Και τι περσότερο έχει από μένα;

ΓΑΛ

Θεού είναι γιος. Του Πάνα που ορίζει
Δάση και ύπαιθρο και βοσκοτόπια.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)