Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

24-6-15
Τσίπρας: «Η μη αποδοχή ισοδύναμων μέτρων δεν έχει ξαναγίνει. Ούτε στην Ιρλανδία ούτε στην Πορτογαλία. Πουθενά!
Αυτή η περίεργη στάση δύο ενδεχόμενα μπορεί να κρύβει. Είτε δεν θέλουν συμφωνία είτε εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα στην Ελλάδα».

Τσίπρα η Πορτογαλία και η Ιρλανδία είναι κράτη. Η Ελλάδα οίκος ανοχής.
Μην κάνεις πως δεν το ξέρεις.
Πώς, με την προϊστορία μας μπορεί να πιστέψουν οι εταίροι ότι θα κάνουμε ό,τι υποσχόμαστε; Εσύ ο ίδιος είσαι το παράδειγμα της ασυνέπειας για πράγματα που υποσχέθηκες και δεν έκανες για τον ίδιο το λαό σου.
Και το παράδειγμα είναι τωρινό, φρέσκο φρέσκο μπροστά στα μάτια τους.
Ο λόγος λοιπόν που ζητάνε όχι «ισοδύναμα» (γράφε: σίγουρα) μέτρα είναι αυτός.
Και αν τους πεις την αλήθεια ότι είσαι μισός αλβανός (μπέσα) και μισός βούλγαρος (αληθινή θέληση για πρόοδο) και πάλι δεν θα κάνεις τίποτα γιατί μπέσα και πρόοδος δεν βρίσκονται στο λεξιλόγιο του ελληνικού λαού.

*

«Ο Τσίπρας δεν κάνει μαγειρέματα πίσω από την πλάτη του ελληνικού λαού»
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΣΥΡΙΖΑ

 Δίκιο έχει. Ο Τσίπρας τα κάνει μπροστά στα μάτια τους τα μαγειρέματα. Γι αυτό και τον αγαπάει ο λαός. Είναι θέμα αξιοπρέπειας και καλής εξήγησης. Ο έλληνας δε δέχεται να μιλάνε γι αυτόν χωρίς να είναι μπροστά αυτός. Τους λέει ο Τσίπρας: «έλληνες, θα σας λιώσω. Θα σας πατήσω κάτω σαν αποτσίγαρα. Θα μετανιώστε που με ψηφίσατε.»
Τα λέει στα ίσα.
Αυτό είναι λεβεντιά.
Λεβεντιά!
Άλλη μία λέξη που όπως το «φιλότιμο» δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα.
Λεβεντιά και φιλότιμο. Αυτά να μην τους πάρει κανείς και όλα τα άλλα οι έλληνες τα δέχονται χωρίς συζήτηση: ανεργία, λουκέτα στα μαγαζιά, διαφθορά, διαλοκή, εθνικές απώλειες, απαιδευσία, ανυπαρξία εκπαίδευσης, απραξία της κυβέρνησης.
Έλληνες.
Επειδή υπάρχει πιθανότητα να πεθάνω από ρήξη ΑΚΑ τις αμέσως προσεχείς μέρες, γι αυτό βάζω ολόκληρο τον απομένοντα ΒΙΑΣΜΟ σήμερα, ώστε να μην αφήσω εκκρεμότητες.

Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΕ ΟΧΤΩ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ


ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάνω από δυο μήνες.

ΑΓΑΘΗ
Τόσο υπολόγισα κι εγώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς το υπολόγισες;

ΑΓΑΘΗ
Από το πάχος της σκόνης.
Νόστιμο το μήλο!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ από δαύτα.
Για να του αρέσουν τόσο πολύ, θα 'ναι νόστιμα.

ΑΓΑΘΗ
Μια αράχνη στον τοίχο. Μεγάλη.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν εκπλήσσομαι. Εδώ μέσα θα υπάρχουν κι άλλα ζωύφια άγνωστα και στους επιστήμονες ακόμα.
(μπαίνει με τους καφέδες) Είσαι καλλίτερα;

ΑΓΑΘΗ
(Ζωηρά)
Ναι! Πραγματικά ζωντάνεψα! Σου φύλαξα ένα κομματάκι. Δοκίμασε να δεις τι νόστιμο που είναι.
(του τείνει το μήλο. Ο Άγγελος το τρώει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πράγματι ωραίο.
(Ο Άγγελος πίνει καφέ με ευχαρίστηση. Η Αγάθη κοιτάζει παιχνιδιάρικα τον καφέ της)

ΑΓΑΘΗ
Οι σπόροι του καφέ...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι...τι;..

ΑΓΑΘΗ
Δε μοιάζουνε σαν ένα στήθος γυναικείο με το χώρισμά τους στη μέση; To δικό μου στήθος είναι καλλίτερο φυσικά. Αλλά μοιάζουνε. Οι ρόγες τους λείπουνε.
(χαμογελάει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη, παραζωντάνεψες...

ΑΓΑΘΗ
Μα μοιάζουνε και με κάτι άλλο. Αυτό θα το πεις εσύ
γιατί εσύ το έχεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(μισό με ντροπή, μισό παραξενεμένος)
Αγάθη, τι έπαθες;

ΑΓΑΘΗ
(ερεθισμένη)
Με τον έτοιμο-τον κόκκινο, ορθωμένο, τεράστιο σαν
θεό φαλλό μοιάζουν.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη δεν ξέρω τι πας να κάνεις μ' αυτά που λες. Πιες τον καφέ σου και όταν συνέλθεις θα σου πω. Μπορεί να άλλαξε το σενάριο μα το φινάλε μένει το ίδιο.

ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον άκουσε)
Και τούτο το κύπελλο είναι το γυναικείο δοχείο.
Και ο καφές είναι το άσπρο υγρό σου μέσα του!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μήπως έκανα λάθος και σου έδωσα ρακί;
Ή το μήλο έχει τέτοιες επιδράσεις επάνω σου;

ΑΓΑΘΗ
Σου είπα, με συνεφέρνει. Μου δίνει ζωή. Αλλά μου έδωσες και ρακί. Πριν, όταν με είχες ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Να 'τη πάλι η αράχνη.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θες να τη σκοτώσω;

ΑΓΑΘΗ
Όχι! Όχι. Έχεις ακούσει πως υπάρχουν αράχνες που
τρώνε το αρσενικό μετά τον έρωτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάπου το διάβασα. Αγάθη άκουσέ με. Θα σου πω πράγματα που κι αυτά για πρώτη φορά θα τ' ακούσεις όπως για πρώτη φορά ένιωσες και είδες ό,τι σου συνέβη σήμερα.

ΑΓΑΘΗ
Τώρα ό,τι και ν' ακούσω δε θα μου κάνει εντύπωση. Αφού συνέβησαν όλα αυτά και αφού συμβαίνει και τούτο τώρα- ύστερα από όλα αυτά να κουβεντιάζουμε πίνοντας το καφεδάκι μας-όλα τα περιμένω. Λέγε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ακου. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζαν οι καταραμένες ερωτήσεις σου που έφεραν τα πράγματα στην ίδια κατάσταση με σένα όπως με κείνην που ισχύει και για τις άλλες γυναίκες, εξουδετερώνοντας το κλίμα που είχα δημιουργήσει μέχρι τότε ανάμεσά μας-αν με λίγα λόγια δεν αποκάλυπτες με τις διαβολεμένες σου ερωτήσεις την αδυναμία μου να έχω γυναίκες, να τι θα γινότανε: Αν δε συναινούσες, τελικά θα σε βίαζα όπως να 'τανε και ύστερα θα σε άφηνα ελεύθερη όπως και τώρα. Και εγώ θα αυτοκτονούσα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τώρα που ...

ΑΓΑΘΗ
Και γιατί θα αυτοκτονούσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα μπορώ να ανοίξω τελείως την πόρτα που εσύ μισάνοιξες και να τα δεις όλα. Να! δεν μπορώ να ζω με τον πόθο μου για τη γυναίκα ανικανοποίητον. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το μπορώ. Ξέρω, θα μου πεις πως αυτό συμβαίνει και με πολλούς άλλους, πως κανείς δεν έχει όσες γυναίκες και όποιες θέλει. Ναι. Συμφωνώ. Ας ζήσουν έτσι όποιοι μπορούν. Εγώ δεν το αντέχω. Για μένα ο έρωτας είναι το πρωταρχικό στοιχείο στη ζωή μου . Μα αρκετά μέχρι τώρα. Όποιος σαδιστής έκανε τον άνθρωπο ένα παιχνίδι στον ανικανοποίητο πόθο του, ας χαίρεται με τον πόνο των άλλων. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Είναι η πρώτη φορά που θα πήγαινα με γυναίκα πηγαίνοντας μαζί σου. Ούτε αυτό δε θα γίνει. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε γραμμένο. Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά αν δεν ήτανε τα καταραμένα φορέματα που φοράτε. Που αφήνουν όλα γυμνά επάνω σας σα να φωνάζετε ελάτε, ελάτε να μας χαρείτε! Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… ποιος αντέχει; Ύστερα φωνάζετε πως σας βιάζουνε. Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Τώρα λοιπόν ό,τι έγινε έγινε. Τα πράγματα αλλάζουν. Εσύ θα πιεις τον καφέ σου και θα φύγεις. Και εγώ όταν μείνω μόνος θα κάνω εκείνο που πρέπει. Δε θέλω να σκοτωθώ μπροστά σου. Τέτοιο θέαμα δεν είναι για γυναίκες.

ΑΓΑΘΗ
Τελείωσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τελείωσα.

ΑΓΑΘΗ (χειροκροτεί)
 Μπράβο! Ωραία! Ένας που δε φοβάται να πεθάνει!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πες το όπως θέλεις. Όμως τελείωνε και πήγαινε. Θα φύγεις με το αυτοκίνητό μου. Άστο όταν θα έχεις φτάσει κοντά στον δημόσιο δρόμο. Εκεί κάποιο περαστικό αυτοκίνητο θα βρεις να σε πάει στην Αθήνα.

ΑΓΑΘΗ
Τι ωραία που τα έχεις κανονίσει όλα! Καλά, κάνε όπως θέλεις. Έχω όμως μια προσφορά να σου κάνω που θα σου αρέσει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μπορώ ακόμα να δέχομαι προσφορές λοιπόν; Σαν τι είδους προσφορά; Ένα ωραίο τάφο ίσως;

ΑΓΑΘΗ
Όχι. Να πεθάνεις αφού πρώτα θα έχεις κάνει εκείνο
που θέλεις να κάνεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έρωτα μαζί σου;

ΑΓΑΘΗ
Ακριβώς.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Είδες κανένα χέρι απλωμένο; Πού πετάς τη δραχμή σου; Η ελεημοσύνη σου στο δρόμο κυλάει και πέφτει στον υπόνομο.

ΑΓΑΘΗ
Δεν είναι ελεημοσύνη. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Ένας ετοιμοθάνατος παρτενέρ δεν είναι καθημερινό εύρημα. Και παρθένος μάλιστα. Θα είσαι διπλά ζαλιστικός. Επειδή θα είναι η πρώτη σου φορά και μαζί και η τελευταία. Αν ήξερα πως θα πεθάνεις ύστερα, θα σε άφηνα να με βιάσεις
Μα και τώρα ίδιο το βρίσκω. Θα κάνεις κι εσύ εκείνο που θέλεις και θα κάνω κι εγώ αυτό που θέλω.
Μήπως νομίζεις πως δεν υπάρχουν γυναίκες που υποφέρουν το ίδιο όπως εσύ; Να, εγώ! Όχι πως δεν έχω γνωρίσει άντρες, όμως πάντοτε λιγότερους από όσους ποθώ.
Και σου το λέω πως σίγουρα θα ευχαριστηθείς μαζί μου. Έχω στενή και σφιχτή τρύπα. Και ούτε τ' άλλα μου δεν είναι άσχημα. Εσύ ο ίδιος το είπες ότι σου άρεσα γι αυτό με διάλεξες. Και-ναι-
ξέρεις να διαλέγεις.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)








Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΕ ΟΧΤΩ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ


ΑΓΓΕΛΟΣ
(σιγά και επικριτικά)
Πρέπει να μεταχειρίζεσαι τέτοιες λέξεις;

ΑΓΑΘΗ
Μ' αρέσει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη μου ζητήσεις κι άλλο μήλο γιατί τότε θα πεις και
χειρότερα.

ΑΓΑΘΗ
Ποτέ δεν έχω μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Έπρεπε να δείχνω βλέπεις κυρία. Σεμνή. Ηθική. Τώρα όμως κανείς δε θα μάθει τι θα γίνει εδώ μέσα. Έτσι μπορώ να λέω και να κάνω ό,τι θέλω.
Να τα κάνουμε δεν ντρεπόμαστε. Να τα λέμε γιατί να
ντρεπόμαστε; Τόση υποκρισία... Αλλά και τόσηδύναμη λοιπόν έχει πράγματι ο Λόγος; Αν ναι, ας τήνε δείξει λοιπόν όλη του σήμερα εδώ, χαρίζοντάς μας την μεγαλύτερη ευτυχία που χάρηκε ποτέ άνθρωπος.
(γελάει)
Αλήθεια, πριν πεθάνεις μήπως μπορείς να μου πεις τι θα πει ηθική; Ποτέ δεν το κατάλαβα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ούτε εγώ. Όμως να ένας πρόχειρος ορισμός της: ένα
ακόμα μέσο για να βασανίζονται οι άνθρωποι.

ΑΓΑΘΗ
(ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απλώνει τα χέρια ικετευτικά προς τον Άγγελο)
Έλα! Είμαι έτοιμη για το σμίξιμό μας!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είπα το ναι.

ΑΓΑΘΗ
(με σιγουριά και με λαχτάρα)
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια προσφορά. Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια πρόσκληση. Ούτε να αποστρέψεις το ξαναμμένο κιόλας πρόσωπό σου από αυτή την πρόκληση.
Έλα. Οι κορφές μου περιμένουνε να τις κατακτήσεις. Όπου ύψωμα κι ένα βραβείο καρτερεί πρωτόειδωτο για σένα-για τον κατακτητή του. Έλα να μπεις μέσα σε όλες τις ξερές χαράδρες και σε όλες τις σπηλιές μου και να τις λασπώσεις με τη βροχή σου. Έλα ουρανέ μου στη γη σου που σε διψάει. Κάνε τ' άστρα σου καθένα τους ένα γλυκό κάψιμο πάνω στο κορμί μου, αυτό το κορμί που με κάθε πόρο του σε ποθεί. Και το λαχταριστό φεγγάρι σου, αφού λάμψει πάνω στο κορμί μου χαϊδεύοντας κάθε του άκρη, ύστερα απόδοσέ το στην υγρή του φωλιά που αιώνες ανικανοποίητη μακριά του το καρτεράει. Έλα ουρανέ μου-έλα πατέρα μου εσύ και γιε και βγάλε μου αυτά τα κρύα ρούχα που άβουλα και άβολα με ντύνουν-έλα και ξερίζωσε τη χωματένια φλούδα μου και φανέρωσε τη λάβα που κρυβόνταν τόσα χρόνια αποκάτω τους περιμένοντάς σε να καείς απ' αυτήνε και να τη δροσίσεις.
Έλα αγαπημένε θεριστή. Τα στάχυα μου άδοτα ξεραίνονται. Έλα και κόψε τα και φτιάξε το ψωμί που θα χορτάσει και τους δυο μας στον αιώνα. Έλα μακελλάρη εσύ πάνω στ' ολόφλογο άτι σου καβάλα, να με γεμίσεις αίματα που γιατρεύουνε-να με γεμίσεις αίματα που δροσίζουνε-να με γεμίσεις αίματα που καίνε.
Έλα Μεγάλε Φυτευτή να σπείρεις μέσα μου το σπόρο που γεννάει κόσμους και σύμπαντα και ανθρώπους και θεούς και δαίμονες. Έλα να σπείρεις το σπόρο που γεννάει καλύβια και κήπους και βιασμούς και πέη ποθητά και μήλα και πόθους.
Έλα Αγαπημένε να συνεχίσουμε τον κόσμο. Έλα φονιά του Μηδενός, έλα καταλύτη της Ανυπαρξίας, έλα Νόημα του Είναι εσύ να ραντίσεις με το ζωογόνο σάλιο σου τα όντα μου για να υπάρξουνε. Έλα! Δεν ακούς τις φωνές και τα παρακάλια; Δε βλέπεις τα δάκρυα; Δεν οσμίζεσαι τη σαπίλα που πάει να πάρει τη θέση του τρυφερού αρώματος; Έλα, σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, να γεννήσουμε μαζί το Γιό. Να γεννήσουμε το συνεχιστή του ονείρου μας. Σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, για να συνεχιστεί το παραμύθι. Έλα! Τo Κενό περιμένει την πλήρωσή Του! Έλα Ουρανέ μου και τυλίξου σφιχτά γύρω μου συντρίβοντας ανάμεσα στα σώματά μας κάθε ήλιο, κάθε αστέρι, κάθε πηγή φωτός, κάθε αχτίδα. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη Μεγάλη Νύχτα που θα γεννήσει τις καινούργιες μέρες. Έλα να παλέψουμε τη μόνη πάλη που είναι για τους ανθρώπους-την πάλη του Έρωτα. Και να κρατήσουμε τόση μόνο δύναμη ίσα για να σηκώσουμε τα χέρια να στεφανώσουμε το νικητή που από τώρα ξέρουμε ποιος θα είναι-η ευτυχία, Ελα! Έλα Άντρα! Έλα Αγαπημένε! Έλα Βιαστή! Έλα Αγγελε!
(προκλητικά)
Έλα να μου ξεκουμπώσεις τη μπλούζα μου. Μου αρέσει να με ξεκουμπώνει ο άντρας. Κοίτα τα στήθη μου πώς θέλουνε να λευτερωθούνε κι αυτά. Δες πόσο στριμωγμένα είναι εδώ μέσα τα καημένα. Λευτέρωσέ τα. Λευτέρωσέ με.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται, κάνει μερικούς νευρικούς βηματισμούς στο δωμάτιο, ύστερα πηγαίνει στη γωνία του δωματίου, αφήνει τη ράχη του να γλιστρήσει κατά μήκος του τοίχου και κάθεται στο πάτωμα.)
Δεν το περίμενα έτσι. Πολλά μου δίνεις. Πολλά μου ζητάς.

ΑΓΑΘΗ
Όλα θα στα δώσω. Και όλα σου-ναι-θα σου τα πάρω. Σιχάθηκα τα ψέματα. Σιχάθηκα τις κοινωνικότητες. Σιχάθηκα το φλερτ. Άκου λέξη: φλερτ! Μια ακατανόητη συμπαράταξη γραμμάτων με ένα πιο ακατανόητο νόημα. Ναι, ξέρω τι λέω. Ακατανόητο νόημα. Ένα ζύγιασμα συμφερόντων! Αλλιώς εγώ το νιώθω: σε θέλω, με θέλεις, ερωτευόμαστε. Δε με θέλεις; Ο επόμενος που θα συναντήσω θα με θέλει. Κι αν όχι αυτός, ο τρίτος. Ώσπου να 'ρθει ο καιρός-εμείς να τόνε φέρουμε-που όλοι θα θέλουν όλους, Ναι. Θα 'ρθει εκείνη η μέρα, Τι θα πει προετοιμασία; Τι θα πει επιλογή από τη γυναίκα; Τι θα πει επίδειξη δύναμης, ισχύος οποισδήποτε μορφής από τον άντρα; Ζώα είναι οι άντρες να κορδώνονται για να φανούνε ψηλότεροι και δυνατότεροι από άλλους; Και οι γυναίκες είναι μηχανές επιλογής για να διαλέγουνε; Τι το θέλουμε το λογικό αν όχι για να αποβάλουμε τέτοιες μωρίες; Θα 'ρθει, θα 'ρθει ο καιρός που οι άνθρωποι θ' αγαπιούνται ανάμεσό τους μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Θα 'ρθει! Άνθρωπος να μη θέλει άνθρωπο;.. Θα 'ρθει, θα 'ρθει η μέρα εκείνη! Θα το δεις! Και άνθρωποι καθώς εγώ κι εσύ θα τη φέρουμε. Και τότε θα ζούμε μέσα στην ευτυχία. Όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι τότε. Ο έρωτας κάνει τη δυστυχία ή την ευτυχία των ανθρώπων.
Έλα να νιώσουμε για μια φορά ευτυχισμένοι. Έλα να σιγουρέψουμε πως δε χάθηκε κάθε ελπίδα.
(Δυνατά, με πάθος)
Τα σιχάθηκα όλα όσα κρατάνε μακριά τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Και πρώτο σιχάθηκα το όνομά μου-Αγάθη! Να φτύσω την αγαθότητα που στερεί τον άνθρωπο από το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο-από τον έρωτα.
(συγκρατημένα)
Βλέπεις πως δεν είσαι ο μόνος που σκέφτεσαι έτσι. Όμως εγώ δε θα πεθάνω γι αυτό. Ίσως βρω τρόπο να ικανοποιώ τελικά τον ακατανίκητο πόθο μου-να ικανοποιώ το πράμα μου που καίγεται στη σκέψη και μόνο του αντρικού όργανου. Κάτι θα κάνω. Ίσως να βγαίνω στο δρόμο και να κολλάω στους περαστικούς σαν τις πόρνες.. Κάτι θα βρω. Έχω σχέδια στο μυαλό μου. Καθένας πρέπει κάτι να σκαρφίζεται ώστε να γεύεται ασυγκράτητα την ευτυχία.
Μα δεν ήθελα και να με βιάσουνε. Όχι. Θα σ' έτρωγα-θα 'βρισκα τρόπο-αν το επιχειρούσες τελικά. Τώρα θα σε φάω αλλιώς.
Και συ πού να 'ξέρες να μου 'λεγες: "θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!" Ευκολότερα θα σου δινόμουν αφού εξασφάλιζα πρώτα τη σιωπή σου για ό,τι θα κάναμε, Γιατί οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούνε να κάνουνε το κατακρίνουνε. Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι- διώχνουνε από τη ζωή τους το μόνο που αξίζει να ζήσουνε.
Έλα να ερωτευτούμε! Σήκω! Σε είδα που ερεθίστηκες με όσα άκουγες να λέω. To παντελόνι σου δε σε χωρούσε. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Μη μου πεις πως ακόμα και τώρα ντρέπεσαι. Έλα να με γδύσεις. Έλα. Έλα να ερωτευτούμε και μετά φεύγω. Θα γίνει όπως θέλεις μα αφού πρώτα ευχαριστηθείς και με ευχαριστήσεις, αφού πρώτα γνωρίσεις τον έρωτα.
(Ο Άγγελος σηκώνεται, παίρνει το πιστόλι από το κρεβάτι και το βάζει στο κομοδίνο πάνω. Πετάει σε μιαν άκρη την ταυτότητά του και δίνει τα κλειδιά στην Αγάθη. Βγαίνει και ξαναφαίνεται στην πόρτα στέκοντας ερωτηματικά εκεί με τα λουλούδια στο χέρι.)
Φέρτα εδώ!
(Ο Άγγελος της πηγαίνει τα λουλούδια. Η Αγάθη τα παίρνει και τα πετάει στο πάτωμα. Του τείνει το χέρι)
Έλα!
(Ο Άγγελος γέρνει στο κρεβάτι. Αρχίζει να της ξεκουμπώνει αργά την μπλούζα)
Έτσι! Έτσι μου αρέσει! Κοίτα τα στήθη μου πώς ξεπετάγονται από μέσα από τη φυλακή τους. Θέλουνε να ταγίσουνε-αυτή είναι η δουλειά τους-να ταγίσουνε όλο τον κόσμο. Μα τούτη την ώρα όλος ο κόσμος είσαι συ γι αυτά. Πιες. Πιες το γάλα τους. Κοίτα πώς σε βλέπουν ορθώνοντας τα κεφαλάκια τους... Περιμένουνε να τα στραγγίσεις μέχρι την τελευταία στάλα τους. Γι αυτό γινήκανε. Γι αυτό υπάρχουνε.
( Ο Άγγελος ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέει η Αγάθη. Και της Αγάθης τα λόγια τα διακόπτουν βογγητά μόνον ηδονικής ευχαρίστησης)
Χάδεψέ τα. Φίλησε τα. Δάγκωσέ τα να πονέσουνε
λίγο. Μην τα λυπάσαι-τους αρέσει...
Δες πώς χορεύουν. Χόρεψε μαζί τους. Βλέπεις πώς
στητά κι ατίθασα σε περιμένουνε να τα μερέψεις;
Στάσου να σε γδύσω κι εγώ… Έτσι...
αυτό...εκεί...ναι...κι αυτά...εκεί...ναι... εκεί...
ω! το στόμα μου...το πρόσωπό μου… πώς όλα μου καίνε και δροσίζονται μαζί...ναι...έτσι...
ναι... ένα παιχνίδι είναι η ζωή… το κρεβάτι το
γήπεδό του...
Τα χέρια… τα πόδια μου...το στήθος σου… τα πόδια
σου… Έτσι!..
Τη φούστα...ναι...και τώρα αυτό το ρουχάκι... περιττό δε μας είναι;.. ναι, ναι, τελείως περιττό πια... Ναι! έτσι...έτσι...ναι...

ΦΩΝΗ ΘΕΙΟΥ ΑΠΕΞΩ
Άγγελε πού είσαι;
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)









Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΕ ΟΧΤΩ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ


ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται)
Ο θείος μου! Σήκω! Ντύσου!
(ντύνονται όπως όπως κι οι δυο και συμμαζεύουν ό,τι προλαβαίνουν. Μπαίνει ο θείος)
Γεια σου ανεψιέ. Μπα μπα μπα, βλέπω έχεις και παρέα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου θείε. Δε σε περίμενα. Από δω η Αγάθη. Μια
καλή φίλη. (στην Αγάθη) Ο θείος μου-σου μίλησα γι αυτόν...

ΑΓΑΘΗ
Χαίρω πολύ.

ΘΕΙΟΣ
Κι εγώ παιδί μου. Πάντοτε έλεγα στον ανεψιό μου να
βρει μια καλή κοπέλα. Χαίρομαι γι αυτό ανεψιέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάτσε θείε μου. Έχουμε λίγην ακαταστασία εδώ
μέσα, τώρα ήρθαμε, δεν προλάβαμε να συγυρίσουμε
ακόμα. Πώς ήτανε και μας ήρθες; Θα κάτσεις ή θα σε
χάσουμε πάλι γρήγορα;

ΘΕΙΟΣ
Θα κάτσω λίγες μέρες. Τι γίνεται ο κήπος;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Καλά θείε. Βλέπω και τους εργάτες όποτε έρχομαι, καλά τα πάνε.

ΘΕΙΟΣ
Μπράβο! μπράβο!
(κοιτάζει γύρω και βλέπει τα φλούδια από το μήλο. Πλησιάζει εκεί ανήσυχος)
Τι είναι αυτά;
(κοιτάζει μια τον Άγγελο μια την Αγάθη)
Δεν πιστεύω...
(Ο Άγγελος δε μιλάει)
Δεν πιστεύω...
(ορμάει έξω και ξαναμπαίνει έξαλλος)
Βρωμιάρη! Πώς τόλμησες!;
(αρπάζει μια μαγκούρα και αρχίζει να χτυπάει τον Άγγελο. Αυτός παίρνει από το χέρι την Αγάθη και βγαίνουν τρέχοντας από το δωμάτιο. Δυνατά)
Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Και ξέχνα την περιουσία μου! Παλιάνθρωπε!
(Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και γελάει, ικανοποιημένος)
Καλά τον ξεφορτώθηκα. Πολύ μου είχε γίνει βάρος τελευταία.

(τέλος της πρώτης σκηνής)

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Τόπος: Παράδεισος.
Χρόνος: τρία εκατομμύρια χρόνια πριν.
Πρόσωπα:
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΑΓΑΘΗ
ΦΙΔΙ
ΘΕΟΣ (η φωνή του)

(Ο Άγγελος και η Αγάθη είναι γυμνοί και κοιμισμένοι κάτω από μια μεγάλη μηλιά. To Φίδι είναι ανεβασμένο στη μηλιά ακριβώς πάνω από τον Άγγελο και την Αγάθη χωρίς αυτοί όταν ξυπνήσουν να μπορούν να το δουν. Ζώα περνοδιαβαίνουν αμέριμνα.)

ΦΙΔΙ
(στον εαυτό του)
Ως πότε θα μου ξεφεύγετε; Θα σας καταφέρω. Κάποτε θα σας βρω βολικούς και θ' αρπάξετε το δόλωμα που σας ρίχνω χρόνους τώρα και δεν το αρπάζετε. Το δόλωμα που για το καλό σας έχω ετοιμάσει μα που εσείς αποχαυνωμένοι από τη θεϊκή λάμψη μα και τύφλα μαζί, το αποφεύγετε. Θα φέρω τη χαρά στη ζωή σας. Θα βρω την κατάλληλη στιγμή. Πάντοτε έρχεται σε κείνον που ξέρει να περιμένει. Κατ' εικόνα και ομοίωση να σου πετύχει... δυο δυστυχισμένα πλάσματα εκεί.. υπομονή εαυτέ μου. Υπομονή και θα το ομορφύνεις κι αυτό το έργο του θεού. Η κακία και η πονηρία του θα με βοηθήσουν και τώρα να κάνω εκείνο που το δικό μου καλό και γεμάτο αγάπη μυαλό έχει αποφασίσει: να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους! Τι ωραία που κοιμούνται τα πουλάκια μου... Πόσο τέλεια έχουν αποδεχτεί τη δυστυχία τους.... α! θα έχω πετύχει τη μεγαλύτερη επιτυχία μου αν κι αυτούς τους καταφέρω. Μα να! ξυπνάνε.
(Ξυπνάνε ο Άγγελος πρώτα και ύστερα η Αγάθη)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(αναστατωμένος)
Πού είμαι;.. Ποιος… Θεέ μου, πάλι…
(σκουντάει την Αγάθη)
Εύα! Εύα!
(Η Αγάθη πετάγεται τρομαγμένη)

ΑΓΑΘΗ
Μ' έπιασε! Μ' έπιασε! Άγγελε!.. Αδάμ!.. Σώσε με!
(συνέρχεται)
Όχι! Ο εφιάλτης πάλι...
(χώνεται στην αγκαλιά του Άγγελου φοβισμένη ακόμα)
Αδάμ!..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, κι εγώ. Τα ίδια. Δε θα γλιτώσουμε απ' αυτό.
...Ο άνθρωπος που μας κυνηγούσε πάλι;..

ΑΓΑΘΗ
Αχ ! ναι....

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι εγώ. Πόσες φορές δεν ήρθε αυτό το όνειρο να μας ταράξει… Ο άνθρωπος που μας κυνηγάει με τη μαγκούρα του… Τι τέρατα που δημιουργεί η φαντασία μας! Ενώ ξέρουμε καλά πως μόνον εγώ κι εσύ υπάρχουμε. Εκεί υπάρχουν λέει κι άλλοι, άντρες τάχα, όμως δε φανερώνονται στο όνειρό μας. Και όλα εκείνα τα φριχτά αντικείμενα... που δεν είναι ούτε φύλλα, ούτε ζώα, ούτε νερά, ούτε ξύλα, ούτε δέντρα… Τι είναι; Ποιος τα 'φτιαξε και τα στέλνει στ' όνειρό μας; Κι εκείνη η σπηλιά με μέσα της πράγματα άγνωστα, αλλόκοτα... Σου έδωσα πάλι να κρατάς εκείνο το παράξενο σίδερο και την χρωματισμένη πλάκα;

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Και τα...πώς μου τα είπες..."τα κλειδιά".

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ήμασταν εμείς. Εμείς είμαστε άσπροι. Στο όνειρό μας το δέρμα μας είναι πολλά κομμάτια και έχει διαφορετικά χρώματα. Πώς δεν τρομάζουμε απ' αυτό μόνο και να ξυπνήσουμε για να μη φτάσουμε ως τον άλλο Αδάμ που μας χτυπάει;..

ΑΓΑΘΗ
Και κείνο το πράγμα που πάνω του αντί στο χώμα είχαμε ξαπλώσει... Και κείνα που κάναμε και λέγαμε πάνω σ' αυτό… Εσύ λέει να είσαι απάνω από μένα και αυτό το κομμάτι κρέας που κρέμεται μπροστά σου να είναι μέσα στην τρύπα μου… τι ανόητα πράγματα... Και συ με έδεσες για να κάτσω να βάλεις μέσα στην τρύπα μου αυτό το πράγμα γιατί εγώ δεν ήθελα… τι είναι τα όνειρα Αδάμ; Ποιος τα στέλνει; Να ρωτήσουμε μια μέρα το Θεό. Μήπως ο ίδιος μάς τα στέλνει για κάποιο λόγο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι αυτός… μας έβαλε εδώ και μας παράτησε. Έχει φεγγάρια να περάσει. Πού να τον βρούμε να τον ρωτήσουμε;..

ΑΓΑΘΗ
Και συ πάλι με φώναζες Αγάθη. Και 'γω σ' έλεγα
Αγγελο…Τα θυμάσαι κι αυτά;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τόσες φορές που τα άκουσα τα θυμάμαι. Εκείνο που με βασανίζει όμως περισσότερο σ' αυτό το όνειρο, είναι που θέλω τόσο πολύ να βάλω μέσα σου το πράγμα μου αυτό και κάτι δε με αφήνει. Και υπάρχουν κι άλλες Εύες λέει, όπως υπάρχουνε κι άλλοι Αδάμ κι ούτε αυτές μ' αφήνουν. Κι εγώ θέλω... θέλω... όπως στα 'λεγα στο όνειρο, Και γιατί δεν με αφήνουν; Δεν ξέρω. Είναι τόσο εξωπραγματικό, που δεν έρχεται στο μυαλό μου ούτε σαν ιδέα. Κάτι σαν μια αόριστη απαγόρευση όπως αυτή του Θεού ή όπως αυτή του άλλου Αδάμ του όνειρου, που τον έλεγα… πώς τον έλεγα αλήθεια;.. ναι-θείο!
Μα μια απαγόρευση τόσο δυνατή που με καίει η έλλειψη εκείνου που μου απαγορεύει.
Και όσες και οι Εύες είναι, τόσο πολλές φορές και είμαι θλιμμένος.
Και τι το θέλω εκείνο το σίδερο λέει; Θυμάσαι; Κάτι θέλω να κάνω στον εαυτό μου μ! αυτό αλλά δε θυμάμαι τη λέξη...

ΑΓΑΘΗ
...Να "χτονήαεις" θέλεις λέει...
(γελάει)
Όχι, κάπως αλλιώς το λες… να "ντοχτήσεις"… όχι όχι
(γελάνε κι οι δυο συνέχεια ψάχνοντας να θυμηθούνε τη λέξη)
Να "τοχτήσεις"

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι... να αυχονήσω;

ΑΓΑΘΗ
Κάπως έτσι... Πλησιάζεις... Εσύ το λες, βρέστο...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να! Να "αυτοκτονήσω" θέλω.

ΑΓΑΘΗ
Ναι, αυτό λες. Άκου λέξη! Ποΰ τη βρήκες-πού τα βρηκαμε όλα τούτα θεέ μου! Και τι σημαίνουν; Από που μας έρχονται;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλήθεια για γέλια είναι...

ΑΓΑΘΗ
Τώρα που δεν μας κυνηγάει κανείς για γέλια είναι αλήθεια..
Και τον Αδάμ τον άλλονε που λες θείο, το "Θεός" μου θυμίζει κάθε φορά που το ακούω, ακόμα και μέσα στο όνειρό μου.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ίσως επειδή και κείνος όπως ο Θεός μας έχει απαγορέψει κι αυτός να φάμε μήλο.

ΑΓΑΘΗ
Ίσως.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα σου πω κάτι Εύα. Κάθε φορά που βλέπουμε το όνειρο αυτό θέλω να σου το πω μετά, αλλά διστάζω. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις.

ΑΓΑΘΗ
Πες το. Δε θα σε μαλώσω ό,τι κι αν μου πεις. Πες το
αφού το θέλεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, αυτά τα ανόητα πράγματα που κάναμε πεσμένος εγώ πάνω από σένα κι εσύ όντας αποκάτω μου, καμιά φορά…

 ΑΓΑΘΗ
Ναι...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, καμιά φορά όταν τα σκέπτομαι ξύπνιος όταν είμαι,
όπως τώρα, μού αρέσουν...

ΑΓΑΘΗ
Άλλο και τούτο! Τι μπορεί να σου αρέσει από δαύτο; Να κουνιέσαι μπρος και πίσω συνέχεια και αντί να σε κουράζει να σου αρέσει;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Και όλα εκείνα που κάνουμε πριν από αυτό το μπρος πίσω, και κείνα μου αρέσουν.

ΑΓΑΘΗ
Να μου ακουμπάς αυτό το πράγμα σε όλο το κορμί
μου και να το βάζεις στο στόμα μου και όλα αυτά;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ξέρω, φαίνεται παράλογο, όμως έτσι είναι. Όταν εζήτησα από το Θεό να σε φτιάξει, περίμενα να σταματήσω να στενοχωριέμαι που ήμουνα μόνος. Όμως η παρουσία σου κοντά μου δε σου το κρύβω πως πολύ λίγο με βοήθησε στο να μην είμαι θλιμμένος και να μην αιστάνομαι και πάλι μόνος. Και σκέπτομαι κάποτε κάποτε μήπως εκείνο που κάνουμε στο όνειρό μας είναι αυτό που θα με έκανε χαρούμενον; Γιατί-πώς να στο πω- όταν αυτό το πράμα μεγαλώνει, θέλω να το βάλω μέσα σε κάποια τρύπα πραγματικά.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)










Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΕ ΟΧΤΩ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ

ΑΓΑΘΗ
Λες;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω. Όμως στο όνειρο και
σένα σου αρέσει, μην το αρνηθείς.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Στο όνειρο. Τo θυμάμαι πολύ καλά. Με τρελαίνει θα έλεγα-όχι μου αρέσει. Μα τώρα που το σκέπτομαι, μου έρχεται να κάνω εμετό από αηδία. Αν μπορούσε και μένα να μου άρεσε και τώρα, δε σου λέω ψέματα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να το νιώσω και τώρα που δεν είμαστε σε όνειρο. Όμως στα όνειρα συμβαίνουν πολλά που με τη ζωή την πραγματική δεν έχουν καμία σχέση.

ΑΓΓΕΛΟΣ
To ξέρω. Γι αυτό δε στο 'λεγα μέχρι τώρα. Θα μου περάσει. Κάτι θα βρεθεί που θα μου περάσει αυτή τη βαρυθυμιά που δε λέει να μ' αφήσει μήνες τώρα.

(αρχίζουν να τρώνε καρπούς από τα δέντρα Στο διάστημα αυτό το φίδι κατεβαίνει από τη μηλιά όπου ήταν σκαρφαλωμένο, πηγαίνει στο δεξιό μέρος της σκηνής και μιλάει προς την πλατεία)
Nα την η ευκαιρία! Ήρθε! Χρόνια την περίμενα. Ήρθε! Τώρα χρησιμοποιώντας αυτά που άκουσα, το σχέδιό μου θα γίνει πραγματικότητα. Θα φάνε μήλο και θα πούνε κι ένα τραγούδι από πάνω. Θα τους πείσω πως η γνώμη που έχει ο Αδάμ είναι σωστή. Πως τάχα αφού το μήλο έκανε τη γυναίκα στο όνειρο να θέλει κι αυτή τον έρωτα και μάλιστα με αυτόν γινόταν ευτυχισμένη κι αυτή, το ίδιο θα συμβεί και στο ξύπνιο τους, Τώρα τους έχω κι αυτούς στο χέρι. Επιτέλους θα φάνε το μήλο. Θα χαρούνε λίγο κι αυτοί οι κακόμοιροι. Θα πάψουνε να είναι δούλοι στο θεό. Έτσι αυτός θα χάσει ένα του στήριγμα ακόμα κι εγώ θα έχω κάνει ένα άλμα προς την αρχηγία. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε για το πώς θα το πετύχω αυτό. Ούτε κι εγώ τις ξέρω. Βλέποντας και κάνοντας, Σήμερα είναι η μέρα να δοξαστεί ο γιος του Διαβόλου. Παρακολουθείστε με.
(Πηγαίνει γύρω γύρω στη σκηνή και προσποιείται ότι τώρα έρχεται. Φτάνει στο μέρος όπου είναι ο Άγγελος και η Αγάθη. Προσποιείται τον αγανακτισμένον)
Να πάρει και να σηκώσει... Πρωί πρωί... Ω! Γεια σας φίλοι μου! Τι κάνετε;

ΑΓΓΕΛΟΣ και ΑΓΑΘΗ μαζί
Γεια σου Φίδι.

ΦΙΔΙ
Ωραία μέρα σήμερα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όλες οι μέρες του Θεού ωραίες είναι.

ΦΙΔΙ
Σωστά. Και οι νύχτες και οι μέρες. Ό,τι φτιάχνει ο Θεός ωραίο είναι.

ΑΓΑΘΗ
Να παινεύεις το Θεό δε σ' έχω ξανακούσει Φίδι.

ΦΙΔΙ
Όχι, αλλά το καλό δεν μπορώ να μη το παραδεχτώ. Μπορεί να μη τον πολυαγαπάω το θεό, αλλά ό,τι φτιάχνει το 'χει καλά καμωμένο.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα σηκωθήκαμε από τον ύπνο μας. Παραήτανε γλυκιά η νύχτα και μας κράτησε πιο πολύ στην αγκαλιά της απόψε.

ΦΙΔΙ
Εγώ σήμερα τραβάω για τα νότια. Άντε γεια σας.

ΑΓΑΘΗ
Σήμερα δε σε βλέπω ορεξάτο. Δε μας μίλησες καθόλου για μήλα. Σου πέρασε ο καημός να μας ταϊσεις μήλο;

ΦΙΔΙ
Όλα έχουνε τα όριά τους Εύα μου.
Προσπάθησα, προσπάθησα, τι άλλο να κάνω; Δε
θέλετε, δε θέλετε! Με το στανιό τίποτα δε γίνεται.
Εγώ για το καλό σας φρόντιζα, μα χωρίς να θέλει
κανείς, ούτε καλό ούτε κακό μπορείς να του κάμεις.
Να μη λέτε πως έχω και κανένα συφέρο να φάτε σεις
ή να μη φάτε μήλο.
Να 'σαστε καλά. Αν δε σας ξαναδώ σήμερα πάλι, τα
λέμε αύριο. Γεια σας.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου Φίδι.

ΑΓΑΘΗ
Τι μουρμούριζες όταν ερχόσουν; Με ποιον τα 'χεις;

ΦΙΔΙ
Α! Ναι, έχεις δίκιο, κάτι μου φταίει, μα με την κουβέντα
το ξέχασα. Να σας ρωτήσω κάτι!

ΑΓΑΘΗ
Αν ξέρουμε...

ΦΙΔΙ
Μήπως σας έτυχε να δείτε πουθενά κανένα μανιτάρι με μπλε χρώμα γύρω γύρω στην ομπρέλα του και με κόκκινο στη μέση;

ΑΓΓΈΛΟΣ
Υπάρχει και τέτοιο μανιτάρι; Όχι δεν είδαμε. Εσύ Εύα;

ΑΓΑΘΗ
Ούτε εγώ. Και γιατί ρωτάς φίδι;

ΦΙΔΙ
Ουφ! Όχι εγώ. Τo περιστέρι με παρακάλεσε να του βρω και να του πάω. Παρακάλεσμα το λέω, μα μου έχει βγάλει την πίστη μέρες τώρα. Βρήκες; Με ρωτάει. Όχι, του λέω. Και με παρακαλάει και πάλι και πάλι και πάλι. Εσύ που γυρίζεις εδώ κι εκεί και σούρνεσαι στο χώμα, μου λέει, κάπου θα το πετύχεις, Έχω χάσει την ησυχία μου με δαύτο.

ΑΓΑΘΗ
Και τι το θέλει το περιστέρι αυτό το μανιτάρι;

ΦΙΔΙ
Είναι μεγάλη ιστορία όσο και ανόητη, Θα σας κουράσει να σας την έλεγα. Aν βρείτε όμως κόψτε ένα και όταν περάσω μου το δίνετε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα το 'χουμε στο νου μας.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)









Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΕ ΟΧΤΩ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ

ΑΓΑΘΗ
Τι το θέλει το τέτοιο μανιτάρι το περιστέρι; Πες μου
σε παρακαλώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μας είπε πως είναι μια ανόητη ιστορία. Ύστερα τι μας ενδιαφέρει εμάς; Δε βλέπεις πως βιάζεται το Φίδι;

ΑΓΑΘΗ
Έλα Αδάμ, σε παρακαλώ, δυο λεφτά καθυστέρηση δεν
είναι μεγάλο πράγμα. Όλη η μέρα δική του είναι.
Ξέρεις πως μ' αρέσει να μαθαίνω νέα. Πες μας Φίδι, σε
παρακαλώ!

ΦΙΔΙ
Ας της κάνουμε το χατίρι Αδάμ. Η Εύα είναι λίγο περίεργη. Δεν είναι κακό αυτό. Να σας πω λοιπόν. Η περιστέρα δε θέλει να πετάξει. Τα φτερά της λέει τα έχει για ομορφιά και για να ισορροπεί όταν περπατάει στη γη. Δεν της τα 'δωσε ο Θεός για να πετάει. και αφού βρίσκει τροφή στη γης, τι θέλει στον αέρα, λέει.
Ο περίστερος όμως δεν το θέλει αυτό. Εκεινού του αρέσει να πετάει και δε θέλει να πετάει μόνος του. Ώσπου ένα πρωί η περιστέρα του διηγήθηκε ένα όνειρο που είδε. Ήτανε λέει σε ένα μέρος που υπήρχανε πολλά μανιτάρια. Και αυτή από όλα έσκυψε και τσίμπησε ένα μανιτάρι που ήτανε μπλε γύρω και στη μέση κόκκινο. Και τότε λέει άρχισε να πετάει στο όνειρό της μέσα και της άρεσε αυτό. Και άρεσε και στον περίστερο όταν του το είπε, γιατί αυτό του έλειπε για να καλοπερνάει πετώντας με παρέα. Όταν ξυπνήσανε όμως, η περιστέρα δεν ήθελε πάλι να πετάξει. Άλλο το όνειρο και άλλο η ζωή, του λέει.
Και τώρα ο περίστερος μου λέει πως αν βρει το μανιτάρι εκείνο και της δώσει να το φάει, θα της αρέσει και στο ξύπνιο της να πετάει. Πώς σου 'ρθε αυτό; τόνε ρωτάω-τι σχέση έχει το 'να με τ' άλλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σωστά…

ΦΙΔΙ
Έτσι είπα κι εγώ μέσα μου. Και τότε αυτός μου είπε την ιστορία που άκουσε για το λιοντάρι. Και η λιονταρίνα λέει, στην αρχή που την έκανε ο Θεός, εθύμωνε όταν τήνε χάδευε το λιοντάρι. Ώσπου μια μέρα που εκοιμόντανε είδανε και οι δυο μαζί αυτή τη φορά το ίδιο όνειρο, πως όταν έτρωγε η λιονταρίνα φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε χάδια.
( Η Αγάθη σταματάει το φαγητό και παρακολουθεί με προσοχή τα λεγόμενα του Φιδιού)
Και όταν εξύπνησαν, όταν η λιονταρίνα έφαγε πάλι
φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε και στο ξύπνιο της
χάδια και μάλιστα της άρεσαν τόσο πολύ, που ερήμαξε όλες
τις πορτοκαλιές της γειτονιάς της.
Και σκέφτηκε και λέει τώρα και ο περίστερος, πως αν
και η περιστέρα φάει και όταν είναι ξύπνια από το
μανιτάρι εκείνο, τότε θα της αρέσει να πετάει όπως
και στη λιονταρίνα άρχισαν να αρέσουνε τα χάδια
όταν βρήκε και έφαγε αυτό που είδε στο όνειρό της.
Είναι ή δεν είναι σαχλαμάρες όλα αυτά;
Γι αυτό σας λέω. Μα το περιστέρι δε θα ησυχάσει αν
δε βρει το μανιτάρι. Άμα έχεις να κάνεις με κουτά
πλάσματα τι να πεις...
Προσπάθησα να το πείσω ότι δεν έχει καμία
σημασία το τι τρως ή όχι και ότι το πέταγμα δεν έχει
σχέση με τέτοια, όμως ήτανε σαν να μίλαγα στο
ποτάμι. Ούτε μ' άκουσε καθόλου. Βρες μου εσύ, μου
είπε, κι άσε με εμένα να είμαι κουτός.
Αυτή είναι η ιστορία Εύα μου, ελπίζω να μην
πιστέψετε και σεις τα λόγια του περίστερου. Ο Θεός
εσάς σας έχει δώσει λογικό.

ΑΓΑΘΗ
Και βέβαια δεν τα πίστεψα Φίδι. Βλακείες του περίστερου. Άντε στο καλό και αν βρούμε το μανιτάρι θα σου το δώσουμε να γλιτώσεις από τη γκρίνια του.

ΦΙΔΙ
Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Γεια σας.

ΑΓΑΘΗ
Στο καλό.
(το Φίδι απομακρύνεται. Όταν δεν φαίνεται πια αυτό, η Αγάθη στρέφει χαρούμενη στον Άγγελο)
Αδάμ! Άκουσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι;

ΑΓΑΘΗ
Δεν άκουσες τι είπε το Φίδι-πως όταν η λιονταρίνα έφαγε φύλλα πορτοκαλιάς που είχε φάει και στο όνειρό της, ήθελε τα χάδια όπως και στο όνειρο. Αυτό δε σου λέει τίποτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μου λέει πως το Φίδι και ο Περίστερος δεν ξέρουνε τι λένε.

ΑΓΑΘΗ
Κι αν ξέρουνε;.. Κι αν ξέρουνε Αδάμ;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα τι λες τώρα;

ΑΓΑΘΗ
Λέω: κι αν ξέρουνε; Κι αν έτσι είναι; Μήπως τότε αν φάω κι εγώ μήλο τώρα, όπως έφαγα στο όνειρό μας, θελήσω αυτά που χωρίς να φάω μήλο δε θέλω;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν πιστεύω σε τέτοια Εύα.

ΑΓΑΘΗ
Και όμως, αν είναι σωστή η υπόθεση αυτή, πόσα
χάνουμε αν δε δοκιμάσουμε… Να χαίρομαι τέτοια
χαρά όπως και στο όνειρο! Γι αυτό θα έδινα ό,τι κι αν
μου ζητούσαν.
Μήπως Αδάμ, αυτό που σιχαίνομαι τώρα, γίνει το πιο
αγαπημένο μου όταν φάω μήλο;
Θα υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνην; Αδάμ, μ'
ακούς; Ή πρέπει να σε φωνάζω Άγγελε;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, κι αν ακόμα ήτανε έτσι, πού θα βρούμε μήλο να
δοκιμάσουμε;

ΑΓΑΘΗ
(σηκώνει το χέρι και δείχνει με το δείκτη του χεριού της κατά τη μηλιά, κοιτάζοντας την κιόλας ίσα στο κέντρο της)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι! Τρελή είσαι; Όχι! Βγάλτο από το νου σου.

ΑΓΑΘΗ
(τεντώνει πιο πολύ το χέρι της και κρατώντας το
σταθερό μένει σ' αυτή τη στάση όσο λέει τα πιο
κάτω)
Και τρελή είμαι και κάτω δεν το βάζω. Αυτό το
δέντρο με τους καρπούς του θα μας δώσει την τέτοια
ονειρεμένη ευτυχία. Τώρα είμαι σίγουρη γι αυτό. Και
γι αυτό το ευτυχισμένο όνειρο θα παρακούσω τις προσταγές όλων των θεών του κόσμου.
(κατεβάζει το χέρι-στρέφει στον Αδάμ)
Τ' άκουσες Αδάμ αυτό που είπα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
To άκουσα Εύα. Θέλεις να παρακούσεις την εντολή του θεού. Κάνε το. Εγώ δε θα σε ακολουθήσω. Είναι το μόνο δέντρο που δε μας αφήνει να φάμε απ' αυτό.

ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον έχει ακούσει)
Τώρα εξηγώ τα λόγια του Φιδιού πως αν φάμε καρπούς από το δέντρο αυτό θα γίνουμε θεοί. Δεν ήσουνα θεός όταν με είχες αποκάτω σου και βογκούσες σαν λιοντάρι από την ευδαιμονία σου; Δεν θα έδινες και συ ό,τι τίμημα σου ζητούσε κάποιος, αν ήτανε να σου δώσει τα στήθη και τις τρύπες όλων των γυναικών που είδαμε στ' όνειρό μας να παίζεις όσο κι όπως θέλεις μαζί τους; Ήτανε ζωή αυτή που ζούσες μέσα στο όνειρο; Όχι, δεν ήτανε, εσύ ο ίδιος το έλεγες. Και είναι ζωή αυτή που ζεις τώρα εδώ στον Παράδεισο, να αιστάνεσαι κακόθυμος και να λες ότι δεν ξέρεις τι έχεις, ενώ ξέρεις πολύ καλά τι έχεις; Και μου είπες πριν λίγο τι έχεις-πως θα 'θελες ό,τι κάναμε στο όνειρό μας να το κάνουμε και στο ξύπνιο μας-εδώ, στον Παράδεισο. Δεν μας επιτρέπεται εδώ; Θα πάμε εκεί που επιτρέπεται. Έλα Αδάμ-πάμε!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, στο όνειρο είχαμε το θείο που δε μας άφηνε να φάμε μήλο. Εδώ έχουμε το Θεό. Και αν θα κάνουμε το ίδιο που κάναμε και στο όνειρό μας, όπως μας έδιωξε ο θείος εκεί, θα μας διώξει εδώ ο Θεός. Και τότε τι θα κάνουμε; Από το όνειρο ξυπνάμε και βρισκόμαστε κάθε φορά εδώ, στη σιγουριά του Παράδεισου. Αν μας διώξει και ο Θεός τι θα κάνουμε;

ΑΓΑΘΗ
Παράδεισος να σου πετύχει… Που να μην μπορεί κανείς να χαρεί ό,τι ομορφότερο! Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί από αυτό;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρεις. Δεν ξέρω. Μόνον ο Θεός ξέρει.

ΑΓΑΘΗ
Ο Θεός ξέρει να μας τυραννάει! Αυτό ξέρει! Αφού
μας στερεί τον έρωτα-το ωραιότερο πράγμα στον
κόσμο-γιατί να τον υπολογίσουμε κι εμείς;
Και ξέρεις κάτι;
Υποψιάζομαι τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το "θα
αυτοκτονήσω" που έλεγες. Πως θα πάψεις να
υπάρχεις. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορούμε να
πάθουμε αν παρακούσουμε την εντολή του Θεού.
Να τι το πολύ να γίνουμε Και γιατί να υπάρχουμε
χωρίς να γευόμαστε τον έρωτα; Να υπάρχουμε για
να βασανιζόμαστε από τη στέρηση της χαράς;
Κι αν δεν ήθελε να τρώμε τα μήλα γιατί μας έβαλε
τη μηλιά μπροστά στα μάτια μας; Δε σκέφτηκε πως
κάποτε θα καταλαβαίναμε τι αυτό το δέντρο μπορεί
να μας χαρίσει με τους καρπούς του;
Δεν του πέρασε από το μυαλό πως κάποτε αντίς γι
αυτόνε θα κάναμε Θεό το δέντρο αυτό;
Θεός… Ας μας διώξει ο Θεός. Ας μείνει με τα ζώα
στον κήπο. Αν θέλει ζώα που να μην ξέρουνε τι θα
πει χαρά, ας κάτσει με αυτά.
Για μένα Θεός είναι από δω και πέρα η μηλιά με όλα
τα φρούτα που έχει πάνω της.
Αδάμ έλα. Πάμε να κόψουμε και να φάμε το απαγορευμένο μήλο.
(τον τραβάει από το χέρι)
Έλα! Έλα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σαν να ξαναζώ το όνειρο. Έτσι με καλούσες και τότε.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Για τα άλλα μήλα μου. Για κείνα που γι αυτά
γίνανε τα χέρια σου έτσι που μια φούχτα σου να τα
κλείνει μέσα της κάνοντάς τα να σπαρταράνε.
Έλα Αδάμ. Ναι, θεοί θα γίνουμε αλήθεια κι εμείς.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, φοβάμαι.

ΑΓΑΘΗ
Γι αυτό είμαι εγώ εδώ-για να σου δίνω κουράγιο. Για να σε βοηθάω να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες που μας περιμένουνε μετά από ό,τι θα κάνουμε. Για να σε βοηθήσω να χτίσουμε ένα δικό μας κόσμο που η ευτυχία θα τον σκεπάζει με τα χρυσά της φτερά. Κι ο κόσμος αυτός είναι κείνος που βλέπαμε στο όνειρό μας. Τώρα όμως ξέρουμε πώς πρέπει να τον φτιάξουμε. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να φτιάξουμε άλλους Αδάμ και Εύες που να μην έχουνε μερίδιο στην ευτυχία που μόνο ο έρωτας φέρνει. Να μη φτιάξουμε άλλους Άγγελους και άλλες Αγάθες που θα υποφέρουν. Μα να είναι ελεύθερος ο έρωτας σαν ένα λεύτερο ποτάμι που θα μπορεί να ποτίζεται απ' αυτό όποιος και όποια θέλει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάμε.
(Η Αγάθη και ο Άγγελος πηγαίνουν στη μηλιά και η Αγάθη κόβει ένα μήλο. Τρώει. Δίνει και στον Άγγελο και τρώει κι αυτός. Τα πρόσωπά τους γεμίζουν με αγαλλίαση. Αυστηρή φωνή του Θεού)

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Αδάμ!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(στέκει δίπλα από τη μηλιά)
Εδώ είμαι Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Γιατί έφαγες καρπό από το δέντρο που σου είχα
απαγορέψει να φας;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί οι καρποί αυτοί είναι γλυκοί Θεέ μου. Και συ με
έκανες να μου αρέσει το γλυκό.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Να φύγεις από τον κήπο Αδάμ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να φύγω αν εσύ το θέλεις Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Έτσι θέλω. Και ακόμα θέλω να βγάζεις το ψωμί σου με ιδρώτα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όπως θέλεις Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Πήγαινε!.

ΑΓΑΘΗ
Θεέ μου, θέλω να σου μιλήσω.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Εσύ Εύα; Σ' ακούω.

ΑΓΑΘΗ
Με το νου που μου 'δωσες είδα, σκέφτηκα, σύγκρινα. Κι ένιωσα πως ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει ο άνθρωπος για να βρει την ευτυχία του, δεν είναι κείνος που μας δείχνουν οι εντολές σου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Και ποιος είναι λοιπόν Εύα;

ΑΓΑΘΗ
Είναι κείνος που ξανοίγουν τα όνειρά μας.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
(με βροντή και λάμψη )
Φύγετε κι οι δυο από τον κήπο!
(Ο Άγγελος πιάνει την Αγάθη από το χέρι και βαδίζουν προς την έξοδο του κήπου ήρεμοι και σοβαροί, ακουμπώντας η Αγάθη το κεφάλι της στον ώμο του Άγγελου)

ΑΥΛΑΙΑ

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

SHERRY ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗ
          (Αμερική)

α. SHERRY ΧΡΥΣΗ

Χρυσή βροχή πέφτοντας
με γονιμοποιεί
και με μεθά, με ζαλίζει.
Ευχές κάνω και προσπαθώ
στο στενό σου σουτιέν να χωθώ,
μια θέση να βρω στης κυλόττας σου
την υγρή επιφάνεια.
Αντιστέκεσαι και με πονάς.
Κυρίως γιατί σ' αγαπώ.
Και σ' αγαπώ γιατί έτσι.
Η αγάπη δεν έχει γιατί.
Μόνο ένα κορμί έχει
αδιάντροπο και ροδαλό
που προκαλεί.
Και την απόλαυσή του.
Τίποτ' άλλο.



β. SHERRY  ΜΩΒ

To πονεμένο σου το κλάμα,
η ευγένεια της ματιάς
δεν κάνανε το θάμα.
Της ώρας της κακιάς

εβλάστησε ο σπόρος
κι η μόνη έχει χαθεί
η ευκαιρία. Ο χώρος
εγέμισε σταχτί.

Η λάμψη του άστρου σβήνει.
Μ' αφήνεις μοναχό
και μόνη έχεις μείνει
με ταίρι τον αχό

του πόθου μου που θέλει
σε σένα ν' απλωθεί
μα βρίσκει όλα τα μέλη
να σου έχουν αλωθεί

απ' τ' άδικα εκείνα
παιχνίδια τα φρικτά
που σου κρατούν για μένα
τα μάτια σου κλειστά.




γ. SHERRY  ΧΑΚΊ

Στρατιώτης σε μάχη μεγάλη
στρατιώτης σε άνιση πάλη
έτσι μαζί σου είμαι
έτσι κοντά σου κείμαι.




δ. SHERRY  ΙΩΔΗΣ

To άδειο πληρώνεις εσύ
Sherry πανταχού παρούσα.
Σκάλα χρυσή
τα μαλλιά σου τα ρούσα.

Πληγή μου ανοίγεις παλιά
που μόνο με φιλιά κλείνει.
Αλλά δε μου δίνεις φιλιά-
η Εύα δε σ' αφήνει.

Στα σκέλη σου μέσα κρατάς
κλεισμένον με όλον
χωρίς να ’μαι εκεί. Και πατάς
με αναίσχυντον δόλον

τους όρκους που μια νυχτιά
κρυφά είχες δώσει.
Θάλασσα είσαι πλατιά
και κύμα έχεις σηκώσει

που πεσμένον με χτυπά.
To καθένα σου στήθος
στο στόμα μου χωρά-
πράγμα αδύνατο συνήθως.

To χέρι μου πάει χαμηλά
εκεί, κάτω απ’ το φουστάνι
και ύστερα κυλά
εκεί που δε φτάνει

ο πόθος κανενός θνητού.
Και μένεις μονάχη.
Τις αισθήσεις φυτού
πρέπει να 'χει

η αδιάφορη διαγωγή σου'
ή να ’χει διαστρεβλωθεί
από την ήπειρο που μαζί σου
παίζοντας, έχει λερωθεί.

Όλη η Αμερική
χωράει στα σκέλη σου εντός.
Τη βλέπω εκεί
καθώς κείμαι εκτός.




ε. SHERRY ΜΠΕΖ

Δεν είχα τα χρώματα δει
της γραμμής των ώμων σου.
Tα φανταζόμουν ερυθρά
και φεύγοντα
πάνω σε μια
φωτεινή γραμμή ψευδαργύρου.
Κορμί πόρνης. Γλουτοί
που καλούν για τον στρόβιλο της αγάπης.
Στήθη ανεμίζοντα ίμερους στις άκρες τους.
Κενή μου κλίνη...



στ.SHERRY ΟΥΡΑΝΙ

Παίρνουν τα χέρια σου τη θλίψη μου
και την περνούν απέναντι
πάντοτε περνώντας την κάτω
από τα δυο ανοιχτά σου πόδια-
το μόνο ανοιχτό
πάνω στη ματωμένη καρδιά σου.
Σε κοιτάζω με ανυπόκριτο θαυμασμό.
To εσώρουχό σου μπλε
και υγρό σαν θάλασσα.
Ματωμένη ευαισθησία σε προκαλεί.
Η καμπύλη των γοφών
και της κνήμης η αδρή παρυφή
μακραίνουν καθώς από μέσα κοιτάζω.
Είσαι ένα τριαντάφυλλο
με μακρύ μίσχο
και ζάχαρη στην κορυφή του
γεννημένο για μέλισσες οκνές
και για φιλιά θλιμμένα.
Τα πέταλά σου
την πρωινή δροσιά πίνουν.
Και τα χέρια σου τη θλίψη μου παίρνουν
και πάντοτε
απέναντι την περνούν.



ζ. SHERRY  ΜΑΥΡΗ

Μαύρη -μαύρη-μαύρη-μαύρη
μαύρη μοίρα σε κρατεί
κι ηδονής χαρά δε θα 'βρει
η ύπαρξή σου η κουτή

μακριά μιας και σε διώχνει
από με που σε καλώ
και σε πέη άλλα σε σπρώχνει
το άσκεφτό σου το μυαλό.

Αν φαντάζοσουν μονάχα
πώς μαγάλα με δονεί
η ειδή σου-πόση θα ’χα
να σου δώσω αληθινή

τη χαρά που θες να νιώσεις,
δε θα ζήταγες αλλού
χάδια ψεύτικα να δώσεις-
δε θα ζήταγες φαλλού

άλλου θέα ν' αντικρίσεις.
Μαύρη μοίρα σε κρατεί
και τη ζήση σου να σβήσεις
μακριά μου σου απαιτεί.



η. SHERRY ΚΟΚΚΙΝΗ

Τεράστια παλίρροια φουσκώνει
ο πόθος απόψε. Οργά
η ύπαρξή μου. Ματώνει
το χείλι. Γοργά

τα κύματα πάνω μου σπάνε.
Το καίον σου σεξ προκαλεί
τα χείλη που μάταια ζητάνε
στην έρημο δρόσου φιλί.

To αίμα σου μέσα μου ρέει
και άναιμη μένεις εσύ.
Στις φλέβες σου ξύλινα πέη
εκχύνουνε μπρούσκο κρασί.

Και μέσα σου είμαι' και σ' έχω
ολάκαιρη μέσα μου εγώ.
Στ' αμπέλια τα πρώτα σου τρέχω
και μούστο δροσάτον τρυγώ.

Α! Κόκκινη! Κόκκινη SherryΙ
Α! Κόκκινη Sherry γιατί
σαν τρέμον σταχτί σπουργιτάκι
η θλίψη σου εδώ περπατεί…
ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ

Οργίζομαι όταν οι γυναίκες
για κάτι που θα τις ρωτήσω,
πια δεν με βλέπουν άγρια, παρά ήρεμα
και ωραία
και με λεπτομέρειες
μου εξηγούν και με κατατοπίζουν.

Όπως μια ομπρέλα που ’χω.
Ένα σωρό δουλειές κάνω μ’ αυτήν στο σπίτι μέσα.
Μα όταν βρέχει μου είναι άχρηστη:
και οι μπαλένες όλες της είναι σπασμένες ή στραβές,
κι έχει και δυο-τρεις τρύπες.
Και το τελευταίο αυτό
είναι που μ’ έκανε να παρομοιάσω τις γυναίκες
με την ομπρέλα μου. Αλλιώς
σε υπόληψη μεγάλη
τις έχω τις ομπρέλες.
Και κλαίουσες
ωραίες είναι οι τουρκάλες.
ΧΙΟΝΙ
(παιδικό)

Α! Καλό μου εσύ χιονάκι!
Τι ωραία να σε πιάνω
και μια μπάλα να σε κάνω
και να σε πετώ επάνω
σ’ ένα φίλο μου παιδάκι!

Τι ωραία να κυλιέμαι
στ’ απαλό σου πάνω τ’ άσπρο
το λαμπρό σα φάτνης άστρο!
Ή με σε να χτίζω κάστρο
και απ’ όλους να παινιέμαι!

Και να πλάθω μια μπαλίτσα,
πάνω σου να την κυλάω,
κι όταν κάμποσο την πάω
πια να μη τήνε χωράω
στη μικρή μου αγκαλίτσα...

Μα η τρέλα μου η μεγάλη
είναι ο χιονάνθρωπός μου
που ειν’ ο πιο όμορφος του κόσμου
και που είναι όλος δικός μου
από νύχια ως κεφάλι.

Να κρατάει μες στο χέρι
μία σκούπα του περνάω
και μια σκούφια του φοράω,
μάτια, μύτη δεν ξεχνάω
...και του φτιάχνω κι ένα ταίρι.

Όμως αχ! Νιώθω έναν πόνο
σαν ο ήλιος όταν βγαίνει
αρχινάει να τον φυραίνει
κι ο χιονάνθρωπος πεθαίνει
και μ’ αφήνει πάλι μόνο...

Μα θα ρίξει πάλι χιόνι
και ξανά θα φτιάξω άλλον
πιο καλόν και πιο μεγάλο
και στη σκιά θα τονε βάλω
να μη γρήγορα μου λιώνει!
ΜΑΘΗΤΕΣ
ΚΑΙ   
ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ

Ο κυρ-Γιάννης έχει τρία παιδιά
κι ένα μαγαζάκι στη γωνία.
Και τον τρώει η αναπαραδιά.
Και τον βασανίζει η αγωνία.

Κάθε Κόμματος ο βουλευτής
έχει μετοχές, κότερο,  βίλλα
του λαού μας είναι ο «δουλευτής»
και σε μία είναι μέλος καμαρίλα.

Και μια κίσσα  βγαίνει στην τι-βί
απ’ την πόρνη τη Βουλή βαλμένη
Και μιλάει για φοροδιαφυγή
που του Κράτους τον παρά λιγαίνει…

Μαθητές, που έχετε μυαλό,
και μπροστάρηδές μας πια μετράτε:
παίρνονται αυτοί με το καλό
ή το χρόνο σας έτσι χαλάτε;

Χάστε αυτό τον άθλιο συρφετό
όπου κλέβει κάθε σας ικμάδα!
Κι αν δεν είστε δυνατοί γι αυτό
κάψτε πέρα ωςπέρα την Ελλάδα.
(από τα «ΛΟΓΙΑ»)
ΚΑΙΡΟ 18-4-96
(Αμερική)

Αδέρφια μου
ταχύτερη απ’ τον φτεροσάνταλον Ερμή
η είδηση μάς ήρθε του ’ξολοθρεμού σας.

Επέτρωσαν του λίβα οι ριπές στο πέρασμά της.
Ένα όνειρο πικρό τα φρένα εξέσχισε των Ολυμπίων
τον γαληνό ταράζοντάς τους ύπνο.

Οι Συμπληγάδες της ψυχής μας
ακίνητες μιας κι άνοιξαν εμείναν
ακέριο αφήνοντάς το να περάσει το καράβι
της Θλίψης, της Οργής και των Συγκλονισμών.
Στην πλώρη του επάνω
πελιδνός
χωρίς φωνή και πρόσωπο
της Τραγωδίας ο άγγελος να διασαλπίζει:
“Δεκάδες Έλληνες νεκροί!”

Ο απρόσμενος χαμός σας
στις πιο ψηλές κορφές του Πόνου μάς ανέβασε:
εκεί που κόβεται η ανάσα,
εκεί που άλαλα τα χείλη μένουν,
εκεί που δεν μπορεί το δάκρυ ν’ αναβλύσει-
εκεί λαμπρός που φέγγει ο ήλιος της Οδύνης,
με τα τριακόσα εξηνταπέντε δίκοπα της Φτώχειας
ασήμαντα να κείνται τώρα κάτου.
Ευτελισμένα.

Οι ώρες μας
στην Άβυσσο της Λύπης βυθισμένες
δεν περνάνε πια.
Η υπομονή αδέρφια μου
έφτασε ξάφνω
στο ακρόχειλο του πιο βαθιού γκρεμού της
βλέποντας κάτω
αθέλητη υποψήφια αυτόχειρ.

Μες στον ορυμαγδό
μες στο φρικώδες ξάφνιασμα
φωνή ακούστηκε: “Μη φεύγετε! Σταθείτε!”
Ήταν η γη που τα καλλίτερα έκραζε παιδιά της
για να μην έρμη απομείνει από νιάτα και χαρά-
γιατί χαρούμενα παιδιά ήσασταν όλοι σας αδέρφια μου.

Μα εσάς
το Φως σάς είχε κιόλας ξεχωρίσει.
Και το άρωμα έμεινε χωρίς αγέρα
το στόλισμα χωρίς γυναίκα
και η αγάπη δίχως αγκαλιά.
Κι οι αναμνήσεις σας-όσες προλάβατε να φτιάξετε-
στα φύλλα των τριαντάφυλλων ακούμπησαν θλιμμένες.

Σαν πουλιά πετάξατε.
Η φλόγα στον πυρσό της ανθρωπιάς
ετρέμισε στο ψήλωμά σας.
Η αναπνοή σας
κουράγιο στην ελπίδα μας πια δε χαρίζει.
Χωρίς εσάς οι αλυσίδες μας εβάρυναν
σαν ρίζες να ’ριξαν βαριές στη γη. Κι αφότου εφύγατε
αργά,
πολύ αργά,
ο ήλιος αδέρφια μου το δρόμο του τραβάει.

Τώρα κοιμόσαστε ήρεμα,
γλυκά και αλαφρά.
Αθώοι σαν άγγελοι είσαστε και σαν μικρά παιδιά.

Τώρα στο χώμα ανθούν τα όνειρά σας.
Και φεύγοντας
μια τρυφερή πηγή ανοίξατε μες στην καρδιά μας.

Όμως,
αδέρφια μου,
όσα κι αν ειπωθούν του Πόνου λόγια,
όσες κι αν υψωθούν σημαίες μεσίστιες στην ψυχή μας,
όσο κι αν γίνει κάθε αναπνοή μας στεναγμός,
όσο εσάς αν βλέπουμε όπου κοιτάμε,
μα κάποτε
-αφεύγατη του Χρόνου η προσταγή-,
ο Πόνος μας
μες στην καθημερνήν ανάγκη θα πνιγεί.

Η γη όμως!
Η γη μας!
Η γη μας πώς αδέρφια μου να σας ξεχάσει;
Πώς να σας ξεχάσει η γη μας
που ο καθένας σας τόσο πολύτιμος της ήταν;
Που όλο βλέπει κάθε μέρα πιο να χαμηλώνει
το φως στο ακοίμητό της το καντήλι...
που όλο θωρεί του σκοταδιού το στόμα
χάσκοντας πιο να πλησιάζει...

Η γη,
η γη μας,
το σπιτάκι μας-
η γη μας πώς αδέρφια μου να σας ξεχάσει
που ό,τι ελληνικό
είναι το μόνο ζωντανό μέσα στη νέκρα της,
είναι το μόνο ελπιδοφόρο μες στην ιστορία της,
είναι το μόνο αληθινό μες στην ψευτιά της-
αχ! πώς να σας ξεχάσει αδέρφια μας η γη μας
που μόνο επειδή έχετε σεις υπάρξει
μπορεί και πέρφανα σηκώνει το κεφάλι
καθώς ανάμεσα σε πλήθη άλλων άστρων ταξιδεύει
ανεόρταστων;..
Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΕ ΟΧΤΩ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου είπα-δεν μπορώ. Ή μήπως το φεγγάρι σου και οι κομπιούτερς θα το κάνουν για μένα; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Σταμάτα τη συζήτηση αυτή.
(δυνατά, απότομα)
Και μη με κοιτάς!
(η Αγάθη χαμηλώνει τα μάτια της. Ήρεμα)
Δε θέλουν έτσι να τους το πεις οι γυναίκες. Πρέπει να ξέρεις τον δικό τους κώδικα. Μερικοί δεν τον ξέρουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ-τι περίεργο;

ΑΓΑΘΗ
(Σηκώνει τα μάτια της και τον βλέπει)
Έχεις δοκιμάσει ποτέ;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη με βλέπεις! Ναι, έχω δοκιμάσει. Ειρωνεία και
περιφρόνηση ήταν η απάντηση...
(Ξάφνω σηκώνεται και αποφασιστικά και αμίλητα πηγαίνει στο κρεβάτι, λύνει γρήγορα τα χέρια της Αγάθης, την ξεσκεπάζει, και τη βοηθάει να σηκωθεί. Βγάζει από την τσέπη του την ταυτότητά του και την τείνει στην Αγάθη. Κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι του και γρήγορα μιλώντας)

Φύγε. Αυτή είναι η ταυτότητά μου. Διεύθυνση, όνομα, όλα. Πήγαινε στην αστυνομία. Πήγαινε. Μα φύγε! Φύγε!
(δυνατά)
Και πριν απ' όλα μη με κοιτάς έτσι!..
(βγάζει από την τσέπη του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Της τα δίνει)
Πάρε το αυτοκίνητο και φύγε!

ΑΓΑΘΗ
(παίρνει την ταυτότητα και τα κλειδιά και στέκει ακίνητη για λίγο μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Τέλος:)
Μου δίνεις την ελευθερία μου. Με αφήνεις ελεύθερη και μου δίνεις και την ταυτότητά σου. Ξέρεις πως αν πάω στην αστυνομία θα έχεις σοβαρά μπλεξίματα και με αφήνεις ελεύθερη; Με την ταυτότητά σου στο χέρι μου, με τη γνώση τούτης της καλύβας, με τα σημάδια από το δέσιμο στα χέρια και στα πόδια μου το ξέρεις πως έχεις σίγουρη καταδίκη και φυλάκιση;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είμαι χαζός. Ξέρω και τι έκανα και τι σου λέω να κάνεις. Πήγαινε. Μα ίσως δε θα προλάβεις να με δεις στη φυλακή. Αν δεν ξέρω τι να κάνω με σας τις καταραμένες τις γυναίκες, μα ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Ξέρω τι κάνω. Τράβα.

ΑΓΑΘΗ
(Με ύφος που προσπαθεί να κάνει υπεροπτικό)
Όποτε θελήσω εγώ. Και αν το θελήσω. Τώρα εγώ κάνω ό,τι θέλω. Μπορεί να θέλω να σε βασανίσω εγώ όπως με βασάνισες εσύ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν το μπορείς.

ΑΓΑΘΗ
Δεν αποφασίζεις εσύ. Τώρα αποφασίζω εγώ. Και όπλο μου είναι όχι σκοινιά και μπιστόλια μα εγώ η ίδια. Η γυναικεία μου φύση.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με βασάνισες τόσην ώρα με τις ερωτήσεις σου. Με
έκανες να νιώσω πάλι ένας ανίκανος για τη γνωριμία
μου με τις γυναίκες-και φτάσαμε έτσι πάλι στο
σημείο να πρέπει να συναινέσεις κι εσύ για να
κάνουμε έρωτα. Δηλαδή να μην κάνω έρωτα ούτε με
σένα-ούτε με τη βία δηλαδή.
Τι άλλο θα μου έκανες για να με βασανίσεις;
Αποφάσισα να βιάσω μια γυναίκα και ούτε αυτό
το μπόρεσα κι ας σε είχα δεμένη χεροπόδαρα. Τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;
(βγαίνει στο δίπλα δωμάτιο και γυρίζει με ένα πιστόλι. Τo δίνει της Αγάθης)
Αν θέλεις μπορείς να με εκτελέσεις τώρα, αυτή τη στιγμή. Δεν έχεις κανένα φόβο. Σου είπα, κανείς ούτε τον πυροβολισμό θ' ακούσει ούτε θα με αναζητήσει εδώ. Ξέρεις να χειρίζεσαι πιστόλι;

ΑΓΑΘΗ
Ξέρω.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εμπρός. Λύτρωσέ με.

ΑΓΑΘΗ
(κοιτάζει το πιστόλι στο χέρι της, την ταυτότητα, τα
κλειδιά. Τα πετάει όλα πάνω στο κρεβάτι)
Τι μέρα Θεέ μου! Τι ζω που ούτε να το φανταστώ ποτέ δε θα μπορούσα! Μα είναι αλήθεια ή είναι η φαντασία που μου παίζει αυτό το παιχνίδι;
(κάθεται στο κρεβάτι αφήνοντας όλη την εξουθένωσή της από ό,τι πέρασε εκείνη την ημέρα να εκδηλωθεί. Τα μάτια της κλείνουν και γέρνει λιπόθυμη)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη! Αγάθη! Λιποθύμησε!
(πετάει μια καρέκλα πάνω στο κρεβάτι και βάζει τα πόδια της επάνω. Της ξεκουμπώνει τη φούστα και τη μπλούζα και της κάνει αέρα με ένα περιοδικό. Η Αγάθη συνέρχεται)
Λιποθύμησες.

ΑΓΑΘΗ
Είμαι καλά τώρα.
(σηκώνεται σιγά, βάζει την καρέκλα στη θέση της, κουμπώνεται, ξανακάθεται αδύναμη και χλωμή στο κρεβάτι)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θέλεις να σου φέρω λίγο νερό;

ΑΓΑΘΗ
Όχι, ευχαριστώ.
(κοιτάζει το πιστόλι, την ταυτότητα, τα κομμένα σκοινιά. Γκριμάτσα απορίας. Άτονα)
Διαθέτει το κατάστημα κανένα μήλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
(με έκπληξη)
Μήλο;

ΑΓΑΘΗ
Ναι μήλο. Δεν ξέρω τι έχει μέσα του μα όταν έχω τα χάλια μου ένα μήλο με συνεφέρνει. Έχεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω... δηλαδή… δε θέλεις έναν καφέ;..

ΑΓΑΘΗ
Προτιμώ το μήλο αν υπάρχει. Αν δεν υπάρχει φτιάξε καφέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(διστακτικά)
Υπάρχει αλλά…
(αποφασιστικά)
Ας πάει στο διάολο! Υπάρχει!
(βγαίνει έξω και γυρίζει με ένα μήλο στο χέρι, Της το δίνει σ' ένα πιάτο μ' ένα μαχαίρι)
Ορίστε!

ΑΓΑΘΗ
(αρχίζει να καθαρίζει το μήλο)
Γιατί τόση φασαρία για ένα μήλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μια ιδιοτροπία του θείου μου. Έχει μια παλιομηλιά
εδώ απόξω και θέλει να τρώει μόνο αυτός τα μήλα
της. Και να πεις πως κάνει πολλά... όλο κλάρα είναι.
Καμιά δεκα-δεκαπέντε το χρόνο κάνει.
Αλλά δεν αφήνει κανέναν να τρώει. Τo πρώτο πράγμα που λέει στους κηπουρούς που προσλαμβάνει είναι αυτό. Να μη φάει κανένας μήλο. Και τα μετράει. Φέτος ας πούμε είχε δώδεκα απάνου της. Ε, δώδεκα περιμένει να βρει όταν ξανάρθει. Αν είναι ένα λιγότερο ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε...
Μα τώρα δε με νοιάζει. Έναν νεκρό θα βρει ακόμα κι
αν ερχότανε σε λίγο.
Να σου φτιάξω όμως κι ένα καφέ. Θα πιω κι εγώ.

ΑΓΑΘΗ
Έναν νεκρό; Αυτό λοιπόν είναι που ξέρεις να κάνεις καλά και αυτό σκοπεύεις να κάνεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Άστο αυτό σε μένα. Εσύ κοίτα να συνέλθεις.

ΑΓΑΘΗ
Καλά. Φτιάξε λοιπόν καφέ αφού θέλεις κι εσύ. Υπάρχουν τ' απαραίτητα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Υπάρχουν. Μόνο που ο καφές θα ’ναι μπαγιάτικος.
(πηγαίνει στο ντουλάπι ,παίρνει τον καφέ και βγαίνει στην κουζίνα. Από την κουζίνα) Δε θ' αργήσει. Γλυκόν τον θέλεις;

ΑΓΑΘΗ
Δε μ' ενδιαφέρει. Λίγον θα γέψω για να μην πίνεις
μόνος σου.
(σιωπή)
Δηλαδή θα σκοτωθείς στ' αλήθεια;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου μοιάζω ν' αστειεύομαι;
(σιωπή)

ΑΓΑΘΗ
Πόσον καιρό έχει να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015



SHERRY)
κη.

ΣΤΟ  ΓΡΑΦΕΙΟ

Στο γραφείο εντύπωση προκαλεί ο τρόπος
όπου όλα συμπλέκονται και αλληλοεξαρτώνται.
Ο χαρτοκόπτης συνουσιάζεται με τη γομολάστιχα.
Το σφουγγαράκι του νερού γεμάτο υγρή κόλλα.
Ο διακορευτής αξύπνητος ακόμα.
Οι καρφίτσες αιμάσσουσες,
και όλο το γραφείο μέσα στο δεξί του συρτάρι.

Πάνω απ'  όλα η φωτογραφία σου.
Με τις δύο εξουσιαστικές στήλες φωτός
λάμπουσες πλήρως πριν καλυφθούν
από το αρχόμενο και ερχόμενο σκότος
της υφασμάτινης ευωχίας.

Η εργασία αρχίζει από το τέλος ως συνήθως.
Το αναμενόμενο γίνεται παρόν και το παρόν
μετατίθεται προς τις τρεις το μεσημέρι.
Εκεί πρέπει να βιαστώ
γιατί αν δεν το προλάβω
στις τρεις και πέντε θα συνθλιβεί.

Αν και (όπως σε κάθε αρχή) όλα μεγεθύνονται
γρήγορα σε διαπεραιώνω.

Προς τις δώδεκα
ίσως κουρασμένη πια, νυστάζεις.
Ένα φλιτζάνι καφέ σε ανανήπτει.
Και μου φέρνεις το συνηθισμένο έγγραφο.
Διαβάζω: SHERRY ορχουμένη'
SHERRY δονούσα'
SHERRY ωδίνουσα'
SHERRY ακραγγίζουσα πόθω'
SHERRY αλγούσα'
SHERRY ασθμαίνουσα'
SHERRY ομιλούσα'
SHERRY κορυβαντιώσα εν οροπεδίω'
SHERRY σφύζουσα μνημών απαρεγκλίτων.
Το υπογράφω ταχύτατα και το αρχειοθετώ.

Νόημα δεν έχει η πράξις σου
όμως πάντα τέτοιαν ώρα
παίρνεις τη μεγάλη αστροφεγγιά
τινάζεις τα ετοιμόρροπα αστέρια και πλησιάζεις
αγέρωχη και κρατούσα.
Η ανένδοτη επιφάνεια των ενδυμάτων μου
καλύπτεται από ψήγματα χρυσού και αργύρου
αβαρή και αδιάσειστα.
Νήχεσαι εντός τους προς όλες τις κατευθύνσεις.
Από παντού αλλού χάνεσαι.
Σε ξαναβρίσκω όταν σε κάποιαν απότομη κίνηση
όλα αυτά πέσουν.
Μ' ΑΣΠΡΟ ΜΑΝΔΥΑ ΚΑΙ ΣΑΡΙΚΙ
(Αμερική)

Μ' άσπρο μανδύα και σαρίκι
και με χρυσό ένα σκουλαρίκι
ο Μέντ σερβίρει τους πελάτες
χάμπουργκερ τσίλι και πατάτες.

Τόσο μακριά από τη πατρίδα
χωρίς χαρά χωρίς ελπίδα
α! Ποια ζωή περνά θλιμμένη
και ποια θυμάται περασμένη…

Άραγε πόση πίκρα κρύβει
μες στις μερίδες που σερβίρει
ποιον ξεγελά πόνο κρυφό του
το ευγενικό χαμόγελό του...

Ποιος ήλιος τάχατε του λείπει
κι είναι χαμένος μες στη λύπη
και ποιο αργυρό κρατεί φεγγάρι
το γέλιο του όλο και τη χάρη;

Σοφέ θεέ όση κακία
κρύβεται μες στην ακακία
τόσο εντός σου κλείνεις μένος
για το ανθρώπινο το γένος.

Α! Πώς μισείς τα πλάσματά σου!
Σαν να μην ήτανε δικά σου
το θείο χέρι σου απλώνεις
και κάθε μέρα τα σκοτώνεις…
ΈΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
(Αμερική)

Ακούω το ξεφτισμένο
πράσινο θρόισμα του φουστανιού της
στις στριμωγμένες τις καρέκλες.
Ακούω το ήσυχο ανάδεμα του κουταλιού στην κούπα του καφέ.
Ακούω την κουρασμένη της φωνή
που παραγγέλνει coyntry gravy-
είναι η φωνή ανθρώπου που απόκαμε
απ' τις πολλές προσπάθειες και πια
τα όπλα του απωθεί και παραδίνεται
και στέκει τώρα σαν ξερό φύλλο του φθινοπώρου
γέρας του πρώτου που θαρθεί αέρα.

Ακούω τις μονόλογες
ευγενικές της απαντήσεις
στην προσποιητή πολυλογία της waitress.
Ακούω τους ήχους you σπασίματος της φρυγανιάς
σαν πέταμα πουλιού από κλαδάκι σε κλαδάκι.
Ακούω ένα "yes"
ένα "of course...thank you..."
Ακούω το άψυχο, βιασμένο της χαμόγελο
καθιερωμένο εδώ
που κλείνει την ανώφελη κουβέντα-
γέλιο ανεπαίσθητο… σαν ψίθυρος...σαν άχνα...

Θα φύγω
δίχως να στρέψω προς τα 'κεί
το βλέμμα ή το κεφάλι'
φοβάμαι
όταν γυρίσω να τη δω
πως κιόλας δε θα υπάρχει.
ΤΙ ΝΑ 'ΚΑΝΕ
(Αμερική)

"Αντρέα θυμήσου. Πρέπει -ακούς; Κοίταξε μην ξεχάσεις
στη Νέα Υόρκη όταν πας-με το καλό όταν φτάσεις
στο Γιώργο τηλεφώνησε' και πες του ...ξέρεις
τώρα...
μόνος του, δίχως χρήματα σε μία ξένη χώρα..."

" Αν θέλω ας κάνω και αλλιώς. Έτσι και δε τον πάρω
ποιος είδε και δε σκιάχτηκε-όταν θα 'ρθώ-το Χάρο...
Τον ξέρω-ούτε για ψωμί δεν έχει' ένα ψοφίμι
που δεν απόχτησε ποτέ χρήματα, δόξα, φήμη…

Πάντα στις γνωριμίες του και στις δημόσιες σχέσεις
ο Αντρέας ήτανε καλός. Κρατεί τις υποσχέσεις.
Kαι μ' ενδιαφέρον φρόντισε να ντύσει τη φωνή του
(κάποια στιγμή πλησίασε τα όρια του ευαισθήτου).

Να μου μιλήσει του 'πανε-τι να 'κανε κι εκείνος
τους το 'ταξε και πράττοντας ως πάντοτε υπευθύνως
με πήρε. Πέρασε κι αυτό μέσα στα τελειωμένα
γι αυτούς που του το ζήτησαν… για κείνονε… για
μένα...
Στη  Sarah Ann
(τη νιογέννητη κορούλα τής Τζούντυ)
(Αμερική)

Όταν κάνεις σε μια μάχη συνεχείς υποχωρήσεις
τι καλά είναι να βλέπεις ότι έρχονται ενισχύσεις...
Kαι τι κέρδος στον αγώνα των ανθρώπων με τα κτήνη κατά μιαν έστω μονάδα η Ανθρωπιά τους ν' αβγατήνει...

Έτσι τώρα όπου ανθρώποι και ψυχές όπου ανθίζουν
τη Sarah Ann όλες κοιτάζουν κι όλοι αυτήν καλωσορίζουν.
Κι είσαι συ που έχεις Τζούντυ τον στρατιώτη αυτόν χαρίσει
στους ανθρώπους-συ την έχεις λίγες μέρες πριν γεννήσει..

Και αφού απ' το δεντρί σου η Sarah Ann είναι κλωνάρι φυσικό είναι τους χυμούς σου και τα δώρα σου να πάρει.
Και τι όμορφο που είναι! Τι γλυκούλι στρατιωτάκι! Πρώτη της φορά η Φύση τέτοιο έφτιαξε μωράκι.

Τι χειλάκια τρυφερούλια-σαν ανθένια πεταλάκια'
τι ματάκια λαμπερούλια-σαν μικρά δυο αστεράκια.
Τι ροδοπλασμένα αυτάκια! τι μυτούλα ζαχαρένια!
τι χεράκια! τι λαιμάκια! Και στην όψη τι ευγένεια!

Και τι έκφραση εξυπνούλα και τι γλύκα που μεθάει
το μικρούλι προσωπάκι σ' όσους το θωρούν σκορπάει…
Α! Και όταν το μωρό σου λίγο Τζούντυ μεγαλώσει
τι καρδούλες που θα κάψει τι καρδούλες που θα λιώσει..

Μα κι αχτίδες καλοσύνης κι ανθρωπιάς και ήθους μύρα
όπου πάει κι όπου γυρίζει θα σκορπάει εναγύρα.
Αλλά Τζούντυ, μέχρι τότε φρόντιζε και πρόσεχέ το
κι όπως κάνεις μέχρι τώρα σαν το φως σου φύλαγέ το.

Α! Και κάτι άλλο ακόμα: τις ωραίες όταν μέρες
για βολτούλα τηνε βγάζεις σαν τις άλλες τις μητέρες
κάθε μια σας τ' όνομά της (έτσι μου 'ρθε μια σκέψη)
να 'χει πάνω της γραμμένο μη κανείς και σας μπερδέψει…