Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

          ΤΟ ΤΩΡΑ

Σκόνη χρυσή που κάθοντας
πάνω στα περασμένα
δίνεις το κάλλος στ’ άσχημα
τη γεια στα πονεμένα,

που δίνεις πλούτο στα φτωχά
δίνεις στα γκρίζα χρώμα
και μέλι κάνεις γκυκερό
κάθε πικρό μας πιόμα,

σκόνη χρυσή που απόμεινες
η μόνη μας ελπίδα
έλα σε μας. το άπατο
του χρόνου ρυάκι πήδα

και μείνε μέσα στο Παρόν.
Τα μαγικά σου δώρα
ανάγκη έχει όχι το Χτες
μα πιο πολύ το Τώρα.


(SHERRY)
ζ.

Ο  ΒΡΟΝΤΟΣΑΥΡΟΣ

Στις αφύσικες καμπυλότητες του κεφαλαίου μι
είναι χτισμένο το κέντρο.
Μέσα του τα ατσάλινα ρομπότ παίρνουν τον καφέ τους.
Μπαίνω και περιμένω να περάσεις όπως κάθε μέρα.

Στους τοίχους περπατούν χορεύοντας
πολλοί μικροί road runners.
Απρόσεκτοι πέφτουν μέσα στα ποτήρια.
Οι ατσάλινοι τους καταπίνουν.

Ακόμα το χτες από δω δεν έχει φύγει.
Υγρό ιξώδες όλα περιβάλλει.
Οι ατσάλινοι αυτό έχουν στο μέρος της κεφαλής.

Ένα χέρι ανοίγει το ραδιόφωνο.
Ακούγεται η φωνή του αρχηγού:
"We insist.." Ζητωκραυγές.
Το ραδιόφωνο κλείνει.

Την ίδια στιγμή μπαίνεις νωχελής και εύχαρις.
Με κόβεις σε εκατό κομμάτια και με διαμοιράζεις.
Απορώ: "Γιατί SHERRY;"
Απορείς με τη σειρά σου: "Αλλιώς θα φάνε εμένα!"
Σε κατανοώ.

Άλλο ένα πρωί πέρασε.
ΤΑ  ΔΡΥΙΝΑ

Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.

Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.
Το σούρουπο έρπον καταφθάνει. Ανύποπτα
αμετάτρεπτα
κυκλώνει τα δάχτυλα του απομεσήμερου
ΝΑ ΤΑ ΦΥΛΑΤΕ

Όταν δειτ' ένα κομμένο
άνθος κάτω πεταμένο
μη καλοί μου το πατήστε
κι ούτε κάτω να τ’ αφήστε.

Και τα δυο τα χέρια απλώστε
στοργικά να το σηκώστε
και να το ’χετε μαζί σας
σα χαρά και σα γιορτή σας.

Κι αν σας βρουν κακές ημέρες
κι αν η βάρκα βγει σε ξέρες
κι αν σας θλίβουν όλοι οι τόποι
κι αν σας διώχνουν οι ανθρώποι

τότε βγάλτε και μυρίστε
το λουλούδι-θ’ απορήστε
πώς λησμόνια και γαλήνη
ενα ανθάκι τόση δίνει.

Και οι πόνοι σας θα γιάνουν
και οι θλίψες θα μαράνουν
και θα γίνουν ευωχία
τ’ άσημά σας τα ψιχία.

Σημασία λίγη δώστε
κι ό,τι λέω φίλοι νιώστε:
τ’ άνθη μη-μη τα πετάτε
στην ψυχή να τα φυλάτε.
ΓΕΡΑΣΑΜΕ

Γεράσαμε.

Σαν σιδερένιες πόρτες που σκουριάσανε.

Κι ούτε προσέξαμε
πότε άρχισε το χρώμα να μας ντύνει το κεραμιδί.
Κι ούτε θυμόμαστε
πότε ακούσαμε το πρώτο τρίξιμο ή
τη μέρα που οι αρμοί μας
στη συνηθισμένην ώθηση δυστρόπησαν.
Όλα ήσυχα και σαν διακριτικά εγίναν.

Σκουριάσαμε.

 Και το κλειδί κάθε πρωί
με πιότερη όλο δυσκολία μας ανοίγει.
   ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΜΟΣ
Στο σπίτι μέσα κλάματα και θρήνος.
Πενθούν για μία κόρη πεθαμένη.
Στο διπλανό το σπίτι που ένας τοίχος
από το πρώτο το χωρίζει
γέλια τραγούδια και χαρές-
το γιο τους τον μονάκριβο παντρεύουν.

Και πήγε ένας κουμουνιστής
και γκρέμισε τον τοίχο.
WAITRESS 
(Αμερική)

Ήταν ψηλή με πρόσωπο ωραίο.
Λίγο αδύνατη αλλά με συμμετρία.
Το σώμα έμοιαζε πιο νέο
για τη μεγάλη της την ηλικία.

Μια εμφανής σεμνότης την κρατούσε.
Συχνά γελούσε μα αρκετά συγκρατημένα.
Για φαγητό καθώς ρωτούσε
τα μάτια είχε κατεβασμένα.

Για ένα μεσόκοπο σαν εμένα
σωστό μου έμοιαζε να την παντρευόμουν
έτσι όπως μ’ είχανε ξεχασμένα
όσοι ασίγαστα εγώ σκεφτόμουν.

Σ’ ένα παιδί που ήξερα δυο χρόνια
καθώς ετρώγαμε μίλησα με ζέση
(είχανε φύγει τα γκαρσόνια):
«αυτή εκεί η γυναίκα μου αρέσει…»

Σαν να μιλούσε στον εαυτό του
"μ’ ένα ’κατόφραγκο", μου λέει, "ξαπλώνει υπτίως''.
Και γύρισε στο φαγητό του.
Δολάρια εννοούσε ο αχρείος.
                         ΟΙ ΦΙΛΟΙ

"Τους φίλους τους μικρούς θα παραιτήσω
και συντροφιές μεγάλες θα 'βρω-
στο νουν και στην ευγένειαν και στα ήθη-
κι εις το εξής μ’ ομοίους μου και μόνο θα μιλώ"-
έτσι σκεπτόταν, έτσι επάσχιζε
έτσι του ’πρεπε πραγματικά.

Μα όταν έφθανε της μοναξιάς το χάος
εις φίλους έτρεχε μικρούς να το πληρώσουν.
Και τα κοινότατα άρχιζαν
οι γυναίκες
τα χαρτιά…

Αυτούς τους φίλους τότε τους ευγνωμονούσε.
Καλά που βρίσκονταν κι αυτοί-
στις τέτοιες του στιγμές
ποιος θα τον δέχονταν
μεγάλος…
ΠΕΡΙΠΟΥ ΣΤΙΣ ΕΞΗ

Περίφροντις ασθμαίνεις αμυνομένη.
Ανάκλασις κατόπτρων ερυθρών αι ζέουσαι εναντιώσεις σου.

Κάθε πρωί η ημέρα
σε ένα εμβρόντητο πανέρι σε αποθέτει
και σε περιφέρει ανέκφραστον και ηδείαν.

Θάμβος και ίλιγγος σε διαπερνούν δι ολίγον
όταν με τα γυμνά ξίφη μας διασταυρούσαι.

Τα όρη ανατείνονται τανύοντα τα υπόγεια πόδια των
και σε φιλούν διερχομένην.
Εσύ τότε γελάς.

Αναλλοίωτη και τερπνή υπάρχεις.
Τα άνθη του φωτός ακαταπαύστως δακρύοντα
σε ραίνουν.
Εξ ου η δρόσος της φωνής σου
εξ ου τα μικρά ρυάκια ελέους
που από τ' ακροδάχτυλα των κάτω άκρων σου αναβλύζοντα
ξεδιψούν την απελπισία μας.

Ανάρμοστη κίνησις δεν υπάρχει στο πλησίασμά σου.
Αρμονικά όλα τα ιστία σου δένουν.
Η θάλασσα την γαλήνη σου εκφράζει κοπάζουσα.
Δεν είσαι μόνο μία σχεδία στο πέλαγος,
μα και το στήριγμά της.

Όταν στην απρόσμενη κάθοδο των πάμφωτων άστρων
τα ουράνια πλατύνονται ανοιγόμενα,
το άνοιγμα των χεριών σου μιμούνται όταν
το μέγεθος του αλιεΰματός σου ελαστική περιγράφεις
(πάραυτα τα αλιεύματα μεγεθύνονται υπερβάλλοντα
την κατάδειξιν)΄
και αυτό το γνωρΐζεις,
αλλά προσποίείσαι εσωστρεφή απορίαν.

Η συντροφιά διαλύεται περίπου στις έξη.
Στις εφτά όλοι σχεδόν έχουν κοιμηθεί.
Ιδίως όσοι αύριο έχουν δουλειά.
Αγρυπνώσα τους παραστέκεις.
Ο  ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Χαρταετός είμαι ψηλός
που πλέω στους αιθέρες
ξένιαστες νύχτες κι όμορφες
χαρούμενες ημέρες.

Μ' αστέρια κάνω συντροφιά
τις νύχτες, και τη μέρα
στον ήλιο μας το βασιλιά
λέω πρώτος καλημέρα.

Πετώ, βουτώ, λικνίζομαι
χάνομαι, ξαναβγαίνω
με τα πουλιά στο πέταγμα-
στη χάρη παραβγαίνω.

Κι η φουντωτή μου η ουρά
στολίδι και χαρά μου
αυτή και πόδια και καρδιά
και χρυσωπά φτερά μου.

Η μοναχή σκοτούρα μου
ο σπάγκος που με δένει
σαν αφαλός μου με τη γη-
που διόλου δε σωπαίνει

μόνο συνέχεια μουρμουρά
στ'  αυτί μου: "δίχως  ’μενα
όλα όσα πριν αράδιασες
θα  ’ταν για σένα ξένα".

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015



(SHERRY)

στ.

ΣΎΓΧΥΣΙΣ

Η ελαφρά μουσική που ασταμάτητα παίζει το ραδιόφωνο
σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια εκτονώσεως
έρπει στο πάτωμα
και σκαρφαλώνει ως τ'  αυτιά
ματώνοντας με τα δόντια της το κορμί μου.

Μερικές νότες σκαλώνουν για λίγο ή για πολύ
στις χαραματιές του δαπέδου
ενώ οι διπλανές προχωρούν κανονικά.
Το ακουστικό αποτέλεσμα τότε είναι συγκεχυμένο.
             ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ


Σήμερα θα ’ρθω όχι όπως πρώτα
με ρόδα και με δάφνες στολισμένος-
σήμερα θα ’ρθω με τα χνώτα
του μίσους και του σκότους τυλιγμένος.

Δε θα ’χω σήμερα γιρλάντες
πλεγμένες από φως κι από λουλούδια
και του θανάτου τις μπαλάντες
θα λέω αντίς χαρούμενα τραγούδια.

Σήμερα θα ’χω της ελπίδας
το σάπιο το κορμί στην αγκαλιά μου
κι ούτε το φως μιας ηλιαχτίδας
δε θα φωτίζει τα μαλλιά μου.

Το στόμα θα ’χω σφραγισμένο
με κρύα νεκροφιλήματα και θα ’χω
επάνω στ’ όνειρό μου το θαμμένο
κυλήσει του χαμού το μέγα βράχο.

Και τότε εγώ να δω ποια θλίψη-
ποια λύπη θα μπορεί να με πληγώσει-
ποια θύελλα θα μ’ έφτανε στα ύψη
που η Παραίτηση μ’ έχει ανυψώσει.

Και τότε εγώ να δω ποιο κάλλος
μπορεί να συγκριθεί με το δικό μου.
Και τότε εγώ να δω ποιος άλλος
μισεί όσο εγώ το εαυτό μου.
           ΞΕΡΡΙΖΩΜΕΝΟΙ
                (Αμερική)
Αρίζωτοι στη νέα κι απ’ την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.

Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι
και λεν: "η αγαπημένη μας πατρίδα"
όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.
ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ
 {Αμερική)

Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.

Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.

Πρέπει να είναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.
ΠΕΘΥΜΗΣΑ…
(Καλιφόρνια-Αμερική)

Μυστήρια που ’ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου!

Πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κατ’ απ’ του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξίγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει βρε αδερφέ πως την πειράζω...

Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν’ αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς, χιονισμένους χειμώνες.

Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.


Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που ’χουν λάκκους
πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους
πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με τους μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα άγρια πωλητές να με κοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.

Να βρεθώ επεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.

Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ’ ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!


Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ’ ό,τι πούνε
τ’ αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.

Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.

Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο-
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!
                             -----
Τη Σπάρτη, το προπύργιο του βασιλικού θεσμού διάλεξε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να γίνει επίτιμος δημότης της.
Και μάλιστα την ημέρα της άλωσης της Ισταμπούλ-μιας πόλης πρωτεύουσας ενός Βασιλείου ελληνικού όσο και ιταλικού, βαλκανικού, σλαβικού, αρμενικού, μικρασιατικού, για να μην πω και αιγυπτιακού και βοριοαφρικανικού.
Μήπως ο Τσίπρας διάλεξε τον κύριο Παυλόπουλο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας επειδή σκοπεύει αφού αλλάξει την Ευρώπη να αλλάξει και τον κόσμο καταλαμβάνοντας την Τουρκία πρώτη πρώτη, έθνος ελληνικότατο;

Αν εγώ ήμουν Πρόεδρος Δημοκρατίας θα διάλεγα να ονομαστώ επίτιμος εργάτης ενός εργοστασίου και στο λογύδριο που θα εκφωνούσα θα έλεγα:

«…έχω ιερό χρέος να υπερασπισθώ, δίχως παρεκκλίσεις και εκπτώσεις, πρώτον, την πάλη κατά της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς, της διαπλοκής και συνακόλουθα τα οικονομικά
 μας δίκαια, όπως αυτά καθορίζονται με βάση την ισότητα έναντι του νόμου του συνόλου των ελλήνων, και, δεύτερον, την αδιατάρακτη πορεία της Χώρας μας προς τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και την Ειρήνη, πορεία, η οποία συνδέεται αναποσπάστως και με τον συνεχή αγώνα όλων εκείνων που σέβονται την ανθρώπινη προοπτική για την τελική οικονομική ενοποίηση της ανθρωπότητας.» 

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015




SCHERRY
ε.

ΕΑΡ

Έαρ αντίξοον και κνησμώδες
έαρ αντίστροφον και δυσώδες-
έτσι το έαρ μου κατάντησες
και γιατρειά δε βρίσκεται γιατί
πληθυντικό το έαρ δεν έχει-
ενικό λεπτεπίλεπτον και πρισματικόν έχει.
                   ΔΕ ΔΥΝΑΣΑΙ

Την κατάρα βρόντησες κι έβρεξες οργή-
’πανωτές οι συφορές κι η γαλήνη αργεί.
Ρίξε κι άλλον κεραυνό-ρίξε αστροπελέκι
το κορμί που ρήμαξες στο ’να πόδι στέκει.

Ρίξε κακοβούλητε! Ρίξε και τη μαύρη
τη ζωή μου ρήμαξε. Μα ποτέ δε θα 'βρει
δίκιωση η κάκια σου: κι αν θα μ’ εξοντώσεις
ένα πράγμα μόνο συ δε θα μου σκοτώσεις:

Πέρασα από δω κι εγώ! Πέρασα κι εγώ!
Λυώσε με-τα ίχνη μου θα 'ναι πάντα εδώ!
Κι όλους αν τους κόσμους σου πύρινη τους φτιάξεις
λάβα καί τον κόσμο μας τονε ξαναπλάσεις
μόριο από τη λάβα σου θα ’μαι για να σκάσεις-
μ' έπλασες-δε δύνασαι πια vα με χαλάσεις.
ΑΛΙ

Ξέρω κάτι τι
ξέρω κάτι
για την ακριβή
την αγάπη.

Ξέρω κάτι τι
κάτι μέγα
που ούτε οι σοφοί
δε θα λέγαν.

Θλίβει και πονά
και τρομάζει
και τα ιδανικά
όλα σκιάζει.

Όμως θα το πει
τούτη η πέννα
δίχως να σκεφτεί
ούτε εμένα.

Κλείσετε το νου
 να μη νιώσει
το φριχτό παντού
μην προδώσει.

Κι αν το μάτι δει
τα γραμμένα
κάποιος ας του πει
πως ειν’ ψέμα.

Γιατί η καλή-
ζωή να ’χει-
η αγάπη-αλί!
δεν υπάρχει.
ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Αφού περίμενα
περίμενα
περίμενα
και δεν ήρθες

πήρα τηλέφωνο
τηλέφωνο
τηλέφωνο
μία φίλη

κι ότι θα μου ’δινες 
θα μου ’δινες
θα μου ’δινες
με το ζόρι

αυτή μου το ’δωσε
μου το ’δωσε
μου το ‘δωσε
μ’ ένα ρόδο.
(από τα «ΛΟΓΙΑ»)
(26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015)
ΛΕΣ;

Λες το παιδί αυτό
με μόνο το καθάριο βλέμμα του
να γυρίσει ανάποδα την οικουμένη;
Λες στην ηρεμία του
να απαγκιάζει τόση ακμαιότητα
που εμπόρων πάγκους να γκρεμίσει;
Λες η αποφασιστικότητά του
χωρίς δρεπάνι και σφυρί
λαιμούς να πάρει άκοπα
και είδωλα χρυσά να θρυμματίσει;
(από τα «ΛΟΓΙΑ»)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ;

Μ’ ένα πόδι δεξιό
κι ένα πόδι αριστερό
πώς μπορεί πάνω στη γη
μια πατρίς να περπατεί;

Μ’ έναν πρόεδρο δανδή
Και πρωθυπουργό παιδί
Τι χαϊρι να ιδεί
Η πατρίδα η καψερή;

Κι είναι πρόοδος μια τέτοια
Που μας μέλει περιπέτεια;
Τι ο πρωθυπουργός φοβάται
Και τα τέτοια μηχανάται;

Αλλά έτσι Τσίπρα έρμε
Είτε θέλουμε ή δε θέμε
Ούτε πίσω ούτε μπροστά
Η Ελλάς θα προχωρά,

Παρά ακίνητη θα μένει
Σαν να είναι πεθαμένη
Αφού λίγο αν κινηθεί
Σωριασμένη θα βρεθεί.

Κρίμα στην αριστερή
Που πρεσβεύεις τακτική.
Την πατρίδα θες τ’ ανέμου;
Άλλαξε όνομα κανέμου,

Και σε όλους φώναξέ το
Να σε λέμε από φέτο
Όχι όπως ήσουν: ΣΥΡΙΖΑ
Μα όπως θα ’χεις γίνει: ΣΥ-ΝΔ-ΡΙΖΑ.

ΤΟ ΞΥΛΟ
(μονόπρακτο)
ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΑΖΑΝΙ
Νόρα, δεν έχω αντίρρηση αν επιμένεις να σου εξηγήσω. Όμως καλλίτερα δε θα 'τανε να φύγεις έτσι; Δε σου φτάνει που τώρα δε σ' αγαπώ και που-στο λέω-δεν πρόκειται να σε αγαπήσω; Υπόφερα κάποτε για σένα, θα υποφέρεις και συ για μένα λιγότερο ή περισσότερο, κι ύστερα θα με ξεχάσεις.

ΝΟΡΑ
Πώς το ξέρεις ότι θα σε ξεχάσω; Ώστε δεν πρόκειται ούτε να μ' αγαπήσεις ποτέ... επιμένω: πες μου τι συμβαίνει. Είσαι λοιπόν πεθαμένος κιόλας; Δεν μπορείς ν' αγαπάς πια; Όχι, δε θέλω να χωρίσουμε έτσι. Δύο χρόνια ζω με τη σκέψη σου να με βασανίζει ώσπου να τη δεχτώ. Δυο χρόνια γνώρισα όλα τα σπαθιά κι όλες τις πυρκαγιές της. Μετά το σπαθί έρχεται το αίμα, μετά τη φωτιά έρχεται η στάχτη. Δώσε μου τα να κλείσει η αυλαία στο θέατρο που παίζουμε οι δυο μας. Ακούω την καταδίκη μου.

ΑΖΑΝΙ
Αφού επιμένεις θα σου πω. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος πως θα καταλάβεις.

ΝΟΡΑ
Ω! Μη γίνεσαι υπερβολικά εγωιστής. Έδειξες αρκετά τον εγωισμό σου με τις δηλώσεις σου από την ώρα που ήρθα. Ξέρω... ξέρω... είσαι ειλικρινής.. Μα μη με θεωρείς τόσο κατώτερη πνευματικά. Αν οι γυναίκες είναι για σένα κατώτερα όντα, θεώρησε εμένα σαν μιαν από τις καλλίτερες απ' αυτές και σαν άξια να συζητήσει μαζί σου.

ΑΖΑΝΙ
Δεν κατηγόρησα τις γυναίκες. Τις τοποθέτησα απέναντι στον άντρα. Σε βλέπω αποφασισμένη όμως να πάρεις την απάντηση. Θα υποκύψω, αν και προσπάθησα να αποφύγω τη συνάντησή μας αυτή. Όταν λοιπόν μου είπες πως δε μ' αγαπάς και μ' έδιωξες, προσπάθησα με κάθε τρόπο να βρω μια λύση στο πρόβλημα που με βασάνιζε. Μια λύση που θα ανακούφιζε τον πόνο μου. Καρπός αυτής μου της προσπάθειας ήτανε το τέλος της αγάπης μου για σένα και η αρχή μιας καινούργιας-της αληθινής μου αγάπης.

ΝΟΡΑ
Μου είπες πως δεν αγάπησες άλλη.

ΑΖΑΝΙ
Και σου είπα την αλήθεια. Μα άφησέ με να σου μιλήσω. Σου είπα, μπορεί και να μη με καταλάβεις, μα αυτό θα φανεί. Για τώρα άκουσέ με.

ΝΟΡΑ
Σε ακούω.

ΑΖΑΝΙ
Τι άλλο όπλο είχα για να προσπαθήσω παρά το μυαλό μου; Άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι. Αφού με την ανάπτυξη της διανόησης ο άνθρωπος έφτασε στην αγάπη, σκέφτηκα πως ίσως με τη βοήθειά της θα γλίτωνα κι εγώ από
τα νύχια της. Διάβασα ιστορίες για ανθρώπους που αγάπησαν χωρίς ν' αγαπηθούν. Άλλες γι ανθρώπους που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν. Οι πρώτες έσβηναν με τον καιρό, οι δεύτερες σκοτώνονταν μ' ένα γάμο ή από τη συνήθεια. Δηλαδή δεν ήσαν αγάπες. Γιατί αγάπη σημαίνει ανυστερόβουλη αφοσίωση για πάντα. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι φτασμένος ακόμα στο σημείο να δίνει χωρίς να παίρνει σαν αντάλλαγμα κάτι. Στην περίπτωση της αγάπης άντρα και γυναίκας ο καθένας θέλει να πάρει από τον άλλονε. Δε δίνει τίποτε, καμώνεται καμιά φορά πως δίνει-να πάρει μόνο θέλει. Κι αυτό που θέλει να πάρει είναι η ευτυχία. Ευτυχία πάλι είναι να μην έχεις προβλήματα. Και αυτό είναι δυνατό μόνο αν κάποιος πάρει και λύσει τα προβλήματά σου. Όμως ο κάποιος αυτός, για να μπορέσει να κάνει δικά του τα προβλήματά του πρέπει να μην έχει δικά του. Πρέπει να αφιερώσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ανθρώπου που αγαπά-πρέπει να θυσιαστεί γι αυτόν. Πρέπει να γίνει δούλος του. Η αγάπη είναι δουλεία. Και αυτό ειναι αδύνατο για τους ανθρώπους. Η αγάπη είναι λοιπόν κάτι απραγματοποίητο, κάτι αδύνατο γι αυτούς. Η αγάπη είναι ένα ψέμα. Όταν έλεγα πως σ' αγαπώ, όταν λες πως μ' αγαπάς, λέμε ψέματα. Δίνουμε ψεύτικη σάρκα και οστά στις ελπίδες μας και χτίζουμε ένα φάντασμα όπως μας αρέσει. Και αυτό είναι ό,τι λέμε αγάπη. Τυραννιόμαστε για κάτι ανύπαρκτο. Παθιαζόμαστε για μιαν ουτοπία.

ΝΟΡΑ
Η ζωή μας είναι μικρή. Η ζωή μας είναι ψεύτικη. Τι είμαστε; Μια χούφτα χώμα που όλο κι όλο που ζητάει για να χαρεί, είναι να σμίξει με μιαν άλλη χούφτα χώμα. Σε μια ψεύτικη ζωή μια ψεύτικη αγάπη ταιριάζει. Τι θα 'θελες; Να γίνεις θεός; Να γνωρίσεις το άπειρο; Αγάπη είναι ό,τι λέμε πως είναι αγάπη. Αγάπη είναι να γεμίσεις με ψέμα ώστε να μην μπορεί τίποτε άλλο να χωρέσει μέσα σου. Ούτε η αλήθεια που θα 'δειχνε πόσο ψέμα είναι το ψέμα σου. Όμως αυτό το ψέμα τι όμορφο που είναι!

ΑΖΑΝΙ
Αυτή είναι η ανθρώπινη αγάπη αλήθεια. Μέσα σ' αυτό το ψέμα θα βύθιζα κι εγώ αν δεν καταλάβαινα την πλάνη μου κι εξακολουθούσα να σ' αγαπώ.

ΝΟΡΑ
Όμως με αυτό το ψέμα θα περνούσε όμορφα η ζωή μας. Κι εγώ θα ήμουν δική σου, αποκλειστικά δική σου. Θα ζούσα το ψέμα μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια-όπως έπρεπε. Θα τηρούσα όλους τους κανόνες.

ΑΖΑΝΙ
Θα ήσουν κοντά μου κάθε στιγμή;

ΝΟΡΑ
Και βέβαια.

ΑΖΑΝΙ
Θα εξακολουθούσες να δουλεύεις βέβαια.

ΝΟΡΑ
Φυσικά.

ΑΖΑΝΙ
Θα μπορούσες να ζήσεις έστω και ένα λεφτό μακριά μου κι αυτό το λες αγάπη;

ΝΟΡΑ
Μα... πώς...δε θα δούλευα;..

ΑΖΑΝΙ
Θα άνοιγες το στόμα σου για να μιλάς και σε άλλους άντρες κι αυτό το λες αγάπη; Και θ' άγγιζες κι άλλους άντρες;

ΝΟΡΑ
Η κοινωνία έχει τις απαιτήσεις της... Η ψυχή μου όμως η σκέψη μου και κάθε χτύπος της καρδιάς μου θα 'ταν για σένα.

ΑΖΑΝΙ
Και πώς αυτό θα το ήξερα εγώ;

ΝΟΡΑ
Θα στο 'λεγα κάθε στιγμή.

ΑΖΑΝΙ
Κι ό,τι θα 'θελα θα μου το 'δινες χωρίς να στο ζητήσω;

ΝΟΡΑ
Τα πράγματα που θα ήξερα πως τα θέλεις ναι. Τι ερωτήσεις είναι αυτές;

ΑΖΑΝΙ
Η αγάπη δε ζει στα όρια της κοινωνίας. Και αγάπη δεν είναι να λες σ' αγαπώ. Αγάπη είναι να είσαι μαζί. Για όλα αυτά αγάπη δε γίνεται να υπάρξει ανάμεσα σε ανθρώπους. Οι ελπίδες δε φτερώνουν. Από την άλλη πάλι η ευτυχία βρίσκεται στην αγάπη, που θα πει στη δουλεία.

ΝΟΡΑ
Λοιπόν έπαψες να θέλεις να είσαι ευτυχισμένος;

ΑΖΑΝΙ
Δεν θέλω να είμαι. Είμαι ευτυχισμένος. Αγαπώ και αγαπιέμαι. Αληθινά και όχι ψεύτικα.

ΝΟΡΑ
Πώς αφού δεν υπάρχει αληθινή αγάπη ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα;

ΑΖΑΝΙ
Σου είπα-δεν αγαπώ καμία γυναίκα.

ΝΟΡΑ
Και τι αγαπάς;

ΑΖΑΝΙ
(Δείχνει το ξύλο πάνω στο τραπέζι)
Αυτό.

ΝΟΡΑ
Τι είναι αυτό;

ΑΖΑΝΙ
Δε βλέπεις; Ένα ξύλο.
(Σιωπή)

ΝΟΡΑ
Αγαπάς ένα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Ναι.

ΝΟΡΑ
Αστειεύεσαι μαζί μου.

ΑΖΑΝΙ
Σου είπα πως δε θα καταλάβαινες.

ΝΟΡΑ
Τι βρίσκεις στο ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Ό,τι δε βρήκα πουθενά αλλού.

ΝΟΡΑ
Πώς μπορεί ο άνθρωπος ν' αγαπήσει ένα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Αν καταλάβαινες, θα παραξενευόσουν περισσότερο πώς μερικοί άνθρωποι αγαπούν το θεό, τη γάτα, το σκύλο τους, τη συλλογή των γραμματοσήμων τους κι όχι πώς εγώ αγαπάω το ξύλο. Αγάπη είναι ν΄ αγαπάς. Κάτι. Ο,τιδήποτε. Να του δώσεις εσύ την ύπαρξή σου και κείνο να σου δώσει τη δική του. Να σε νιώσει και να το νιώσεις.

ΝΟΡΑ
Η αγάπη του θεού προϋποθέτει πίστη. Η αγάπη για το σκύλο μας είναι μια παραξενιά. Ως για τα γραμματόσημα, αυτό είναι ένα από τα πολλά χόμπι.

ΑΖΑΝΙ
Με όποιον τρόπο και να σκεφτείς αγαπώ το ξύλο μου αυτό. Και με όσους ακόμα ούτε περνούνε από το μυαλό σου. Ούτε ακόμα από το δικό μου μυαλό.
Αγαπώ και αγαπιέμαι. Είμαι ευτυχισμένος. Δε θέλω άλλη, ψεύτικη αγάπη. Αγαπώ με την πραγματική αγάπη. Με κείνη που οι ψυχές ενώνονται στην αιωνιότητα. Με κείνη που το αντικείμενό της είναι ο κόσμος όλος για μένα και εγώ είμαι όλος ο κόσμος γι αυτό.
Δε λείπει στιγμή από κοντά μου. Δε μιλάει με άλλους ανθρώπους. Προλαβαίνει κάθε μου επιθυμία. Είναι ο φύλακας άγγελός μου. Αλλά κι εγώ του χαρίζω κάθε μου σκέψη και όλη μου την αφοσίωση. Το λατρεύω. Και τώρα που έμαθες, σε παρακαλώ άφησέ με να το πάρω στην αγκαλιά μου, να το έχω πάνω μου. Δεν μπορώ να κάνω ούτε στιγμή δίχως εκείνο, ούτε αυτό χωρίς εμένα. Τόσην ώρα που μιλάμε μου ζητάει να το πάρω.

ΝΟΡΑ
Σου ζητάει να το πάρεις; Πώς στο ζητάει;

ΑΖΑΝΙ
Μου μιλάει-πώς αλλιώς;

ΝΟΡΑ
Όταν σε γνώρισα πριν δυο χρόνια ήσουν καλά στα μυαλά σου. Φαίνεται όμως πως στο μεταξύ κάτι έπαθες καημένε μου Αζανί.

ΑΖΑΝΙ
Ό,τι και να πεις σε δικαιολογώ. Δεν μπορείς να καταλάβεις. Για σένα είναι φυσικό να λες αυτά που λες.

ΝΟΡΑ
Τι να καταλάβω; Πως αγάπησες ένα ξύλο και πως σ' αγάπησε κι αυτό;

ΑΖΑΝΙ
Ακριβώς. Όμως θα το πάρω. Μη με παρεξηγήσεις αν μπορείς.
(Παίρνει το ξύλο και το σφίγγει στην αγκαλιά του. Στη συνέχεια της συζήτησης το κρατεί στην αγκαλιά του σαν κάτι αγαπημένο)

ΝΟΡΑ
Σοβαρά μιλάς λοιπόν; Αγαπάς αυτό το… το πράγμα.

ΑΖΑΝΙ

Ακριβώς.

ΝΟΡΑ
Ένα κρύο, άψυχο, σκληρό, άκομψο, αστείο αντικείμενο; Ένα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Ναι, ένα ξύλο.

ΝΟΡΑ
Γι αυτό έπαψες ν' αγαπάς εμένα;

ΑΖΑΝΙ
Δεν έπαψα να σε αγαπώ, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει.

ΝΟΡΑ
(δυνατά)
Αγάπη είναι για τον άντρα ν' απλώνει τα χέρια του και να φουχτώνει τα δυο στρογγυλά, θερμά, σπαρταριστά μήλα της γυναίκας. Αγάπη είναι για τον άντρα ν' αγκαλιάζει με οικειότητα το γυμνό κορμί της γυναίκας κι εκείνη να μη τον απωθεί. Αγάπη για τον άντρα είναι να φιλάει δυο γυναικεία χείλια. Είναι να μπορεί ν' ανοίγει τα πόδια της γυναίκας και να βλέπει ανάμεσά τους την Κόλαση ντυμένη ρούχα παραδείσου. Δεν είναι να 'χει παρέα του ένα ξύλο.

ΑΖΑΝΙ
Αυτό που λες δεν είναι αγάπη. Αυτό είναι ένας πόθος από τους τόσους που μας παιδεύουνε στη ζωή. Είναι κάτι ασήμαντο. Η αγάπη είναι δουλεία-αυτό είναι η αγάπη.

ΝΟΡΑ
Είσαι δούλος αυτού του ξύλου;

ΑΖΑΝΙ
Και αυτό δούλος δικός μου.

ΝΟΡΑ
Και είναι πάντοτε δίπλα σου-κοντά σου;


ΑΖΑΝΙ
Πάντοτε, γιατί το παίρνω μαζί μου πάντοτε.

ΝΟΡΑ
Και προλαβαίνει κάθε σου επιθυμία;

ΑΖΑΝΙ
Ναι. Όμως επειδή δεν μπορεί να κινηθεί και να με υπηρετήσει, κάνω εγώ για τον εαυτό μου εκείνα που μου λέει, δείχνοντάς μου έτσι το διαρκές ενδιαφέρον του για μένα.

ΝΟΡΑ
Σου μιλάει λοιπόν το ξύλο;
(συνεχίζεται)

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015



(SHERRY)

δ.

ΣΑΝ  ΦΡΟΎΤΟ

Η βραδινή δραστηριότητα αρχίζει το πρωί.
Καμία βελόνα σπασμένη.
ΟΙ κλωστές όλες δουλεύουν.
SHERRY χάνομαι!
Το ύφασμα θα κοπεί στις δώδεκα.
Γράψιμο αμέσως μετά.

Σε ποια κερασιά ανθείς SHERRY;
Ή καρποδένεις; Ή μήπως κιόλας τρώγεσαι
SHERRY αναπάντεχη;
Εγώ όμως σε κρατώ μέσα στην αδιαφορία μου
σαν φρούτο ανύποπτο.