Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΦΛΩΡΑ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


Συνάδελφοι στο ίδιο γραφείο; Ο κοντυλοφόρος γίνεται κάθε στιγμή κοντάρι έτοιμο να χωθεί στο στήθος του συνάδελφου. Και οι σύζυγοι ενωμένοι μόνο τις στιγμές που σαν γουρούνια κυλιούνται πάνω στο βρωμερό κρεβάτι τους. Και τότε ενωμένα τα κορμιά τους μόνο. Οι παραδόσεις τους, οι καταγωγές, οι φυλές, οι ρίζες τους, μάχη και την ώρα εκείνη δίνουν. Ο φόβος! Ο φόβος είναι που ενώνει τα υποταγμένα όντα. Και όχι ο φόβος για τα άγρια θηρία ή για τα στοιχεία της φύσης, αλλά ο φόβος του ενός υποταγμένου όντος για το άλλο. Ο φόβος που πρέπει να χωρίζει τα ανθρώπινα όντα το ένα από το άλλο, ο ίδιος φόβος είναι που, επειδή είναι τόσο ισχυρός, σπρώχνει τελικά τον ένα κοντά στον άλλο. Για να μπορεί να βλέπει καλά καλά ο ένας τα χέρια του άλλου άδεια από όπλα. Τόσος τόπος στη γη κι εκείνοι μαζεύονται σε λίγες πόλεις, κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, τρώνε ο ένας πάνω στον άλλο, δουλεύουν ο ένας πάνω στον άλλο, γιατί; Από το φόβο. Και φτιάχνουν οι δυνατοί λέει νόμους, που τάχα προστατεύουν τους πολίτες. Νόμοι: η επίσημη σκλαβιά. Όταν κατάλαβα κι εγώ πως είμαι σκλάβα, κοίταξα γύρω μου και είδα δούλους κι αφεντικά. Αηδίασα. Αυτή είναι λοιπόν η ζωή; Μια δουλεία-με χειρότερη αυτή των αφεντικών; Άφησα την ίδια στιγμή την πόλη όπου ζούσα, παράτησα τα πάντα και ήρθα εδώ. Έχτισα ετούτο το καλύβι. Έχω κότες, βάζω χόρτα. Είμαι ανεξάρτητη από όλα. Στην αρχή μου έλειπαν πολλά από όσα είχα στο σπίτι μου στην πόλη. Υπόφερα. Μα η χαρά και η αγαλλίαση που ήμουν εγώ η μόνη που κανόνιζα πια τη ζωή μου, ξεπέρναγαν τις ταλαιπωρίες μου. Μου έλειψε η άνεση, μου έλειψε ο άντρας, μου έλειψε η επίδειξη, μα όμως τι αντάλλαγμα μεγάλο για την έλλειψη όλων αυτών η ανεξαρτησία! Πόσο απάνθρωπη ήμουν εκεί… πόσο κι εγώ ήμουν ένα υποταγμένο ον! Τώρα είμαι ελεύθερη και γι αυτό ευτυχισμένη. Ό,τι κάνω το κάνω για μένα. Είμαι αυτάρκης και γι αυτό αξιοπρεπής. Καμία εξάρτηση, καμία υποχρέωση, κανένα δικαίωμα άλλο, παρά το μεγάλο και μοναδικό δικαίωμα που μου δίνει το ότι γεννήθηκα. Όλα τα άλλα καθήκοντα και όλες οι άλλες υποχρεώσεις είναι πλαστές. Μόνη μου! Μόνη μου με τα φυτά, τα ζώα, τη συνείδησή μου, το χώμα, τον ουρανό.… Σ’ αρέσει εδώ βλέπω αρκουδίτσα μου. Τι ζητάς στην ποδιά μου όμως; Όχι, δεν έχω μέλι εκεί ούτε άλλο φαγώσιμο. Να, όλα αυτά τα έχω εδώ, σ’ αυτό το πανέρι. Απ’ αυτό παίρνω και σου δίνω, αλλά συ δεν καταδέχεσαι να πάρεις κάτι να φας. Καλά, θα τα πετάξω στα τσακάλια και στις νυφίτσες που έρχονται το βράδυ. Συ κάτσε και άκου με που μιλάω. Μιλάω και για σένα αφού εσύ δεν μπορείς να μιλήσεις ανθρώπινα. Άκου με. Θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, κοινωνία, όλα βιαστές. Βιαστές της ελευθερίας του ανθρώπου. Βιαστές της μεγαλοσύνης του, της αξιοπρέπειάς του, της δύναμής του ακόμα. Κάνουν τη δύναμή του αδυναμία. Και ο άνθρωπος ζητάει, παρακαλεί, εκλιπαρεί αντί να παίρνει, αντί ν’ αρπάζει, αντί να κατέχει τέλεια και υπεύθυνα όλες τις συνιστώσες του. Πουλιά μου εσείς, άραγε είσαστε ελεύθερα εσείς που, τουλάχιστο, πετάτε-που όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί για σας; Όχι. Γιατί ζευγαρωμένα συχνά σας βλέπω ή σε κοπάδια. Όταν κοιτάζοντας ψηλά βλέπω να στρίβετε όλα μαζί, να φτερουγάτε αντάμα, να ταξιδεύετε σαν φυλακισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, πόσο πονώ… γιατί το συντρόφεμα αντιστρατεύεται την ελευθερία. Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Κακόμοιρα άμυαλα όντα! Ντροπή του ανθρώπου! Κάποτε πολεμούσα τους παπάδες, τους θεούς τους, τις θρησκείες τους. «Δεν πιστεύω», έλεγα και συνέχιζα κακολογώντας όλα αυτά σαν να με ενοχλούσαν. Ήθελα να δείξω τότε σ’ όλους την ανωτερότητά μου. Τώρα όμως άλλαξε αυτό. Τώρα είμαι άπιστη χωρίς εμπάθεια για τους «πιστούς», τους παπάδες, τους θεούς. Τώρα αδιαφορώ γι αυτά. Θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες μπροστά σ’ ένα άγαλμα του Βούδα, ή να μεταλάβω αν αυτό θα ευχαριστούσε ένα βουδιστή ή ένα χριστιανό. Μόνο ντροπή νιώθω ακόμα που λέω πως είμαι άπιστη, ντροπή γιατί πρέπει να δηλώσω κάτι που είναι υποχρέωση του ανθρώπου, απόδειξη της ευφυίας του και αυτονόητο, όσο το πώς το μαχαίρι σκοτώνει. Ντροπή νιώθω και για ό,τι δω όταν ρίξω τριγύρω το βλέμμα μου. Στα σχολεία, στην αγορά, στους πολέμους, στη στάχτη, στις ψυχές των υποταγμένων όντων, σε ό,τι για τους άλλους κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο «ευτυχίας». Ντρέπομαι που έχω μυαλό και που μπορώ έτσι να νιώθω εκείνους που δεν έχουν. Κακόμοιρα όντα! Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Και πόσο φοβούνται το θάνατο! Δε θέλουν να πάψουν να υπάρχουν. Λες και θα μπορούσαν και να το ’θελαν ακόμα. Πόσες φορές έχουν πεθάνει ως τώρα στη ζωή τους και δεν το ξέρουν… τόσο πολύ αγάπησαν τον εαυτό τους τα υποταγμένα όντα; Τόσο το σχήμα του ανθρώπου μέσα στ’ άλλα τους έθελξε; Δε βλέπουν το κάλλος του άνθους; Δε νιώθουν τη δόξα των λόφων; Δεν τους τυφλώνει η λαμπρότητα της πέτρας; Δεν ακούνε τη μελωδία του αέρα περνώντας από τη χαραμάδα του παράθυρου; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Δεν ήρθατε στον κόσμο-σας έφεραν. Δε ζήσατε. Άλλοι για σας έκαναν, είπαν, γέλασαν. Και δε θα φύγετε από τον κόσμο-θα σας διώξουν όποτε το θελήσουν οι δυνάστες σας. Καλή μου αρκουδίτσα μοναξιά και συ γυρεύεις; Τη βρήκες. Δεν είμαι άνθρωπος εγώ. Δεν είμαι τίποτα. Πες πως κιόλας έχω φύγει. Έτσι νιώθω. Πες πως κιόλας πέζεψα από το όχημα που οδηγεί από το Τίποτα στο Τίποτα. Ναι. Μόνο που πάω τώρα στο Τίποτα έχοντας κάνει πρώτα όλη την πορεία, έχοντας κλείσει τον κύκλο. Έχοντας βρεθεί στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησα, αλλά τώρα ξέροντας. Μα τι κάνεις αρκουδίτσα μου; Γιατί μου σηκώνεις το φουστάνι και βάζεις ανάμεσα στα σκέλια μου το χέρι σου; Ω! Μα δεν είσαι αρκουδίτσα. Είσαι αρκούδος. Και μάλιστα αρκούδος έτοιμος για το αρκουδίσιο σεξ σου. Μα τι θέλεις; Με μένα να ενωθείς; Πού πήγαν τόσες αρκούδες να πας μαζί τους; Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Μήπως δε σε θέλουν; Τέτοιον όμορφο αρκούδο και να μη τον θέλουν δεν το πιστεύω. Ή μήπως κάνω λάθος και δεν είναι αυτό το σεξ σου και είναι κάτι άλλο που εγώ, από αρκουδίσια ανατομία μη γνωρίζοντας το περνάω για σεξ; Για να δω… ναι, το σεξ σου είναι. Τις ίδιες ερωτήσεις –ξέρω- θα μπορούσες να κάνεις και συ σε μένα. Και ίσως μου τις κάνεις με την αρκουδίσια γλώσσα σου. Μα εγώ στο είπα, δε θέλω να κάνω έρωτα με κανένα από τα υποταγμένα όντα. Γιατί δε μου ταιριάζουνε. Γιατί δεν είναι γυμνοί όταν κάνουν έρωτα. Φοράνε τη βρωμιά τους όλη, φοράνε τη δειλία τους, φοράνε τη δουλοπρέπειά τους, φοράνε καλέ μου αρκούδε –φοράνε την υποταγή τους, έτσι που όταν τους αγκαλιάζεις, αγκαλιάζεις μαζί την ποταπότητα και τη χαμέρπειά που τους τυλίγει ολόκληρους με το γλοιώδες υγρό της-και πια τι μένει για τον έρωτα; Φοράνε ακόμα, φοράνε καλέ μου αρκούδε, φοράνε το ρολόι στους και κοιτάνε την ώρα και μετά τον έρωτα ντύνονται γρήγορα. Α! Πόσες φορές ήθελα να έχω για ερωτικό σύντροφο μια πέτρα, ένα βάτραχο, μια βαλανιδιά, ένα άχυρο… Ω! Τι υπέροχη επαφή θα ήταν αυτή με κάτι που δε σκέφτεται άλλο παρά τον έρωτα, με κάτι που δεν υποτάσσεται σε κανέναν, με κάτι αδέσμευτο από όποιαν άλλη υποχρέωση πλην από την άφεσή του σε ό,τι κάναμε την ώρα εκείνη μαζί… κι αν την ώρα της χαράς φυσούσε ένας αγέρας, το άχυρο θα έτρεμε, ο βάτραχος θα μισόκλεινε τα μάτια, η βαλανιδιά θα τραγουδούσε μισολιπόθυμα αξαίνοντας τον πόθο μας, η πέτρα θα ριγούσε (σκέψου, όλα δεν ταιριάζουν με τον έρωτα;) και το υποταγμένο ον τι θα έκανε; Θα μουρμούριζε «κρυώνω» και θα πήγαινε να φορέσει έξω από όσα μέχρι τότε φορούσε και κάποιο ρούχο. Σου λέω αλήθεια αρκούδε μου, ναι, αν ήξερα πως η πέτρα οργά για συνουσία, πως ο βάτραχος, το άχυρο, η βαλανιδιά ή ό,τι άλλο, με ποθούσαν, αμέσως θα δινόμουν στον ίλιγγο μαζί τους. Ό,τι οργά για συνουσία με βρίσκει πάντοτε έτοιμη. Θέλω να γεννήσω. Θέλω να δώσω. Θέλω να δοθώ. Θέλω να φτιάξω, να δημιουργήσω-μια δημιουργία δεν είναι όλα γύρω μας; Και πιο πολύ, δημιουργία δεν είναι όλα μέσα μας; Ένα άπλωμα, μια έκταση, μια πολλαπλότητα όλα… Τι κόσμους θα είχα ν’ απλώσω γύρω μου, ανοίγοντας μια κυψελίδα μόνο από τα πνευμόνια μου!..Θα φάνταζε μπροστά στους κόσμους αυτούς ο κόσμος που τώρα βλέπεις γύρω σου, σαν κόκκος άμμου στην έρημο μπροστά. Μα με ποιον; Και, αρκούδε μου, για ποιον; Για ποιον;.. Ναι, πια δεν έχω λάθος, ναι, το όργανό σου είναι αυτό που τρίβεις επάνω στο πόδι μου. Μα έπρεπε να το ’χω καταλάβει αμέσως όταν το είδα. Μάης είναι και το Μάη εσείς γιορτάζετε. Όπως οι κυρ-Μέντιοι. Μόνο που, ευτυχώς, δεν είναι ίδια μεγάλο με κείνων το όργανό σου. Αρκούδε μου πώς με κατάλαβες πως είμαι γυναίκα; Και ότι ταιριάζει η φύση η αρκουδίσια με τη δική μου; Ξέρω τι θέλεις να μου πεις, ότι ο έρωτας δε χωρίζει, ενώνει. Ναι, μα, αρκούδε μου, με μια γυναίκα; Μα και γιατί όχι; Αφού κι οι δύο θέλουμε γιατί όχι; Τι περισσότερο χρειάζεται απ’ αυτό; Και τώρα, με μας, εμείς είμαστε αυτοί που θέλουμε. Δεν είναι κάποιο υποταγμένο ον κάποιος από τους δυο μας, για να κάνει όχι ό,τι θέλει μα ό,τι του υπαγορεύουν οι δυνάστες του, που τόσο τους υπακούει τυφλά, ώστε να μην μπορεί ούτε να χαρεί το μοναδικό στη φύση ελεύθερο-τον έρωτα…  καλέ μου αρκούδε… θέλω και θέλεις… τι υπέροχο αίσθημα! Έλα!…

                                                  ---
ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΣ

Δε θέλω μέσα στη βοή να ζω του αθλίου κόσμου'
στ' αυτιά μου κύμβαλα κενά ν' ακούω να χτυπάν-
άλλος μου έχει οριστεί ο κόσμος ο δικός μου
άλλοι ουρανοί με παίρνουνε κι άλλοι καιροί με παν.

Σκιές δε θέλω δολερές να μου κρατούν το φως μου'
στις λίμνες των ονείρων μου φαύλοι να κολυμπάν'
τις υψηλές βουνοκορφές όπου φυλάω εντός μου
δε θέλω αλλοπρόσαλλα βέβηλοι να πατάν.

Θέλω να φτάνει ως εμέ σαν ψίθυρος σβησμένος
σαν μακρινός αντίλαλος του κόσμου ο αχός
κι εγώ με όλα μακρινός κι απ' όλα ξεχασμένος
σ' ένα καινούργιο θάνατο να δίνομαι καθώς
πάνω σε κίτρινα χαρτιά ολημερίς σκυμμένος
θα συνταιριάζω τους σβηστούς τους ήχους μοναχός.
     ΣΤΟ LAUNDRY
    (Αμερική)

Μια ινδιάνα απ' το Περού
στης γειτονιάς το laundry μπαίνει
(στου πρόσωπού της του λερού
τις παρυφές φυτρώνει γένι)

Εκεί στριμώχνονται πολλές
νοικοκυρές αμερικάνες
δεσποινιδούλες παλαβές
νέες, γριές και μικρομάνες,

που ρίχνουν κουόρια στη σχισμή
μετά πατούν ένα κουμπάκι
κι οι κάδοι αρχίζουν στη στιγμή
το ατέλειωτό τους γαϊτανάκι.

Κι η ινδιάνα απ' το Περού
πετάει στον κάδο ένα πένι
και αρχινά καλού καιρού
τα ρούχα με τα χέρια της να πλένει.
                ΖΑΧΑΡΙΑΣ
    ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΝΤΑΡΜΙΡΙ

Μπουλούμπασης του Ζαχαριά μιλάει:
«Σύρε στο βιλαέτι το δικό σου-
πήγαινε στο Μυστρά ορέ Γκιαούρη.
Δικό μου βιλαέτι ο Άγιος Πέτρος!»
Και η απάντηση του Καπετάνιου:
«Μωρέ μπουλούμπαση, όπου κι αν πάω
ετούτη ειν’ η δικιά μου η πατρίδα.
Εσένα η πατρίδα σου ειν’ η Μέκκα.
Σήκω λοιπόν και τράβα εκεί πέρα.
Εγώ εδώ το αίμα μου θα χύσω
για την πατρίδα μου τη σκλαβωμένη.»

Πρώτη φορά μες στην τουρκοκρατία
έλληνας Καπετάνιος απευθύνει
σε αντιπρόσωπο έναν του Σουλτάνου
την πρόκληση ότι των τούρκων είναι
η φυσική η θέση τους η… Μέκκα
και πως οι Ελληνικές οι επαρχίες,
σαν έλληνας που είναι, όλες δικές του.
Βάλτε με μέσα σ' ένα βαθύ
πουκάμισο κίτρινο
και δώστε μου μια ζώνη χορταρένια-
αμέσως γίνομαι Πρόδρομος Ιωάννης
και γυρίζω τον κόσμο δυο χιλιάδες χρόνια πίσω.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ 
(μετάφραση από το αγγλικό: ANN TAYLOR)

Χόρευε μωρό μου χόρευε μωρό.
Η μαμά σου-μη σε νοιάζει-είναι εδώ.
Φώναζε και κάνε συ ναζάκια
Χόρευε μωρό μου-ωπαλάκια!

Πήδα από το πάτωμα
 μέχρι το ταβάνι
δε θα πέσεις η μαμά
ειν’ εδώ-σε πιάνει.

Χόρευε μικρό μωρό μου
κι η μαμά σού τραγουδά
ωπαλάκια ωπαλάκια
ωπαλάκια οπαλά.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

                                 ΙΜΕΡΟI

Στον τάφο τον χρονίτικο στέκει γλυκιά κοπέλα.
Μοσκοβολάει γαρύφαλλο-μοσκοβολάει κανέλλα.
To χείλι σταφιδόμοιαστο. Το μάτι στερεμένο.
Και λες το στόμα που μιλεί κι αυτό στη γη θαμμένο.

«Καλέ μου αν αδάκρυγο εκράταγα το μάτι
στο ίδιο τώρα θα ’μουνα μαύρο της γης κρεβάτι.
 Όμως καλέ μου έκλαιγα ένα χρόνο νύχτα μέρα.
Του μισεμού σου μ’ έφαγε-με λιάνισεν η ξέρα.

Απ’ το βαρύ το χτύπημα δεν το μπορώ να γιάνω.
Άδειασε ότι είχα μέσα μου κι ακόμα πόνο βγάνω.
Πα’ στης αγάπης την πληγή ο Πόνος άνοιξε άλλη-
μετρώ τες και ζαλίζομαι ποια είναι η πιο μεγάλη.

Αλλ’ απ’ αυτό που ήξερες ό,τι έχει μείνει σώμα,
κείνη η φωτιά που το ’καιγε, αυτή το καίει ακόμα:
καλέ μου απόψε το κορμί αυτό θα παραδώσω
σε άλλου χάδια και φιλιά. Μα δε θα σε προδώσω!

Γιατί είμαι άδεια μια φωλιά. Είμαι κερί σβησμένο.
Φλογίτσα είμαι άθερμη και άφρι μαυρισμενο.
Είμαι το δέρμα του φιδιού, του τζίτζικα το ντύμα.
Δικά σου φίδι, τζίτζικας-όχι-δεν έχω κρίμα.

Χαμένο ένα κι άψυχο κουφάρι θα κρατήσει
εκείνος που τα χείλια μου απόψε θα φιλήσει.
Σ’χώρα καλέ το σάρκινο κορμί που ζει ακόμα
και το που λόγια ετόλμησε τέτοια να πει το στόμα…»

«Πίστη γλυκιά πασκίζοντας να κάνει την ελπίδα
όταν τον ρώταες όνομα και κύρη και πατρίδα
ο ξένος που σε πόθησε ο καινουργιοφερμένος
να μην τρομάξεις, ψέματα, σου ’λεγε ο καημένος.

Με αρώματα εμπέρδευε της σάρκας τη σαπίλα
και μακριά σου εστέκονταν κάθε που σου εμίλα
να μην ιδείς τα χέρια του άσπρα κοκαλωμένα
να μην ιδείς τα μάγουλα με χώμα λερωμένα.

Αν μια φορά πόναγες συ, διπλοί οι δικοί μου πόνοι.
Το ξύλο βάρκα έκανα, πανάκι το σεντόνι
και πότε αψύς πότε γλυκύς φυσώντας με ο πόθος
να ’μαι! αντί μέσα ξαπλωτός πάνω στη γη ολόρθος.

Κι ανέχαρη αγαπούλα μου, κι απέλπιδη σε βρήκα.
Μα να! ελπίδα και χαρά σου φέρνω εγώ για προίκα.
Αχ! αηδονάκι μου χλιβό! αχ! μαραμένο δάσο!
εγώ απόψε… εγώ... εγώ... εγώ θα σ’ αγκαλιάσω!»
                                
ΦΛΩΡΑ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η κοινωνία! Η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου! Μια μαύρη αγορά που μια ζωή ανταλλάζεται μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, με ένα πανωφόρι… Γιατί να μην ντύνεται και να μην ποδένεται καθένας μόνος του; Ας το κάνει. Όσο μπορεί. Μετά ας κρυώσει, ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Ας ζήσει τρώγοντας φαγητό που θα βρίσκει μόνος του. Όσο μπορεί. Μετά ας πεθάνει. Ας γιατρέψει όσες αρρώστιες μπορεί μόνος του. Μετά ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Όπως κάνω εγώ. Ενώ αυτοί; Μια συνεχής πάλη. Για τι; Για ποιον; Για τον εαυτό του καθένας; Όχι. Τότε για ποιον; Οι κυνικοί θ’ απαντήσουν: «για τον εαυτό του καθένας». Μα εδώ είναι ο παραλογισμός-αναλώνει τον εαυτό του κάποιος για να κάνει πράγματα με άλλους, από άλλους, για άλλους. Ω! Μοναξιά! Δόξα του ανθρώπου! Πού είσαι; Μα τι θέλεις καλή μου αρκουδίτσα; Μήπως πείνασες; Έχω εδώ κρέας, έχω και χορταράκια. Φάε! Να σε χαδέψω θέλεις; Ω! Καλή μου αρκουδίτσα-ή αρκούδε, δεν ξέρω τι είσαι… άραγε έχετε και σεις τους δυνάστες σας; Έχετε και σεις θεούς; Έχετε βασανιστές στην πόλη σας; Έχετε κάποιους που σας κλέβουν το φαί από το στόμα κι εσείς τους ευχαριστείτε κι από πάνω; Όχι βέβαια, δεν έχετε. Έχετε παπάδες που για να σας κρατάνε σκλαβωμένους σας υπόσχονται μέλι στον ουρανό όταν πεθάνετε και που σας φοβίζουν με φλόγες και πίσσα καυτή; Όχι, δεν έχετε… Τι με κοιτάζεις; Αλήθεια λέω-δεν είναι έτσι; Ναι, αυτό θέλεις να μου πεις, το βλέπω μέσα στο βλέμμα σου το γεμάτο κατάφαση και ευγένεια και τρυφερότητα και… ανθρωπιά θα έλεγα… Έχεις και συ βρει την ελευθερία σου καλή μου αρκουδίτσα; Έκανες και συ τη μεγάλη σου επανάσταση που για να την τολμήσεις θα πει πως έχεις γίνει πια ικανή γι αυτήν; Πέρασες κι εσύ μια ζωή γεμάτη θλίψη και μόνο θλίψη και όλο θλίψη; Ένιωσες στο πετσί σου την αδιαφορία; Πάλεψες να φανείς γενναία και να μη δώσεις σημασία σε όσα συμβαίνανε γύρω σου, ώσπου είδες πως αυτό ήτανε αδύνατο; Είπες: «ας μη γνοιαστώ για την αδικία που γίνεται στον φτωχό», μέχρι που η αδικία γίνηκε μαστίγιο που σε μαστίγωνε; Έδειξες διάθεση να φιλιώσεις μέσα σου τη μοίρα του ανθρώπου με την ελπίδα, ώσπου η ελπίδα σ’ έπνιξε μανιασμένη για την ασέβεια που της έδειξες δίνοντάς της αυτόν το ρόλο; Για χρόνια φούσκωνε μέσα σου το πάθος για μιαν αληθινή ζωή; Τότε καλή μου είσαι αδέρφι μου. Και πες μου, παντρεύτηκες κι εσύ; Σε ανέβασε και σένα η ζωή πάνω στη λαμαρίνα την καυτή για να σε μάθει να χορεύεις; Εγώ παντρεύτηκα. Εγώ είχα αποκτήσει φίλους. Ζούσα κι εγώ κάποτε στην κοινωνία. Ω! Μακριά! Μακριά! Μακριά ο ένας άνθρωπος από τον άλλο! Δυο απόμακρα αντικριστά βουνά είναι πιο κοντά από όσο δυο άνθρωποι κολλημένοι σφιχτά. Τ’ αστέρια με το φεγγάρι, ο ήλιος με τη γη, πιο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους από ό,τι ήμουν εγώ με τον άντρα μου. Α! οι άνθρωποι δε συναντιούνται πουθενά! Κι όταν καμιά φορά λένε: «κι εμένα μου αρέσει αυτό-να κάτι που έχουμε κοινό», και τότε ακόμα ψέματα λένε-αλλιώς έχει καθένας στο μυαλό του ,αλλιώς αιστάνεται αυτό που τάχα βρήκε πως έχει κοινό με τον άλλο. Τι θλιβερό ν’ ακολουθεί ο ένας τον άλλονε μόνο επειδή έτσι πρέπει να κάνει-επειδή είναι παντρεμένοι και έτυχε να πάνε κάπου μαζί! Τι θλιβερό να πρέπει να φύγουνε την ίδια ώρα από κάπου δυο άνθρωποι επειδή ο ένας έχει αυτοκίνητο και θέλει να φύγει στις εννέα, όταν ο άλλος θα ’θελε να μείνει εκεί μέχρι τις έντεκα! Τι θλιβερό να παίζει κάποιος με τα κλειδιά του και ο άλλος να ενοχλείται απ’ αυτό! Τι θλιβερό θα ’τανε να υποφέρουν ζώντας μαζί ο ουρανός με τη θάλασσα επειδή μόνο έχουν το ίδιο χρώμα… Τραγουδάς; Ενοχλείται ο διπλανός σου. Πρέπει να σταματήσεις. Το δέντρο σου πέταξε δυο κλωνιά προς τον κήπο του γείτονα; Θα πας φυλακή αν δεν τα δεις να τα κόψεις. Ελεύθερος ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία-για φαντάσου… ο μπακάλης σε κλέβει, ο πλούσιος σε κλέβει, πας στο δικαστήριο οι νόμοι σε κλέβουν. Άνθρωποι πεθαίνουν δίπλα σου. Πρέπει να κάνεις πως δεν τους βλέπεις γιατί οι πλούσιοι τους σκότωσαν και οι δυνατοί. Κι αν μιλήσεις κινδυνεύεις κι εσύ. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας για τον εαυτό σας. Ανοίγεις την ψυχή σου για να μπουν μέσα της πνεύματα και μπαίνουν είδωλα ανάλγητης ύλης. Απλώνεις το χέρι να χαδέψεις ένα τριαντάφυλλο και ξεπετάει τότε αυτό όλα τα αγκάθια του μαζεμένα και σε κατατρυπάει. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Να μάθεις γράμματα απαγορεύεται. Μαθαίνεις μόνο ό,τι σε αφήνουν να μάθεις αυτοί που χτίσανε τα σχολεία. Κι αυτή είναι η δόξα της μεγαλειότητάς τους΄ ποιας μεγαλειότητάς τους; Η μικρότητα είναι η ουσία τους. Ξυπνάς το πρωί και πρέπει να πας να δουλέψεις. Για να βγάλεις λεφτά που θα στα πάρουν οι δυνατοί. Για να χύσεις ιδρώτα που μ’ αυτόν εκείνοι θα ευφραίνονται. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Τα υποταγμένα όντα ας μένουν μέσα σ’ αυτήν. Για κείνα είναι πλασμένη. Η κοινωνία ας βασανίζει αυτά, ας κουρελιάζει την ψυχή τους, ας ματώνει την καρδιά τους. Τα υποταγμένα όντα ευχαριστιούνται μ’ αυτό. Νιώθουν ότι αυτό είναι ο προορισμός τους πάνω στη γη, νιώθουν πως έτσι τα έχει φτιάξει ο καλός θεός και πως θα ’τανε αμαρτία να προσπαθήσουν ν’ αλλάξουν. Τα υποταγμένα όντα τόσο μυαλό έχουν, τόσο μόνο μπορούν να κρίνουν, τέτοια μάτια έχουν, τόσο μόνο κοντά μπορούνε να δουν. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Σεις τη φτιάξατε, για σας είναι. Εσείς όταν μένετε μέσα της νιώθετε δικαιωμένοι σαν υποταγμένα όντα. Κρατήστε την, σας ανήκει δικαιωματικά... Μείνετε ο ένας κοντά στον άλλο. Σφιχτείτε ο ένας κοντά στον άλλο, ώστε όταν έρθει η σωτηρία να μπορείτε να την πετροβολήσετε όλοι μαζί, χωρίς να της αφήσετε περιθώρια νίκης. Μα αν έπρεπε να είμαι ενωμένη μαζί σας ή με ό,τι άλλο, γιατί να γίνω μόνη κι ελεύθερη; Γιατί να ξεχωρίσω από το μεγάλο Ένα και να γίνω αυτοδύναμη και αυτάρκης; Μα κι έτσι δεν είμαι ενωμένη με όλα; Γιατί να ονομάσω ένωση τη δυστυχία; Αν ό,τι με έπλασε με ήθελε ενωμένη με κάτι άλλο γιατί δε θα με ένωνε μ’ αυτό; Δε θα ’τανε κουτό από μέρους του να με ξεχωρίσει από τ’ άλλα και να με στείλει εδώ για να ξαναενωθώ; Και τι παραπάνω ένωση; Η πέτρα δεν είναι ένα πράγμα; Έτσι δε φαίνεται στα μάτια σας ω! υποταγμένα όντα; Και όμως τα μόρια της πέτρας πόσο μακριά βρίσκονται το ένα από το άλλο… Ζώντας, υπάρχοντας, δεν είμαι ενωμένη κιόλας με όλα; Κάτι κενό δε μας περιέχει όλα; Ίσως το κενό που έπαψε να είναι κενό από τη στιγμή που δέχτηκε τον κόσμο μέσα του; Γιατί λοιπόν να πρέπει να ενωθώ μαζί με άλλους-γιατί να πρέπει να φτιάξω άλλες μονάδες από τη μεγάλη ομάδα που μας περιέχει όλα, και μένα μαζί, και γιατί να μη ζήσω όπως θέλω, αφού τη συλλογικότητά μου κανένας τρόπος ζωής δεν πρόκειται να τη διαταράξει; Υπάρχω κι αυτό είναι όλο. Ζω κι αυτό είναι όλο. Ώσπου να πεθάνω έτσι. Γνώρισα και τη ζωή με άλλους. Γνώρισα και τη συζυγική ζωή. Γάμος! Τι ντροπή που νιώθω τώρα γι αυτήνε μου την απόφαση! Γάμος! Δυο άνθρωποι που πηγαίνουν μαζί σ’ ένα μέρος όπου καίνε κεριά, κάποιος μαυροντυμένος διαβάζει κάτι, και ύστερα από αυτό λέει, ανήκει ο ένας στον άλλο. Εγώ όμως δεν μπορούσα να κοιμηθώ με το φως ανοιχτό, ενώ ο άντρας που παντρεύτηκα δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δε διάβαζε πρώτα. Δυστυχία. Εγώ ξετρελαινόμουν για το κρεμμύδι, ο άντρας που παντρεύτηκα ούτε να το δει… πρέπει οι σύζυγοι να κάνουνε λέει αμοιβαίες υποχωρήσεις-δηλαδή να δυστυχούν και οι δύο. Τι φρίκη! Με τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί να ζήσει και θα ζήσει με κάποιον άλλο; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Πόσο σας λυπάμαι! Πόσο φτιαγμένα για την άφτερη ζωή είσαστε! Πόσο κάτω, κάτω, κάτω βρισκόσαστε… θεμέλιο της κοινωνίας είναι λέει ο γάμος-άξιο αλήθεια για ένα τέτοιο κτίριο τέτοιο θεμέλιο. Συνεταίροι: το μαχαίρι κρυμμένο για λίγο πίσω από την πλάτη του ενός ώσπου να βρει ευκαιρία να καρφωθεί στην πλάτη του άλλου. Αγάπη-το κοράκι που τρώει ό,τι έχει απομείνει από τα άλλα θηρία… τιμή, εμπιστοσύνη, ηθικότητα κι άλλα… κι άλλα… όλα βδελυρά φαντάσματα ενός βδελυρότερου νου.



ΘΑ ΚΟΠΕΙ

Πατά γυμνός σε πετρώδη εδάφη
μακριά από ήλιου φως
και κύκλους μέσα στο σκότος γράφει
σα λύκος μοναχός.

Οσμή εχάρισε μόνο η φύση
στο σώμα το σκυφτό
και όπου κάπου του Έρωτα ανθίσει
το ρόδο το γλυκό

ταχύς πετά ο Πανικός της Αγάπης
σαν σκότους αστραπή
και πριν χαρεί δροσιά ο διαβάτης
το άνθος θα κοπεί.

ΤΑ ΦΥΛΛΑΡΑKIA
(παιδικό)

Πέστε-πέστε φυλλαράκια
πέστε, αφήστε τα κλαδάκια
τα παιδάκια καρτερούν
να σας δούνε-να χαρούν.

Ποταμάκι τα νερά σου
κύλα-κύλα τα γοργά σου
δίνε χάρη και δροσιά
στην καμπίσιαν απλωσιά.

Ποταμάκι κύλα-κύλα
πέστε φύλλα-πέστε φύλλα
κάντε χείμαρρο χρυσό
το ποτάμι το μικρό.

Φύσηξε γλυκό αγεράκι
κι ένα πάρε φυλλαράκι
πάρ’ το- ανέβασ’ το ψηλά
στα φτερά σου τα τρελά

κι ύστερα ασε το να πέσει-
απαλά-να μην πονέσει
για να παίξουμε τα δυο
να χαρεί κι αυτό κι εγώ.

Πέστε πέστε φυλλαράκια
σας προσμένουν τα παιδάκια
και η γη η καρπερή
το χαλί της καρτερεί.

Κι αν στο κόκκινο ηλιογέρμα
τα κλαδάκια μείνουν έρμα
θα 'ρθει η Άνοιξη και να!
γέννα κι άλλη αρχινά!
ΚΑΨΆΛΗΣ

Αν άνθρώποι εγεννιόντανε οι πόλεις
το Μεσολόγγι θα ’ταν ο Χριστός τους.

Όταν εκείνο έπεσε, ο Καψάλης
στα Καψαλέϊκα τα σπίτια μέσα
συνάζει γυναικόπαιδα, γριές, γέρους
κι όλους εκείνους που καλλίτερα είχαν
στου θάνατου να πάνε τα σκοτάδια
πάρα να πέσουν στων τουρκών τα χέρια.
Οι τούρκοι πλησιάζουν ολοένα.
«Βγάτε στα παραθύρια ωρές γυναίκες
να σας ιδούν οι τούρκοι, να προστρέξουν
να στείλουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε
εκεί που άβλαβοι είναι για τον τόπο».

Κι όταν πολλοί εμαζευτήκαν τούρκοι
βάζει φωτιά ο Καψάλης στο μπαρούτι.

Κι οι τούρκοι πέσανε νεκροί στο χώμα
κι οι έλληνες στον ουρανό ανεβήκαν.
ΑΚΟΥ!
(Αμερική)

Γιατί δεν ξέρω να σου πω
αλλά με μιαν αφέλεια
φίλες και φίλοι και τους δυο
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Κι αν πεις πως είμαστε ψηλοί
κι ότι είμαστε μελάτοι
ή κάτι έχουμε μελί-
το δέρμα μας, το μάτι…

δίκιο θα είχανε. Αλλά
μ’ ασχετοσύνη τέλεια
όλοι τους σώνει και καλά
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Αν θες φιλάω και σταυρό
μα τώρα είναι τρεις χρόνοι
που όποιαν φίλη συναντώ
μου λέει αμέσως "χόνι"

Και ας ρωτώ, μόνο γελούν
κανείς δε μ' απαντάει
γιατί όλοι οι φίλοι σα με δουν
μου λένε πάντα "χάϊ".

Ξέρω μονάχα και οι δυο
πως σκάζουμε στα γέλια
όταν μας λένε όλοι εδώ
ψηλούς και-άκου!- μέλια...
To σούρουπο έρπον καταφθάνει.
Ανύποπτα
αμετάτρεπτα
κυκλώνει τα δάχτυλα του απομεσήμερου.

ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΚΑΙ Ο ΣΚΙΟΥΡΟΣ
(παιδικό, μετάφραση από το αγγλικό του
Ralph Waldo Emerson)

Το βουνό κι ο σκίουρος
είχαν τσακωθεί
και το σκίουρο «μικρό»
το βουνό είχε πει.

Κι είπε ο σκίουρος στο βουνό
«είσαι- ναι, πολύ μεγάλο
δεν υπάρχει  αμφιβολία
μα θα πρέπει δίχως άλλο

κάθε πράγμα που υπάρχει
να το βάζουμε μαζί
για  να φτιάξουμε τον κόσμο
και να έχουμε τη γη.

Και ντροπή λέω δεν είναι
σαν εμένα να ζει κάποιος.
Αν δεν είμαι εγώ μεγάλος
μα ούτε  συ είσαι μικρός

κι ούτε σαν εμένα σβέλτος.
Δεν αρνούμαι ότι έχεις
σκίουρους πάνω σου πολλούς
αλλά  σαν αυτούς δεν τρέχεις.

Καθείς με το ταλέντο του.
Όλα σοφά κι ωραία.
Κι αν δεν μπορώ καθώς εσύ
δέντρων πολλών παρέα

ολημερίς να κουβαλώ-
της πλάτης μου στολίδι-,
να σπάσεις ούτε συ μπορείς
ένα  μικρό καρύδι.
1 ΜΑΗ-ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ

Ο ΚΑΠΝΙΣΤΉΣ
(του έλληνος ο τράχηλος  ζυγόν δεν υποφέρει)

Για βρογχίτιδα ψοφώ!
Λαχταρώ καρκίνο!
Το τσιγάρο φίλοι μου
όχι-δεν το σβήνω!

Καθαρός αέρας στοπ!
Τέρμα η ευεξία!
Σύνθημά μου σταθερό:
Κάτω η υγεία!

Άγιο μου τσιγάρο εσύ!
Λατρευτέ μου Χάρε!
Έλα και καπνίζοντας
τη ζωή μου πάρε!

Κάλλιό ’χω δέκα χρόνια
ζωή καπνιστική
παρά σαράντα χρόνια
καθάρια αναπνοή!

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Κι αν ακόμα Προμηθέας Δεσμώτης ήμουν
τα σπλάχνα μου δε θα επαρκούσαν
για τόσες μεταπτώσεις.
ΘΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ

Θα ταξιδέψω. Ήρθε η ώρα.
Τις τελευταίες μου θα μαζέψω
δυνάμεις που ’κρυβα ως τώρα
και πια κινώ-θα ταξιδέψω.

Θα ταξιδέψω όχι σαν χέλι
προς κάποιες θάλασσες των Νότων
θα ταξιδέψω όχι σαν χέλι
προς κάποιες θάλασσες ερώτων.

Θα ταξιδέψω σαν ελέφας
οκνός ανέραστος και μόνος
θα ταξιδέψω σαν ελέφας
προς την καρδιά ενός χειμώνος.

Σαν πριν την ώρα ωριμασμένη
στο δέντρο πάνω μια οπώρα
τώρα θα πέσω-η βλογημένη
να ταξιδέψω έφτασε ώρα.
ΝΤΕΛΑΚΡΟΥΑ:ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ
ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ
ΜΠΟΤΣΑΡΗ


Δεν είν' αυτή μετάληψη. Αυτή 'ναι ίδια η μάχη.
Μια τέτοια κίνηση…ο πίνακας
σύγκορμος τραντάζεται.
Το λάβαρο λες ματωμένο κιόλας.
Πρόσωπα, βλέμματα
αεικίνητα,αδημονούντα…

Αριστερά του Μπότσαρη η Ελλάδα.
Το πρόσωπό της μόνο φαίνεται
γεμάτο αγωνία κι αίσθηση και ταραχή'
λες ότι γνοιάζεται κι αυτή το τι θα κάνει ο Μάρκος
(για την οικονομία του πίνακα μονάχα
γιατί την ώρα εκείνη
ο Μάρκος ήταν η Ελλάδα.)
ΟΙ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΣ

Οι μαυροφόρες οι κοντές
οι λίγο γιοματούλες
όσο βαρύ το πένθος τους
τόσο θερμή η καρδιά τους
τόσο βαθύ το φίλημα
τόσο γλυκό το χάδι.

Και τόσο-όταν γδύνονται
να πέσουν στο κρεβάτι-
τόσο αιστάνονται αλαφρές
που βγάλαν τόσο βάρος
που όλο ναζάκια κάνουνε
κι ανάλαφρα παιχνίδια.
ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ

Ένας λοχαγός μπήκε στο μαγειρείο ενώ δεν τον περίμενε κανείς και περισσότερο ο μάγειρος-ο Κνουτ. Οι στρατιώτες έξω περίμεναν το φαγητό. Ο λοχαγός έβγαλε ένα αστέρι από τον ώμο του και το έριξε στο καζάνι με το ρύζι που έβραζε. «Έτσι μαγειρεύουν», είπε, «η κρυφή μου ιδιότητα είναι μάγειρος». Οι στρατιώτες άρχισαν να μπαίνουν μέσα στο μαγειρείο ένας πίσω από τον άλλον. Καθώς πλησίαζαν στο καζάνι, μια κουτάλα σε σχήμα αστεριού έριχνε στην καραβάνα τους την ανάλογη σούπα. Ο Κνουτ βρήκε ευκαιρία και άναψε μια μπαλαντέζα φέρνοντάς την να φωτίζει το μάγουλό του. Ο λοχαγός τον ρώτησε: «Πονάει το δόντι σου; Έλα να με βρεις στο ιατρείο μου στις έξη. Είμαι και οδοντίατρος.» Ο Κνουτ βρέθηκε αμέσως στο οδοντιατρείο του λοχαγού. Ο λοχαγός κοίταξε το ρολόι του. «Ακριβώς στην ώρα σου. Αλλιώς δεν θα σου εγγυόμουν πλήρη θεραπεία.»
Έβαλε τον Κνουτ σε μια άδεια μπανιέρα, κάθισε ιππαστί πάνω της με το πρόσωπό του προς τον Κνουτ και φώναξε τη νοσοκόμα να του φέρει τα εργαλεία του. Η νοσοκόμα ερχόμενη ψιθύρισε στο αυτί του Κνουτ «Φύγε, θα σε σακατέψει» Τότε κατάλαβε ο Κνουτ πως αυτό το ήξερε πριν του το πει η νοσοκόμα, γιατί ο λοχαγός ούτε καλός στρατιωτικός ήτανε ούτε καλός μάγειρος. Και τώρα οι ενέργειές του σαν οδοντογιατρού του φαίνονταν πολύ παράξενες. Κα πρώτα η μπανιέρα. Πού ήταν η ωραία οδοντιατρική πολυθρόνα; Η καρέκλα του γιατρού που ανεβοκατεβαίνει; Το φως που εστιάζεται στα δόντια του άρρωστου; Και όλο το ιατρείο έμοιαζε σαν αποδυτήριο αθλητών στη χειρότερη ώρα του. Μα ούτε λόγος να φύγει γιατί ο λοχαγός θα τον τιμωρούσε όπου τον έβρισκε. Κάθε φορά που έβλεπε λοιπόν το λοχαγό να πλησιάζει, μέσα του έτρεμε. Να τώρα που ερχόταν πάλι κοντά του με ένα παράξενο εργαλείο στα χέρια του και ποιος  ξέρει με ποιο σκοπό. «Είσαι τυχερός που ήρθες σε μένα. Δε θα σου σφραγίσω ούτε θα σου βγάλω κανένα δόντι. Θα αλλάξω τη θέση όλων σου των δοντιών ώστε να μην σε ξαναπονέσει ποτέ κανένα. Αυτό το μηχάνημα θα κάνει τα κάτω δόντια σου προς τα μέσα. Εν μέρει θα ακολουθήσουν και τα ούλα. Με το ίδιο μηχάνημα θα στρέψω τα πάνω δόντια σου προς τα έξω. Αυτό δεν θα σε δείχνει άσχημο γιατί κανείς δε θα καταλάβει τη διαφορά.» Και άρχισε να δουλεύει. Συχνά στεκόταν αναποφάσιστος για το τι έπρεπε να κάνει μετά. Γρήγορα όμως συνέχιζε λέγοντας : συγκαταβατικά «δεν πάει στο διάολο…»
Κάποια στιγμή άφησα τον εαυτό μου στον γιατρό και ένα άλλο μου είδωλο πήγε στην  τουαλέτα. Η τουαλέτα του ιατρείου ήταν ασυνήθιστα καθαρή. Όταν γύρισα στη θέση μου, από την άλλη πόρτα έμπαινε ένα παιδί δέκα οχτώ χρόνων περίπου. Παραμέρισε το γιατρό και μου είπε με ένα ύφος που δεν ήταν σοβαρό αλλά ούτε και αστείο: «Προτίμησε εμένα. Δε θα αλλάξω τη θέση των δοντιών, μόνο στο πονεμένο δόντι σου θα χαράξω ένα σταυρό μπροστά και πίσω του στα ούλα. Όλα θα πάνε καλά εκτός αν σε λίγες μέρες το στόμα σου γεμίσει από ένα βάτραχο που ούτε να τον φτύσεις δεν θα μπορείς ούτε να τον καταπιείς». Ο Κνουτ μπήκε στο σώμα του, είπε ένα ευχαριστώ και σηκώθηκε από την μπανιέρα που τώρα ήταν γεμάτη με αίμα. Ο λοχαγός τον κοίταξε κουρασμένος από τη δουλειά που είχε κάνει και παρακλητικά του είπε: Μην πεις πουθενά ό,τι έγινε εδώ μέσα. Ο Κνουτ έγνεψε ναι με το κεφάλι και βγήκε. Πρώτη του δουλειά να ψάξει για τον οδοντίατρό του, να του διηγηθεί τι έγινε και να του ζητήσει να διορθώσει ό,τι στραβό είχε γίνει στα δόντια του.
Ο οδοντογιατρός πέρασε από μπρος του συνοδηγός σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο που το οδηγούσε η γυναίκα του. Του φώναξε, του έκανε νοήματα. Ο οδοντογιατρός τέλος τον είδε και του είπε: «Πάω εκεί που ξέρεις.» Άλλο κι αυτό. Ο Κνουτ δεν ήξερε τίποτα. Ή δεν μπορούσε να θυμηθεί.  Έβγαλε το τηλέφωνό του από την τσέπη να ρωτήσει αλλά αυτό ήτανε γεμάτο αίματα και δεν λειτουργούσε. Περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο προσπαθώντας να θυμηθεί. Μια κοπέλα που πέρασε δίπλα του τού ψιθύρισε: «Πάει στο νησί». Η κοπέλα ήταν η κόρη του λοχαγού, παλιά φιλενάδα του Κνουτ. Μα ναι! Στο νησί! Κατευθείαν στο νησί με ένα ελικόπτερο ιδιωτικό που του δάνεισε ο ιδιοκτήτης του νησιού. Όταν έφτασε εκεί είδε πως όλα τα σπίτια είχανε πάνω τους το σφυροδρέπανο, βαμμένο κόκκινο από το αίμα του δοντιού του. Πήγε προς το σπίτι με τον τεράστιο κήπο, που εκεί παλιά είχε γεννηθεί ένας ανίκανος πολιτικός. Μπήκε μέσα φωνάζοντας το όνομα του γιατρού. Ο οικοδεσπότης του έδειξε μια πόρτα από την οποία ακούγονταν μουσικές και τραγούδια. Μπήκε και είδε τον οδοντογιατρό του να χορεύει χασάπικο με ένα ποτήρι κρασί στο κεφάλι του επάνω. «Περίμενε», του είπε αυτός, «όταν τελειώσει το γλέντι θα φύγουμε. Θα προλάβουμε. Το αυτοκίνητό μου περνάει από μέσα από τα άλλα αυτοκίνητα χωρίς να βρίσκει αντίσταση.»
Ο Κνουτ πήρε μια καρέκλα, έκατσε και περίμενε. Ξημέρωσε κι ακόμα ο γιατρός του χόρευε.

Αφού η γκόμενα έχει πάει στην Αθήνα
άλλο τι πια να κάνω εγώ στο σπίτι μόνος…
παίρνω τα νέα από τη «Ζούγκλα» κι από κείνα
στιχάκια φκιάνω: να περνάει κάπως ο χρόνος…

Εγκρίθηκε επί της αρχής από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ το ν/σ για τη «μικρή ΔΕΗ»
Εγκρίθηκε επί της αρχής,
θα εγκριθεί κι επί του τέλους
και ποιος θα το σταμάταγε.
Θα ουρλιάξουνε οι αριστεροί
(αυτή ’ναι η δουλειά τους)
θα σκούξουνε οι κεντρώοι
μα η δυστυχία του λαού
τα τέτοια δεν τα τρώει.
Θα προχωρήσει ακάθεκτη
κι όλα θα τα χαρίσει
αφού κι αυτά όπως και μεις
ανήκουνε στη Δύση…




«Είχα σκεφτεί δύο φορές να παραιτηθώ»
Χατζηδάκης

Πω πω! Για σκέψου! Εμπρός εσύ
Παγκόσμια ιστορία!
Ανασκουμπώσου κι εξ αρχής
κάτσε και ξαναγράψου!

Μωρ’ τι μας λες... ένας λακές
του φασισμού  εσκέφτηκε
δις κιόλας να παραιτηθεί
και η φοράδα εχέστηκε…





Απογευματινή βόλτα στο Καστελλόριζο
(έκανε ο Σαμαράς)

Ο εγκληματίας αν κωλύεται
στον τόπο του εγκλήματος να πάει
πάει αυτός που ανάλαβε
το έγκλημα διαρκές να το κρατάει.

Πήγε λοιπόν κι ο Σαμαράς
εκεί, για να εμπνευστεί
τη σούπα πώς του Δυο Νου Του
να την κρατάει ζεστή…


Μήνυμα Γεωργιάδη στη ΓΕΝΟΠ:
«Θα υποστείτε τις συνέπειες» 

Τόσες που υποστήκανε
συνέπειες που ανεχτήκανε
για υπουργό να σ’ έχουνε
υγείας οι πολίτες,
λίγες ακόμα αντέχουνε
ωσότου, αναίτιοι θύτες,
να πάνε να πνιγούν λόγω βλακείας
στη θεία λίμνη της Αχερουσίας…



«Ανεπίτρεπτο να περνάει η ενέργεια στα χέρια ξένων»
Γλέζος

Το είπε και ησύχασε.
Κουτός μα την αλήθεια
να μην την έχει από μικρός
αυτήνε τη συνήθεια,

και να ’λεγε «ανεπίτρεπτο
ναζιστική σημαία
να κυματίζει στο σεπτό
κτίσμα του Περικλέα»,

και ύστερα να ησύχαζε
στον φτωχικόν του οίκον
αντί να κρύπτεται έως ου
οι σύμμαχοι ενίκων…




«Δεν θα υπογράψω για το δημοψήφισμα για τη μικρή ΔΕΗ»
Ψαριανός

Είτε υπογράψεις είτε μη
ποιος σε ρωτάει ρε βλάκα;
Χαμπάρι δεν επήρες πως
ψηφίζει μόνο η κλάκα;

Κι αυτή γραμμένονε και σε
κι όλους τους άλλους έχει
αφού ό,τι θέλει κανει αυτή
είτε χιονίζει ή βρέχει…




«Υπό εξέταση νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών»
Βρούτσης

Ναι. Ξαναεξετάστε τη
κι αφού την εξετάστε
ξαναξαναεξετάστε τη
και έτσι ώσπου να φτάστε

που με χρυσό θα  βλέπετε
ξέχειλο το πανέρι
που του λαού εγέμισε
το ηλίθιο το χέρι.

Κι ύστερα σεις πια φύγετε
κι άλλος τη θέση ας πάρει.
Αρκεί να είναι όπως εσείς
ίδιο κι αυτός τομάρι…




Το ΦΕΚ της επιστράτευσης της ΔΕΗ
στην εφημερίδα της κυβερνήσεως

Αυτό γυρεύανε κι αυτοί.
Μας γδάραν τόσα χρόνια
και ξέροντας ότι αυτό
δεν θα κρατεί αιώνια

είπαν «τα εματσώσαμε
γερά από τους χαχόλους
ας πούμε πως φροντίζουμε
τώρα για κείνους όλους.

Ας απεργήσουμε λοιπόν
τάχα ότι νοιαζόμαστε
κι όταν μας ντύσουν στο χακί
ως και ήρωες γινόμαστε!»



«Η κυβέρνηση δεν απειλείται και δεν εκβιάζεται»
Ασημακοπούλου

Βρε μωρό τι πας και μπλέκεσαι
μ’ εκβιασμούς και κυβερνήσεις
και δεν πας στην κουζινίτσα σου
πιπεριές να τηγανίσεις;

Άντε μπράβο γιατί λίγο
βλέποντάς σε θέλω ακόμα
για Νου Δου λόγος εγκάρδιος
να μου βγει από το στόμα…




«Η πολιτική της κυβέρνησης προκαλεί κοινωνικά ρήγματα»
Κουβέλης

Μωρέ πώς το κατάλαβες;
Θεέ μου! Τι ευφυία!
Αυτού Ηρώδη Αττικού
του πρέπει κατοικία.

Τότε σε κάποια αναλαμπή
μπορεί να ξεστομίσει
πως: «ΠΡΕΠΕΙ σύντομα ο λαός
να βγει από την Κρίση»!...




«Δύσκολη αλλά αναγκαία η απόφαση για την επιστράτευση»
ΠΑΣΟΚ

Δύσκολη κι η απόφαση
ουρά Νου Δου να γίνεις
και ό,τι κλάνει ο Σαμαράς
εσύ να καταπίνεις

αλλ’ αναγκαία για να μη
στο εδώλιο καθίσεις
και σ’ αναγκάσουν για γερτά
υποβρύχια να μιλήσεις…






Γ. Σoύρλας: «Η Αργώ παγκόσμιο έμβλημα της ναυτιλίας»
Και η Ελλάς παγκόσμιο έμβλημα μωρίας.





«Αντισυνταγματικό πραξικόπημα η επιστράτευση»
Στρατούλης

Δώστε του παρακαλώ ένα γλυφιντζούρι
που τα έχει στην κυβέρνησή μας σούρει!
Σήμερα έδωσα κι εγώ στον ανηψιό μου
που τα ίδια είπε σε μένα-το καλό μου.

Κι όλοι οι έλληνες θα γλύφουν σε λιγάκι
γλυφιντζούρι ο καθένας με ξυλάκι
υπερήφανοι γυρνώντας δω και κει…
και ας ειν’ όλοι ντυμένοι στο χακί…




«Με "αποφασίζομεν και διατάσσομεν" δεν λύνονται τα προβλήματα»
Κουτσούμπας

Τι ωραίες όπου βρίσκουν όλοι εκφράσεις
της Νου Δυο να επιτιμούν τις αποφάσεις!
Ως κι οι λάτρεις του Ίλιτς Λένιν και του Στάλιν
παραβλέποντας των τάξεων την πάλην
με την πάλην της ΔΕΗ γίνονται ένα
και προβλήματα να λύσουν θέλουν ξένα…




«Όσοι δεν παραλάβουν τα φύλλα πορείας θα απολυθούν»
Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νου Δου

Αυτός μάλιστα! Τα είπε όλα δια μιας!
Τι πολίτευμα καλό η Δημοκρατία!
Δέκα γνώμες εναντίον μιας βρωμιάς,
μια υπέρ, και γίνεται ό,τι θέλει η μία!

Ζήτω! ο κοινοβουλευτισμός!
που δεν τον κουνάει ούτε σεισμός.
Που κουμάντο κάνουν λόγω οι πολλοί
αλλά έργω του ενός μόνο η βουλή…



Ο Τέρενς Κουίκ για την επίταξη των εργαζομένων στη ΔΕΗ

Δεν έλειψε, εμίλησε και ο βλαξ!
Και είπε: βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
ή μάλλον αφού λέγεται Κουίκ
θα είπε βρεκεκέξ κουίκ κουίκ.

Τι άλλο να ειπείς γι αυτόν αφού-
ο τάλας-δεν διαθέτει φαιά ουσία
Τι άλλο να ειπείς για κείνον που
κάθε του πρόταση και μαλακία…
ΦΛΩΡΑ
ΣΕ ΤΡΙΑΜΕΡΗ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

(Η Φλώρα μιλάει καθώς συγυρίζει το καλύβι της)

ΦΛΩΡΑ
Κάτσε κι εσύ καλά λοιπόν. Πώς και δεν υπακούς στους νόμους της Φυσικής; Οι άνθρωποι τόσο καλά τους έχουνε ορίσει. Καημένο μου… πόσα χρόνια άραγε από τότε που ρίζωσες σα δέντρο στη γη χρειάστηκαν για να γίνεις ετούτο το ξύλινο κουτί; Πόσα χρόνια πήρε και για μένα από τότε που ρίζωσα στη γη να γίνω αυτό που είμαι τώρα; Και τι είναι τα «χρόνια»; Και τι είναι «ρίζωμα»; Λέξεις… λέξεις… λέξεις που δεν ξέρουμε από πού ήρθανε. Όπως και μεις δεν ξέρουμε από πού ήρθαμε. Κι ούτε ξέρουμε πού πάμε. Φτηνές φιλοσοφίες. Μα είναι οι μόνες. Ό,τι έχουνε πει όλου του κόσμου οι φιλόσοφοι, σ’ αυτό το αδιέξοδο καταλήγουν. Κανείς δεν απάντησε στα ερωτήματα αυτά. Η μητέρα μου έλεγε: «ο θεός όλα τα ’χει κρυφά». Κι εγώ άκουγα θεός και νόμιζα πως είναι κάποιος μεγάλος άνθρωπος που μένει στον ουρανό και που έφτιαξε και ρυθμίζει όλα. Και ρωτούσα: το θεό ποιος τον έφτιαξε; Και μου λέγανε: «να είσαι καλό κοριτσάκι και να μη ρωτάς τέτοια πράγματα γιατί ο θεός θα σε τιμωρήσει». Μόνο σα μεγάλωσα έμαθα ότι αυτή η ερώτηση και μόνο αρκούσε για να εξαφανίσει το θεό τους-η ερώτηση που έκανε ένα μικρό κοριτσάκι. Θρησκεία! Το όπιο του λαού! Βλακείες μικρών ανθρώπων με μεγάλα συμφέροντα. Δε λέω, κάποτε οι θεοί ωφέλησαν τον άνθρωπο. Ήταν τότε που θεοί ήτανε ο κεραυνός, η φωτιά, η βροχή. Και οι προσευχές των πιστών ήτανε προσευχές προς το θεό να μη τους βλάψει με τη δύναμή του. Μα τώρα που οι άνθρωποι είδανε, τώρα που οι άνθρωποι ξέρουν, γιατί ακόμα πιστεύουν σε θεό; Κολοκύθια-κανένας δεν πιστεύει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα εν γνώσει τους και οι μικροί, όσοι είναι κουτοί τα χάφτουν και όσοι είναι έξυπνοι κάνουν πως τα χάφτουν. Κι έτσι περνάει η ζωή. Γιατί κάπως πρέπει να περάσει η ζωή. Γιατί κάτι πρέπει να κάνει κανείς στις ελεύθερες ώρες του. Δεν μπορεί όλο να κοιμάται και να δουλεύει. Έτσι δημιουργεί ένα θέατρο και μέσα του βάζει χαρτονένιες φιγούρες΄ κι αυτός, καθισμένος στην πλατεία, παρακολουθεί τι συμβαίνει πάνω εκεί και διασκεδάζει μ’ αυτά ή βασανίζεται. Μερικές φορές μπερδεύει τις φιγούρες με τους άλλους ή με τον εαυτό του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μεγάλης του απασχόλησης με το θέατρο-της πολλής ώρας που έχει καταναλώσει κοιτάζοντάς το κάθε μέρα. Έτσι μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι φιγούρες και ανέβηκαν πάνω στη σκηνή, ενώ από την άλλη φιγούρες κατέβηκαν στην πλατεία νομίζοντας πως είναι άνθρωποι. Κι όσοι ανέβηκαν στη σκηνή απαιτούν από τους ανθρώπους να τους σέβονται σα θεούς, σαν ήρωες ή σαν ιδρυτές θρησκειών Και κείνοι που κατέβηκαν από τη σκηνή λένε πως είναι θεοί ή γιοι θεών που κατέβηκαν στην πλατεία για να διορθώσουν τα κακά του κόσμου, ή πως είναι σοφοί, άγιοι, σωτήρες μ’ ένα λόγο της ανθρωπότητας, που χωρίς αυτούς θα χάνονταν η καημένη. Και φτιάχνουν εκκλησίες και απασχολούν παπάδες, που πλήθη κόσμου βρίσκουν μιαν απασχόληση να τους ακολουθούν. Και οι μεγάλοι στρατηλάτες φτιάχνουν στρατούς και κινάνε πολέμους και κάνουν εκστρατείες ως τα μάκρη της γης και νικιούνται ή νικάνε και γυρίζουν και πεθαίνουν για ν’ αφήσουνε τα χώματα που άρπαξαν στους απογόνους τους κι εκείνοι να τα σκορπίσουν ή να τα φάνε. Κι έρχονται μεγαλοαπατεώνες που βρίσκοντας κατάλληλο το έδαφος κάνουν μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς το πολιτικό, το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό. Και αποκτούν κι αυτοί οπαδούς και ματοκυλάνε τον κόσμο και ύστερα φεύγουν, αφήνοντάς τον σε χειρότερη πάντοτε μοίρα απ’ όποια τον βρήκαν όταν ανάλαβαν να τον σώσουν. Πώς βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους και τους ακολουθούν; Πώς καταφέρνουν να κοροϊδεύουν τόσους πολλούς; Τόση ανεπάρκεια υπάρχει λοιπόν στους ανθρώπους; Τόσο είναι αυτοί άναιμοι; Όχι, δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούν σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού πιστεύουν σε θεούς, υπακούνε σε διαταγές, πειθαρχούν σε νόμους, υποτάσσονται σε καταστάσεις. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι υποταγμένα όντα. Άνθρωπος είναι ο ξεχωριστός, ο ανόμοιος, ο μοναχός, ο ανυπόταχτος, ο ανεξάρτητος. Ας φτιάξω ένα καφέ. Μ’ αυτά πονοκεφαλιάζω. Από τότε που ζω μόνη ο καφές μού έχει γίνει απαραίτητος. Καφές! Χιλιάδες, εκατομμύρια υποταγμένα όντα εργάζονται στη βιομηχανία του. Για να παρουσιάσουν τέλος στον αγοραστή ένα φάκελο με τη του μέσα, που πίνοντάς τον, αυτός, θα έχει να περάσει κάπως την ώρα του, ή θα του περάσει ο πονοκέφαλος. Και γιατί αυτό; Για να μην πονάει ο άνθρωπος. Και γιατί να μην πονάει; Για να ζήσει μια καλή ζωή. Και γιατί να ζήσει; Εδώ σταματάνε οι λογικοφανείς εξηγήσεις και αρχίζουνε οι βλακείες. Να και η αρκούδα. Όλο και περισσότερο με πλησιάζει τελευταία. Έρχεται, χτυπάει το παράθυρό μου με τα χέρια της. Βγαίνω, την κοιτάζω, τη χαδεύω. Όταν της δώσω τίποτε φαγώσιμο δεν το παίρνει. Ύστερα φεύγει πάλι, σιγά σιγά περπατώντας και με σκυφτό κεφάλι. Πάρε καλή μου… πάρε… δε θέλεις-α! λάθος έχει γίνει στο βάφτισμα. Ανθρώπους έπρεπε να λένε τα ζώα! Ζούνε ανθρώπινα: ελεύθερα, ανεξάρτητα, μόνα. Κάτσε εκεί και βλέπε με καλή μου… άραγε είναι καλή η ζωή για τα ζώα; Για τα υποταγμένα όντα ξέρω-ζωή είναι η ίδια η δυστυχία. Ζωή! Ένας αγώνας για το τίποτα. Για ένα κομμάτι ψωμί, για πλούτη, για δόξα… ένας αγώνας για το τίποτα. Ένας αγώνας που αφήνει όλους νικημένους. Και πεθαίνουν τα άμοιρα, υποταγμένα όντα με το χέρι απλωμένο για να πάρουν κάτι που κανείς δεν υπάρχει να τους το δώσει-μια συντροφιά, ένα χάδι… Η ζωή η αγαπητή! Η ζωή η ποθητή! Η ζωή η μοναδική!.. Ας περνούσε ο άνθρωπος από δίπλα της χωρίς να της δώσει σημασία! Τότε όλα θα ήταν εντάξει-η ζωή στην ασημαντότητά της και ο άνθρωπος στο ύψος του. Ενώ τώρα όλα χαμένα. Η ζωή λιώνει ανάμεσα στους τροχούς της τους ανθρώπους. Κοιτάζω τους κακόμοιρους τους άντρες. Τους κακότυχους. Τους δύστυχους. Που τρέχουν πίσω από τις γυναίκες σαν ζητιάνοι… πώς τις περιτριγυρίζουν ελπίζοντας πως εκείνες θα κοιμηθούνε μαζί τους… πώς κάνουνε ό,τι μπορούνε για να σκαρφαλώσουν στο κρεβάτι τους… μιλάνε, γελάνε, υπόσχονται, πληρώνουν, εκθειάζουν, γελοιοποιούνται. Δυστυχισμένοι, κακόμοιροι άντρες, τι μοίρα που σας έχει οριστεί, να γυρεύετε σ’ όλη σας τη ζωή και ποτέ να μη βρίσκετε… κακόμοιρα υποταγμένα αντρικά όντα! Με τριγύριζαν και μένα οι άντρες. Δειλά, με τη μέση σκυφτή, παρακαλώντας. Πώς να κάνεις έρωτα μ’ ένα υποταγμένο όν; Πώς να μοιράσεις την ελευθερία σου μ’ ένα σκλάβο; Πόσο ποθούσα να ’ρχονταν κάποιος και να σταθεί απέναντί μου με το κορμί του στητό και να μου πει «θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου»… Θα ’πεφτα στην αγκαλιά του πριν τελειώσει τη φράση του. Κι αν ακόμα στα μάτια των άλλων γυναικών ήταν ο ασχημότερος πάνω στη γη, για μένα θα ’τανε ο πιο ωραίος. Έτσι να κάνεις έρωτα, ναι! Άγια μοναξιά! Χωρίς υποταγμένα όντα δίπλα σου, χωρίς ταπεινώσεις για ό,τι η ύπαρξή σου ζητάει μόνο για να δικαιωθεί, χωρίς βασανιστές. Μακριά από την κοινωνία, τον παράδεισο των υποταγμένων όντων, το δήμιο των ανθρώπων.
(συνεχίζεται)

                            ΨΑΡΙ

Ψάρι!
Μέσα στων λεπιών σου το νερό κλεισμένο
Μακριά από τον αγέρα κι απ’ το χνούδι του βελάσματος
κι απ’ τις στριγκλιές του αγέρα σε παράθυρα κρουσταλλιασμένα
μακριά ’πο της βαρύτητας την κατακόρυφη τη ζυγαριά
κι απ’ των νεφών τα σχήματα.

Ψάρι!   
Πιστό στον κύκλο τον νερένιο σου!

Σε ποιον θεό προσεύχεσαι;
Ποιες είναι οι γνώσεις σου εσένα για το σύμπαν;
Και ξέρεις ότι ο προπάππος όλων μας εσύ ’σαι;
Και θυμάσαι; Θυμάσαι τον καιρό που επρωτόβγαινες απ΄το νερό για λίγο;
Κι αν ναι, πού η μνήμη σου εδράζεται;
Στου κεφαλιού σου τη μικρή φαιάν ουσία
Ή στης ουράς τα λέπια;

Ω! Ψάρι εσύ!
Που όλους μας περιέχεις μες στ’ αυγά
που σα σε μήτραν καρπερή μέσα στο κύμα
αφήνεις
που λοιδωρείς την καυχησιά του ανθρώπου
ότι μπορεί και περπατεί...

Μέσα στις φλέβες σου το αίμα μας τρέχει.
Με του εγκεφάλου σου τις έλικες φτιάξαμε δορυφόρους κι αυτοκίνητα
Και μηχανές και χρήματα και ρούχα.

Όταν σ΄αφήσαμε...
Όταν η δυστυχία μας ξεκίνησε…
ΖΑΛΟΓΓΟ

Αφού ερήμαξε πρώτα τους Τούρκους
ήρθε η ώρα να χαθεί το Σούλι.
Αλλά τους όρους του και τότε βάζει
ώστε οι κάτοικο ί  του να σωθούνε.
Κι ενώ βαδίζουν όλα με το σχέδιο
το λόγο τους οι Τούρκοι τον πατούνε
κι αρχίζουν τους Σουλιώτες να χτυπάνε.
Και κλείνουνε Σουλιώτισσες εξήντα
στην κορυφή Στεφάνι του Ζαλόγγου
και απ’ ολούθε γύρω τις κυκλώνουν.
Κι όλο ανεβαίνουν. Κι όλο τις ζυγώνουν.
Αυτές πρέπει απόφαση να πάρουν.
«Γυναίκες, τι θα κάμουμε;» ρωτιούνται.
«Μπροστά μας ο Γκρεμός. Πίσω οι τούρκοι.
Θ’ αφήσουμε το τούρκικο το χέρι
κορμί σουλιώτισσας να μαγαρίσει;»
Και με μια γνώμη όλες, απ’ το βράχο
στο βάραθρο πετούνε τα παιδιά τους
και το χορό κατόπι οι ίδιες πιάνουν.
Σε κάθε χορογύρο κι από μία
πέφτει μες στον γκρεμό. Κι αχολογάνε
του Ζάλογγου οι κορφούλες το τραγούδι.
Κι εν’ άστρο αποχτάει ακόμα η νύχτα
κι αιτία ύπαρξης η λευτεριά μας.
Και τώρα ας γυρίσω το χαρτί
στην άγραφη πλευρά του.
Kαι τώρα ας γυρίσω τη ζωή
στην όψη του θανάτου.

Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΛ
(παιδικό, μετάφραση από το αγγλικό)

Λέει στο σκίουρο το κουνέλι:
Είσαι αγόρι ή κορίτσι;
Είπε ο σκίουρος: κορίτσι.
Κι είναι τ’ όνομά μου Περλ.

Λέει η Περλ στο κουνελάκι:
τ’ όνομά σου εσέ ποιο είναι;
Είμαι ένα κορίτσι επίσης
κι έχω ίδιο τ’ όνομα.
Θες να γίνουμε και φίλοι;
Βέβαια θέλω. Μου αρέσει
φίλοι να ’μαστε τα δυο.

Όνομα έχουμε ίδιο, πράγμα αστείο λιγουλάκι
Όνομα έχουμε ίδιο, και δεν είμαι λαγουδάκι
Τ’ όνομά μας είναι Περλ κι είμαστε κι οι δυο κορίτσια.
Απ’ τις δυο όμως εμάς μία είναι σκιουρίτσα.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ

Οι Τοΰρκοι πιάσανε με προδοσία   
σαράντα Κλέφτες με τον αρχηγό τους,
τον λεβεντόκορμο τον Καραχαλιο,
και παν στην Τρίπολη να τους κρεμάσουν.
"Ωρέ πασά μου" κάνει ο Καραχάλιος
Μια χάρη θέλω μόνο να μου κάνεις:
Εμένα να με σφάξεις τελευταίον."
"Στην κάνω ωρε, γιατ' είσαι παλληκαρι."
Και τελευταίο τον έσφαξε αλήθεια.

Γιατί θαρρείς ότι ζητούσε εκείνος
να τόνε σφάξουν υστερ’ απ’ τους άλλους;
Μη για να ζήσει λίγο παραπάνω;
Όχι. Την ώρα μοναχά που εκείνους
τους έσφαζε ο πασάς σαν τα κριάρια,
δίπλα στο δήμιο αυτός καθόντας
ετραγουδούσε κλέφτικα τραγούδια
τους μελλοθάνατους για να θαρρύνει.
Και το κατάφερε. Γιατ’ είναι θεία
στον κόσμο προσφορά η ψυχή τ’ ανθρώπου.
Και στα δημοτικά μας τα τραγούδια
του Λαού μας η ψυχή μέσα μιλάει.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ…


Θάνατος είναι να λιπαίνεις
του μνήματός σου τα λουλούδια.
Θάνατος είναι αντίς ανθρώπους
να βλέπεις γύρω μαύρα ζούδια.

Είναι ανάγκη να μην έχεις
καμιάς γυναίκας την παρέα.
Είναι ποτέ να μη σε νοιάζουν
του ραδιοφώνου σου τα νέα.

Είναι να μην μπορείς να τρέξεις
να πάρεις κάτι στον μπακάλη
και να μην έχεις πια κανέναν
να σου ζαλίζει το κεφάλι.

Είναι ποτέ να μην κρυώνεις
κρύο όσο γύρω σου κι αν κάνει.
Είναι το μήκος των τριχών σου
να έχει πάψει πια ν’ αυξάνει.

Θάνατος είναι να μην πρέπει
να φας να πιεις ή να διαβάσεις
Είναι ποτέ σου να μην έχεις
να ξαναδώσεις εξετάσεις.

Θάνατος είναι επιτέλους
χώρο στο σπίτι να μην πιάνεις.
Θάνατος είναι-και κυρίως
να μη φοβάσαι να πεθάνεις.
Μετά την αγάπη
πρέπει να διαφυλάξουμε τις μάσκες
για την επόμενη φορά.
29 Απρίλη, ημέρα χορού

Χορός! Το σώμα γίνεται αγέρας
και νότα χαρωπή στο φως της μέρας.
Και στρέφει και λυγιέται και πετάει.
Kαι λεύτερος ο νους μαζί του πάει.

Χορός! Ο χορευτής τα σκότη σκίζει
και άυλος-σαν πνεύμα φτερακίζει!
Χορός! Της Φύσης δώρο στους ανθρώπους
που πέρα κάνει βάσανα και κόπους!

Και το χορό αν χορεύει νιος λεβέντης,
της γης και τ’ ουρανού μοιάζει αφέντης.
Κι αν όμορφη κοπέλα τον χορεύει,
τους άντρες όλους γύρω της παιδεύει.
                 ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΙ

Mια δυσοίωνη οργή εκπηγάζει
από το σακατεμένο μου κορμί
Πού είναι η γλυκιά η νοσοκόμα;
Μήπως σε λάθος πόλη αποπειράθηκα;
Μη το νοσοκομείο της δεν είναι που
εφημερεύει;
Ή τ' ωράριό της άλλαξε με άλλην
και άλλη κάποια θα μου βγάλει
τα κολλημένα στις λιωτές μου σάρκες ρούχα,
και άλλη κάποια θα με ακούσει
τη μόνη λέξη που 'μαθα μες στη ζωή να λέω,
και ας την είχα μαθημένα μόνο
για να την ψιθυρίσω στο δικό της μέσα αυτί;

"Πονάτε;"
Ερώτηση γιατρού σε πολυτραυματία
ετοιμοθάνατο...
Σ’ άλλη περίπτωση θα του ’λεγα πολλά. Μα
τώρα
μόνο να πω μπορώ: "Πού είναι ΑΥΤΗ;"
Ο γιατρός στους νοσοκόμους:
"Πιο γρήγορα! Πεθαίνει!”
Σ' ακούω γιατρέ της κακιάς ώρας.
Τα λένε αυτό μπροστά σε κείνον
που αληθινά πεθαίνει;
Ξανά εγώ τη δύναμή μου όλη βάζοντας:
"ΠΟΥ EINAΙ AYTH;"
"Σώπα. Έρχεται"
Ο νοσοκόμος, ανοίγοντας την πόρτα του
χειρουργείου:
“Για ποια λέει;”
O γιατρός: “Ποιος ξέρει...”
Τότε είναι που δεν άντεξα
και τους άφησα τους αλιτήριους.
Και πήγα εκεί όπου οι λέξεις παύουν να
'χουνε φωνή.

Σιωπή και χιόνι γύρω.
Όχι χιόνι.
Πέπλα πάλλευκα.
Και το σώμα μου ακέριο,
Ώστε ζωή μετά το θάνατο λοιπόν;
Μα τι… μα πώς… μα… να! ΕΚΕΙΝΗ!
Ξεπροβάλλει μέσα από κάτι
σα μιαν αδιόρατη χαραματιά των πέπλων.
Στέκω βουβός σε τέτοια μέσα μια σιωπή υπερισχύοντας οι καλοί μου τρόποι.
Μα όλη σκούζει η ύπαρξή μου.
Σπάει εκείνη τη σιγή και με φωνή σα μελωδία: "Μίλα", μου λέει, "εδώ,
μόνο όσοι αγαπούν-
μονάχα αυτοί μιλούνε."
"Σ’ αγαπάω."
"Λες να μην το ξέρω;"
"Κι εσύ;.."
«Τρελαίνομαι για σένα.»
"Τότε γιατί εκεί με απόφευγες… όμως καλά-κι εσύ είσαι πεθαμένη;"
"Όχι. Ολοζώντανη, Όπως και συ."
"Εκεί… εκείνος ήτανε ο θάνατος;"
"Ναι"
"Καλά το έλεγα εγώ λοιπόν… Αλλ' ας τ'
αφήσουμε αυτά. Γλυκιά μου Ρωρερκάρ
θέλω μαζί σου έρωτα να κάνω-
κάτι που δεν ήθελες στη γη"
"Mη λες δεν ήθελα.
Δεν έπρεπε.
Μα εδώ καταργημένα όλα τα πρέπει.
Και πια μη χρησιμοποιείς ψευδώνυμο"
«Γλυκιά λοιπόν.»
"Ναι. Για σένα. Και για πάντα."
Το χέρι της εσήκωσε
κι ένα βελούδινο ροζ παραπέτασμα
μας απομόνωσε.
Τάχα από ποιον;
Μια κίνησή της άλλη βιαστική
κι ένα κρεβάτι στήθηκε μπροστά μας.
Για μια στιγμή τον πόθο η έκπληξη έδιωξε απ' τη ματιά μου.
To είδε.
Και για να μου δείξει
πως όλα γίνονταν καθώς κι οι δυο τα θέλαμε,
το χέρι μου ’πιασε,
απαλά στο κρεβάτι με οδήγησε
και πλάι μου έπεσε αλαφρά, αφού πρώτα
με μίαν άλλη κίνησή της
από τα ρούχα όλα της απαλλάχτηκε.
Και κει
στο κρεβάτι πάνω,
οι δυο μας γίναμε ένα τόσο,
που για τους δυο μας ένας μόνο ανάπνεε.
Και σ'’ έναν ύπνο έπειτα βυθίσαμε
που απ’ αυτόν εκείνη μ’ έβγαλε
για να με πάρει γελαστή απ’ το χέρι
και να με πάει σ’ ένα χώρο
απ’ όπου βγήκα ολόλευκος κι εγώ
και έχοντας κι εγώ φτερά
λευκά και κείνα κι απαλά κι αιθέρια.
"Έτσι θα είμαστε οι δυο από δω και πέρα.
Κι έρωτα όλο.
Σαν έμαθα πως έπεσες απ’ τον γκρεμό
αφήνοντας κείνο το γράμμα,
δεν άντεξα και νιώθοντάς σε πεθαμένον
ήρθα εδώ αμέσως.
Μα όπως είδα, πρώτη.
Χωρίς εσένα η ζωή θα ήτανε μαρτύριο.
Σε λάτρευα καθώς και συ.
Μα οι συνθήκες εκεί πέρα...
η κοινωνία, τα παιδιά, ο φόβος της αγάπης...
δε γίνονταν
ούτε να ξέρεις ότι σ' αγαπώ.
Μα τώρα έλα,
πάμε στα γλυκά του έρωτα ακρογιάλια
και στις γλυκές του τις πηγές
και στης αγάπης τις γλυκές φωλιές
φτιαγμένες για όσους ένιωσαν πως έρωτας
είναι ο θάνατος ο ίδιος."
"Δε θα χωρίσουμε ποτέ!"
"Εδώ κουτούλη μου δεν έχει χωρισμό.
Εδώ είν’ η αιωνιότητα
και όπως μέσα της θα μπεις
έτσι και μένεις."

...Με σώσανε οι αχρείοι. Τώρα κείτομαι
σ' ένα κρεβάτι πάνω,
ζαλισμένος,
γεμάτος γάζες και ήμερες πληγές.
Δοκιμάζω το χέρι μου-δεν έχει δύναμη να σηκωθεί.
Λίγο πιο ύστερα
που κάπως η αδυναμία κι η ζάλη θα 'χουν φύγει
έρχομαι οριστικά Γλυκιά,
με μαχαίρι
τον άχρωμο σωλήνα κόβοντας του ορού,
έτσι που ολότελα να ξαιματώσω.
81  Και ιμάτια ξεσκιούνε
για κουκούλες σαν ακούν,
και ευρώ χίλια τσιμπούνε
κάθε λέξη που θα πουν.

82  Και αλήτες τους βαφτίζουν
Και τους λεν φασισταριό
νεαρούς όσους λογχίζουν
της δουλείας το θεριό.

83  Και καλά γραβατωμένοι
Και τα μάλα κορδωτοί
σκνίπα γίνονται-οι καϋμένοι!-
με ανοησίας πιοτί.

84  Μα τους προσπερνάς σύ όλους
και τα τέτoια τ’ αγνοείς-
Συ μακριά είσαι από δόλους
και διαθέσεις χαμερπείς.

85  Τους σκυμμένους ξεντροπιάζεις,
τους δοτούς ταρακουνάς
τους φασίστες ξεμπροστιάζεις
και τους δείχνεις και σε μας.

86  Κι αιστανόμαστε ευφροσύνη
σα σε βλέπουμε μπροστά
στον αγώνα να τους δίνει
όσα,όποιος τους χρωστά-

87  για όσους ζουν αναγκεμένοι
στων μεγάλων την κλεψιά,
και στης ζήσης είναι ξένοι
τη γλυκάδα την αψιά,

88  για όσους είν΄πληγές γεμάτοι
στην καρδιά και στην ψυχή
και γι αυτούς να τους δει μάτι
δεν υπάρχει,ούτε ευχή,

89  για κεινούς που ούτε  να δούνε
μέρα ελπίζουνε καλή
και συμπόνιας δεν τρυγούνε
ψεύτικο έστω ένα φιλί,

90  για όσους αίμα τους κι ιδρώτας
των πλουσίων είναι σοδειά
κι ευτυχιά δε ζουν μετρώντας
παρά όλο δυστυχιά,

91  για κεινούς που να δουλέψουν
θέλουν,κι άνεργοι όλο ζουν,
και που μόνο αν θα κλέψουν
την ημέρα τους περνούν.

92  Γι αυτούς οι κουκουλοφόροι
φίλοι είναι κι αδερφοί
και σαν του ματιού έχουν κόρη
την αγνή τους τη μορφή.

93  Γι αυτούς οι κουκουλοφόροι
ειν΄ μαχαίρι κοφτερό
κι είναι σάρισα και δόρυ
και πιοτί φαρμακερό,

94  όπου σφάζει και τρυπάει
και δλητήριο κερνά
και ο πλούσιος μαρτυράει
κι ό,τι έφαγε ξερνά.

95  Κι από κείνους καρτεράνε
οι φτωχοί το γδικιωμό
και των τόσων προσδοκάνε
των βασάνων τους σωσμό.

96  Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι
μα όπου είστε είναι εσείς.

97  Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.

                 -----
ΑΛΕΞΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ
ΝΑ ΧΤΥΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΦΤΑΝΕΙΣ
(μεσαιωνικόν ασμάτιον)

Ο καλαμοάλογος και ο σπερματοπότης
και ο μπαστουνοκαταπιωτής
ο καθείς τους μεσαιωνικός οικτρός ιππότης
νικημένος πάντα και κιοτής,

προχωράνε στης Ευρώπης για να παν το κάστρο
δώρο ενώ στα χέρια τους κρατούν
της υπεροψίας τους το κρύο και μαύρο τ’ άστρο
απ’ τον τρόμο ενώ τα δόντια τους κροτούν.
…………………………………………………….
Νάτους που γυρνάνε τώρα πάλι νικημένοι,
με τον θολωμένο τους το νου
νίκης παραμύθια ενώ σκαρφίζονται οι καημένοι   
για να πούνε των παροίκων-του κοινού.
                                -------
ΑΝΑΝΔΡΙΑ!..
Ο υπουργός δικαιοσύνης χαρακτήρισε άνανδρη δολοφονία την δολοφονία του φρουρού των φυλακών Δομοκού.
Οι φασίστες όλων των κυβερνήσεων του παρελθόντος χαρακτήριζαν άνανδρες τις παρόμοιες δολοφονίες ή επιθέσεις σε στόχους από τη 17 Νοέμβρη ή άλλες οργανώσεις και ομάδες.  Φασίστες ήτανε, αγράμματοι ήτανε. Μα ο κουμουνιστής υπουργός να συμπεριφέρεται σαν αυτούς-σαν αγράμματος δηλαδή;
Τα λέω αυτά γιατί μία δολοφονία πάντοτε είναι «άνανδρη» εξ ορισμού. Το συνθετικό «δόλος» σημαίνει ότι η λέξη έχει τα χαρακτηριστικά του τεχνάσματος, της πανουργίας, του στρατηγήματος, της παρανομίας.
Λέγοντας άνανδρη δολοφονία είναι σαν να λέμε θαρραλέο θάρρος, άφωνη σιωπή και τέτοια.  Υπάρχει αντρίκια δολοφονία; Ανδρεία δολοφονία; Λεβέντικη δολοφονία; Δηλαδή τι θα ήθελαν όσοι χαρακτηρίζουν μια δολοφονία άνανδρη; Η Οργάνωση που σχεδίασε μία δολοφονία να βγάλει μια τέτοια ανακοίνωση;:
«ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΑΔΕ
Ανακοίνωσις δολοφονίας Σαμαρά (πχ)
Προς την ΕΛΑΣ
Κοινοποίηση: ΓΕΣ, ΓΕΑ, ΓΕΝ και προς πάντα ενδιαφερόμενο.
Την δεκάτην τετάρτην του μηνός Μαϊου ενεστώτος έτους και ώραν ενδεκάτην πρωινήν θέλει επιχειρηθεί υπό της Οργανώσεώς μας δολοφονία του τέως πρωθυπουργού Σαμαρά.
Ο τόπος που επελέγη είναι η διασταύρωσις των οδών Δ και Ε της περιοχής Κολωνακίου, από όπου καθημερινώς διέρχεται ο κύριος Σαμαράς.
Θα επιχειρήσουν δύο άτομα, άρρενες. Ο εις εξ αυτών θα φέρει περούκαν πλουσίας κόμης και θα φορεί χακί τζάκετ. Ύψος ένα μέτρο και εβδομήκοντα τρία εκατοστά, αδύνατος. Αυτός θα φέρει το περίστροφον με το οποίον σκοπεύεται η δολοφονία του Σαμαρά. Ο έτερος επιχειρών θα ευρίσκεται εις τζιπ εσταθμευμένον περί τα είκοσιν μέτρα μακράν της τοποθεσίας της δολοφονίας ίνα μετά ταύτην φυγαδεύσει τον δολοφόνον.
Εφιστώμεν την προσοχήν των αρχών εις το κάτωθι: Εις την διασταύρωσιν υπάρχουν δύο περίπτερα. Ο υποψήφιος δολοφόνος θα κρύπεται όπισθεν του δυτικώς ευρισκομένου περιπτέρου. Δια τους αγνοούντας τον τοιούτον-γεωγραφικόν- καθορισμόν της θέσεως του περιπτέρου, διευκρινίζομεν .ότι το δυτικόν περίπτερον είναι το φέρον έξωθι αυτού ταμπέλαν ένθα ευκρινώς αναγράφεται «ΑΕΡΙΟΥΧΑ ΠΟΤΑ»
Ευελπιστούντες δια μίαν έντιμον αντιπαράθεσιν μετά της ΕΛΑΣ και ενδεχομένως των στρατιωτικών δυνάμεων άτινας η κυβέρνησις ήθελεν διατάξει έναντι ημών κατά την διάρκειαν της αποπείρας μας, διατελούμεν μετά τιμής
(ακολουθούν σφραγίδες και υπογραφές της Οργάνωσης)»
Αυτό θα περίμενε ο κύριος υπουργός ώστε μία δολοφονία να μην είναι «ανανδρος»;
Ε πια!
ΚΑΛΕ ΚΥΡΙΕ ΤΣΙΠΡΑ ΜΑΣ

-Καλέ κύριε Τσίπρα μας παρακαλώ ειπέτε
Της Εσπερίας διατί πάλιν εσμέν επαίται;
-Μη είπητε αύθις ποτέ τοιαύτην μίαν ρύσιν
διότι αντιστρατεύεται την ελληνίδα φύσιν.
Ο έλλην ουδεπώποτε εφέρθη ως επαιτης
Και ουδεπώποτε ήν αυτός εις άλλους οφειλέτης.
Προσέχετε τι λέγετε καλέ μοι φίλε ούν
επεί όσα λέγομεν εδώ ακροάται κι ο  Γιαρούν.
-Θα επεθύμουν πρόεδρε λίαν αριστερέ μου
Να μου ειπείτε το διατί επήγε κατ’ ανέμου
Η  τάσις που σας έφλεγε δια βροντοφώναχτα όχι;
Διατί δεν επετεύχθησαν οι αρχικοί σας στόχοι;
 Διατί ενώ υπεσχέθητε πως τας καθαριστρίας
ευθύς θα προσλαμβάνατε εις τας υπηρεσίας,
δεν το επράξατε; Την ΕΡΑ ακόμα διατί
δεν την ανασυστήσατε; Διατί καλά κρατεί
εισέτι η φοροδιαφυγή που την πατρίδα βλάπτει-
και τας ελπίδας του λαού ανενδοιάστως θάπτει;
-Φόραν θαρρώ επήρατε και με κατηγορείτε
Δια πράγματα δι ά εγώ ου πταίω ως θα ιδείτε.
Αφότου εβγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ και κυβερνά την χώραν
εις προβλημάτων έδωκεν λύσιν αυτός πληθώραν.
Οι χώροι τώρα καθαροί οι δημόσιοι φαντάζουν
Και όσο αι καθαρίστριαι στεντόρεια κι αν φωνάζουν
Πλέον δεν έχει ο τόπος μας χρείαν καθαριστρίας
Αλλ’ αντιθέτως θα έλεγον θέλομεν βρωμιστρίας.
Τας κατοικίας ο λαός τας πρώτας του ας χάσει
Αφου γνωστόν εγένετο-πλην φευ υμών- τοις πάσι
Πως έχει ο κομμουνισμός δεόντως μεριμνήσει
Πας είς εις οίκον νεότευκτον πλέον να κατοικήσει.
Και το αφορολόγητον των δώδεκα χιλιάδων
Που είχεν ο αξιοπρεπής λαος ελπίσει άδων
Θα το τακτοποιήσωμεν εντός τετραετίας
Ώστε να έχει ο λαός διαμαρτυρίας αιτίας.
Εις συνταξιούχους αν εγώ θα έδιδον το δώρον
Θα έφερον πληθωρισμόν στης αγοράς τον χώρον.
………………………………………………………….
TON OΙKTO

Δε θα μ' αγγίξουνε λοιπόν εμένα της αγάπης
τα χάδια τ' απερίγραπτα που την ψυχή δονούνε.
Λόγια θερμά και τρυφερά ποτέ δε θα ειπωθούνε
για με. Tης προσδοκίας μου της μάταιας ο τάπης

που με φροντίδα περισσή από καιρό έχω στρώσει
και για στημόνι έχει φιλιά κι έχει αγκαλιές για υφάδι
θα μείνει απάτητος. Φριχτό θα μείνει ένα ρημάδι
το δώμα μου που στόλισα μ' ευαισθησία τόση.

Τα παραθύρια του κλειστά θα ’ναι για πάντα όχι ίσως
για να μη βλέπουν μέσα τους τ’ αδιάκριτα τα μάτια
μα ως για τα μικρόσωμα κι αδύνατα πουλάκια
μένει κλειστή κι απρόσιτη μια μακρυσμένη νήσος.

Ποτέ ακριβό ενα άρωμα ωραίας μιας κυρίας
αγορασμένο απ' το ψυχρό Λονδίνο ή το Παρίσι
τη ντελικάτη του οσμή επάνω δε θ’ αφήσει
στο στήθος της εβένινης μικρής μου Βαλκυρίας.

Κι ούτε ποτέ απ’ τα μικρά που τόσο μ’ αναλώνουν
θα με τραβήξει της βαθιάς αγάπης ο μαγνήτης
για να γνωρίσω της χαράς τα μυστικά μαζί της
που ομορφαίνουν τη ζωή και την ψυχή φτερώνουν.

Μόνο θα στέκω εδώ χλωμός και θα μετρώ τις ώρες
που συντροφιά με το κενό θα κάνουν και με μένα
κι αργά αργά θα φεύγουνε σαν άδεια κάτι τρένα
που σ’ ακατοίκητες, ψυχρές, ξένες πηγαίνουν χώρες.

Και πάντα μέσα εγώ θα ζω σε μια φρικτή ρουτίνα
χωρίς καλά να ξέρω πού-πώς έγινε το λάθος
κι ενώ η φύτρα μου ήτανε η φλόγα και το πάθος
στου μηδενός τον όλεθρο πήγαν κι εγώ και κείνα.

Δε θα μ' αγγίξουν-όχι-εμέ τα χάδια της αγάπης.
Κρύος στο κρύο θα γυρνώ και μαύρος μες στο μαύρο
κι αν ψάξω μίσος μοναχά κι αδιαφορία θα ’βρω
καθώς τον οίκτο θα ’βρισκε αν έψαχνε ο σακάτης.
ΞΕΝΟΣ

Κάτι μου λεν όταν με βλέπουν τα δεντράκια.
Τα βράδια όταν μες στ' άλση τους βρεθώ τα σκοτεινά
ψιθυριστά στην ησυχία ακούγονται λογάκια-
κάτι κρυφό η σιγανή φωνή τους μου μηνά.

Κάτι γυρεύουν από μένα οι πετρούλες.
μόνος καθώς στα έρημα και στ' άγρια περπατώ
με απαλές, τραγουδιστές με κράζουνε φωνούλες
που δώρο γλυκοπρόσφερτο στη μνήμη μου κρατώ.

Και το νερό φορές φορές το μούρμουρό του
έτσι καθώς μες στ’ άβαθο ρυάκι του κυλά,
το άρωμα και τη δροσιά του δροσερού του χνώτου
το στέλνει και το σώμα μου χαϊδεύει απαλά.

Αγαπημένα μου τη γλώσσα σας δεν ξέρω
μα μη μ’ αδικοκρίνετε-ψυχή μου, σώμα, νους
δικά σας είναι. Aπό σας κι αν στη μορφή διαφέρω
αντάμα σελαγίζουμε στους ίδιους ουράνούς.

Ξένος εγώ είμαι στους άλλους τους ανθρώπους.
Αυτό εσείς το ξέρετε από μένα πιο καλά.
Κι ας ειν’ αυτό το ποίημα-δεν έχω άλλους τρόπους
η απόκριση στα λόγια σας που ακούω τα πολλά.

To μίλημά σας κι αν δεν ξέρω τι μου λέει
κι αν ίσως σεις δεν ξέρετε το τι σας λέω εγώ
όμως στον Πόνο μου η αγνή ψυχή σας-ξέρω-κλαίει
και, φίλοι μου, στον Πόνο σας, απέραντα πονώ.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Γράφω αυτό το γράμμα σε σας κυρία υπουργέ της παιδείας μας γράφω παιδείας και πονάω όλο πονάω όταν γράφω λέξη που πονάει να αυτό τον καιρό μου πονάει το πόδι μου και όταν γράφω πόδι πονάω εγώ επειδή με διόρισε ο κύριος νεκτ’αριος στο ικα στην τρίπολη και μετά με ξεδιόρισε και έμεινα στην τρίπολη και δεν έχω πως να περάσω τον καιρό μου και λέω δεν πάω μέχρι τη βιβλιοθήκη να διαβάσω και πήγα και η βιβλιοθήκη ήτανε κλειστή και είπα όλοι οι υπάλληλοι θα πήγανε ξαφνικά προς νερού τους και επερίμενα να τελειώσουνε και μόνο ένας ήρθε να κλείσει την έξω πόρτα γιατί έχει και έξω πόρτα στις δυο το μεσημέρι και μου είπε δε δουλεύει η βιβλιοθήκη και εγώ στενοχωρήθηκα και το είπα στο μπακάλη μου όταν εγύρισα στο σπίτι μου και μου είπε πήγαινε στο δήμαρχο και όταν επήγα στο δήμαρχο δε με αφήσανε να πάω στο δήμαρχο αλλά με εστείλανε σε ένανε που τον λένε αντιδήμαρχο και αυτός μου είπε ότι είναι πολύ δύσκολη δουλειά να ανοίξει η βιβλιοθήκη και θα κοιτάξει τι μπορεί να κάνει και μου είπε έλα την παρασκευή να σου πω τι έκανα και επήγα πάλι στο μπακάλη μου γιατί εγώ γέρος άνθρωπος είμαι και μόνο να γράφω κάτι στιχάκια ξέρω και μου είπε πάλι καλά που δε σου είπε να πας με τον κηδεμόνα σου και δε σε διώξανε με τις κλοτσές και μου είπε ότι μετά το δήμαρχο είναι ο νομάρχης και τον επίστεψα γιατί εγώ δε γνωρίζω άνθρωπο στην τρίπολη παρά μόνο το μπακάλη μου και μου λένε γι αυτό είσαι και χοντρός γιατί όλο τρως και εγώ δε μιλάω γιατί δεν ξέρω γέρος άνθρωπος είμαι και λέω έτσι θα είναι, και ερώτησα τον μπακάλη μου πού είναι η νομαρχία και μου είπε στους νομάρχες δεν πάνε αλλά τους γράφουνε και εγώ είπα από μέσα μου μπακάλης είναι κάτι περσότερο από μένα ξέρει και τονε παρακάλεσα και μου έγραψε στο νομάρχη γιατί έπρεπε λέει να γράφουνε με τύπους στο νομάρχη και εγώ δεν ήξερα από τύπους εγώ ένας γέρος είμαι και γράφω μόνο κάτι στιχάκια και μου λένε οι άλλοι τι βλακείες είναι αυτές όμως ο μπακάλης μου μού λέει καλά είναι και μια μέρα θα τα διαβάζει όλη η ελλάδα και τονε ρωτάω μεγάλη είναι η ελλάδα και μου λέει πάνω από εκατό τρίπολες και έγραψε στο νομάρχη και όταν του τονε λέω νομάρχη μου λέει ο μπακάλης μου να τονε λες κύριο και εγώ του λέω τι κύριος είναι που κρατάει κλειστή τη βιβλιοθήκη και μου λέει έτσι είναι οι κύριοι και εγώ τι να πω, γέρος είμαι, κάτι στιχάκια μόνο γράφω καμιά φορά θα σας στείλω κανένα και ο νομάρχης δεν απάντησε σε εμένα αλλά κάπου αλλού δεν ξέρω πού και σας στέλνω την απάντησή του που μου τη δώσανε αλλά ούτε και ο νομάρχης δηλαδή ο κύριος νομάρχης δεν άνοιξε τη βιβλιοθήκη και εγώ όλο πάχαινα γιατί δεν είχα να διαβάσω και όλο έτρωγα και του είπα του μπακάλη μου σε ευχαριστώ που με βοηθάς αφού θα χάσεις από εμένα όταν αρχίσω να διαβάζω και μου λέει αυτός εγώ σε βοηθάω γιατί μου αρέσουνε τα στιχάκια σου και ας χάσω και λίγα λεφτά και ο νομάρχης λέει δεν μπορούσε και αυτός να ανοίξει τη βιβλιοθήκη και εζητούσε από κάποια άλλη υπηρεσία να την ανοίξει ποια θα δείτε εσείς ποια είναι αυτή η υπηρεσία στα χαρτιά που σας στέλνω γιατί εγώ δεν ξέρω και μια μέρα ήρθε και άλλο γράμμα από την υπηρεσία που έστειλε το γράμμα μου ο νομάρχης που έλεγε πως ούτε αυτοί δεν μπορούνε να ανοίξουνε τη βιβλιοθήκη και ειδοποιούσε εσάς την υπουργό της παιδείας μας πάλι πονάω που είπα παιδείας να την ανοίξετε εσείς και όταν ερώτησα τον μπακάλη μου να πάω σε έναν κλειδαρά να άνοιγε τη βιβλιοθήκη και να μην περιμένουμε από κύριους γιατί αυτοί έχουνε άλλες δουλειές σοβαρές αυτός εκείνη τη στιγμή δε σκέφτηκε φαίνεται τα στιχάκια μου και σήκωσε τα δύο του χέρια και εχτύπησε μπροστά στο πρόσωπό μου με δύναμη την παλάμη του δεξιού του χεριού πάνω στη ράχη του αριστερού του χεριού έχοντας τεντωμένα και χωρισμένα τα δάχτυλα και των δύο χεριών του το ένα από το άλλο και ακούστηκε ένα φλαπ  και μου είπε όρσε
ζώον αλλά του έδωσα δύο στιχάκια και μου είπε με συνχωρείς και με είπε φίλο του και εγώ δεν ξαναμίλησα για κλειδαρά γιατί δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει άλλο ο μπακάλης μου όταν ξανακούσει τη λέξη κλειδαράς πάλι και πήρα το λεξικό και είδα όρσε και είναι προστακτική του ορίζω και λέω με ωραίο ρήμα μου εμίλησε και είδα και ζώον και είδα ότι ζώον είναι ό,τι ζει και άραγε είμαι και ζώον όπως όλοι οι έλληνες και από το υπουργείο έχω να ακούσω εδώ και μήνες και μου είπε ο μπακάλης μου ούτε αυτά τα γ…    του κερατά δε σου απάντησαν και μου είπε μην το πεις αυτό που είπα πουθενά και εγώ δεν το λέω το γράφω και μάλιστα μισό και μου λέει ο μπακάλης μου γράψε και στο υπουργείο και τώρα κάθομαι και σας γράφω γιατί ο μπακάλης μου έχει πάει στο χωριό του και άφησε τη γυναίκα του στο πόδι του στο μαγαζί και αυτή μου λέει καλλίτερα από μένα θα τα γράψεις εσύ εγώ δεν ξέρω γράμματα και της είπα ότι και εγώ δεν ξέρω και πως μόνο κάτι στιχάκια γράφω και εσήκωσε τα χέρια της και αυτή όπως ο άντρας της και έκανε τις ίδιες κινήσεις με τα χέρια της και με τα δάχτυλά της και ακούστηκε πάλι το φλαπ πολύ κοντά στο πρόσωπό μου και μου είπε να βρε βρωμιάρη εσύ έχεις πάρει τα μυαλά του άντρα μου με τα βρωμογραφτά σου και ούτε στο κρεβάτι δεν έρχεται και όλο γι αυτά μου μιλάει και του λέω μπράβο αγάπη μου και από μέσα μου βρίζω και μην του ξαναδώσεις τίποτα πάλι όταν γυρίσει από το χωριό γιατί θα σε κάνω κομματάκια κακομοίρη μου γι αυτό σας γράφω εγώ αυτό το γράμμα δεν ξέρω και αν κάνω καλά γιατί λείπει ο μπακάλης μου και από το τηλέφωνο μου είπε να μην ξαναμιλήσω στη γυναίκα του για στιχάκια γιατί αυτή δεν καταλαβαίνει από στιχάκια και του είπα δεν είμαι και χαζός να της ξαναμιλήσω και ακόμα ο μπακάλης μου μού είπε αν δεν ανοίξει ούτε η κυρία υπουργός της παιδείας πάλι πονάω τη βιβλιοθήκη τότε να γράψεις στις εφημερίδες και στα κανάλια και εγώ κάτι θα έπαθε λέω ο μπακάλης μου και μου λέει να γράψω στις εφημερίδες και εγώ είπα μέσα μου πώς μπορεί μία εφημερίδα να ανοίξει μια βιβλιοθήκη αλλά δεν είπα τίποτα στον μπακάλη μου για να μην την πάθω όπως με τον κλειδαρά και δεν είχα απάνω μου στιχάκια να τονε καλμάρω και αν δεν ανοίξετε και εσείς κυρία υπουργέ μου τη βιβλιοθήκη τότε θα του πω να γράψει αυτός στις εφημερίδες που ανοίγουνε βιβλιοθήκες και άμα και αυτές δεν μπορέσουνε να την ανοίξουνε ο μπακάλης μου έχει και άλλους τρόπους μου είπε μόνο που τότε όλος ο κόσμος θα μάθει ότι η τρίπολη δεν έχει βιβλιοθήκη και  ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με πόλεις χωρίς βιβλιοθήκες γιατί θα γράψει μου είπε στα κανάλια και στην Ευρώπη και εγώ του είπα δε σκέφτεσαι την ελλάδα και αυτός μου είπε γιατί αυτά τα κ……    τη σκέφτονται και μου είπε αυτά μην τα πεις πουθενά και εγώ δεν τα λέω τα γράφω μόνο και μάλιστα μισά και ερώτησα τη γυναίκα του μπακάλη μου τι είναι αυτά τα κανάλια και μου είπε τα κανάλια της τηλεοράσεως και εγώ δεν έχω τηλεόραση και δεν ξέρω αλλά δεν της είπα τίποτα και ο μπακάλης μου σας έβριζε από το τηλέφωνο κυρία υπουργέ μου και έλεγε οι αλή… να μην έχουνε μια βιβλιοθήκη μόνο να τρώνε ξέρουνε και ξέχασε να μου πει να μην τα πω αλλά εγώ από μόνος μου δεν τα λέω ούτε τα γράφω όλα μόνο ένα και εκείνο μισό και του είπα να μη μιλάει έτσι γιατί μπακάλης είναι και τον συνφέρει να τρώει ο κόσμος και ακόμα ούτε μπορεί να ξέρει τι δύσκολα ανοίγει μία βιβλιοθήκη εσύ μόνο κονσέρβες μπορείς να ανοίγεις του είπα και εγώ μπορώ να ανοίγω κονσέρβες αλλά για βιβλιοθήκη δε μιλάω γιατί πού να ξέρω εγώ τις δυσκολίες αυτής της δουλειάς για να μου το πει εμένα ο κύριος αντιδήμαρχος κάτι θα ξέρει και όταν μου τα έλεγε αυτά ο κύριος αντιδήμαρχος εβόλταρε με τα χέρια στις τσέπες του και ούτε με κοίταγε καθόλου και είπα μέσα μου κοίτα πόσο τον βασανίζει το θέμα και μόνο αυτό σκέφτεται από τώρα και κάνει βόλτες για να κατεβάσει ιδέες για το άνοιγμα της βιβλιοθήκης και είχε τα χέρια στις τσέπες για να μου δείξει ότι δεν έχει μέσα στην τσέπη του τη λύση του μεγάλου αυτού προβλήματος έτσι μου ΤΟ είπε γιατί φως φανάρι αν το είχε μέσα στην τσέπη του τόσην ώρα που έψαχνε θα ΤΟ είχε βρει εκεί μέσα πάλι εγώ τι ξέρω γέρος είμαι και μόνο κάτι στιχάκια γράφω και τίποτα δεν είναι αυτό μολύβι και χαρτί χρειάζεται μόνο αλλά για βιβλιοθήκες τι να πω και δε μου είπε τίποτα άλλο ο μπακάλης μου αλλά του είπα εγώ για να τον παρηγορήσω γιατί αυτός από την αγάπη που μου έχει το πήρε πολύ ζεστά το πράγμα και του είπα λοιπόν ότι τώρα που άλλαξε η κυβέρνησή μας και έφυγε η άλλη μπορεί η καινούργια να κάνει κάτι και να ανοίξει τη βιβλιοθήκη καί αυτός μου είπε όλοι ίδια σκ.... είναι αλλά μην το πεις αυτό πουθενά και δεν το λέω TO γράφω και μισό μάλιστα και μου είπε ότι και η καινούργια υπουργός παιδείας πονάω θα κάνει πως βάζει τάχα κεραμίδια στο κτίριο που δεν έχει ούτε τοίχους ούτε θεμέλια έτσι για να δικαιολογήσει τα λεφτά που παίρνει και όταν είπε έτσι του έκλεισα το τηλέφωνο και πήγα και είπα στη γυναίκα του πως εχάλασε το τηλέφωνο για γα μη θυμώσει ο μπακάλης μου που του το έκλεισα και τα χέρια του δεν τα σταματήσει όταν ερθεί πάλι λίγα εκατοστά μακριά από το πρόσωπό μου αλλά τα αφήσει να πέσουνε απάνω στο πρόσωπό μου και σας παρακαλώ και σας κυρία υπουργέ μου να ανοίξετε τη βιβλιοθήκη γιατί άμα θυμώσει ο μπακάλης μου δε λογαριάζει τίποτα και όταν έρθει όταν θα του μιλάω για τη βιβλιοθήκη θα στέκομαι μερικά βήματα μακριά του πάλι λέω με το μυαλό μου γιατί τώρα που λείπει ο μπακάλης μου με ποιον να μιλήσω ο τατούλης δεν ξέρει ότι η τρίπολη δεν έχει βιβλιοθήκη αλλά λέω μέσα μου αυτός βάζει αλλού κεραμίδια βιβλιοθήκες θα κοιτάει και τονε πειράζανε τα βαρελότα της νεολαίας του κόμματός του όταν ερχότανε να μιλήσει στο στάδιο της τρίπολης προεκλογικά και τα βαρελότα τα έριχνε η νεολαία του κόμματός του και αυτός τους έριχνε ματιές μίσους και έλεγε από μέσα του κολό…..    ψηφίστε με να βγω και μετά σας κανονίζω εγώ και τώρα μας κανονίζει όλους μας και δε μας έχει ούτε μία βιβλιοθήκη και λέω είμαστε πολιτισμένη χώρα χωρίς να έχουμε μια βιβλιοθήκη σε μια πόλη όπως η τρίπολη αλλά μετά πάω και παίρνω πιπέρι και επειδή δεν μπορώ να το βάλω στο μυαλό μου που εσκέφτηκε έτσι το βάζω στη γλώσσα μου και η γλώσσα μου έχει πρηστεί γιατί σκέφτομαι και άλλα αλλά δε σας τα λέω γιατί μου λέει ο μπακάλης μου άστους θα τα πω εγώ εκεί που πρέπει και εγώ δεν ξέρω πού πρέπει και του λέω καλά και έμαθα ότι εδώ στην τρίπολη παλιά εγεννήθηκε και κάποιος άλλος που έγραφε στιχάκια και τονε διώξανε και τονε στείλανε στην πρέβεζα γιατί και αυτός ήθελε ανοιχτές βιβλιοθήκες και αυτός αυτοκτόνησε αλλά εγώ δε θέλω να σκοτωθώ με το μπιστόλι μου έχω και κάτι μηχανήματα που παραλύουνε εξαποστάσεως τους ανθρώπους αλλά εγώ ούτε να παραλυθώ δεν μπορώ γιατί δεν είμαι σε απόσταση από εμένα και έχω και κάτι παιδιά τι παιδιά δηλαδή τριαντάρηδες και σαραντάρηδες είναι και είναι πολύ φίλοι μου και μου λένε κάνε ό,τι θέλεις και πες ό,τι θέλεις εμείς είμαστε εδώ για σένα και δεν ξέρω γιατί αλλά με αγαπάνε πολύ αυτά τα παιδιά γιατί εκτός απο τα στιχάκια γράφω
και κάτι άλλες αρλούμπες που όμως τους αρέσουνε και πολύ τους βοηθάνε λένε στη δουλειά τους αλλά εγώ τι να θέλω ένας γέρος άνθρωπος είμαι που θέλει να βρει κανένα βιβλίο να διαβάσει να του περνάει η ώρα και άμα είχα λεφτά δεν θα σας εζήταγα τίποτα θα αγόραζα βιβλία αλλά όμως επειδή δεν έχω λεφτά μου λέει ο μπακάλης μου δε θα πει πως δε θα διαβάζω κιόλας γιατί πληρώνω φόρους λέει και η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να μου έχει ανοιχτή βιβλιοθήκη και εγώ απορώ και λέω με τις τρακόσες χιλιάδες δραχμές που δίνω για φόρους κάθε χρόνο πώς μπορεί να έχει κάθε πόλη βιβλιοθήκη αλλά αυτά τα λέω από μέσα μου άπό τότε που ο μπακάλης μου μου έκανε εκείνο το φλαπ μπροστά στο πρόσωπό μου δεν του λέω τις απορίες μου όταν μου λέει τέτοια και σε παρακαλώ κυρία υπουργέ της παιδείας μας δε λέω τι παθαίνω τώρα για να μη σε κουράζω ξέρεις πια άνοιξε τη βιβλιοθήκη μας να έχουνε τα καλάβρυτα και να μην έχει η τρίπολη και σου τάζω μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι σου μακάρι να είσαι κοντή να ανάψω στον άγιο βασίλειό μας που επήγαινα μικρός κάθε κυριακή και έχω μάθει όλη τη λειτουργία απόξω και μια φορά λιποθύμισε ένας συμμαθητής μου και τον εβγάλανε όξω από την εκκλησία και βοήθησα και εγώ και πρώτη φορά έβλεπα άνθρωπο να λιγοθυμάει και ενόμιζα ότι είναι πεθαμένος όπως και τώρα πεθαμένη νομίζω πως είναι η τρίπολη μόνο που αυτήνε δεν τηνε έβγαλα από καμία εκκλησία γιατί οι πόλεις δεν μπαίνουνε σε εκκλησίες δε χωράνε οι εκκλησίες μπαίνουνε στις πόλεις και αν έρθετε καμία φορά κυρία υπουργέ μου στην τρίπολη θα σας πάω στον άγιο βασίλειό μας εκεί μέσα θα δείτε ποιος σας γράφει γιατί εκεί μέσα έχω αφήσει εμένα οχτώ χρονών παιδάκι και ας ψάχνω τώρα στους δρόμους και στα δρομάκια της τρίπολης δεν πρόκειται να με βρω γιατί είμαι μέσα στην εκκλησία του αγίου βασιλείου οχτώ χρονών παιδάκι και όποιος είναι εκεί μέσα δεν βρίσκεται πουθενά γιατί είναι παντού ταύτα και μένω.
Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

60  Στων αγώνων τ’ ανηφόρι
που στην πρόοδο τραβά
οι έλληνες κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα καθαρά.

61  Κι ω! Απαίσιοι «πρεπολόγοι»!
Ω! Αχρείοι μαστροποί!
Σας αξίζουν τόσοι ψόγοι
όσοι αίνοι στην ντροπή!

62  Α! Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Α! Ωραίοι καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για το πρώτο φως Αυγής!

63  Οδηγείστε! Οδηγείστε!
Και σας ακλουθάμε εμείς!
Ιχνηλάτες άξιοι είστε
της Χαμένης μας Τιμής!

64  Το αίμα σας πυρρό που στάζει,
και γι Αυτήν έχει χυθεί,
η Παιδεία το κοιτάζει
απ΄το βάθρο Της σβυστή.

65 Χάμου απ’ της Βουλής ριγμένη
την κερδόσκοπη βουλή,
την πνοή σας περιμένει
να πετάξει σαν πουλί.

66 Σας φωνάζουνε βεβήλους
για σκοπιά που ’χει καεί-
αλλ’ αυτοί ρίχνουν στους σκύλους
άγια κι όσια για φαϊ.

67  Κι οι «σκοπιές» που εκείνοι χτίζουν
βεβηλώνουν συνεχώς
με το πλούσιο που σκορπίζουν
μαύρο κι άδικο ένα φως.

68  Κι αυτοί σήμερα φωνάζουν
για βεβήλωση ιερών,
που ανεμόμυλοι φαντάζουν
να ’ναι όλων των καιρών.

69  Κι ο πρωθυπουργός λυσσάει
απ την Εσπερία μακριά
και παλιά αναμασάει
και τη μέρα λέει νυχτιά.

70  Και η ίδια η Ευρώπη
Δίνοντας λεφτά με ουρά:
«Φέουδό μου όλοι οι τόποι»
αλυχτάει με χαρά.

71  Α! Ευρώπη! Λίγα θα ΄ναι
και για σένα τα ψωμιά-
οι ασιάτες ξεκινάνε
να σε θάψουν με κορμιά.

72  Τρεις «μεγάλες» οικογένειες
που το χρήμα δεν ψηφούν
στου λαού πατούν τις έγνιες
πιο «ψηλά» για ν’ ανεβούν.

73  Και με οικογενειοκρατία,
και με μπράβων της τον κλοιο
της Βουλής η Αλητεία
το λαό τρομάζει πλιο.

74  Κι  ως σε κάτοπτρο αντικρίζει
τη θωριά της την αισχρή,
’σάς αληταριό βαφτίζει
και φασίστες θεωρεί.

75  Και με τον κουκουλοφόρο
τα ’χουν βάλει οι νουδικοί
που του κλέβουν μες στον ντόρο
και τα τρώνε παρεκεί.

76  Αλλ’ αυτός με μια σφεντόνα
τα όσα κτήνη αψηφά
και με αλύγιστο το γόνα
ν΄ανθρωπίσουν τους ζητά.

77  Και βοηθό έχει παρέκει
του λαού το αγνό λεφούσι
που αν κι ακόμα άπραγο στέκει
μα το τρέμουνε οι πλούσοι.

78  Οι χαφιέδες ενάντιά του
κοάζουνε των καναλιών,
αναμέσον με δεινά του,
φορτωμένων κουταλών.

79  Και βοούν κοντυλοφόροι
με χρυσάφι πληρωτοί
ότι οι κουκουλοφόροι
για τη χώρα ειναι ντροπή.

80  Και συφέρο αυτοί που έχουν
να ’χει ο λαός ζυγό,
στα «παράθυρα» όλο τρέχουν
κι άλλα λεν απ’ ότι εγώ.
(συνεχίζεται)
 ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Κάποτε, στο μακρινό το μέλλον
όταν διαβάζουνε οι τότε άνθρωποι για κάποιον:
"είχε δικά του τόσα...", θα λένε:
"τι θα πει "δικά του;.."
και κανείς να πει δεν θα μπορεί.

Λέξεις καθώς "ιδιοκτησία", "εκμετάλλευση",
"πλούτος", "πορνεία"
θα είναι άγνωστα
κι αδύνατο θα στέκεται για κάποιον
τι όλα αυτά σημαίναν να εννοήσει.

Όμως θα ξέρουνε
αυτό το ποίημα διαβάζοντας
πως πρόγονοί τους κάποιοι
γνωρίζανε πως θα ’ρθει η μέρα αυτή.
Ότι σε κείνην πίστευαν
κι αυτή ψυχή τους ήταν. Και πως κάτι
είχαν να κάνουνε κι αυτοί για να ’ρθει:
την ονειρεύτηκαν-αρκεί.
ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ


Όλοι έχουμε περιόδους μ’ ενδοστρέφεια κι εξωστρέφεια
αναλόγως με τα γούστα κι αναλόγως με τα κέφια.
Πότε λιώνουμε στο κλάμα πότε ακράτητα γελάμε
κι ή μας πιάνει μουγγαμάρα ή ασταμάτητα μιλάμε.

Πότε μέτριο τονε θε ’με τον καφέ πότε γλυκύ.
Να βρισκόμαστε ζητάμε ποτ' εδώ και ποτ' εκεί.
Για τους ίδιους τους ανθρώπους όταν κάποιος μας ρωτά
πότε είμαστε υπέρ τους πότε είμαστε κατά.

Πότε θέλουμε μονάξα πότε θέλουμε παρέα.
Πότε όλα είναι σκάρτα πότε όλα ειν' ωραία.
Και το ρόφημα το ίδιο ή πολύ θα μας αρέσει
ή ζητάμε απ' το γκαρσόνι να το πάρει από τη μέση.

Κι αν θα πεις για τα γραφτά μας, δίχως άλλο είναι καλά.
Μα η διάθεση την άλλη τη στιγμή πάλι χαλά
κι όχι πια-δε μας αρέσουν-τι στιχάκια του συρμού-
δε θα κόψουμε ποτέ μας κεφαλές εμείς Ερμού.

Κι η ζωή μας είναι όλη μια στο κρύο μια στη ζέστη-
ή "Ζωή" θ' ακούς "εν Τάφω" ή θ' ακούς "Χριστός ανέστη".
Κι επειδή χαρά και λύπη δεν κολλούν να κάνουν κράμα
και ο Χάρος θα μας έβρει ή στο γέλιο ή στο κλάμα.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΠΟΥ ΜΕ ΒΡΙΖΕΙ

Γεια σου Βασίλη

Τα όσα μου σούρνεις ρούφηξα ως το τέλος.
Και ξέρεις τι θα πω: πως τα εγκρίνω.
Πως είν’ για μένα όλ’ αυτά  σαν μέλι
και όχι-διόλου-σαν πικρό κινίνο.

Λοιπόν Βασίλη απ’ όσα μου ’χεις πει
χειρότερα μού πρέπουνε ακόμα
όμως από ευγένεια δεν τα λες
κι ας έρχονται στο νου σου και στο στόμα.

Πασκίζουμε κι οι δυο μας, στο λαό
να πούμε την που αυτός δε βλέπει αλήθεια:
πως όλα όσα γράφω είναι σαχλά
και ούτε για παιδάκια παραμύθια.

Μα δε φτουράμε μόνοι μας εμείς –
δυο είμαστε καημένε μου Βασίλη
κι είναι χιλιάδες όσοι μ’ αγαπούν
και λεν τραγούδια μου τα δυο τους χείλη.

Και απ’ αυτούς, εδώ ας αναφέρω
αυτούς η μνήμη μου που θα μου πει-
κι αν κάποιους ή και τίποτα ξεχάσω
μισή μισή με κείνο η ντροπή…

Ας πούμε να: εκείνους που ανεβάσαν
δύο θεατρικά μου στη σκηνή
(«Ειρήνη η Αθηναία», «Καραϊσκάκης»)
στη Νέα την Υόρκη την κλεινή.

Και στο νεόκοπο Λος Άντζελές μου,
ακόμα δυο-τώρα  μονόπρακτά μου
(«“Όνειρο”» και «Βιασμός»),  που ότι θ’ ανέβουν
δεν το ’λεγα ούτε καν στα όνειρά μου.

Τον Αρχιεπίσκοπο της Αυστραλίας
-πρότυπο συνετού πατριδολάτρη-
που τον «Αλέξανδρό» μου έχει ανεβάσει
για των Ελλήνων-Αυστραλών την πάρτη.

(και που πριν μου ’γραψε να με ρωτήσει
αν είν’ αλήθεια όσα γράφω μέσα
ή λάχανα μονάχα και ντομάτες
για ν’ αποχτήσει μπούγιο η μπουγιαμπέσα).

Αυτούς που πέντε μου ’δωσαν βραβεία
για έργα ισάριθμα ποιητικά μου-
βραβεία χρηματικά κι όχι από κείνα
που ανέξοδα μοιράζουν εδώ χάμου

(κι εδώ μιλάμε φίλε γι Αμερκάνους
που το δολάριο δύσκολα, και βγάζουν,
όμως γι αυτό και που στην τσέπη χέρι
-οι γιάνκηδές μας- δύσκολα και βάζουν!..)

Το UCSB όπου στους φοιτητές του
συσταίνει τον «Ησίοδο» τον δικό μου
(και ειδικά το «Έργα» του «και Ημέρες»,
που είναι και σε μένα αγαπητό μου).

Εκείνους που την «ΠΌΡΝΗ» μου ζητάνε
για «σινεμά» να τηνε διασκευάσουν
…αλλά νομίζω δε θα τους τη δώσω
γιατί μπορεί και να μου την … χαλάσουν…

Το «Ρεύμα» το «Χριστιανικό» που έχει
χρυσοπληρώσει τη μετάφρασή μου
(δε φταίω εγώ-εκείνοι επιμέναν)
στα νέα ελληνικά της «ΓΕΝΕΣΉΣ» μου,

και τη μοιράζει ακριβά δεμένη
στους εν ταις ΗΠΑ έλληνες πιστούς του-
άψογο αλήθεια έργο, με ατσαλένιους
τους δεκαπεντασύλλαβους αρμούς του.

Α! Και κεινούς τους έλληνες τους τσίφτες
που κάποιο  που εξέδιδα προ χρόνων
περιοδικό (με εκατό σελίδες,
που όλη η ύλη του έμμετρη ήταν μόνον),

τα «ΛΟΓΙΑ», μόνος που έγραφα κι ως μέσα
στον Οίκο το Λευκό του ’φτανε η χάρη
(στον Στεφανόπουλο)-μα κι όπου κόσμου
ελληνικό εμύριζε ποδάρι,

τώρα το παίρνουν, το ξανατυπώνουν
και (καλά κάνουν!) το ξαναπουλάνε
(και φυσικά κι αυτοί που τ’ αγοράζουν
νομίζω θαυμαστές μου πως μετράνε).

Ό,τι χοντρό θυμήθηκα το είπα
κι αφήνω τα μικρά της κάθε μέρας
που την ψυχή χαρά γλυκιά γεμίζουν
καθώς μωρό τα χάδια της μητέρας.

Άλλα δε λέω, σεβόμενος το χώρο
που τόσο θέλεις άδειος  συ να μένει,
όσο ο δικός μου θέλω κάθε μέρα
να έχει μια κοιλιά σαν γκαστρωμένη.

Λοιπόν Βασίλη  γεια σου και χαρά σου,
όλα καλά να έρθουν στη ζωή σου
και σ’ ότι καταπιάνεσαι να έχεις
και τύχη κι επιβράβευση μαζί σου.

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΠΑ
(Αμερική)

Aυτό το δανεικό μικρό βιβλίο
αυτή η ποιητική ανθολογία
ετούτο το ζεστό το πανδοχείο
στη νύχτα την αφώτιστη, την κρύα,

αυτή η φωτερή ανθοπλημμύρα
αυτά τα ονειρικά χερσαία φύκη-
αυτό το άνθος που αναβλύζει μύρα
που βρήκε στη δημόσια βιβλιοθήκη,

ετούτο το μικρό βιβλιαράκι
τι ήχοι μες στα φύλλα του που ηχούνε!
τι ανήκουστα θεριά-τι θείοι δράκοι-
τι τέρατα τυφλά το κατοικούνε!

Τι χρώματα εξαίσια-τι τοπία
τι κάστρα ουράνια που κρατεί  εντός του
πώς σάρκινη προβάλλει η ουτοπία
χορτάτες πώς οι ύαινες του νόστου!

Και πώς μες στις σελίδες του μια θέση
κρατεί και μια γωνιά για τον καθένα
και πόσο συμπονούν όποιον πονέσει
τα τόσα μυστικά που ’χει κρυμμένα!

Κι όπως με κρύα χέρια αργογυρνάει
τα φύλλα τ’ απαλά σαν περιστέρια
άλλες ματιές το βλέμμα του απαντάει
και βλέπει να σαλεύουν άλλα χέρια.

Κι όλο χαρά τα μάτια τον κοιτούνε,
τα χέρια τρέμοντας τον αγκαλιάζουν,
και τον καινούργιο φίλο για να δούνε
κορμάκια αέρινα τον πλησιάζουν.

Και μέσα κεί αφήνεται και σ’ άλλη
ζωή και κοινωνία φτερακίζει.
Και κει αναστηλώνεται και πάλι,
και πάλι προσπαθεί… και πάλι ελπίζει...

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΙ

-Άσχημο να σκοτώνονται στην Παλαιστίνη.
Πότε θα πάψουν να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους;
-Μόνο όταν ο κουμουνισμός επικρατήσει στη γη.
-Και γιατί τότε οι άνθρωποι δε θα σκοτώνονται μεταξύ τους;
-Γιατί δε θα έχουν λόγο να το κάνουν.
-Πώς αυτό;
-Όλοι θα έχουν ότι χρειάζονται και ότι έχει ο ένας έχει και ο άλλος. Τα παραγόμενα τρόφιμα και άλλα αγαθά θα διανέμονται σε όλους σύμφωνα με τις ανάγκες καθενός.
-Και πώς οι φτωχοί θα αγοράζουν ότι χρειάζονται;
-Κανείς δεν θα αγοράζει γιατί λεφτά δεν θα υπάρχουν. Κανείς δε θα αγοράζει γιατί ότι κάποιος χρειάζεται θα το έχει πηγαίνοντας στο ειδικό κτίριο της γειτονιάς του και θα το παίρνει.
-Ο καθηγητής πανεπιστημίου θα είναι ίσος δηλαδή με τον χτίστη;
-Ακριβώς. Ίσος στην χρησιμότητά του στην κοινωνία. 
-Δε θα υπάρχουν κοσμήματα;
-Περισσότερα από όσα τώρα. Και θα είναι κοινά για όλους και όλες.
-Πώς θα είναι κοινό ένα κόσμημα…δεν καταλαβαίνω…
-Το κόσμημα το θέλει μία κυρία για να στολιστεί μ’ αυτό κάποια ορισμένη μέρα. Θα το έχει. Την άλλη μέρα κάποια άλλη γυναίκα θα το θελήσει. Θα το έχει κι αυτή.
-Μάλιστα. Όλα κοινά λοιπόν;
-Όλα κοινά.
-Όλα κοινά! Και δε μου λες, οι φόνοι και τα εγκλήματα γίνονται και για τις γυναίκες. Ποιος θα έχει τότε τις γυναίκες; Κοινές κι αυτές;
-Ακριβώς. Όποιος θέλει θα έχει όποια γυναίκα θέλει. Μάλλον θα την έχει και χωρίς να το ζητήσει. Κάθε μέρα και σε άλλο σπίτι θα πηγαίνει και ο άντρας και η γυναίκα. Όποιος ή όποια θέλει δηλαδή, θα έχει άλλη γυναίκα ή άντρα κάθε μέρα.
-Και όταν τυχαίνει να είναι άσχημη η γυναίκα;
-Τότε όλες οι γυναίκες θα είναι όμορφες. Όχι με κρέμες και ζουμιά. Θα είναι όμορφες όλες γιατι όλες θα έχουν όμορφη καρδιά και όμορφη ψυχή. Όλες θα είναι άγγελοι δηλαδή. Φαντάζεσαι κάποιον άγγελο άσχημο;
-Και τα παιδιά που θα γεννιούνται;…
-Τα παιδιά θα τα φροντίζει αμέσως μετά τη γέννησή τους το κράτος καλλίτερα από όσο θα μπορούσαν οι γονείς. Κανείς δε θα ξέρει ποιο είναι το παιδί του. Αν θέλει να χαιδέψει το κεφαλάκι κάποιου παιδιού, θα πηγαίνει εκεί όπου άριστα και άμεμπτα τα παιδιά ανατρέφονται και χαιδεύοντας το κεφαλάκι ενός παιδιού θα χαιδεύει τα κεφαλάκια των παιδιών όλης της γης.
-Και γιατί όλα αυτά δεν γίνονταν στον κουμουνισμό της Ρωσίας;
-Ο κουνουνισμός της Ρωσίας δεν ήταν κουμουνισμός. Ήταν σοσιαλισμός. Κουμουνισμός δεν μπορεί να υπάρξει πάνω στη γη αν και το τελευταίο επάνω της κράτος δεν γίνει σοσιαλιστικό. Τη μέρα εκείνη και μόνον ο κουμουνισμός θα είναι πραγματικότητα.
-Και πότε λογαριάζεις να γίνει αυτό;
-Όταν ο άνθρωπος γίνει λογικό ον.
Η ΧΑΛΑΣΜΕΝΗ ΤΣΑΝΤΑ

Η αγαπούλα του η μικρή του μήνυσε
να πάει να πάρει την τσαντούλα της
που μάστορα χρειαζόνταν.
Πήγε τρέχοντας.

Έπεφτε βράδυ.
Την κάλεσε και βγήκε
φέρνοντας την τσαντούλα της μαζί.

Φυσούσε ένα τρελονοτιάς που,
ενώ η γλυκειά του αγάπη τού εξηγούσε
να διορθωθεί τι έπρεπε στην τσάντα,
ο αέρας
μία της σήκωνε και μια άφηνε να πέσει
την μπλε με κίτρινα πουα φουστίτσα της,
ολάσπρα αφήνοντας να φέγγουνε στο μισοσκόταδο
τα ποδαράκια κι οι μηροί ως πάνω.

«Κράτα μωρό μου σηκωμένη τη φουστίτσα σου», της είπε.
Με νάζι και με επίπληξη γεμάτη μια φωνούλα του ψιθύρισε
με το καυτό της ενώ βλέμμα του ’δείχνε
μια κυρία που πλησίαζε:
 «Μπροστά στον κόσμο! Τι σου ήρθε;»

Πέρασε η κυρία,
της βλάβης η περιγραφή τελείωσε,
του ’δωσε την τσαντούλα της σ’ ένα χαρτί ωραία τυλιγμένη,
κι αφού είχανε χαιρετιστεί,
και πριν χωρίσουν
«Να! Τώρα ναι!» του είπε αθώα αθώα,
σηκώνοντας ως πάνω τη φουστίτσα της
κι εκεί κρατώντας την
σαν σηκωμένη αυλαία στου Παράδεισου το Θέατρο
που εξάλλου άρχισε αμέσως ύστερα.



Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


41  Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.

42  Κάτω οι πατρίδες όπου
βλέπουν μόνο ένα παιδί
και κάθε άλλο,όποιου τόπου,
το αφήνουν να χαθεί.

43  Θάνατος στα έθνη εκείνα
τέκνα ανάξια που γεννούν
και ποδοπατούν τα κρίνα
και τσουκνίδες καλλιεργούν.

44  Κάτω ως ρίχτει ΄λάφι λιόντας
ρίξτε κάστρα ανίερα
για του έθνους πολεμώντας
τα σεπτά και τα ιερά.

45  Τέτοιο κράτος ας πεθάνει-
τέτιο κράτος ας χαθεί
που εννιά η κακία κάνει
και καμιά η αρετή.

46  Στους λαούς τους τέτιους πρέπει
χαλασμός και συφορά,
χαλασμός αφού τους τέρπει
και φιλούν τη συφορά.

47  Δεν αξίζει για να ζήσει
ένα κράτος σαν αυτό
που ρεμούλα και μπαξίσι
παίζουν μέσα του κρυφτό.

48  Με μολότωφ και σφεντόνα
θα ΄ρθει πάλι ξαστεριά-
με παιδιά που στον αγώνα
πέφτουν μέσα στη φωτιά.

49  Και πατρίδα θα ΄ρθει νέα
που η χαρά του καθενού
θα ’ναι τ’ άλλου η παρέα
και των δυο τους τ’ ουρανού.

50  Και η που θα ’ρθει νια πατρίδα
θα ’ναι μάνα για ολουνούς,
καρπισμένη θα ’ν’ η ελπίδα
κι άνθος της θα είναι ο νους.

51  Και «εκπρόσωποι» θα λείψουν
με την πέτρινη ματιά
που κοιτούν κάθε να κρύψουν
των πατρώνων τους βρωμιά.

52  Από σας η Ελλάδα τώρα
θα ’δει πάλι προκοπή
απ’ των βουλευτών της πρώτα
την κλεψιά αν αποκοπεί.

53  Άγνωστοι Άγνωστον εκάψαν.
Δε σας λέει αυτό, μιαροί,
φωτιά αυτοί πως δεν ανάψαν
μα μνημόσυνου κερί;

54  Υψηλό ό,τι συμβολίζει
του Αγνώστου το ιερό
των νεαρών δεν το βρωμίζει
η ορμή, όσον καιρό.

55  Οι «άγνωστοι» τις ευλογίες
παίρνουν των παλληκαριών
που τιμήσαν τις αξίες
των προγονικών γενιών.

56  Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Αγνοί καταστροφείς!
Οδηγοί σεις πρωτοπόροι
για το πρώτο φως Αυγής!

57  Που εκάψατε θυμώνουν
κάτι κάδους σκουπιδιών
και ουρλιάζοντας ομώνουν
να σας κάνουν σκιες σκιων.

58  Μα οπλισμένοι μ’ άγιο θάρρος
και με όπλα παιδικά
ο σοφός σεις είστε ο φάρος
που φωτίζει ιδανικά.

59  Κι αυτοί αξίζει να χαθούνε
Απ’ το πρόσωπο της γης-
μες στη μαύρης γης να μπούνε
πάλι φως μη δουν αυγής.
(συνεχίζεται)
Τα όνειρά μας ψάχνουμε που χάθηκαν να βρούμε.
Βαδίζοντας ακούγονται κάτω απ’ τα πέλματά μας
ήχοι που κάνουν σπάζοντας εκεί τα όνειρά μας.
Κι εμείς συνέχεια ψάχνουμε… και όλο προχωρούμε…
ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΙ
(Αμερική)

Ένας κοντός κοντόχοντρος
και μια χοντρή για γέλια
μέσα στο lawndry μπήκανε-
χοντροί σαν δυο βαρέλια.

Εκεί 'ταν κάτι όμορφες
κάτι χαριτωμένες
που όσο τα ρούχα πλένονταν
ήτανε κρεμασμένες

από τον ώμο του άντρα τους
ή απ' το λαιμό του φίλου
και ανταλλάζαν ασπασμούς
μετά μεγάλου ζήλου.

Στέκουν οι δυο ακίνητοι'
του πάχους τους το χάλι
αιτία ήταν μονάχο του
για να γελούν οι άλλοι.

Σκέψου να επιχειρούσανε
να φιληθούνε κιόλας
της πιο αστείας θα γίνομουν
μάρτυρας καραμπόλας.

Κι όμως το θάμα έγινε.
Οι άλλοι όταν εφύγαν
κι οι δυο χοντροί σε νάυλον
σακούλες ετυλίγαν

τα ρούχα τους που άχνιζαν
απ’ τον καυτό τον κάδο
(η μοίρα μου το έγραφε
κι αυτό το θέαμα να 'δω)

δίνοντας την κατάλληλη
φόρα, φορά και κλίση
στα δυο που έτσι ολόπαχα
κορμιά είχε πλάσει η φύση

με τα πολλά κατάφεραν
χωρίς να γκρεμιστούνε
τα χείλη ν’ ακουμπήσουνε
και-ναι!-να φιληθούνε!
ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΜΟΥ
(μετάφραση από το αγγλικό)

Ήμουνα κουρασμένος και πήγα στο κρεβάτι.
Μα στρίγκλισα απ’ το φόβο μου γιατ’ είδα κάτι
να βρίσκεται απ’ τα σκεπάσματα από κάτω-
ένα κιτρινοκόκκινο πλάσμα, που διπλωμένο
σαν μπάλα ήταν. Με κοιτά και μου είπε ορεξάτο
πως Φριξ το λέγαν -όνομα όχι συνηθισμένο.
Και πιο καλά προσπάθησε μετά να βολευτεί.
Του είπα πως το κρεβάτι μου ήταν αυτό εδώ
και δεν μπορούσε άλλος κανείς εκεί να κοιμηθεί.
Εκείνο με αγνόησε και μ’ επιδεικτικό
ένα  ύφος, άρχισε μια δυο να τραγουδάει.
Μα ό,τι έλεγε, καλά δεν το ’λεγε καθόλου
και του είπα πως καλλίτερα βρώμη κανείς να φάει
παρά ν’ ακούει ένα ως αυτό τραγούδι του διαβόλου.
Μα όταν το τραγούδημά του αρχίνησε να μοιάζει
με τεντζερέδων χτύπημα που αυτιά γερά τα σπάζει,
άρπαξα κι έβαλα τις ωτασπίδες μου,
σε τέτοιο θόρυβο μόνες ελπίδες μου.
Κατσούφιασε και μου έκανε: «μην είσαι αγενής.»
Ίδια κατσούφης πια κι εγώ του λέω: «τώρα θα δεις».
Τον άρπαξα από την ουρά ενώ αυτός ωρυόταν
τον βρόντηξα με δύναμη στο πάτωμα, οπόταν
αυτός σηκώνεται, ορμάει στην πόρτα την κλειστή
και μέσα σ’ ένα σύννεφο είχε εξαφανιστεί.
Και σα γιορτή επειδή απ’ αυτά είχα γλιτώσει όλα
επήγα ως το ψυγείο μου κι ήπια μια κόκα κόλα.