Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Φώτη το έστειλα και περιμένω αποτελέσματα.
Περιδιάβαζα απόψε στους δρόμους της πόλης.
Μόνος.
Τριγύρω ζευγάρια, παρέες παιδιών, κόσμος στα καφενείς του πεζόδρομου κι ας κάνει κρύο. Περπατάω αναλογιζόμενος που να πάω να πεθάνω. Θέλω ένα μέρος ήσυχο, χωρίς ενοίκους σε κάποιο κάτω ή πάνω  πάτωμα, θέλω έναν μικρό, μόλις ανασαίνοντα ήλιο κήπο, γάτες οσο μπορώ περισσότερες στην αυλή. Σπίτι μοναχικό που να μην το βλέπει άνθρωπος.
Σου έχω πει τι μας είπε  ο Τσουτσουλόπουλος: Σκοπός της ιατρικής είναι να κρατήσει ζωντανό τον άνθρωπο μέχρις ότου ο ίδιος να πει αρκετά, θέλω να πεθάνω. Έφτασε η ώρα να το πω εγώ για τον εαυτό μου.
Να πεθάνεις μόνος όπως γεννήθηκες.
Έβλεπα λοιπόν όλους αυτούς στο δρόμο και σκεφτόμουν, γιατί όλοι αυτοί έχουν κάποιον άλλο δίπλα τους; Γιατί πηγαίνουν δύο δύο ή περισσότεροι; Τι αλλάζει στον κόσμο όταν περπατάει κάποιος μόνος από το όταν έχει κάποιον άλλο μαζιί του;
Αλλάζει ότι αυτοί που θέλουν παρέα το κάνουν γιατί με αυτό υπηρετούν κάποιαν ανάγκη τους. Τέλος τη στάχτη δε θα πάρουν και οι μεν και οι δε; Μετράει άραγε το πώς έζησε κανείς και πού; Όχι αφού ολοι καταλήγουν αξιοθρήνητοι. Και δεν έχει διαφορά από ποιον κάθε φορά κάποιος θεωρείται αξιοθρήνητος. Ούτε και αν ξαπλώνει πάνω σε χρυσά σεντόνια πεθαίνοντας ή πεθαίνει σε ένα άθλιο στρώμα έχει καμία διαφορά. Δεν μετράει πως πεθαίνεις πάνω σε χρυσάφι, αλλά ότι πεθαίνεις.
Πηγαίνοντας προς τη λαιμητόμο έχει διαφορά αν κάποιος πηγαίνει τραγουδώντας και άλλος κλαίγοντας;
Ή μήπως έχει σημασία αν ο μελλοθάνατος ήτανε φλογερός δημοκράτης, αν ήτανε μεγάλος ποιητής, αν ήτανε πάμπλουτος, αν ήτανε ζητιάνος, αν… αν;
Ούτε τη ζωή ούτε το θάνατο τους νοιάζει τι έκανε ο καθένας όσο ζούσε. Κανένας από τα δυο, θάνατος και ζωή, δεν είχε καμία ανάμιξη στη ζωή οποιουδήποτε ανθρώπου, όπως ούτε έχει και στον θάνατό του. Και πώς μπορεί να έχει όταν επειδή υπάρχουν όντα λέμε πως υπάρχει ζωή και επειδή παθαίνουμε λέμε ότι υπάρχει θάνατος.
Το πως η ζωή είναι ένα όνειρο το έχουν πει χιλιάδες άνθρωποι πάνω στη γη από υπάρξεως του ανθρώπου πάνω της. Και αφού το είπε ο πρώτος, έκτοτε το επαναλαμβάνουν και οι υπόλοιποι. Είναι όπως οι ποιητές κλέβουν από άλλους ποιητές. Μα και οι κλεπτόμενοι από κάπου αλλού πήραν τα λεγόμενα τους, κλεψιμέικα ήταν κι αυτά. Ώσπου φτάνουμε στον πρώτο ειπόντα, που αυτός είχε δυνατότερα μάτια και έκλεψε τη φύση.
Η ζωή λοιπόν είναι ένα όνειρο. Και λέγοντας αυτό μερικοί ησυχάζουν και πάνε στο καλό θεωρώντας πως ο θάνατος είναι το ξύπνημα από το όνειρο. Και λοιπόν; Τι κερδίζει κανείς λέγοντας αυτά περί ονείρου ή οτιδήποτε άλλη εξυπνάδα για τη ζωή ή για το θάνατο; Τη στάχτη του κι αυτός.
Ή μήπως οι φιλόσοφοι πρέπει να εκτιμώνται από τους ανθρώπους για ότι έχουν πει; Κολοκύθια. Απάντηση κανένας δεν έχει δώσει σε όποιο ερώτημα καταπιάστηκε. Καθένας τους λέει ότι του έρχεται. Μάλιστα αφού πρώτα διαβάσουν καθένας τι είπαν οι προηγούμενοι ώστε να είναι σίγουροι ότι αυτοί θα πουν κάποια καινούργια ανοησία.
Όπως εκείνος ο Καρτέσιος. Σκέπτομαι άρα υπάρχω! Και όλοι μένουν με ανοιχτό στόμα για τη σοφία του.
Γιατί άραγε δεν είπε περπατώ άρα υπάρχω; Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε και αυτή η φράση, αρκεί να την εξηγούσε με ένα σωρό άλλες βλακώδεις και άχρηστες λέξεις και όρους όπως έκανε με το «σκέπτομαι άρα υπάρχω». . Ρώτησέ τον Καρτέσιο τι θα πει σκέπτομαι, τι θα πει άρα, τι θα πει υπάρχω και θα σε κοιτάει σαν χάνος.
Η φιλοσοφία τη μόνη ικανότητα που έχει είναι να τα λέει όλα  και έτσι και αλλιώς
Φιλοσοφία, ποίηση, επιστήμη, έπρεπε να είναι εξοστρακισμένες από τη ζωή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έρεπε να έχει περιοριστεί στη ζωώδη ζωή του. Να σκάβει τη γη για να φάει, να κοιμάται όταν πέφτει το σκοτάδι και να πεθαίνει όποτε έρθει η ώρα.
Αυτός είναι ο παράδεισος.
Περπατούσα λοιπόν στο δρόμο. Και άκουγα «έλα ρε που πιστεύεις τον Αντώνη-αυτός όλο ψέματα λέει», «αγάπη μου τι θέλεις να σου πάρω;», «κρατήσου λίγο, φτάνουμε στο σπίτι», «δεν τα ’μαθες; Παντρεύτηκε!» Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Και πού οδηγεί η επιμονή των ανθρώπων να μιλάνε για αυτά τα πράγματα συνεχώς; Τι θα άλλαζε αν δεν μάθαινε ο άλλος ότι εκείνος παντρεύτηκε; Μήπως δεν θα πέθαινε;
Διαλέγουμε μία από τις χίλιες δυο δυνατότητες να κάνουμε ή να πούμε κάτι κάθε φορά και είμαστε τόσο χαζοί, ώστε να υπερασπιζόμαστε την επιλογή μας χωρίς να υποψιαζόμαστε καν ότι κάθε τέτοια φορά αλλάζουμε τη μοίρα του κόσμου όχι σύμφωνα με μια λογική αλλά σύμφωνα με την επιθυμία μας της στιγμής. Είπε ένας Πρωταγόρας μέτρον πάντων ανθρωπος και νοιώθουν περηφάνια οι άνθρωποι επειδή αυτοί είναι το μέτρον πάντων. Δεν ξέρουν όμως τι λένε για τον εαυτό τους οι αγελάδες τα πεύκα και η λάβα.
Τενεκέδες με βγαλμένα ανθρώπινα μάτια και γλώσσες γεμίζανε οι άνθρωποι πριν πενήντα χρόνια και μετριόνταν σε εκατομμύρια οι νεκροί και τώρα όταν κάποιος πεθάνει γίνεται παγκόσμια είδηση. Ένα παιδάκι να στραβοπατήσει και όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν.
Άνθρωποι.
Και ακούς πρόοδος, πολιτισμός. Στη πατρίδα με τον μεγαλύτερο τεχνικό πολιτισμό, με την όλο ευγένεια συμπεριφορά των κατοίκων, αρκεί να πιάσει κάποιος τη θεση του πάρκινγκ κάποιου άλλου για να αρχίσει ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος.
Τι θέλουν λοιπόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τρέχουν ολημερίς, που ορίζουν βραβεία για όποιον πηδήξει ένα εκατοστό μακρύτερα από άλλον, που κρύβονται για να κάνουν έρωτα, που αλαλάζουν όταν ένα στρογγυλό πράγμα κλοτσηθεί με τρόπο που να περάσει κάτω από ένα οριζόντιο ξύλο, που κάνουν ήρωες τους δολοφόνους, που σκοτώνονται για να διαφυλάξουν την πίστη τους σε κείνον που είπε ου φονεύσεις, που λένε ναι τώρα και την άλλη στιγμή όχι, που θεωρούν τον εαυτό τους επιτυχημένο αν φτιάξουν μια πολυκατοικία; Γιατί ζούνε; Τι κερδίζει ποιος από όλο αυτό το ξέφρενο πανηγύρι; Ή ποιος ο σκοπός του;
Ρώτησε τους γιατί έκαναν το άλφα ή το βήτα και είναι ικανοί να σου απαντήσουν με θεωρίες τυχαιότητας,  με κατεβατά αριθμητικών πράξεων, με τόμους βιβλίων. Και θεωρούν τον εαυτό τους σοφό κάνοντας έτσι.
Και κορδώνονται οι μαθηματικοί από αυτούς για τις προόδους που κάνουν με τα μαθηματικά τους, χωρίς να τους περνάει από το μυαλό σε τι αδιανόητα επιστημονικά ή άλλα ύψη ή βάθη θα έφταναν αν ο άνθρωπος είχε έντεκα δάχτυλα.
Για όλα αυτά και για όσα δεν προλαβαίνω να σου γράψω απόψε θέλω να βρίσκομαι μακριά από τους ανθρώπους. Για όλα αυτά θέλω να ζήσω μόνος.
Πώς όμως;
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2002
ή
ΚΟΙΤΑΓΜΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Τον κοιτάει στα μάτια. Αυτό, έμαθα από μικρός, σημαίνει μεγάλη αγάπη.
Και ίσως να είναι έτσι.
Τότε όμως η αγάπη είναι ένα δυστύχημα.

Η καινούργια μου ερωμένη με κοίταζε στα μάτια. Αμίλητη και με ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, με κοίταζε συνέχεια στα μάτια.

Στην αρχή της γνωριμίας μας δεν έδωσα μεγάλη σημασία στο πράγμα. Έλεγα πως δεν θα ήτανε μόνιμο στοιχείο της προσωπικότητάς της και ότι με το πέρασμα των ημερών θα περιοριζόταν.
Έκανα λάθος. 
Το κοίταγμα στα μάτια συνεχιζόταν αμείωτο σε διάρκεια και χαρακτηριστικά.
Στην αρχή έβλεπα ότι με κοιτάζει όποτε γύριζα συμπτωματικά προς αυτήν τη ματιά μου. Και τότε εκείνη, χωρίς εντούτοις να σταματήσει να με κοιτάζει, φερνόταν τελείως απρόσμενα. Δηλαδή συνέχιζε να με κοιτάζει σαν αυτό να ήτανε τελείως φυσιολογικό αλλά και σαν να ήταν πολύ ικανοποιημένη ή σαν να περίμενε κάποια επιβράβευση γι αυτό που έκανε.
Γρήγορα όμως ήξερα ότι αυτή πάντοτε με κοίταζε.
Όλοι ξέρουν ότι φυσιολογικά, μετά από μια τέτοια ανταλλαγή βλεμμάτων όπου ένας συλλαμβάνει τον άλλον να τον κοιτάζει χωρίς εμφανή λόγο ή λογική αιτία, τότε ο άλλος από ευγένεια παίρνει τα μάτια του από κείνον που μέχρι τότε κοίταζε.
Η φίλη μου όμως όχι-συνέχιζε να με κοιτά ακόμα και ύστερα από όσες τέτοιες συναντήσεις των βλεμμάτων μας.
Και ας μη φανταστεί κανείς ότι αυτό το έκανε επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει. Όχι. Αυτό το κοίταγμα γινόταν όχι μόνον όταν δεν είχε να κάνει τίποτε, αλλά και στη μέση της δουλειάς της, όποια κι αν ήταν αυτή. Για παράδειγμα, την είχα δει να με βλέπει έχοντας σταματήσει το πλύσιμο των πιάτων και κρατώντας το πανί που ακόμα τα σκούπιζε στο χέρι, ή στεκάμενη ακίνητη με τη σκούπα στο χέρι πάνω από ένα σύνολο σκουπιδιών, που και κείνα αδημονούσαν να συνεχιστεί ο δρόμος τους προς την εξώπορτα και η πτώση τους στη συνέχεια στο χώμα του κήπου, από το ύψος της τσιμεντένιας βεράντας του σπιτιού μου στο χωριό, όπου και διαδραματίζονταν το πρωτοείδωτο για μένα, επίμονο και ανεξήγητο κοίταγμα στα μάτια.
Μερικές φορές, μετά από κάποια από τις πολλές συναντήσεις του μονίμως επάνω μου προσηλωμένου βλέμματός της με το τυχαίο δικό μου, σηκωνόμουν από τη θέση μου και, με πρόφαση πως ήθελα να πάρω κάτι από το μέσα δωμάτιο, έμπαινα μέσα σε αυτό και άφηνα να περάσει ένα διάστημα δυο-τριών λεπτών προτού να ξαναγυρίσω στην ίδια θέση μου. Έλπιζα πως στο διάστημα αυτό η φίλη μου θα είχε ξαναγυρίσει στη δουλειά της ξεχνώντας, προσωρινά έστω, την απασχόληση που τόσο έδειχνε να την ευχαριστεί, το να με βλέπει δηλαδή μέσα κι ίσια στα μάτια.
Φρούδα ελπίδα όμως. Όταν έβγαινα από το δωμάτιο, αυτή βρισκόταν στην ίδια θέση και στάση στην οποία την είχα αφήσει πριν, να κοιτάζει δηλαδή προς την πόρτα του δωματίου στο οποίο είχα μπει. Φως φανάρι ότι δεν είχε σταματήσει να με κοιτάζει ακόμα και όταν δεν με έβλεπε, λες και συνέχιζε να με βλέπει και όταν ήμουν μέσα στο άλλο δωμάτιο τρυπώντας με το βλέμμα της τον τοίχο.
Γι αυτήν δηλαδή δεν υπήρχε καν η δίλεπτη απουσία μου από το οπτικό της πεδίο-συνεχιζόταν η παρατήρησή μου.
Να μην πολυλογώ, ένιωθα πάντοτε το βλέμμα της να πέφτει επίμονα και εκνευριστικά πάνω μου, σαν ένα βάρος που μάλιστα δεν έπεφτε από πάνω προς τα κάτω όπως όλα τα βάρη της γης, αλλά οδεύοντας οριζόντια, από το πρόσωπο της στο πρόσωπο μου, από τα μάτια της στα μάτια μου.
Και το ένοιωθα αυτό το βάρος να με κυνηγά συνέχεια όπου και να βρισκόμουν και όπου και να πήγαινα μέσα στο σπίτι. Αλλά και όταν βρισκόμουν μόνος μακριά από το σπίτι, έπρεπε να περάσει ώρα ώσπου να νοιώσω ελεύθερος από το κοίταγμα της φίλης μου, αν και κάπου βαθιά μου υπήρχε η υποψία ότι και τότε ακόμα με ακολουθούσε αυτό το βλέμμα. Και ευλογούσα την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης που δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει κάτι τέτοιο, βαυκαλιζόμενος ότι, αν μπορούσε, θα αποδείκνυε το φυσικότερο, ότι η φίλη μου δεν με κοίταζα τις ώρες εκείνες.
Αλλά εκείνο που θεωρούσα εγώ φυσικό, εκείνη το έβρισκε αφύσικο. Απόδειξη πώς, ενώ δεν είχε την πιο μικρή ιδέα για το πότε θα γυρίσω στο σπίτι, όμως όταν έφτανα στο σημείο, επιστρέφοντας, να έχω οπτική επαφή με αυτό, εκείνη ήταν εκεί και η ματιά της έφτανε ως εμένα, έστω και αν η απόσταση ήταν δυσανάλογα μεγάλη για να βλέπει κανείς τόσο μακριά.
Έχω πειστεί από την πείρα μου ότι οι ανθρώπινες αντιδράσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη λογική. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησα να καταλάβω ώστε και να δικαιολογήσω έτσι τη συμπεριφορά της φίλης μου. Μάταια.
Προσπάθησα δηλαδή να δω στην αρχή το κοίταγμα αυτό σαν μια προσπάθεια της φίλης μου να με γνωρίσει φωτογραφίζοντας στιγμές μου όπου θεωρούσα πως είμαι μόνος με τον εαυτό μου και αθέατος από οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον, επειδή τις στιγμές εκείνες ο καθένας αφήνει τον εαυτό του ελεύθερον και δίνει με τις ενέργειες που τότε κάνει ένα μέτρο της πραγματικότητας του είναι του.
Μα αυτό δεν δικαιολογούσε την συνέχεια του κοιτάγματός μου από τη φίλη μου και μετά την ανακάλυψη ότι αυτή με κοιτάζει. Γιατί αν αυτή ήταν η αιτία της προσήλωσης του βλέμματος της επάνω μου, τότε θα έπρεπε, όταν την έβλεπα θα έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω μου, περιμένοντας μια πιο κατάλληλη ευκαιρία.
Άλλες φορές αναρωτήθηκα αν κάτι παράξενο είχα  άθελά μου επάνω μου, και αυτό ήταν που η φίλη μου έβλεπε σε μένα, χωρίς και να έχει το θάρρος να μου το πει.
Και αυτό όμως το απόκλεισα γρήγορα, ρίχνοντας κάθε φορά μια βιαστική ματιά επάνω μου με ή χωρίς έναν καθρέφτη απέναντί μου, μήπως και ανακαλύψω το παράξενο ή το αταίριαστο. Κάτι που γρήγορα σταμάτησα να κάνω όταν συνειδητοποίησα ότι τα μάτια της δεν ήτανε καρφωμένα σε κάποιο σημείο πάνω στα ρούχα ή στα χέρια μου, ώστε να υποθέσω πως ίσως κάτι που βρισκόταν πάνω σ’ αυτά έφταιγε, αλλά κατευθείαν στα μάτια μου. 
Ακόμα προσπάθησα απελπισμένα να δικαιολογήσω την κατάσταση αυτή σαν μια επιθυμία της να προλάβει κάθε δική μου επιθυμία πριν αυτή εκδηλωθεί με λόγια, όταν ακόμα μόλις υποδηλωνόταν με τις ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματός , ή με την κατεύθυνση  της ματιάς μου προς το επιθυμητό αντικείμενο της στιγμής, όπως όταν θέλουμε για παράδειγμα να φτάσουμε κάτι ή να σηκωθούμε για να το πάρουμε.
Ούτε και περί αυτού επρόκειτο, γιατί, αντίθετα από την μεγάλη τάση για εξυπηρέτηση των όποιων καθημερινών μου αναγκών, η φίλη μου δεν έδειχνε να έχει την πρόθεση να προλάβει σε τέτοιες στιγμές όποια μου επιθυμία, αφού μόνος τελικά πήγαινα και έπαιρνα το αντικείμενο που ήθελα, ή που έκανα πως ήθελα, στην προσπάθειά μου να ξεφύγω από το επίπονο βλέμμα της.
Μήπως ένας κεραυνοβόλος έρωτας την είχε κυριέψει για μένα και βρήκε αυτό τον τρόπο να τον εκδηλώσει; Μα πολύ λίγες πιθανότητες έδωσα στην υπόθεση ο μικρός φτερωτός θεός να διάλεγε για πεδίο δράσης του μια τέτοια βλακώδη τακτική: να βλέπεις στα μάτια κάποιον ώστε να του δώσεις να δει μέσα στα μάτια σου την αγάπη ναι, όμως τι ζητούσε η μέθοδος αυτή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που είχανε ήδη «βγάλει τα μάτια τους»-κατά τον Καζαντζάκη; 
Μήπως πάλι… θυμάμαι τα φοιτητικά μου χρόνια που η Τζένη, φιλενάδα του Νίκου, ήρθε μια βραδιά στο δωμάτιό μου όπου έκατσε μέχρι την άλλη μέρα το πρωί. Έκατσε δεν είναι τελείως αλήθεια, αφού την περισσότερη ώρα ήταν ξαπλωτή. Και όταν το πρωί έφευγε, στάθηκε στην πόρτα πριν την κλείσει πίσω της, και απαντώντας σε ένα ερώτημα που ίσως ήξερε πως θα ήθελα να απαντηθεί, και χωρίς εγώ να τη ρωτήσω, μου είπε: για το χρώμα των ματιών σου έγινε αυτό.
Δεν ξέρω τίποτε από χρώματα και τα ονόματα τους, ούτε ακόμα ξέρω τι χρώμα είχαν τα μάτια μου τότε ή τι χρώμα έχουν σήμερα. Όμως απόρριψα και την εκδοχή αυτή, γιατί ακόμα και αν η τωρινή φίλη μου είχε τα ίδια μυαλά με τη Τζένη και εγώ τα ίδια μάτια ακόμα, θα μπορούσε απλά κι ωραία να μου το πει.
Ας προσθέσω ακόμα ότι από τότε που βγάλαμε τα μάτια μας η κατάσταση χειροτέρεψε αντί να καλυτερέψει.
Τώρα η φίλη μου όχι μόνον με κοίταζε από μακριά, αλλά ξαπλώνοντας στην αγκαλιά μου με το κεφάλι της στα γόνατά μου, είχε τώρα τα μάτια της στραμμένα πάνω στα δικά μου από πολύ μικρή απόσταση. Και όταν ήθελε από τη θέση αυτή να μου μιλήσει, όρθωνε το κεφάλι της πλησιάζοντας το στόμα της στο δικό μου στα τρία έως τέσσερα εκατοστά απόσταση, ενώ και μιλώντας μου συνέχιζε να βυθίζει τα όποια βέλη των ματιών της στα δικά μου μάτια.
Το βλέμμα ως τότε ήταν ένα λάμπον βλέμμα θαυμασμού και λατρείας. Τώρα προστέθηκε στο μίγμα και μια απέραντη αφοσίωση.
Έπρεπε να κάνω κάτι.
Άρχισα, ενώ με έβλεπε από μακριά, να γυρίζω ξαφνικά και να τη ρωτώ τι ήθελε που με κοιτούσε. Εκείνη, απλά απαντούσε: δε θέλω τίποτα.
Της είπα ότι είναι αγένεια να κοιτάζει κάποιος τον άλλο συνεχώς κατάματα. Σαν να μην της το είπα.
Έφτασα, ενώ δούλευα πάνω στα γραφτά μου, να βάζω την καρέκλα μου έτσι, που να έχω την πλάτη μου γυρισμένη σ' αυτήν. Έφτασα να παίρνω τη δουλειά μου και να πηγαίνω στο άλλο δωμάτιο να συνεχίσω.
Τίποτα δεν άλλαζε. 
Αντίθετα ένα ήσυχο και θλιμμένο κλάμα μια μέρα, μου έδειξε πως την υποτιμούσε το να μη θέλω να με κοιτάζει. Δεν πτοήθηκα αλλά ενέτεινα τις προσπάθειες να απαλλαγώ από τη μανία ή τη συνήθειά της αυτή. Το τελευταίο που σοφίστηκα, όσο βάρβαρο και όσο απάνθρωπο κι αν μοιάζει, ήταν, όταν ήτανε γερμένη στην αγκαλιά μου να βάζω ένα περιοδικό ή μια εφημερίδα ανάμεσα σε μένα και σε κείνην και μάλιστα επιδεικτικά.
Δεν την ενόχλησε ούτε αυτό, μάλιστα από κει και πέρα δεν έδειχνε καμία ενόχληση ούτε και στις άλλες προσπάθειες που ανάφερα πιο πάνω. Η λαιμαργία των ματιών της τις είχε όλες καταπιεί.
Εκείνο που άλλαξε μετά από όλες τις προσπάθειές μου ήταν πως μερικές από τις φορές που της υπόδειχνα με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τη  δυσφορία μου, εκείνη έπαιρνε για μια μόνο στιγμή τη ματιά της από μένα, για να την επαναφέρει, χαμογελώντας μάλιστα, σαν αυτό να ήτανε ένα παιχνίδι, στην ίδια θέση αμέσως μετά.
Έφτασε να βλέπω εγώ τηλεόραση και κείνη να βλέπει εμένα. Έφτασε να φτιάχνω εγώ τη χαλασμένη πόρτα και εκείνη να στέκει όρθια δίπλα μου όχι για να με βοηθήσει αν χρειαζόμουν κάτι, αλλά για να με βλέπει.
Πριν δώσω ένα βίαιο τέλος στο μαρτύριο αυτό χωρίζοντας από τη φίλη  μου, έκατσα και σκέφτηκα σοβαρά μήπως εγώ ήμουν εκείνος που δεν αντιμετώπιζε σωστά την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Μήπως έπρεπε να μην με νοιάζει, μάλιστα μήπως έπρεπε να είμαι και ικανοποιημένος ή και να αισθάνομαι πως κολάκευε τον αντρισμό μου η συμπεριφορά αυτή της φίλης μου. Μα κι αν ως ένα βαθμό ήταν έτσι, το γεγονός υπερέβαινε κατά πολύ τα ανεκτά όρια της απόδειξης έστω και της λατρείας, αν αυτή ήταν η αιτία του φαινομένου.
Μήπως είμαι ιδιότροπος; αναρωτιόμουν. Και στο κάτω κάτω ας το δεχόμουν. Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και η καινούργια φιλενάδα μου είχε μερικά ελαττώματα. Ένα από αυτά ήτανε και κείνο-ας το ανεχόμουν.
Μα κι αν έπαιρνα πολλές φορές την απόφαση να το ανεχτώ, κάτι πάνω από τις δυνάμεις μου δεν με βοηθούσε να κρατήσω την υπόσχεση που έδινα στον εαυτό μου σε κάποιες στιγμές υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων μου.
Ε, ας την να κοιτάζει, έλεγα καμιά φορά, τι με πειράζει; ας κάνω πως δεν το βλέπω.
Ούτε αυτό το μπορούσα.
Επιστράτευσα τις, ισχνές άλλωστε, φιλοσοφικές μου γνώσεις. Όπως ας πούμε ότι δεν ανεχόμουν το βλέμμα της γιατί το βλέμμα του άλλου μας κλέβει κάτι όπως λέει ο Σαρτρ. Μα ο ίδιος λέει ακόμα πως το βαθύ μας μυστικό κανείς δεν θα το πάρει.
Ή πως όπως λέει ο εκπρόσωπος του θεϊστικού υπαρξισμού, τα βλέμματα των άλλων μας αποκαλύπτουν τον εαυτό μας ή τον κόσμο. Μα όχι, γιατί σε πολύ λίγα συμφωνώ με τον Μαρσέλ, κι αυτό είναι ένα από τα πολλά.
Κατάληξα τέλος, μη βρίσκοντας απάντηση ούτε στις φιλοσοφίες, να γυρίσω στη λαϊκή σοφία για να εξηγήσω το κοίταγμα της φίλης μου και μαζί να δικαιολογήσω την αντίδρασή μου σ’ αυτό, με τη ρήση: το πολύ «Κύριε ελέησον» το βαριέται κι ο θεός.
REBECCA

(συνέχεια)

And God watched from above
What he had prepared
Happen in front of his eyes -
God, all-powerful and just
Who wanted to show us Beautiful
To be a child always of Difficult,
To make his nation
Populous as the grains of sand
And uncountable -s the sky's stars
Infertile chose two women.
I wonder, God, had you put
In the virgin woman's mind,
A suspicion of how grand
Within her a destiny had
Her desire that became an act
The foreigner and his animals to water?
How much strength of yours
Had gone into her body
So that with no fear or hesitation
He/ lips told the decision
That her soul had instantly taken
To now leave home and family
And until then a homebound virgin
In a new country to start a new life?
And oh! I'd like to see the journey
The daughter took on the camel

Driven by God's opinion.
And oh! I'd like to see the journey
That the festive caravan made
That held as an embryo within it
The bright future of mankind –
That started as a marital procession
And left anything earthly on the way
And to its much-desired destination
Arrived as a holy worship and faith.

And I'd like to be a part
Of this God-made journey
Or I'd like to be a cloth of those
That night's cold sent away
From the bodies of those who traveled.
Or I'd like to be a camel's bridle
Or a grain of the desert's sand
In.a camel's ear firmly placed.
Ah! I'd like to be something
In the story of that journey
To now proudly say
Thai I w .s no; born in vain;
That something - albeic small -I have done
That deserved to remain immortal.

(συνέχεια)
ΡΕΒΕΚΚΑ
(συνέχεια)

Και ο θεός από ψηλά να βλέπει
Μπροστά στα μάτια του να γίνεται ότι
Αυτός είχε ο Ίδιος ετοιμάσει-
Ο θεός ο παντοδύναμος και δίκιος
Που θέλοντας τ' Ωραίο να μας δείξει
Παιδί του Δύσκολου πως πάντοτε είναι,
Το έθνος για να κάμει το δικό του
Το πλήθιο σαν την άμμο της θαλάσσης 
Και τ’ άμετρο σαν τ’ ουρανού τ’ αστέρια,
Στείρες εδιάλεξε δύο γυναίκες.


Τάχα θεέ μου είχες μέσα βάλει
Στο μυαλουδάκι της παρθένας κόρης
Μιαν υποψία για το πόσο μέγα
Μέσα της είχε προορισμό κρυμμένο
Η προθυμία της που πράξη εγίνη-
Τον ξένο και τα ζώα του να ποτίσει;
Και πόση στα παρθένα είχε στήθη
Δύναμη μπει από τη δύναμη σου
Που δίχως φόβο ή δισταγμό κανένα
Τα χείλη την απόφαση δηλώσαν
Που η ψυχή αμέσως είχε πάρει
Σπίτι ευθύς ν’ αφήσει και οικογένεια
Και, η άβγαλτη ως τότε η παρθένα
Σε ξένη χώρα νια ζωή ν’ αρχίσει;


Κι α! την πορεία να ’βλεπα ποθούσα
Που πήρε η κόρη πάνω στην καμήλα
Οδηγημένη απ’ του θεού τη γνώμη.
Κι α! την πορεία να ’βλεπα ποθούσα
Το γιορτινό που ’κανε καραβάνι,
Που έμβρυο μαζί του κουβαλούσε
Το φωτεινό το μέλλον του ανθρώπου-
Που σαν πομπή ξεκίνησε γαμήλια
Και ότι γήινο τ’ άφησε στο δρόμο
Και στον πολύποθο προορισμό του
σαν θεία λατρεία έφτασε και πίστη.


Και θα ’θελα ένα της να ήμουν μέλος
Αυτής της θεοσύνταχτης πορείας.
Ή ας ήμουν ένα ρούχο από κείνα
που του βραδιού το κρύο έδιωχνε πέρα
Απ’ το κορμί αυτών που ταξίδευαν. . .
Ή να ’μουν μιας καμήλας ένα γκέμι
Ή ένας κόκκος άμμου της ερήμου 
Στ’ αυτί μίας καμήλας σφηνωμένος.
Ω! θα ’θελα κι εγώ να ήμουν κάτι
Στην ιστορία εκείνης της πορείας
Για να ’χω τώρα πέρφανος να λέω
Πώς άδικα στην πλάση δεν υπήρξα-
πως κάτι, έστω λίγο, μου είχε λάχει
που θα ’ξιζε αθάνατο να μείνει.

(συνέχεια)

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ
(συνέχεια)

Και το χωράφι του Εφρών που στο Διπλό ήταν Σπήλιο,
απέναντι από τη Μαμβρή-και σπήλιο και χωράφι
και κάθε δέντρο του αγρού, και ότι μες στα όρια
ήτανε γύρω απ’ αυτόν, μπροστά σε όλους όσους
μέσα στην πόλη μπαίνανε και στους Χετταίους όλους
ο Αβραάμ τ’ απόκτησε. Κι ο Αβραάμ κατόπι
τη Σάρρα τη γυναίκα του στου αγρού θάβει το σπήλιο
που ’ναι διπλό. Κι απέναντι απ’ τη Μαμβρή (και είναι
η Χεβρών αυτή της Χαναάν) βρίσκεται. Κι εκυρώθη
και το χωράφι κι η σπηλιά που μέσα του υπήρχε
να τα ’χει αυτά ο Αβραάμ στη χώρα των Χετταίων
σαν τόπο για ταφή νεκρών.

XXIV
Και σε μεγάλη ο Αβραάμ έφτασε ηλικία.
Και ο θεός ευλόγησε τον Αβραάμ σε όλα.
Κι ειπ’ ο Αβραάμ στο δούλο του τον πιο ηλικιωμένο,
αυτόνε που επέβλεπε σε όλα του σπιτιού του:
έλα και βαλ’ το χέρι σου κάτω από το μηρό μου
και στο Θεό ουρανού και γης ορκίσου μου, τον Κύριο
να μη στο γιό μου βρεις εσύ, τον Ισαάκ, γυναίκα
απ’ τις γυναίκες της Χαναάν που εγώ στη γη τους μένω.
Στη γη που εγεννήθηκα να πας και στη φυλή μου
και κει του γιου μου Ισαάκ γυναίκα να διαλέξεις.
Και του ’πε ο υπηρέτης του: και αν αυτή δε θέλει
πίσω να ’ρθεί σ’ αυτή τη γη, τότε στη γη  εκείνη
απ’ όπου έχεις βγει εσύ να στείλω εγώ το γιό σου;
Κι είπε σ' αυτόν ο Αβραάμ: μ’ όλη την προσοχή σου
άκου με: όχι, μη ποτέ τον πας εκεί το γιό μου.
Ο θεός της γης και τ’ ουρανού, ο Κύριος, που εμένα
με πήρε απ’ τού πατέρα μου το σπίτι κι απ’ τη χώρα
που μέσα της γεννήθηκα, που μίλησε σε μένα
και μου ορκίστηκε αυτή τη γη να τηνε δώσει
σε με και σ’ όσους γεννηθούν απ’ το δικό μου σπέρμα,
αυτός θα στείλει άγγελο σε σε να σε βοηθήσει
για να διαλέξεις από κει γυναίκα για το γιό μου.
Και αν στη γη δε θέλει αυτήν να έρθει η γυναίκα
λύνεται τότε ο όρκος σου. Μόνο το γιό μου κοίτα
πάλι να μη τον πας εκεί. Κι έβαλε ο υπηρέτης
απ’ το μηρό του Αβραάμ το χέρι του από κάτω
και όρκο πήρε για όλα αυτά. Και του κυρίου του πήρε
δέκα καμήλες, κι αγαθά μαζί του κάθε είδους
απ’ του κυρίου του τ’ αγαθά, και κίνησε στην πόλη
να πάει, Ναχώρ που λέγεται, της Μεσοποταμίας.
Κι όταν το βράδυ έφτασε απέξω από την πόλη
κοίμισε τις καμήλες του κοντά σ’ ένα πηγάδι
που οι γυναίκες πήγαιναν νερό από κει να πάρουν.

ΧΧΙΥ12
Και είπε: θεέ και Κύριε που του κυρίου μου είσαι
του Αβραάμ συ ο θεός, δώσε καλά να πάει
εκείνο που ανάλαβα, και ελεήμων δείξου
στον κύριό μου Αβραάμ. Και να ’μαι εγώ που στέκω
 στο νεροπήγαδο αυτό που θυγατέρες κείνων
που μένουνε στην πόλη αυτή βγαίνουν νερό να πάρουν. 

(συνέχεια)
Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν· μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ἁγίου.  Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν.  ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ' ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου·
(Ματθ. 1,18-20)


TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε. Σκέψεις θανατερές
το απλοϊκό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ήρθε ένας άγγελος μες στ’ όνειρό του.

Κι ήταν του αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ’ το φως.
Κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη.
Κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν’ ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.

Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ’ τα λεπτά
κι ευγενικά του άγγελου τα χείλη,
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα φρένα Εκείνου που τον είχε στείλει:

«Μην τρέμεις-έναν άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ’ το θεό στη γη στάλθηκα κάτου.
Κι είναι έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.

Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία. 
Είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.

Κι ειν’ η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν’ η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.

Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε Ωραίο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,

Αυτός που εφύτεψε το Φως στου Σκότους την καρδιά
κι άνθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,

Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία. 
Κι αυτή ’ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή ’ναι η Ένσαρκος Οικονομία.

Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.

Λοιπόν μη βασανίζεσαι, Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου. 
Ειν' η Μαρία η Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν’ αειπάρθενος η σύντροφός σου!»

Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
«Σ' ευχαριστώ Θεέ μου» ψιθυρίζει.
και στη Μαρία πάει κοντά κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1995
ή
ΤΖΕΣΣΥ

Όλα μου τα 'χε ο Θεός δοσμένα
Χριστούγεννα για να χω’ ευτυχισμένα.
Μον' το γυναίκειο έλειπε το χάδι
να κάνει μαγικό αυτό το βράδυ.

Και μες στο σούπερ μάρκετ εστεκόμουν
και μες σε πέλαα θλίψης εχανόμουν
με όλα αγαπητός και μ’ όλα ξένος
σαν ένας δυστυχής ευτυχισμένος.

Μα  να! Στου μαγαζιού μέσα τον ντόρο
και το έσχατο αυτό μου εδόθη δώρο:
εκεί, στου μαγαζιού μέσα τη μάχη
η Τζέσσυ μου εχάιδεψε τη ράχη.

Γλυκάστραψε μια λάμψη ένα γύρω
κι όλα τα γλυκοπότισε ένα μύρο-
και μπήκαν φλόγα κι άρωμα εντός μου
και τον ρυθμό αλλάξανε του κόσμου.

Κι ως έρως τις ψυχές, έτσι και μένα
τ’ άγγιγμα μ’ όλα γύρω μ' έκαμε ένα
κι ήταν αιτία η θέρμη του η τόση
Χριστούγεννα που τότε είχα νιώσει.
REBBECCA
β.
At night this you saw in your dream.
And the next day arrived
The impatient messenger.

And I wanted to see you, Rebecca,
As, riding on the camel,
You were going to the groom's house.
With your flowing dress of delft blue
And with the young woman's
Headdress of scarlet and purple
Golden necklace, bracelet, earrings
The dress neckline stripped in gold
To match the golden jewels.
A profile of a beautiful patrician
With broadly arched eyebrows
With eyes full of expression and gentleness
With a slightly aquiline nose
And a tight yet innocent mouth.

(συνέχεια)
(ΡΕΒΕΚΚΑ)

β.
Αποβραδίς αυτό ήταν τ’ όνειρό σου.
Και την ημέρα έφτασε την άλλη
Ο ανυπόμονος απεσταλμένος.


Και ήθελα να σ’ έβλεπα Ρεβέκκα
Καθώς καβάλα επάνω στην καμήλα
Προς του γαμπρού επήγαινες το σπίτι,
Με το ριχτό μακρύ το φόρεμά σου
Που χρώμα μπλε είχε σπάνιας πορσελάνης
Και  με  τον άλικο και  τον ιώδη
Τον νεανικό τον κεφαλόδεσμό σου.
Χρυσό κολιέ, βραχιόλια, σκουλαρίκια,
Χρυσός και του φορέματος ο γύρος
Που στου λαιμού το ύψος τελειώνει
Με τα κοσμήματα για να ταιριάζει.
Ένα προφίλ ωραίας πατρικίας
Με φρύδια τοξωτά καμπυλωμένα.
Με όλο έκφραση κι ευγένεια μάτια,
Με μια ελαφρά κυρτή όμορφη μύτη,
Κι  ένα σφιχτό, όμως  αθώο στόμα.

(συνέχεια)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

REBECCA
α.
You were, in your dream, sitting
On the side of foamy Euphrates
That cPTJ.ed stones and woods.
And girls ran and tock them
And placed them between their breasts.
One a stone, a rotten wood another one,
Another a handful of mud;
And this was marriage's happiness for them.
And you watched them sitting there
Calm and quiet, as if
You knew something they did not.
Aad there! Euphrates became a man.
Beautiful. Rich. Young.
And in front of you he came.
And two diamonds
He put between your breasts.
And then he took you by the hand
And looking at you friendly, "Let's go",
He said, "to water the world."
And you both entered his dry bank
And you became water with him.
And now, full of life-giving fruits
The river kept on its path. 
(συνέχεια)
ΡΕΒΕΚΚΑ

α.
Ήσουνα λέει δίπλα καθισμένη
Στην όχθη του αφρισμένου του Ευφράτη
Που εκατέβαζε πέτρες και ξύλα.
Και τρέχαν τα κορίτσια και τα παίρναν
Κι ανάμεσα στα στήθη τους τα βάζαν-
Άλλη μια πέτρα, ένα σαπόξυλο άλλη,
Άλλη μια χούφτα λάσπης, κι αυτό ήταν
Γάμου ευτυχία και χαρά για κείνες.
Και συ τις έβλεπες κει καθισμένη
Ατάραχη και ήρεμη σαν κάτι
Κρυφό να ήξερες που αυτές δεν ξέραν.
Και να! Ο Ευφράτης άνθρωπος εγίνει.
Όμορφος. Πλούσιος. Νέος. Και μπροστά σου
ήρθε και στάθηκε και δυο διαμάντια
Σου ’βαλε ανάμεσα στα δυο σου στήθη.
Και υστέρα σε πήρε από το χέρι
Και φιλικά κοιτάζοντάς σε, "Πάμε"
Σου είπε, "να ποτίσουμε τον κόσμο".
Και στην ξερή του εμπήκατε την κοίτη
Και έγινες και συ νερό μαζί του.
Και τώρα ζείδωρο καρπό γεμάτο
Το δρόμο του τραβούσε το ποτάμι.

(συνέχεια)
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

(που ’κανες, να μη λυπηθείς για χάρη μου το γιό σου),
(συνέχεια)
που τόσο σου είναι αγαπητός, εγώ γι αυτό το λόγο
θα σ’ ευλογήσω εξάπαντος, και πλήθος απογόνους
όσα τ’ αστέρια τ’ ουρανού σε σένανε θα δώσω
και όση είναι στης θάλασσας την παραλία η άμμος.
Κι οι απόγονοι σου των εχθρών θα πάρουνε τις πόλεις.
Και από σε θα ευλογηθούν όλα της γης τα έθνη.
Κι αυτό γιατί με άκουσες κι έκανες ό,τι σου είπα..
Και πίσω πάλι ο Αβραάμ στους δούλους του επήγε
και σηκωθήκαν και μαζί όλοι το δρόμο επήραν
Ως το πηγάδι του Ορκισμού. Και είναι στο Πηγάδι
αυτό που έμειν’ ο Αβραάμ.

XXII20
Μετά που έγιναν αυτά, του Αβραάμ του είπαν:
Στον αδερφό σου τον Ναχώρ έχει η Μολχά γεννήσει
κι αυτή παιδιά: Πρώτον τον Ουζ, το Βαύξ, τον αδερφό του,
τον Καμουήλ, που θα ’ναι αυτός γενάρχης των Συρίων,
Αζαύ, Φαλδές και Ιελδάφ, και τον Βαθουήλ. Και λένε
την κόρη που ο Βαθουήλ εγέννησε, Ρεβέκκα.
Αυτοί οι οχτώ ήταν οι γιοί που ’χε η Μελχά γεννήσει
Στον αδερφό του Αβραάμ Ναχώρ. Κι η παλλακίδα
που Ρεύμα τηνε λέγανε, αυτή του είχε κάνει
Ταβέκ, Ταάμ, Τοχός, Μοχά. 

XXIII
Χρόνια εκατόν είκοσι εφτά η Σάρρα είχε ζήσει
και πέθανε στην πόλη Αρβόκ, που είναι στην κοιλάδα
που ’ναι η Χεβρών της Χαναάν. Κι ο Αβραάμ επήγε
για να θρηνήσει τη νεκρή. Κι αφήνοντας για λίγο
Το θρήνο, εσηκώθηκε και είπε στους Χετταίους:
Ανάμεσα σας είμαι εγώ προσωρινός και ξένος.
Δώστε μου όμως τάφο εδώ, που θα τον αγοράσω
κι ας είναι μακριά από με, να θάψω τον νεκρό μου.
Κι οι γιοί του Χέττ στον Αβραάμ είπανε: όχι κύριε,
συ είσαι βασιλιάς για μας απ’ το θεό σταλμένος.
Στα εκλεκτά μνημεία μας θάψε τον τον νεκρό σου.
Κανένας το μνημείο του δε θ’ αρνηθεί σε σένα
να θάψεις τον νεκρό σου εκεί. Κι ο Αβραάμ ’σηκώθη
και τους Χετταίους προσκύνησε που αυτή τη γη κατείχαν
και, ο Αβραάμ, τους μίλησε: Αφού την καλοσύνη
είχατε να μ’ αφήστε εδώ να θάψω τον νεκρό μου
ακούστε: πέστε στον Εφρών, γιο του Σαάρ, για μένα,
ότι το σπήλιο το διπλό που στο χωράφι του έχει
αφού του δώσω τα λεφτά που αξίζει, να το πάρω
τώρα, μπροστά σας, ώστε εγώ να το ’χω για μνημείο.
Και με τους άλλους κάθονταν ο Εφρών εκεί Χετταίους.
Κι απάντησε ο Χετταίος Εφρών στον Αβραάμ και του ’πε,
ενώ κι όλοι όσοι μπαίνανε στην πόλη, κ ι οι Χετταίοι,
ακούγανε τα λόγια του: Έλα κοντά μου κύριε
Και άκου με: το σπήλαιο και τον αγρό στα δίνω.
Εδώ, μπρος σ' όλο το λαό, στα ’χω χαρίσει κιόλας.
Θαψ’ το νεκρό σου. Κι ο Αβραάμ προσκύνησε και πάλι
Της γης αυτής τους κάτοικους, κι ενώ ακούγαν όλοι
Ετούτα είπε στον Εφρών: Αφού τα δίνεις, άκου:
Ας αγοράσω τον αγρό και θάβω τον νεκρό μου.
Κι είπε ο Εφρών στον Αβραάμ: βέβαια έχω ακούσει
ως τετρακόσα δίδραχμα αξίζει αργυρίου…
Μα κύριε όχι, τ’ ειν’ αυτά τώρα αναμεταξύ μας;..
Θαψ’ τον νεκρό σου. Κι ο Αβραάμ αυτό σαν είχε ακούσει
που ο Εφρών σ’ όλους μπροστά δήλωσε τους Χετταίους,
έδωσε αμέσως στον Εφρών τα τετρακόσα αργύρια
σε νόμισμα που ήτανε δεκτό από τους εμπόρους. 

(συνέχεια)
TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ

Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.

Πολύ Εσύ καλλίτερα από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως απάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.
ΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ
(παιδικό, μετάφραση)

Αν θέλεις τα Χριστούγεννα
να δώσεις γύρω σου χαρά
τα κάλαντα που τραγουδάς
πρέπει να ηχούνε δυνατά.

Και για ηχούνε δυνατά
πες τ’ Αηβασίλη να σου φέρει
ένα μικρόφωνο για φέτος
απ’ τα καλά-εκείνος ξέρει.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

                                                     Κι εσηκώθη
ο Αβιμέλεχ κι ο Οχοζάλ, που ’ταν ο αρχιευνούχος,
κι ο αρχιστράτηγος Φιχόλ και πάλι πίσω πήγαν
στη χώρα των Φυλιστιείμ. Κι ο Αβραάμ τριγύρω
απ’ το πηγάδι  του Ορκισμού εφύτεψε τον  τόπο.
Και είπε εκεί το όνομα Κυρίου θεός αιώνιος.
Κι έμειν’ ο Αβραάμ καιρό στων Φυλιστιείμ τη χώρα.

XXII
Κι ύστερα αφού γίναν αυτά, είχε ο θεός θελήσει
να δοκιμάσει τον Αβραάμ και, Αβραάμ, του είπε,
και είπε αυτός: εδώ ειμ’ εγώ! Και του ’πε: παρ’ το γιο  σου,
τον πολυαγαπημένο σου, που τόση αγάπη του ’χεις,
τον Ισαάκ, και πήγαινε στον Υψηλό τον τόπο
και κει θυσίασε τόνε σ’ ένα βουνό επάνω,
αυτό εγώ που θα σου πω. Και το πρωί εσηκώθη
και σέλωσε  ο Αβραάμ την όνο του, επήρε
δυο υπηρέτες του μαζί και τον Ισαάκ το γιο του
και ξύλα αφού για τη φωτιά έσκισε της θυσίας
κίνησε και προχώρησε κι έφτασε ως τον τόπο
που ο θεός του είχε πει, μετά από τρείς ημέρες.
Και σήκωσε τα μάτια του κι είδε αυτό τον τόπο
από μακριά. Κι ο Αβραάμ στους υπηρέτες του είπε:
Καθίστε με την όνο εδώ. Εγώ και το παιδί μου
θα πάμε ως τον τόπο αυτόν, και θα σας βρούμε πάλι
μετά από το προσκύνημα. Και πήρε της θυσίας
τα ξύλα, και, ο Αβραάμ τα φόρτωσε στο γιό του
τον Ισαάκ και πήρε αυτός το πυρ και το μαχαίρι.
Και πήγαιναν κι οι δυο μαζί. Κι ο Ισαάκ, "πατέρα"
μίλησε στον πατέρα του τον Αβραάμ. Κι εκείνος:
Τί θες παιδί μου; "Κι είπε αυτό: "Βλέπω εδώ τα ξύλα,
βλέπω το πυρ, μα το αρνί για τη θυσία πού ’ναι;"
Κι απάντησε ο Αβραάμ κι είπε: ο θεός παιδί μου-
για της θυσίας το πρόβατο-εκείνος θα φροντίσει.
Και βάδισαν κι οι δυο μαζί και φτάσανε στον τόπο
που του ’πε ο θεός. Κι ο Αβραάμ θυσιαστήριο χτίζει,
βάζει τα ξύλα, του Ισαάκ τα πόδια, του παιδιού του,
έδεσε, και τον έβαλε πα' στο θυσιαστήριο,
στα ξύλα πάνω, κι άπλωσε να πάρει το μαχαίρι,
ο Αβραάμ στο χέρι του, το γιό του για να σφάξει.
Κι άγγελος απ’ τον ουρανό του μίλησε Κυρίου
και του ’πε: Αβραάμ! Αβραάμ! Κι εκείνος: εδώ είμαι!
Του λέει, μη το χέρι σου αγγίξει το παιδί σου
και μη του κάνεις τίποτα. Γιατί γνωρίζω τώρα
ότι φοβάσαι το θεό. Για μένα δε λυπήθης
το γιό σου τον αγαπητό. Και σήκωσε τα μάτια
και κοίταξε ο Αβραάμ και είδε ένα κριάρι
που στο φυτό είχε Σαβέκ τα κέρατα μπλεγμένα.
Και πήγε κει ο Αβραάμ και πήρε το κριάρι
κι αντίς του γιου του Ισαάκ θυσίασε εκείνο.

ΧΧΙΙ14
Και τ’ όνομα ο Αβραάμ το ’πε του τόπου εκείνου
"Κύριος είδε", για να λεν ως σήμερα, στο όρος
που ο Κύριος φανερώθηκε. Και άγγελος Κυρίου
Για δεύτερη απ' τον ουρανό φορά είχε μιλήσει
στον Αβραάμ, και ειν' αυτά που του ’πε: Λέει ο Κύριος
στον εαυτό μου ορκίστηκα ότι γι αυτό το πράγμα
που ’κανες, να μη λυπηθείς για χάρη μου το γιό σου,

(συνέχεια)
ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗ
(παιδικό, μετάφραση)

Τα Χριστούγεννα από το πολύ
ο Αηβασίλης φαγητό του
εβυθίστηκε στο χιόνι
κάθοντας στο έλκυθρό του.

Του Αγιοβασίλη ο τάρανδος
σε αυστηρό του είπε τόνο:
«Θα σε τραβήξω από το χιόνι έξω
Αν μου δώσεις λεφτά και μόνο.»

«Λεφτά δεν έχω. Άχυρα μονάχα.
Σε παρακαλώ εδώ μη μ’ αφήνεις.»
«Λυπάμαι πολύ άνθρωπέ μου
Αλλά τότε εκεί θα μείνεις.»
ΔΩΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ
(παιδικό, μετάφραση)

Δέκα δώρα στη σειρά όμορφα κι ωραία.
Τ’ αεροπλάνο παίρνει ο Ρόμπερτ κι έμειναν εννέα.

Εννιά δώρα μένουνε, αλλά στο λεφτό
Παίρνει ο Μπόμπης το τρενάκι κι έμειναν οχτώ.

Οχτώ δώρα που πολλά κάνανε λεφτά.
Παίρνει ο Ρόμπι το σουγιά κι έμειναν εφτά.

Εφτά δώρα-το ένα τους απ’ το θείο Αλέξη.
Παίρνει ο Μπόμπυ τα γλυκά κι απομείναν έξη.

Έξη δώρα στη σειρά-το ένα λέει κουβέντες.
Παίρνει το στρατιώτη ο Ρομπ κι έμειναν πια πέντε.

Πέντε δώρα ωραία τώρα έχουν μείνει στη σειρά.
Το σκυλάκι παίρνει ο Μπόμπιν  κι απομείναν τέσσερα.

Τέσσερα τα δώρα πια-το ένα είναι από τη θεία.
Το βιβλίο παίρνει ο Μπόμπετ κι έχουν μείνει τρία.

Τρία δώρα μείνανε-το ένα από το θείο.
Παίρνει ο Ρόμπιν τη στολή κι απομείναν δύο.

Δύο δώρα-το ένα τους απ’ τη θεία Λένα.
Παίρνει ο Μπόμπλες τον Ζορρό κι έμεινε μόνο ένα.

Ένα δώρα έχει μείνει: ένα έλκυθρο στην πέννα.
Παίρνει ο Μπόμπινετ κι αυτό και δεν έμεινε κανένα.

Και το ίδιο το παιδί
Πήρε κάθε παιχνιδάκι:
Τόσα ονόματα χαϊδευτικά
Είχε το μικρό αγοράκι.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

GOD JERUSALEM JEWS

(συνέχεια)

For some Ottoman Turks you spoke".
"Yes. And all these conquerors
Are people that you do not know.
They came from the East.
And each has his god.
And in Jerusalem each one
A big temple built to his god.
And all people have each taken
From your city one piece
And in there worship their god.
And the Jews, having no choice
Left and scattered in earth's every corner.
But everywhere all were after them
Until two hundred years from now
A democratic country of the world
Saw with a clear eye all around
And amid so many things it did
That changed your world's face
Something did, still, that
Her and your people hds benefitled:..
It took the people of your people
To be equal citizens
Like her own people..
And now is the time for me to take you
And leave you back into the palace.
You have a big decision to make after
What I've shown you tonight.
Before this, however, something else.
Because you must not think
That something changed for your people.
Come and see what in the heart of Europe happened
Where the Jews were found chased.
Fifty only years ago
And do you know for who? Not from those
That their god orders them with hate,
But from the Christian, that their god
Love - imagine - asks".
And Solomon looked and saw
Ovens that burned inside them Jews
And saw Jewish children suffering from hunger.
And saw camps of terror and shudder.
And saw a murderous cross that Chose and killed Jews.
Solomon closed his eyes.
And when he opened them again,
He was in his palace.
And before him Was the wonderful carpet.
And it said: "You saw what the Jews will suffer
From their faith and your temple.
Now the decision is yours".
And Truth spoke and said:
"What Ashmodai said is true.
And there are other evils that he did not mention.
But little has he spoken for goods.
You must therefore know, Solomon,
That amid these many disasters
Your people have never stopped
Fighting for freedom.
Also that the faith in your god,
The one, the true and eternal,
Is held always indistinguishable
Wherever in exile the hatred of people has sent them.
And only God knows that
It is me that cares most
That from this world this faith must not disappear.
Because the only thing that along with others
And saw camps of terror and shudder.
And saw a murderous cross that Chose and killed Jews.
Solomon closed his eyes.
And when he opened them again,
He was in his palace.
And before him Was the wonderful carpet.
And it said: "You saw what the Jews will suffer
From their faith and your temple.
Now the decision is yours".
And Truth spoke and said:
"What Ashmodai said is true.
And there are other evils that he did not mention.
But little has he spoken for goods.
You must therefore know, Solomon,
That amid these many disasters
Your people have never stopped
Fighting for freedom.
Also that the faith in your god,
The one, the true and eternal,
Is held always indistinguishable
Wherever in exile the hatred of people has sent them.
And only God knows that
It is me that cares most
That from this world this faith must not disappear.
Because the only thing that along with others
Within it contains me,
Is the god of Israel.
And if the idea of the god is lost
I go with it, lost, too.
Because - let him be well - Ashmodai
Has brought people to lies.
And their whole life is a lie
And anything that in it blossoms.
Even their conception of the world
Is from many lies made:
They have two eyes - they say Space exists.
They have memory - they say Time exists.
They think - they conclude that they exist.
Let me stop my words, though.
Whatever I had to say, I think I said".
And king Solomon said:
"A dead horse noone beats.
A have no need for much thought
To make my decision.
Before all this you showed me, Ashmodai,
Maybe something else were to happen
For me to change my mind at the last minute.
Now, however, my mind I'll not change.
Since the temple helps my people
Keep their faith strong,
Then the temple will be made.
My heart broke to see
All the calamities my people went through.
But what honor! What fame and what glory
For my people to be the only one
That has the great responsibility
To keep on the earth the divine flame!
On this earth the Israelites
Must exist and will exist
As many Greeces as might fight them,
And as many Romans as may burn their temples.
And as trimming makes a tree
New and strong every year
In this way the chase that we are subjected to
Will renew our existence.
It is a pity that my city is divided
Among people that have built
Their altars, inside it, each one.
But on the other hand -oh! what glory -
One only city in all the world
To be considered worthy by religions
And to make it a home for their gods -
Even if they are fakes, as they are;
But it is what they hold their most sacred -
And here, they hold it in my city!
I shall built my temple, Ashmodai.
Temple and Jerusalem and Jews Are indivisible a trinity

And one gains strength from others
And all together hold the people standing.
Ah! When the Jew fights
He does not fight only for his own
Bui foi the world's all countries!
Ah! If I could whatever I feel inside me
To make a feeling of every Jew!..
Come Ashmodai, take your carpet.
Thank you for what you have taught me".
And the carpet without another word
Got up and flew to the darkness.
And Solomon went to sleep -
Really, he had much to do tomorrow. 

THE END

Φώτη συμβαίνει κάτι τρομερό.
Ζω στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας με δίπλα μου να μένουν ο σπιτονοικοκύρης μου με την οικογένειά του.
Χρόνια εδώ έχω συνηθίσει αυτούς τους ανθρώπους.
Τι λέω τους έχω συνηθίσει-ζω από αυτούς.
Χωρίς να έχω μαζί τους άλλο παρά μια καλημέρα συμμετέχω στη ζωή τους χωρίς αυτοί να το ξέρουνε.
Τους ακούω που ανοιγοκλείνουν τις πόρτες, ακούω τις συζητήσεις τους, τα τηλεφωνήματά τους, ξέρω τους υπόλοιπους συγγενείς τους.
Παίρνω νοερά μέρος στα γεύματά τους, στις γιορτές, στις λύπες και στις χαρές τους.
Έτσι δεν είμαι μόνος.
Εγώ που δεν έχω φίλους και συγγενείς, παρά μόνο γνωστούς της ανάγκης (μπακάλης, μανάβης), έχω αυτούς τους ανθρώπους συντρόφους πάνω στη γη.
Εγώ που λέω κάπου κάπου μια καλημέρα ή ένα «μου βάζετε τρακόσα  γραμμάρια φέτα σκληρή βαρελίσια παρακαλώ;», μιλάω ασταμάτητα με τους αγαπημένους που μένουν δίπλα μου.
Εγώ που δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι, έχω τη σιγουριά  ότι είμαι πλήρως προστατευμένος από κάθε κακό ή αντιξοότητα έχοντας δίπλα μου αυτούς τους ανθρώπους.
Κι ας ξέρω ότι ούτε αυτοί θα μου πρόσφεραν τίποτα όταν έρθει η ώρα της ανάγκης.
Σαν να έχεις ένα πιστόλι άδειο και να τραβάς για τον πόλεμο απέναντι σε τόσους οπλισμένους σαν αστακούς.
Επιλογές.
Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα.
Χάος.
Πάνω λοιπόν  σ’ αυτή την κατάσταση έρχεται ένας τύπος να μείνει με μια γυναίκα στο από κάτω από το δικό μου διαμέρισμα.
Την ημέρα λείπουν, τη νύχτα μέχρι τις δώδεκα θορυβούν ασταμάτητα και τραγουδάνε.
Τις ώρες ακριβώς που μαζεύεται κάποιος και θέλει να ησυχάσει ή να κάνει ότι συνηθίζεται από αυτόν τα βράδια.  

Δίλημμα.
-Να εξακολουθήσω να ζω μέσα σ’ αυτή την κόλαση, κάτι που θα ήτανε χειρότερο από κόλαση;
-Να φύγω, πώς να αφήσω την οικογένειά μου-στην περίπτωσή μου το μόνο δεσμό μου για μια υποφερτή ζωή τη στιγμή που η ανασφάλεια των γηρατειών ξεγελιέται μόνο μένοντας εδώ, κοντά τους; Ναι, τόσο ψεύτικα σίγουρος είμαι για την ψεύτικη ασφάλεια που μου δίνει η φανταστική μου βεβαιότητα ότι έχω κάποιους που θα με προσέξουν σαν κάτι πιο πέρα από καλοπληρωτή ενοικιαστή σε περίοδο κρίσεως σαν τη σημερινή μάλιστα. 

Σκέψη.
-Ότι και να έχω ή να μην έχω εδώ, είναι καλλίτερο από ό,τι θα είχα αν είχα στον κόσμο αυτόν οικογένεια ή συγγενείς.

Πράξεις που έγιναν.
-Παράκληση από μένα προς τους επήλυδες να σεβαστούν τις ώρες κοινής ησυχίας τουλάχιστον. Ο θεός κι η ψυχή τους τι θα κάνουν.
-Ρώτημα στον σπιτονοικοκύρη αν έχει άλλο διαμέρισμα άδειο για να με βάλει εκεί. Δεν έχει-προς το παρόν.
-Αυτόβουλη κίνηση του σπιτονοικοκύρη προς τους ξένους για λύση του προβλήματος. Δεν είδα ακόμα το σπιτονοικοκύρη για να με ενημερώσει για την αντίδραση των ανταρτών της κοινωνικής ευπρέπειας.
-Ενημέρωσή μου από μέλος της οικογένειας του σπιτονοικοκύρη ότι επισκεύασε στο σπίτι των βαρβάρων μια συρτή πόρτα που έκανε θόρυβο.
Καταλαβαίνεις εσύ που με ξέρεις, πως η δραστηριοποίηση υπέρ μου των συγγενών-και μαζί γειτόνων και δικών μου ανθρώπων-, είναι εκείνη που με βάστηξε να μην παραδοθώ στην απελπισία και να μπορέσω να κρατήσω λίγες μέρες ακόμα εδώ ώσπου να δω τι θα απογίνει. 

Τι θα γίνει.
-Αν γίνει κάτι καλό, η αυταπάτη συνεχίζεται ως το τέλος μου και μαζί το τέλος της, δηλαδή εξακολουθώ να μένω εδώ.
-Αν τα πράγματα παραμείνουν ως έχουν, πήδημα στον γκρεμό της απνοίας με πιθανότητα μία στο εκατοντάκις εκατομμύριο κάποιο δεντρί φυτρωμένο  αναπάντεχα στην πλαγιά του να με σταματήσει και να μην τσακιστώ. (Ευκολότερο δε θα ήταν να κερδίσω τα δεκαπέντε εκατομμύρια του τζόκερ;)

Πραγματικότητα.
-Φεύγω από δω.
Μετακόμιση με έξοδα και ταλαιπωρία.
Πληρωμή δύο ενοικίων μπροστά.
Αγορά ψυγείου και κουζίνας.
Ταλαιπωρία που καλά τη γνωρίζω από τις δεκάδες μεταθέσεις που έχω κάνει λόγω επαγγέλματος στη ζωή μου.
-Και άντε, κατάφερα και τα έκανα όλα αυτά, μα αν και κει έχω παρόμοιο πρόβλημα τι κάνω;
Ιδέα: Μερική ανακούφιση για τη μετακόμιση να πετάξω τα έρμα μου (βιβλία, βιβλία, βιβλία και βιβλία) ώστε να γίνει «ελαφρότερη» αυτή.
-Μένω εδώ.
Υποφέρω ώσπου ή να πάθω εγκεφαλικό οπότε κλάφτα Χαράλαμπε, ή να πάω από ρήξη ανευρύσματος οπότε μακάρι.

(Και από πάνω να ακούω να λένε στον μικρό: μη φωνάζεις, ο γιατρός ησυχάζει-ή: διαβάζει-ή: κοιμάται.
Και χτες το απόγεμα η υστερική κυρία από το τέταρτο να μου λέει «πώς και δεν αποπειραθήκατε μέχρι τώρα που ζείτε μόνος; Εγώ έκανα δυο απόπειρες.» {Δεν ξέρει παρά ότι βλέπει})
Φώτη
Θέλω τη γνώμη σου.
Πώς να πεθάνω;
Γκρεμός ή ανεύρυσμα;
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ

Κι όταν η Σάρρα είδε το γιό της αιγυπτίας της Άγαρ
που ’κανε αυτή στον Αβραάμ, με τον Ισαάκ να παίζει,
τη δούλα, είπε στον Αβραάμ, αυτήνε και το γιό της,
διωξ’ τους να πάνε μακριά, να μην κληρονομήσει
μαζί ο γιός μου ο Ισαάκ, κι ο γιός αυτής της δούλας.
Κι αυτός ο λόγος στον Αβραάμ πολύ σκληρός εφάνη
που για το γιο του ειπώθηκε. Και ο θεός του είπε
να μη σου φαίνεται σκληρό ό,τι για το παιδί σου
και για τη δούλα σου άκουσες. Κι όσα σου πει η Σάρρα
να την ακούς, γιατί αυτοί θα ’ναι απόγονοί σου
που θα ’βγουν απ’ τον Ισαάκ. Κι έθνος θα κάνω μέγα
Το γιό της δούλας αυτηνής, γιατί παιδί σου είναι.
Κι ο Αβραάμ σηκώθηκε πρωί, ψωμί επήρε
κι έναν ασκό πήρε νερό τα έδωσε της Άγαρ
και το παιδί της έβαλε στον ώμο, και τη διώχνει.
Κι έφυγε αυτή και γύριζε στα μέρη της ερήμου
στου Όρκου το Πηγάδι-εκεί. Και του ασκού όταν είχε
Τελειώσει όλο το νερό, άφησε το παιδί της
κάτω από ένα έλατο και πήγε μακριά του
όσο του τόξου η ριξιά, γιατί είπε, του παιδιού μου
ας μην ιδώ το θάνατο. Κι έκατσε απέναντί του.
Και το παιδί εφώναζε κι έκλαιε. Και τη φωνή του
ευνοϊκά την άκουσε ο θεός απ’ ό,που ήταν.
Κι άγγελος θεού απ’ τον ουρανό εκάλεσε την Άγαρ
και, τί συμβαίνει, είπε σ’ αυτήν, Άγαρ; Να μη φοβάσαι,
απ’ ό,που είναι, το παιδί το ’χει ο θεός ακούσει.
Σήκω και πάρε το παιδί και κράτα το απ’ το χέρι.
Έθνος μεγάλο απ’ αυτό θα κάνω. Και τα μάτια
Της άνοιξε αυτηνής ο θεός και είδε ένα πηγάδι
που ζωντανό είχε νερό. Και μέχρι εκεί επήγε
Και τον ασκό εγέμισε και το παιδί ποτίζει.
Και το θεό είχε το παιδί προστάτη στη ζωή του.
Και το παιδί μεγάλωσε. Κι είχε τοξότης γίνει.  
και μες στην έρημο έμενε. Κι ήταν στην έρημο όταν
γυναίκα μια εδιάλεξε η μητέρα του για κείνον 
και το ’δωσε, που απ’ τή Φαράν ήτανε της Αιγύπτου.

XXI22
Κι ήταν εκείνο τον καιρό όπου ο Αβιμέλεχ
κι ο αρχιευνούχος του Οχοζάθ, κι ο αρχιστράτηγος του
που τόνε λέγανε Φιχόλ, στον Αβραάμ επήγαν.
Κι ο Αβιμέλεχ μίλησε και του ’πε, σ’ όσα κάνεις
να ’χεις μαζί σου το θεό. Και στο θεό κάνε όρκο
πως ούτε μένα θ’ αδικείς, ούτε και τ’ όνομά μου,
ούτε τους απογόνους μου, παρά, καθώς σε σένα
δίκαια φέρθηκα εγώ, έτσι και συ θα κάμεις
για με και για τη χώρα μου που έχεις σε κείνη μείνει.
Κι ειπ’ ο Αβραάμ ορκίζομαι. Κι ο Αβραάμ τον Αβιμέλεχ
έλεγξε, γιατί δούλοι του τού πήραν τα πηγάδια
που όμως δικά του ήτανε. Και του ’πε ο Αβιμέλεχ:
Δεν ξέρω ποιός σου το ’κανε το πράγμα αυτό.
 Ως τώρα τίποτα εγώ δεν άκουσα, ούτε και συ μου είπες.
Και πρόβατα ο Αβραάμ επήρε και μοσχάρια,
στον Αβιμέλεχ τα ’δωσε και κλείσαν συμφωνία.
Κι εφτά ξεχώρισ’ ο Αβραάμ από τις προβατίνες.
Κι ο Αβιμέλεχ του Αβραάμ του ’πε: τις προβατίνες
γιατί ξεχώρισες αυτές; Εσύ για να τις πάρεις,
του απάντησε  ο Αβραάμ, απόδειξη για να ’ναι
πως το πηγάδι αυτό εδώ το ’χω εγώ ανοίξει.
Γι αυτό Πηγάδι του Ορκισμού ονόμασε τον τόπο
 γιατί εκεί ορκίστηκαν οι δυο τους.

(συνέχεια)
ΘΕΟΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΕΒΡΑΙΟΙ
(συνέχεια)

 «Για Οθωμανούς κάποιους μιλούσες Τούρκους.»
«Ναι. Κι όλοι εκείνοι οι κατακτητές σας
Είναι λαοί εσύ που δεν τους ξέρεις.
Φερμένοι απ’ την Ανατολή είναι.
Και ο καθένας έχει το θεό του.
Και μες στην Ιερουσαλήμ καθένας
Ναό μεγάλο εχτίζαν στο θεό τους
Κι όλοι οι λαοί έχουν καθένας πάρει
Από την πόλη σου ένα κομμάτι
Και μέσα κει λατρεύουν τους θεούς τους.
Και πήρανε τα μάτια τους οι Εβραίοι
Και σκόρπισαν στης γης την κάθε άκρη
Αλλά παντού ήσαν κυνηγημένοι.
Ώσπου, διακόσια χρόνια πριν το τέλος
Που η δήγηση μετράει που σου κάνω,
Μια δημοκρατική στον κόσμο χώρα
Είδε με μάτι καθαρό τριγύρω
Κι ανάμεσα σε τόσα που ’χει κάνει
Που αλλάξανε του κόσμου σας την όψη
Και κάτι έκαν’ ακόμα που και κείνη  
Και το λαό σου έχει ωφελήσει:
Δέχτηκε και τα τέκνα του λαού σου
Ισότιμοι πολίτες της να είναι
Με τα υπόλοιπα δικά της τέκνα.
Και τώρα ήρθε η ώρα να σε πάω
Και στο παλάτι πάλι να σ’ αφήσω.
Έχεις μεγάλη απόφαση να πάρεις
Ύστερα απ’ όσα σου ’χω δείξει απόψε.
Πριν όμως απ’ αυτό, κάτι ακόμα.
Γιατί δεν πρέπει να νομίσεις ίσως
Πως κάτι άλλαξε για το λαό σου
Μετά από την απόφαση εκείνης
Της κοσμοκρτάτειρας της χώρας
Όπου πολίτες της σας έχει κάνει.

Έλα να δεις τι πριν πενήντα χρόνια
Μες στην καρδιά εγίνη της Ευρώπης
Όπου οι Εβραίοι διωγμένοι εβρεθήκαν.
Και ξέρεις από ποιούς; Όχι από κείνους
Που μίσος ο θεός τους τους προστάζει
Αλλ’ απ' τους Χριστιανούς που ο θεός τους
 Αγάπη-γιά φαντάσου-τους ζητάει».
Και κοίταξε-και είδε ο Σολομώντας
Φούρνους που καίγαν μέσα τους Εβραίους.
Κι είδε Εβραιόπουλα σκελετωμένα.
Κι είδε στρατόπεδα τρόμου και φρίκης.
Και είδε ένα σταυρόν ανθρωποκτονο
που διάλεγε και σκότωνε Εβραίους.
Ο Σολομώντας έκλεισε τα μάτια.
Και όταν τ’ άνοιξε ήταν και πάλι
Μες στο παλάτι του. Κ ι είχε μπροστά του
Τ’ ωραίο το χαλί .Και του ’πε κείνο:
«Είδες το τι θα πάθουν οι Εβραίοι
Από την πίστη τους κι απ' το ναό σου.
Τώρα η απόφαση δική σου είναι.»
Και μίλησε και η Αλήθεια κι είπε:
«Ότι είπε ο Ασμοδάι αλήθεια είναι.
Κι άλλα κακά υπάρχουν που δεν είπε.
Πρέπει λοιπόν να ξέρεις Σολομώντα
Πως μες στις τόσες τούτες δυστυχίες
Ποτέ δεν έχει πάψει ο λαός σου
Να πολεμάει για τη λευτεριά του.
Κι ακόμα πως την πίστη στο θεό σας
Τον ένα, τον αληθινό κι αιώνιο
Άσβηστη πάντοτε τηνε κρατάει
Όπου εξόριστο τον έχει στείλει
Το μένος των ανθρώπων για να ζήσει.
Και ο θεός μονάχα ξέρει πόσο
Περσότερο εγώ εκείνη είμαι
Που ’ναι το γνιάσιμό μου αυτή η πίστη
Από τον κόσμο ετούτο να μη λείψει.
Γιατί το μόνο που μαζί με άλλα
Μες στην ουσία του έχει εμένα,
Ειν' η θρησκεία του Ισραήλ. Κι η ιδέα
Αν λείψει του θεού από τον κόσμο
Πάω κι εγώ μαζί μ’ αυτήν χαμένη.
Γιατί-ας ειν’ καλά ο Ασμοδάι
Έχει στο ψέμα στρέψει τους ανθρώπους
Κι ειν’ ένα ψέμα η ζωή τους όλη
Κι ό,τι μέσα σ’ αυτήν ανθεί και θάλλει.
Ως κι η αντίληψη τους για τον κόσμο
Από πολλά είναι φτιαγμένη ψεύδη.
Έχουν δυο μάτια-λεν υπάρχει Χώρος.
Έχουνε μνήμη-λεν υπάρχει Χρόνος.
Σκέπτονται-συμπεραίνουν πως υπάρχουν.
Όμως ας σταματήσω τα δικά μου.
Ο, τ ι είχα να σου πω θαρρώ το είπα.»
Κι ο βασιλιάς ο Σολομώντας είπε:
«Ψόφιο σκυλί κανένας δεν κλωτσάει.
Δεν έχω ανάγκη για μεγάλη σκέψη
Ώστε να πάρω την απόφασή μου.
Πριν όλα αυτά μου δείξεις Ασμοδάι
Μπορεί και κάτι άλλο να γινόταν
Και τελευταία στιγμή ν’ άλλαζα γνώμη.
Τώρα όμως γνώμη διόλου δε θ’ αλλάξω.
Αφού ο ναός βοηθάει το λαό μου
Την πίστη του ακέρια να κρατήσει
Τότε οπωσδήποτε ο ναός θα γίνει.
Μου σπάραξε η καρδιά με όσα είδα
Βάσανα να περνάει ο λαός μου.
Μα τι τιμή! Τι κλέος και τι δόξα
Να ’ναι στη  γη επάνω ο λαός μου
Ο μόνος που ’χει τη μεγάλη ευθύνη
Του θείου να συντηρεί αυτός τη φλόγα.  
Στη γη επάνω οι Ισραηλίτες
Πρέπει να υπάρχουνε και θα υπάρχουν
Όσες Ελλάδες κι αν τις πολεμήσουν
Κι όσοι Ρωμαίοι το ναό τους κάψουν.
Κι όπως το κλάδεμα κάνει το δέντρο
Πιο δυνατό και νέο κάθε χρόνο,
Έτσι και το κυνήγι που μας κάνουν
Την ύπαρξη μας θα την ξανανιώνει.
Κρίμα που η πόλη μου είναι χωρισμένη
Ανάμεσα σε λαούς που έχουν στήσει
τα ιερά τους μέσα της καθένας.
Μ’ από την άλλη-ω! τι μεγαλείο
Μια μόνο πόλη σ’ όλονε τον κόσμο
Να θεωρούνε άξια οι θρησκείες
Για να την κάνουν άντρο των θεών τους-
Κι ας είναι ψεύτικοι όπως και κείνες,
Μα ειν’ ότι θαρρούν για πιο ιερό τους.
Και ναι! Στην πόλη μου το διαφυλάττουν!
Θα χτίσω το ναό μου Ασμοδάι.
Ναός και Ιερουσαλήμ κι Εβραίοι
Είναι αχώριστη μία τριάδα,
Και το ’να παίρνει δύναμη από τ’ άλλα
Κι όλα μαζί κρατούν ορθό τον κόσμο.
Α! Ο Εβραίος όταν πολεμάει
Δεν πολεμάει για τη δική του μόνο
Μα για του κόσμου όλες τις πατρίδες.
Α! Να μπορούσα ότι εντός μου νιώθω
Να το ’κανα αίσθημα του καθ' Εβραίου…
Έλα Ασμοδάι, πάρε το χαλί σου
Και τράβα στο καλό. Όχι, συγνώμη,
¨Και τράβα στο κακό¨ να πω θα πρέπει.
Σ’ ευχαριστώ για όσα μου ’χεις μάθει».
Κι είπ’ ο Ασμαδάι: «Γεια σου Σολομώντα
Που ζω από σε και συ ζεις από μένα.»
Και το χαλί άλλη κουβέντα δίχως
Σηκώθηκε και πέταξε στο ζόφο.
Κι ο Σολομών ετράβηξε για ύπνο-
Πολλά είχε αύριο να κάνει αλήθεια.

ΤΕΛΟΣ
Ω! ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
(παιδικό, μετάφραση)

Ω! ήρθαν τα Χριστούγεννα!
Δεν έβλεπα την ώρα
Να δω λαμπάκια στο έλατο
Και στόλισμα και δώρα.

Πακέταρα δωράκια να χαρίσω
Κάλτσες στο τζάκι κρέμασα
Να βάλει ο Αγιοβασίλης
Τα δώρα που του έγραψα.

Του χρόνου η καλλίτερη εποχή!
Όλοι γελάνε κι όλο λεν ευχές.
Εύχομαι με ευτυχία και με χαρά
Ο ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ ΒΛΕΠΕΙ
(παιδικό, μετάφραση)

Χριστούγεννα έρχονται. Είναι ώρα
πως είναι καλά να δείχνουν τα παιδιά
Γιατί ο Αγιοβασίλης βλέπει
Και τις αταξίες δεν ξεχνά.

Το δωμάτιο συγύρισμα
το αυτοκίνητο πλύσιμο
στη μαμά βοήθεια
στις παρέες όχι βρίσιμο.

Ησυχία χωρίς πολλές κουβέντες
Βοήθεια στου σπιτιού τις δουλειές.
Αργότερα θα ’χουμε χρόνο
Για τρέλες πολλές.
ΔΥΟ ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ
(παιδικό, μετάφραση)

Τ’ Αγιοβασιλειού το χέρι
Δώρα αν θέλεις να σου φέρει,
Τότε μάθε και να λες
Δυο μικρές μικρές στροφές:
«Δώρα απ’ τον Αγιοβασίλη
Μη ζητάς και μη γυρεύεις
Αν βαθιά μες στην ψυχή σου
Πως υπάρχει δεν πιστεύεις».

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

GOD-JERUSALEM-JEWS

(συνέχεια)

"I'd have much more to show you.
And I have neglected just as many.
But I will tell you only with words
What was the disasters' continuation
That hit your unlucky people".
"And till what time will you narrate?"
"Till three thousand years since the moment
That you have closed your earthly eyes".
"Only till then your knowledge goes?
The head-demon knows no more?"
"I'll go up to then, because tbsn is when
This work is being written -
And as you see, with haste,
Seeking to finish before
The celebration for the three thousand years
From the time Jerusalem was built from David.
And I'm not telling but whatever
Its writer orders me to" say.
After the Christians came the Persians.
And th en the Arabs took over.
And '.' •., ,a fee Seltzuk Turks
And then the Ottoman Turks next..."
"But for a while let us stop
Our strenuous run.
Because as we quickly fly
I saw a strange thing down there.
What are these fires, Ashmodai, that
Do not warm, but cool the world?
And scatter darkness instead of light?"
"It is Europe that, been raised
By the Greeks' wise ideas
Your sacred books burns".
"Of the Israelites?" "Yes. Of the Jews.
And it is the sixteenth century".
"Oh! How I am sorry for Europe!"
"Your show pity instead of hate?
Any way. Let us continue. What was I saying?"

(συνέχεια)
ΘΕΟΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΕΒΡΑΙΟΙ


(συνέχεια)

 «Πολλά θα μπόρεια να σου δείξω ακόμα
Κι ας έχω παραλείψει κι άλλα τόσα.
Μα θα σου πω εγώ μόνο με λόγια
Των συφορών ποια ήταν η συνέχεια
Που χτύπησαν τον άτυχο λαό σου.»
«Κι ως ποιόν καιρό τάχα θα μου ιστορήσεις;»
«Ως τρεις χιλιάδες χρόνια από την ώρα
Που ’χεις τα μάτια σου τα γήινα κλείσει».
«Μέχρις εκεί πηγαίνουν σου οι γνώσεις;
Ο αρχιδαίμονας άλλα δεν ξέρει;»
«θα πάω μέχρι τότε, γιατί τότε
είναι που  γράφονται οι στίχοι ετούτοι-
Και μάλιστα όπως βλέπεις με βιασύνη
Το γιορτασμό ζητώντας να προλάβουν
Των τριών χιλιάδων χρόνων από τότε
Που απ’ τον Δαυίδ η Ιερουσαλήμ εχτίστη.  
Και δε σου λέω παρά μόνον ότι
Ο συγγραφέας τους να πω μου λέει.»
«Και ποιος του είπε να με ζωντανέψει
Και μαζεμένες τόσες να μου δώσει
Σαν που άλλες δεν ξανάχω ζήσει πίκρες;
Μην ετοιμάζεσαι να μου απαντήσεις.
Ξέρω καλά τους τέτοιους ποιητάδες.
Είχα γνωρίσει κάποιους από δαύτους.»
«Μετά 'π’ τους Χριστιανούς ήρθαν οι Πέρσες.    
Και ύστερα οι Άραβες σας πήραν.
Κατόπιν ήρθαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι
Και οι Οθωμανοί κατόπι Τούρκοι...»
«Όμως για λίγο το τρεχαλητό μας
Ας σταματήσουμε το φρενιασμένο
Γιατί έτσι γρήγορα καθώς πετάμε
Κάτι παράξενο είδα εκεί κάτω.
Τ’ είναι οι φωτιές αυτές που δε ζεσταίνουν
Αλλά κρυώνουν Ασμοδάι τον κόσμο;
 Κι αντίς για φως σκορπίζουν γύρω σκότος;»
 «Είναι η Ευρώπη που γαλουχημένη
Με των Ελλήνων τις σοφές ιδέες
Τα ιερά σου καίει τα βιβλία.»
«Των Ισραηλιτών;» «Ναι. Των Εβραίων.
Κι είναι ο δέκατος έκτος αιώνας.»
«Ω, Πόσο την Ευρώπη τη λυπάμαι!»
«Λύπη γι αυτήν αντί για μίσος δείχνεις;
Τέλος. Ας συνεχίσουμε. Πού ήμουν;» 

(συνέχεια)
ΕΜΠΡΟΣ...

Πώς θα ’τανε ο κόσμος σήμερα άλλος
Η Εύα αν δεν άκουγε το φίδι!
Πώς θα ’τανε ο κόσμος σήμερα άλλος
Αν ο Αδάμ δεν άκουγε την Εύα!

Θα ’τανε τόπος ευτυχία γεμάτος
Όπως ο τότε, αυτός, ο Παραδείσιος.
Η Εύα θα γεννούσε δίχως πόνους
Και ο Αδάμ δε θα ’βγανε με ιδρώτα
Σαν όπως τώρα κάνει, το καρβέλι.
Δεν θα υπήρχαν χρήματα και όπλα-
Τα χρήματα τον τσακωμό ν’ αρχίζουν
Και να τόνε τελειώνουνε τα όπλα.
Δε θα υπήρχανε ψεύτες και κλέφτες
Αφού η Φύση θα μας τα ’δινε όλα
Χωρίς κανένας να της τα ζητήσει.
Και θα ’ταν οι άνθρωποι αγαπημένοι:
Όπως τα γλυκοκέλαδα πουλάκια
Κι αυτοί αξέγνιαστα θα τραγουδούσαν.
Όπως, παλιά, ο Διάβολος και τώρα
Σερνάμενος θα ήταν και πεσμένος
Και την ψυχή δε θα ’χε του ανθρώπου
Στήριγμα κάνει ώστε ψηλά ν’ ανέβει.
Εκεί ακόμα θα ’τανε ριγμένος
Όπου τον είχανε η φιλαρχία
Κι η ζήλεια στείλει κι η ανυπακοή του.

Η Εύα αν δεν άκουγε το φίδι…
Αν ο Αδάμ δεν άκουγε την Εύα…

Όμως τα "αν" δεν έχουνε πια θέση.
Θέση δεν έχουν πλέον οι υποθέσεις.
Γίναν αυτά. Κι ο άνθρωπος στο βούρκο
έχει της αμαρτίας μέσα πέσει.
Η φοβερή φωνή του θεού ακούστη
Όπου εξόριζε τους πρωτοπλάστους
Από τον Κήπο της ευδαιμονίας.
Και τώρα ένα τον άνθρωπο μονάχα
Πρέπει ερώτημα να βασανίζει-
Το πώς θα γίνει ώστε να πάει πίσω
Εκεί απ’ όπου απ’ το θεό εδιώχτη.
Το πώς θα γίνει ώστε να ξανανιώσει
Εκείνη την υπέρτατη ευτυχία
Που του θεού η γνωριμιά μονάχα
Μπορεί να δώσει στην ψυχή του ανθρώπου.
Κι όταν αυτό μπορέσει να το κάνει
Μονάχα έτσι θα ’χει εκτελέσει
Στη γη επάνω τον προορισμό του.
Και η απάντηση στην απορία
Τη δικαιολογημένη των ανθρώπων
Υπάρχει. Ο θεός την έχει δώσει.
Και είναι προσιτή σ’ όλους και σ’ όλες.
Είναι τα λόγια που ο Χριστός μάς είπε
Σταλμένος απ’ τον ίδιο του Πατέρα
Γι αυτόν το λόγο ακριβώς και μόνο.
Για να βοηθήσει τους ανθρώπους όλους
Το δρόμο να ’βρουνε της σωτηρίας.
Και είναι τόσο απλή η συμβουλή Του
Όσο οι άνθρωποι με δυσκολία
Κι απροθυμώντας την ακολουθούνε.

Η Εύα αν δεν άκουγε το φίδι…
Αν ο Αδάμ δεν άκουγε την Εύα… 

Μα γιατί κάθομαι γνωστά και λέω,
ποιος του Χριστού τα λόγια δεν τα ξέρει.
Εκείνο που μας λείπει είναι η Πράξη.
Για τον καθένα μας κάπου υπάρχει
Ένας Παράδεισος. Και τον προσμένει.
Καιρός για όλους μας να τόνε βρούμε.
Εμπρός! Αρχή ας κάνουμε από τώρα.
Γιατί το τώρα μοναχά υπάρχει.
Καθείς μας κλείνει μέσα του ένα φίδι.
Ας βρούμε πού αυτό είναι κρυμμένο
Και από κει μηνύματα μας στέλνει
Αντιανθρώπινα και ψυχοφθόρα.
Και τυχεροί αυτοί που θα το βρούνε
Μέσα στις δίπλες του πορτοφολιού τους-
πετούν το πορτοφόλι και σωθήκαν.
Και τυχεροί αυτοί που θα το βρούνε
Μες στη συνήθεια του χεριού ν’ αρπάζει-
Κόβουν το χέρι τους κι είναι σωμένοι.
Μα δύστυχοι εκείνοι που θα βρούνε
Το φίδι του χαμού τους να φωλιάζει
Σε μιαν από τις κρύπτες της ψυχής τους.
Αγώνα έχουν μεγάλονε να κάνουν.
Γι αυτούς θερμές ας είναι οι προσευχές μας.
Εμπρός! Αρχή ας κάνουμε από τώρα.
Γιατί το τώρα μοναχά υπάρχει.
Στ’ αυτιά κάθε ανθρώπου ηχεί μιας Εύας
Η βδελυρή φωνή. «Ελα», φώναζει,
«Να γίνουμε θεοί.» Ας μην ακούσει
Κανείς την τρομερή αυτή την κλήση-
Θεοί ήμασταν τότε -πριν ακόμα
Αυτή η φωνή στην Πλάση να ηχήσει.
Εμπρός λοιπόν! Οι αγκάλες του θεού μας
Πάντα ανοιχτές ώστε να μας δεχτούνε
Μικρούς νιοφώτιστους θεούς εντός τους.
ΕΜΠΡΟΣ! Αρχή ας κάνουμε από ΤΩΡΑ-
ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΤΩΡΑ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Μιας και η Εύα άκουσε το φίδι…
Μιας κι ο Αδάμ υπάκουσε στην Εύα…
SECRETS
(Elsie Melchert Fowler)
ΜΥΣΤΙΚΑ
(παιδικό, μετάφραση)

Μυστικά ψιθυρίζει ο αέρας
Με φωνή απαλή σιγανή.
Μυστικά σαν το χιόνι το άσπρo
Καθώς πέφτει αβρά προς τη γη.

Μυστικά κρύβει ως και το βήμα
Των ανθρώπων γοργά που περνούν
Μυστικά και τα ωραία κουτάκια
Χαρωποί που στα χέρια κρατούν.

Κι οι γονείς μυστικά είναι γεμάτοι-
Δεν τα λένε, γελούν μονάχα.
Κι οι ματιές των παιδιών παιχνιδίζουν
Με κρυφή προσμονή και γλυκιά.

Μυστικά είναι ο κόσμος γεμάτος.
Στάσου ήσυχα κάπου εδωνά
Κι όλα τους θα φανούν σαν με μάγια
Όταν έρθουν τα Χριστούγεννα.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

GOD JERUSALEM JEWS
(συνέχεια)

"Noone did anything.
All accepted the new situation
And all gave in to the idols".
And a female voice was heard:
"Lies! No Solomon! It wasn't like that!
If some priests surrendered,
The flame did not extinguish from your people..
They did not forget the one god.
Tell the truth, vile Ashmodai!"
And the demon's soul shook:
"Who dared come on my carpet without me knowing?"
"I very well recognize her voice.
These words were spoken by Truth.
Do you forget that I am a judge Ashmodai?
And I so much love the Truth
And I so much seek it every day
That she finally got used to me,
And does not part my side.
And it is my that she followed,
Not you, on this trip I decided to make.
Tell me, therefore, the truth, Ashmodai.
Did my people remain into the impiety?"
"In a carpet, I with Truth...
Let it be. Get on my carpet and do not
ask to walk down again
Since with your own eyes you saw
That for them you are a shadow.
Here is, then, what happened with these".

And pictures came to the king's eyes,
Pictures of happiness and hope.
And words sweetly caressed his ears,
That were full of honey and light.
And he saw prophets that criticized
The kings for their unlawful deeds.
And "tell me" the king asked Ashmodai
"Did they return to the true faith,
The lawless priests and my people?"
"True!.. But yes, they returned
And from the prophets, two, the biggest ones,
Isaiah and Jeremiah,
Made your capital, Jerusalem, the city
That you have enlightened with your temple,
Become the spiritual and moral center
Of the future western world.
But come and see what happened later
To Jerusalem and your people
And to the temple that you want to build.
While if you change your decision
Then your people's faith,
Not having a place to hold onto,
Will wilt
And the people will have no strength
To believe in its one and only god.
And all gave in to the idols".
And a female voice was heard:
"Lies! No Solomon! It wasn't like that!
If some priests surrendered,
The flame did not extinguish from your people..
They did not forget the one god.
Tell the truth, vile Ashmodai!"
And the demon's soul shook:
"Who dared come on my carpet without me knowing?"
"I very well recognize her voice.
These words were spoken by Truth.
Do you forget that I am a judge Ashmodai?
And I so much love the Truth
And I so much seek it every day
That she finally got used to me,
And does not part my side.
And it is my that she followed,
Not you, on this trip I decided to make.
Tell me, therefore, the truth, Ashmodai.
Did my people remain into the impiety?"
"In a carpet, I with Truth...
Let it be. Get on my carpet and do not
ask to walk down again
Since with your own eyes you saw
That for them you are a shadow.
Here is, then, what happened with these".

And pictures came to the king's eyes,
Pictures of happiness and hope.
And words sweetly caressed his ears,
That were full of honey and light.
And he saw prophets that criticized
The kings for their unlawful deeds.
And "tell me" the king asked Ashmodai
"Did they return to the true faith,
The lawless priests and my people?"
"True!.. But yes, they returned
And from the prophets, two, the biggest ones,
Isaiah and Jeremiah,
Made your capital, Jerusalem, the city
That you have enlightened with your temple,
Become the spiritual and moral center
Of the future western world.
But come and see what happened later
To Jerusalem and your people
And to the temple that you want to build.
While if you change your decision
Then your people's faith,
Not having a place to hold onto,
Will wilt
And the people will have no strength
To believe in its one and only go


And your people will become one
With the Sidonians or Babylonians,
Or the Tyrians or the Egyptians.
And the Jews will disappear as a nation
And will not suffer exiles,
Persecutions and torments and bitterness".
"Did my people go into exile again?"
"Look and see with your own eyes".
And the carpet was suspended
And to Solomon appeared
Scenes of shudder and landscapes of a nightmare
The city burned from one side to the other.
Walls, temple, palace, desolate.
Nothing was standing in its place.
Not even the streets showed,
The ones previously full of merchants
And their exotic objects.
And an endless line of people
Was on its way to exile,
Suffering and tired.
He reached his hand to them
As if he wanted to help them
Or, the king, to console them...
But he remembered that it would be useless.
And only asked Ashmodai:
"And who has done this?"
"The Babylonians and their king -
The glorious Nebuchadnezzar.
And your people remained in exile
For seventy years."
"My loved, poor people!
But let's go.
Let us leave this place.
I cannot bear to see such sight."
"You shall see more - only have heart."
And the carpet moved again.
And the voice of Truth said again:
"Stop here for my king to see."
And the carpet stopped. And Solomon
Saw, with the horses and cattle
That grazed on the thick grass,
Also a human. And he had a crown
On his bent head.
"Who is this that eats grass
Bending his head like the animals?"
Ashmodai unwillingly told him:
"King Nebuchadnezzar.
This is how god has punished him
For the things he did to your people.
Let us move, however, forward..
And here is your city
In the hands of enemies that came from the West.
And see your temple, too, decorated
With statues of foreign gods.
They raised idols inside your temple!
Will you build one that will end up like this?"
And inside his own temple he saw
Statues of gods unknown to him.
And his priests worshipping them...
Within this, his own temple!
And "Ashmodai", the king asks,
"Which are the people who believe in those gods
And how did they reach Jerusalem?"
"Greeks believe in these gods
And they themselves brought them here."
"And these Greeks, tell me who are they?"
"It is a pagan people that has pushed aside
Faith in gods and believes in the human
And his mind only.
And in philosophy they seek to find
What is their origin and destiny.
And they are famous the world over
Because Stupidity has crowned them -
Them and their ideas and their writings
With the crown of cleverness".
"And did my people come out of this suffering
And was he saved, and held his own?"
"Here is Matathias. A priest.
He is the beginning for what followed
And the answer to your question."
And the king sees the priest,

Old and white from the years,
That to the invaders says:
"No, I do not sacrifice to your gods.
There is just one god, the Lord.
Only to him I will offer.
Not only incense and grain
But my own life.
And if not today me, here
Someone else will quickly chase
from Israel you and your gods.
And immediately the pagans kill him.
"His sons, however, were able to run away
And sent away the enemy - the Maccabeans.
And we're about seven hundred years from your death,
But, behold! I will tear yet another veil
And on history's scene you will see
The most terrible of all;
Here!" And before him the dark opens up
And Solomon looks into his temple.
And sees mad soldiers
Slaughter priests inside his temple
While they performed their duty.
Blood was everywhere.
And on this blood walked
The leader of the pagans
And entered the Holy of Holy of the temple.
"This city your father built,
And you have made it impregnable.
And you want to built this temple -
For every foreigner to desecrate".
"Let us get away from this".
"Let us get away. But we do not go far.
Just a few years forward."
Here is your city built from nothing
And here is your temple again erected.
But see up, in front
What covers it with wings?"
"An eagle". "Yes. It is of the Romans.
A people taught by Greeks
And here is their eagle on your temple
Symbol of the strength of the non-believers.
There, golden, he stands
So that there is no hope for your people
To carry out what they want
In their country".
"And is this how my temple will remain?"
"I say it before Truth.
The Pharisees threw down the eagle
And were immediately killed.
But come now, I'll take you somewhere,
Tell me if you recognize the place.
Fly, my carpet, a few more years, and stay.
Tell me, what do you see?"
This is Jerusalem, surely.
But in the place of my temple
I see another one erected.
But even the people inside the city...
The people... are not Israelites...
Was this the end of all?"
"It is not allowed for the Jews
To enter their own city".
"So, the Israelites were not lost!
Let the Lord have glory!" "They exist. And returned
And again in Jerusalem lived.
But again, foreigners in their own home.
Now, two hundred years ahead
Jerusalem became Christian."
"What is Christian? What other evil
Hit my city and my people?"
"A charlatan from Galilee -
Christ - made a new religion.
A heretic. And behaved irresponsibly.
He was found in the land of ices,
And sought fire from people - '
He sought from people love".
"If other things like this you have to show,
It is better for this trip to end.
Many are the disasters I've seen so far.
I don't want others like these to see;”

(συνέχεια)
ΘΕΟΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΕΒΡΑΙΟΙ
(συνέχεια)

 «Κανένας τίποτα δεν είχε κάνει.
Όλοι τη νέα κατάσταση δεχτήκαν
Κι όλοι στα είδωλα παραδόθηκαν».
Και μια φωνή ακούστη γυναικεία:
«Ψέμα! Οχι Σολομών! Δεν έγινε έτσι!
Αν μερικοί ιερείς παρασυρθήκαν
Δεν έσβησε η φλόγα απ’ το λαό σου.
Τον ένα το θεό δε τον ξέχασαν.
Πες την αλήθεια αχρείε Ασμοδάι…»
Και η ψυχή του δαίμονα εταράχτη:
«Ποιος τόλμησε και πάνω έχει ανέβει
Χωρίς να το θελήσω στο χαλί μου;»
Και του απάντησε ο Σολομώντας:
«Εγώ καλά γνωρίζω τη φωνή της-
Τα λόγια αυτά τα είπε η Αλήθεια.
 Ξεχνάς πως δικαστής είμαι Ασμοδάι;
Και τόσο αγαπάω την Αλήθεια
Και τόσο τη γυρεύω κάθε μέρα
Που με συνήθισε τέλος κι εκείνη
Και δε χωρίζεται από κοντά μου.
Και μένανε ακολούθησε-όχι εσένα
Στο που αποφάσισα να ’ρθω ταξίδι.
Πες μου λοιπόν αλήθεια Ασμοδάι,
Έμεινε στην ασέβεια ο λαός μου;»
Και είπε ο Ασμοδάι χολωμένος:
« Σ’ ένα χαλί εγώ με την Αλήθεια…
Ας είναι. Ανέβα πρώτα στο χαλί μου
Και να κατέβεις πάλι μη ζητήσεις
Αφού είδες με τα ίδια σου τα μάτια
Ότι για κείνους ένας ίσκιος είσαι.
Να τι λοιπόν εγίνηκε με τούτα».
Και μπρος στου βασιλιά ήρθαν τα μάτια
Εικόνες ιλαρές κι ελπιδοφόρες
Που απαλοχαΐδέψανε τ’ αυτιά του.  
Λόγια που μέλι λες και φως εστάζαν.
Κι είδε Προφήτες που τους βασιλιάδες
Για τ’ άνομά τους έργα κατακρίναν.
Και «πες μου» ρώτησε τον Ασμοδάι,
Ξαναγυρίσαν στη σωστή την πίστη
Οι άνομοι ιερείς και ο λαός μου;
«Σωστή… Μα όμως ναι, ξαναγυρίσαν.
Κι απ’ τους Προφήτες δυο, οι πιο μεγάλοι
Ο Ισαΐας κι ο Ιερεμίας
Είναι που κάναν την πρωτεύουσα σας-
Την Ιερουσαλήμ, την πόλη εκείνη
Που συ με το ναό είχες λαμπρύνει
Πνευματικό και ηθικό να γίνει
Κέντρο του δυτικού κατόπι κόσμου.
Μα έλα δες τι έπαθε κατόπι
Η Ιερουσαλήμ και ο λαός σου
Και ο ναός που θέλεις συ να χτίσεις.
Ενώ τη γνώμη σου αν την αλλάξεις
Τότε μην έχοντας που ν’ ακουμπήσει
Η πίστη του λαού σου θα μαράνει
Και δύναμη δε θα ’χει να πιστεύει
Στον ένα και μοναδικό θεό του.
Κι ένα θα γίνει τότε ο λαός σου
Με τους Σιδώνιους ή τους Βαβυλώνιους
Ή με τους Τύριους ή με τους Αιγύπτιους.
Και σα φυλή θα σβήσουν οι Εβραίοι.
Και δε θα υποφέρουν εξορίες
Κατατρεγμούς και βάσανα και πίκρες.»
«Πάλι εξορίες είδε ο λαός μου;»
«Κοίτα και δες με τα ίδια σου τα μάτια».
 Και το χαλί μετέωρο εστάθη
Και φανερώθηκαν στον Σολομώντα
Φρίκης σκηνές κι εφιαλτικά τοπία.
Καμένη πέρα πέρα όλη η πόλη-
Τείχη, ναός, παλάτι, αφανισμένα.
Τίποτα ορθό δεν έχει απομείνει.
Δεν ξεχωρίζανε ούτε οι δρόμοι
Οι πριν γεμάτοι από τους εμπόρους
Κι απ’ τις εξωτικές τους τις πραμάτειες.
Και μια σειρά ατελείωτη ανθρώπων 
Στο δρόμο βρίσκονταν της εξορίας
Κακόπαθοι και ταλαιπωρημένοι.
Άπλωσε προς το μέρος τους το χέρι
Σαν να ’θελε βοήθεια να τους δώσει
Ή, ο βασιλιάς, να τους παρηγορήσει.
Μα εθυμήθηκε πως μάταιο ήταν
Και μόνο ρώτησε τον Ασμοδάι:
«Και ποιος τα έχει κάνει όλα τούτα;»
«Οι Βαβυλώνιοι και ο βασιλιάς τους-
Ο δοξασμένος Ναβουχοδονόσωρ.
Και εξορία εβδομήντα χρόνια
Στη Βαβυλώνα έμεινε ο λαός σου».
 «Αγαπημένε δύστυχε λαέ μου!
Αλλά εμπρός. Ας πάμε από δω πέρα.
Τέτοιο κακό να βλέπω δεν αντέχω.»
«Κι άλλα θα δεις-όρεξη μόνο να ’χεις».
 Και το χαλί επήρε δρόμο πάλι.
Και της Αλήθειας η φωνή ακουστή:
«Στάσου εδώ να δει ο βασιλιάς μου».
Κι εστάθη το χαλί. Κι ο Σολομώντας
Είδε να βόσκει στο παχύ χορτάρι
Μαζί με τ’ άλογα και με τα βόδια
Κι άνθρωπος ένας. Κι είχε μια κορώνα
 Επάνω στο σκυμμένο του κεφάλι.
«Ποιος ειν’ αυτός που τρώει το χορτάρι
 Σκύβοντας σαν τα ζώα το κεφάλι;»
 Κι ο Ασμοδάι άκεφα του είπε:
«Ο βασιλιάς ο Ναβουχοδονόσωρ
Έτσι ο θεός τον έχει τιμωρήσει
Για το κακό που ’κανε στο λαό σου.
Ας προχωρήσουμε όμως παραπέρα…
 Και να! η πόλη σου παραδομένη
Σε χέρια εχθρών που ήρθαν απ’ τη Δύση.
Και δες και το ναό σου στολισμένον
Με αγάλματα θεών για σένα ξένων.
Είδωλα στήσαν μέσα στο ναό σου:
Θα χτίσεις ναό να καταντήσει έτσι;»
Και μες στον ίδιον είδε το ναό του
Αγάλματα θεών γι αυτόνε ξένων.
Και τους ιερείς του να τους προσκυνάνε
Μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο το ναό του!    
Και «Ασμοδάι», ο βασιλιάς ρωτάει,
«Ποιοί άνθρωποι τους θεούς αυτούς πιστεύουν
Και πώς ως την Ιερουσαλήμ έφτασαν;»
«Έλληνες στους θεούς αυτούς πιστεύουν
Κι αυτοί οι ίδιοι ως εδώ τους φέραν».
«Κι οι έλληνες αυτοί πες μου, τί είναι;»
«Ειν' άπιστος λαός που ’κανε πέρα
Την πίστη σε θεούς και που πιστεύει
Στον άνθρωπο και στο μυαλό του μόνο.
Και στη φιλοσοφία ψάχνουν να ’βρουν
Ποια η ουσία κι ο προορισμός τους.
Κι είναι πασίγνωστοι σόλο τον κόσμο
Γιατ’ η Μωρία, με της εξυπνάδας
Κι αυτούς και τις ιδέες και τα γραφτά τους,
Τους έχει στεφανώσει το στεφάνι».
Κι οΣολομών χλωμός ξαναρωτάει:
«Εβγήκε κι απ’ αυτή την περιπέτεια
Και σώθηκε-και στάθηκε ο λαός μου;»
«Να ο Ματαθίας! Ένας ιερέας.
Αυτός ειν’ η αρχή για ότι εγίνη,
Και η απάντηση στο ρώτημα σου.
Κι ο βασιλιάς τον ιερέα βλέπει
Γέροντα κι ασπρισμένον απ’ τα χρόνια
Που στους κατακτητές έτσι μιλάει:
«Οχι. Δε θυσιάζω στους θεούς σας.
Ένας θεός υπάρχει μονο-ο Κύριος.
Και μοναχά σε κείνον θα προσφέρω
Όχι σιτάρι μόνο και λιβάνι
Αλλά κι αυτή την ίδια τη ζωή μου.
Κι αν όχι σήμερα εγώ εδώ πέρα,
Μα κάποιοι άλλοι γρήγορα θα διώξουν
Απ’ τό Ισραήλ κι εσάς και τους θεούς σας.»
Κι αμέσως οι άπιστοι τον θανατώνουν.
Οι γιοί του όμως πρόλαβαν και φύγαν
Και διώξαν τους εχθρούς-οι Μακκαβαίοι.
Κι είμαστε ακόμα εφτακόσια χρόνια
Περίπου ύστερα απ’ τό θάνατο σου.
Μα να! θα σκίσω ακόμα ένα πέπλο
Και πάνω στη σκηνή της ιστορίας
Θα δεις το φοβερότερο απ’ όλα.»
Ιδού!» Κι ευθύς αναμεράει ο ζόφος
Και βλέπει ο Σολομών μες στο ναό του.
Κι αγριεμένους βλέπει στρατιώτες
Να σφάζουν τους ιερείς μες στο ναό του
Την ώρα που εκείνοι ιερουργούσαν.
Αίματα γέμισε ο τόπος όλος.
Και πάνω στα αίματα κείνα πατώντας
Ο αρχηγός εμπήκε των απίστων
Μες στου ναού τα Άγια των Αγίων.
«Αυτή ο πατέρας σου έχτισε την πόλη
Κι αυτήν εσύ απόρθητη έχεις κάνει.
Κι αυτονε το ναό θέλεις να χτίσεις.
Που θα τον βεβηλώνει ο κάθε ξένος.»
«Πάμε να φύγουμε απ’ αυτή τη φρίκη».
«Να φύγουμε. Αλλά μακριά δεν πάμε.
Μονάχα λίγα χρόνια παραπέρα.
Να η πόλη σου απη τήν αρχή χτισμένη
Και να ο ναός σου πάλι ορθωμένος»
Αλλά για δες μπροστά μπροστά και πάνω
Με τα φτερούγια του τι τον σκεπάζει».
 «Ένας αητός!». «Ναι. Είναι των Ρωμαίων.
Ενας λαός ελληνομαθημένος.
Και να ο αητός τους πάνω στο ναό σου-
Σύμβολο της ισχύος των απίστων.
Εκεί ολόχρυσο τον έχουν στήσει
Για να μη μένει πια καμιά ελπίδα
Για το λαό σου πως ποτέ θα κάνει
Ο,τι αυτός στη χώρα του θελήσει».
«Κι έτσι ο ναός μου στο εξής θα μείνει;»
«Σου λέω, για να προλάβω την Αλήθεια,
 Οι Φαρισαίοι τον αητό πως ρίξαν.
Κι οι άπιστοι αμέσως τους σκοτώσαν.
Μα έλα τώρα. Θα σε πάω κάπου
Και πες μου αν το μέρος το γνωρίζεις.
Πέτα λοιπόν χαλί μου λίγα χρόνια
Και στάσου… εδώ! Και πες λοιπόν
Τί βλέπεις τώρα Σολομώνα;»
«Κάτι που δε μπορώ να εξηγήσω.
Η Ιερουσαλήμ βεβαίως αυτή ’ναι.
Όμως στη θέση βλέπω του ναού μου
Άλλος ναός να είναι υψωμένος.  



Αλλά κι οι άνθρωποι μέσα στην πόλη…
Οι άνθρωποι… δεν είναι Ισραηλίτες…
Αυτό λοιπόν το τέλος ήταν όλων;»
 «Απαγορεύεται στους Ιουδαίους
Μέσα στην ίδια τους να μπουν την πόλη.»
«Λοιπόν δε χάθηκαν οι Ισραηλίτες.
Ας έχει δόξα τ’ όνομα Κυρίου.»
«Υπάρχουν. Και γυρίσανε και πάλι
Και στην Ιερουσαλήμ και πάλι εμείναν.
Μα πάλι ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι.
Τώρα, διακόσια χρόνια παρά πέρα
Χριστιανική η Ιερουσαλήμ εγίνει.»
 «Τ’ είναι Χριστιανική; Κακό ποιο άλλο
Την πόλη εχτύπησε και το λαό μου;»
«Ένας προφήτης από τους δικούς σας-
Χριστός-καινούργια έφτιαξε θρησκεία.
Αιρετικός. Κι ανεύθυνα φερόταν:
Στη γη των πάγων βρέθηκε, κι εκείνος
Φλόγα ζητούσε από τους ανθρώπους-
Ζήτησε απ’ τούς ανθρώπους ν’ αγαπούνε.»
«Στις τύψεις ήθελε να τους βυθίσει;»
«Και την τοκογλυφία είχε εξορκίσει…»
«Αν τέτοια κι άλλα έχεις να μου δείξεις
Καλλίτερα ας τελειώσει το ταξίδι.
Πολλές οι συφορές που ’δα ως τώρα.
Δε θέλω κι άλλες σαν και τούτες να ’δω.»

(συνέχεια)
Η ΓΕΝΕΣΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΗ  
(συνέχεια)

                    Και ο θεός του είπε στ’ όνειρό του
Το ξέρω πως με καθαρή καρδιά το έχεις κάμει
Γι αυτό και δε σε άφησα να πέσεις σ’ αμαρτία-
Γιατί εγώ αυτήν εδώ σε σ’ άφησα ν’ αγγίξεις.
Τώρα στον άντρα της αυτήν συ δώσε τη γυναίκα
Γιατί προφήτης ειν’ αυτός και προσευχή θα κάνει
Ώστε να μην πεθάνεις συ. Κι αν πίσω δεν τη δώσεις
Να ξέρεις-θα πεθάνετε και συ κι όλοι οι δικοί σου.
Κι όταν σηκώθη το πρωί, κάλεσε ο Αβιμέλεχ
Όλους τους υπηρέτες του, και όλα όσα γίναν
Τους τα ’πε να τα μάθουνε. Και όλοι φοβηθήκαν
Πάρα πολύ οι άνθρωποι. Και φώναξ' ο Αβιμέλεχ
Τον Αβραάμ, κι είπε σ’ αυτόν: Γιατί αυτό σε μένα
Το ’κανες; Αμαρτήσαμε μήπως απέναντί σου
που και σε μένα έφερες και σ’ όλη μου τη χώρα
Τόσο μεγάλο ένα κακό; Σε μένα έκανες κάτι
που δε θα το ’κανε κανείς. Κι είπε ο Αβιμέλεχ
Στον Αβραάμ, τ’ είδες σε με, κι αυτό μου έχεις κάνει;
Νόμισα, είπε ο Αβραάμ, ότι σ’ αυτό τον τόπο
Το θεό δεν τόνε σέβονται και ότι θα σκοτώσουν
Εμέ για τη γυναίκα μου. Εξ άλλου ειν’ αλήθεια
πώς αδερφή μου ειν’ αυτή όχι από μητέρα
Μ' από πατέρα, και γι αυτό την πήρα και γυναίκα.
Κι όταν απ’ του πατέρα μου μ’ έβγαλ’ ο θεός το σπίτι
Της είπα, θέλω το καλό να κάνεις συ σε μένα
Ό,που πηγαίνουμε να λες πως είμαι αδερφός σου.
Και πήρε χίλια δίδραχμα, και πρόβατα, μοσχάρια,
Δούλους και υπηρέτριες, και όλα τα ’χε δώσει
Ο Αβιμέλεχ στον Αβραάμ. Και πίσω του ’χε δώσει
Τη Σάρρα τη γυναίκα του. Κι είπε  ο Αβιμέλεχ
Στον Αβραάμ: η χώρα μου απλώνεται μπροστά σου.
Ό,που σ’ αρέσει κάθισε. Κι είπε στη Σάρρα, χίλια
Του αδερφού σου δίδραχμα του ’δωσα. Τούτα είναι
Για τη ντροπή που έγινε σε σένα και σε όλες
όσες μαζί σου ήτανε. Και στο εξής αλήθεια
πάντα να λες. Κι ο Αβραάμ στο θεό επροσευχήθη
Και εθεράπευσε ο θεός κι αυτόν τον Αβιμέλεχ,
Κι ακόμα τη γυναίκα του και όλες του τις δούλες
Κι αυτές γεννήσανε. Γιατί καλά είχε κλεισμένη
Την κάθε μήτρα ο θεός στο σπίτι του Αβιμέλεχ
Για της γυναίκας τού Αβραάμ, της Σάρρας, το χατήρι.

XXI
Κι ο Κύριος επισκέφτηκε τη Σάρρα όπως είπε.
Κι αυτή ένα γιό στον Αβραάμ, τον γέρο, είχε γεννήσει
Την εποχή που ακριβώς του είχε πει ο Κύριος.
Και τ’ όνομα του γιου αυτού που του ’καμε η Σάρρα
Ο Αβραάμ το ’πε Ισαάκ. Και την ογδόη μέρα
Ο Αβραάμ τον Ισαάκ τον είχε περιτάμει
Όπως του είχε πει ο θεός. Και εκατό ήταν χρόνων
Όταν απόκτησ' ο Αβραάμ τον Ισαάκ το γιο του.
Κι είπε η Σάρρα, ως μ’ έκανε και γέλασα ο Κύριος,
Και όποιος άλλος που αυτό ακούσει θα γελάσει.
Και είπε, ποιός στον Αβραάμ θα πει ότι η Σάρρα
παιδί θηλάζει, γιατί γιο, γριά εγώ, έχω κανει.
Και το παιδί μεγάλωσε κι έπαψε να θηλάζει.
Κι ο Αβραάμ έκανε μια γιορτή πολύ μεγάλη
Όταν ο γιος του ο Ισαάκ έπαψε να θηλάζει.

(συνέχεια)
Gifts at Christmas
(by Vivian Gouled)

ΔΩΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ
(παιδικό,μετάφραση)

Υπάρχουν δώρα που αγοράζονται
Κι άλλα υπάρχουνε που φτιάχνονται.
Μα υπάρχουν κι άλλα δώρα απά’ στη γη
Που αξίζουν από κείνα πιο πολύ.
Να είσαι ευγενικός, να βοηθάς,
Έτοιμος πάντα να χαμογελάς,
Ευχάριστα να φέρεσαι και φιλικά.
Λοιπόν, το αποφάσισα οριστικά:
Τα Χριστούγεννα δώρα καθώς αυτά
Θα κάνω-που δε θέλουν και λεφτά.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

(συνέχεια)

And the people around
Admired, looked and wondered
Meaningfully shaking their heads
And continuously moving their hands.
And they bargained... and they bought...
While, the water-bearers, bending a little
Lowered their goat-skin sacs
That swelled full of water,
And watered merchants and clients.
Suddenly, in the agora,
A camel-driver entered.
And the camel was limping
As if it had much road traveled up to here.
The camel-driver stops the animal,
Kneels it, and from between its two hunches
He pulls a carpet
And lays it in front of him on the ground.
And the carpet had wonderful color.
And strange on it designs.
And Solomon looked. All from around
Left the other merchants and
Were admiring the carpet.
They looked at it, they touched it, they caressed it.
But no further. Next, one-by-one
When they learned its price Left, making place for others.
The king calls a soldier
And orders him to bring there The merchant with his carpet.
Soon the merchant was before him.
Yes. The carpet's price was big.
Sixty thousand gold coins.
And the merchant spreads his carpet
On the shiny floor of the palace.
And the shining of the carpet was brighter.
And it had words written on it
That while unknown for others,
Solomon knew them..
Because he knew the languages of all:
Beasts, birds, men, and demons.
And the king pales as he sees them
And a cry leaves his mouth.
"I know those figures," he whispers.
"And where did you find this carpet?"
The king asks the merchant.
"I was passing yesterday from the big road.
Tt was night. I heard a voice:
Lift that large stone.
You will find underneath a carpet.
Take it and bring it to your agora.
And sell it for sixty thousand gold coins.
Not more and not less
Otherwise you will bring misfortune to yourself
And whoever buys it, let him step on it
it will take him where it knows.
And will show him what it must.
And the carpet will have its own voice.
The King sits on his throne.
"This is Ashmodai's carpet -
Of the king and master of the demons.
Go to be paid.
And all of you go and rest.
Leave me. I want to be alone."
And all left. And he remained alone
With the miraculous carpet near him
Solomon, the Great King.
"Well, as you see, everyone left.
What do you want from me, Ashmodai?"
"Oh! Just a simple thing I seek, king.
For you to come with me and together
To go and see something that is worth seeing."
"Let go of your many words
And clearly say what you seek from me."
"I know you well, king. And I know
Thai l<> my temptation you will not resist

You are not a coward and you shall not want
To avoid coming with me.
Come, then, and I'll tell you on the way".
"You speak with wise Solomon.
And you know well that before
I say or do something
I've thought much about it. If wisdom
Must be overlooked by courage,
It is me who will decide it.
Tell me, then-what you want from me".
"Tomorrow, king, is for you
And for the city and for you people The biggest hour of you life.
Tomorrow you begin building
The temple into which you and your people
Will worship your one and only God.
Come with me. I want to show you
What disasters await your temple.
And with it the people and the city.
The city that you want to brighten building it.
And when you see how bad instead of good
You will bring to what you loved
Perhaps you will change you mind
And you will not build this temple.
A demon might once in its life
Do a good deed".

"Although what you just said is a blasphemy,
Although I await no good from you
I will come with you Ashmodai -
I will climb - yes - onto your carpet.
Because I'll be wiser when I come back.
Let's go then. But will you appear before me
Or will you converse with me
Through this nice carpet, throughout the trip?"
"I prefer this, because the weight of a demon
not even a demon itself could bear.
Step on, king. We are leaving."
And the big trip began.
And while it seemed that the carpet run,
It didn't. The stars, clouds and birds run instead.
And Ashmodai spoke:
"Look how your temple is deserted
Which you built bringing cedars from Lebanon
and builders from the king of Sidon.
Not even one hundred years past since your death
And look how desolate your temple is.
Its priests built other temples
And other gods worship within them."
And Solomon looked and saw.
And saw Jewish priests offer
Sacrifices to Astoreth and to Baal.
"Zejabel, our new queen,
Brought with her even the gods
That her compatriots were worshiping,
Over in Assyria, in Sidon".
Solomon said:*'Our God
For which we are the chosen people,
That has taken us out Egypt,
That has helped us become a state
Big and respectable by all,
That god my people have forgotten?
Bring me down Ashmodai.
I shall speak to them. I shall correct them.
And if not, with my own hands
I shall destroy their dirty idols
Like another Moses". At once,
The carpet found itself on the ground.
With a bright look and quick step

And stood before the lawless priests.
"Who had given, wounds in Egypt?
Who saved Moses from the waves?
Who fed us with the manna in the desert?
Who divided the sea in two
And your ancestors came up to here?
And were your fathers foolish
That they have built the great temple
That you have now abandoned
And sacrifice foolishly to Baal?"
But no priest heard him.
They respectfully bowed to Baal
And offered wheat to Astoreth.
Solomon, then, angrily
Reaches the hand, and the gold idol
Rushes to throw down.
But his hand went through the idol
And it was still standing.
Then Solomon understood -
It was nothing but a shadow.
"It is late for you to do something now
What you can only do is
Not to build that temple".
"But even if some priests of ours
Took the wrong turn
Someone must help them
Find the right path again.
If you want to continue the trip,
Show me everything Ashmodai.
Else you are mocking me, and it is not just.
Tell me then. They truly forgot the temple
Those who believed to god still?
Impossible! I know my people".

(συνέχεια)