Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΤΡΙΔΑ...

Βρε τι ζωή εγώ τραβώ! Τι μοίρα έχω γραμμένη!
Τι χάλι απ’ όλη μόνο εγώ έχω την οικουμένη!
Τι έκανα και πάνω μου τα βάσανα όλα πέσαν;
Τι και του κόσμου τα δεινά σε μένα όλα δέσαν;
Ποιανού πληρώνω η έρημη εγώ τις αμαρτίες;
Ποιανού με δάκρυα εγώ ξεπλένω τις κακίες;
Ποιος θεός με καταράστηκε δυστυχισμένη να ’μαι,
και όμορφο ούτε όνειρο να βλέπω σαν κοιμάμαι;
Χαζός ποιος με σπερμάτισε κι έχω λωλούς γεννήσει;
Τον ήλιο μου ποιος σκότισε και πάντα βλέπω δύση;
Φαρμάκι ποιος επότισε πικρό τον ουρανό μου
κι ως κι η βροχή πέφτει πικρή στο χώμα το δικό μου;
Σε ποιο γραμμένο είναι χαρτί φαρμάκια όλο να πίνω
και λύπης μόνο δάκρυα στο χώμα μου να χύνω;
Μάγισσα ποια ξεδόντιαστη φριχτά με καταράστη
και της χαράς μου η Άνοιξη με λύπη εσκεπάστη;
Κι αχ! ποιον να έβρω για να πω τον που με καίει πόνο;
Κι αχ! πού να έβρω ξεγνοιασιάς στην έρημό μου κλώνο;
Να  κρύψω πού την που έχω εγώ γι άλλες πατρίδες ζήλεια
που άνθη έχουν στα μαλλιά και γέλιο έχουν στα χείλια;
Και που να πάω να κρυφτώ για τη ντροπή που νιώθω
που αν και χρυσή έχω κλωνά φτηνά κουρέλια κλώθω;

Αχ! Τόσες είναι οι πληγές που μου τρυπούν τα στήθια
που πρώτη θα ’θελα φορά να μη μιλώ αλήθεια
και ψέματα να ήτανε όσα εδώ αραδιάζω,
που αναθυμώντας τα βαθιά κι απέλπιδα σπαράζω.
Όμως δεν είναι. Να! εδώ, πεσμένο το μαχαίρι
που λίγο πριν το εκράταγε κακόβουλο ένα χέρι.
Και να! η πληγή στα στήθια μου που έχει αυτό ανοίξει!
Να! το αίμα από παλιές πληγές που πάει να με πνίξει.
Και να! το βόλι ιδέτε αυτό που έχει ξεκινήσει
και που στον Άδη έχει σκοπό, ταχύ, να με βυθίσει.
Κι εγώ θωρώ χωρίς ψυχή και δίχως μάτι βλέπω
να με χτυπούν όσοι μ’ αγνή κι άδολη αγάπη σκέπω-
κι εγώ θωρώ δίχως ψυχή μες απ’ τα δάκρυά μου
να με χτυπούν όχι εχθροί, μα τα ίδια τα παιδιά μου...

Χρόνια καμιά διακοσαριά προτού το άθλιο Τώρα,
ρωσοαγγλογάλλοι έφτιαξαν μία καινούργια χώρα-
εμένα-κι αποφάσισαν Ελλάδα να με πούνε
κι έλληνες όσους πάνω μου δυο αιώνες τώρα ζούνε.
Φτώχεια τον τόπο μου έδερνε καθώς και τώρα΄ κι ήταν
οι κοτζαμπάσηδες αυτοί που τρώγανε την πίττα,
κι απόκοντα οι κλέφταροι που φέραν Φαναριώτες-
καθώς όταν ο κόκορας λαλεί έρχονται οι κότες-
για να περιδρομιάσουνε κι αυτοί και να μου κλέψουν
τα λίγα που είχα τα καλά και πλιο να με παιδέψουν.
Και μέσα σ’ όλους πρώτος τους ήρθε ο Μαυροκορδάτος
για πλιάτσικο πανέτοιμος και γι αρχηγία κεφάτος.
Κι αιματοκύλισε αυτός τ’ άμοιρα τα παιδιά μου-
καρπούς του με τη δυστυχιά μονάκριβού μου γάμου.

Και των παιδιών μου άρχισε ο χωρισμός σε κόμματα
που –τι ντροπή!- ξένων χωρών επήρανε ονόματα
και αγγλικό και γαλλικό και ρώσικο ελέγονταν-
και η καρδιά μου τ’ άκουγε και μυστικά μού εκλαίγονταν.

Το ’κοσιοχτώ μου στείλανε κείνο τον Καποδίστρια
για κυβερνήτη, που με βια τον φέραν-απ’ την Ίστρια
λες και δεν είχα εγώ παιδιά να γίνουν κυβερνήτες
και ξένον να μου στείλουνε θα ’πρεπε οι προξενήτρες.
Κι όταν αυτόν τον σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι,
άλλοι μονάρχες ήτανε να μου ερθούνε νέοι.
Έτσι, τον Όθωνα εδώ μού στείλαν οι Δυνάμεις.
Τόνε μισούσα-μοναχή όντας όμως τι να κάμεις;
τον ακλουθούσαν Βαυαροί. Και μες σε λίγα χρόνια
σαν Βαυαρή με κάνανε. Στων δέντρων μου τα κλώνια
για τριάντα δυο όλες χρονιές πουλάκια κελαδούσαν
που όχι γλώσσα ελληνική, μα Βαυαρή ελαλούσαν.
Και κάναν ό,τι θέλανε στα χώματά μου οι ξένοι
λες κι οι έλληνες πως ήτανε όλοι τους πεθαμένοι
ή πως δεν είχανε ψυχή να διώξουνε τους ξένους
παρά τους ανεχόντουσαν καπηλευτές του Γένους.
Και μεταξύ τους τρώγονταν οι έλληνες οι φαύλοι
ποιος πιότερο των Βαυαρών θ’ ανέχονταν το χάλι,
ενώ τους έκλεβαν κι αυτοί κι οι ντόπιοι μου προδότες
τη συμφωνία της Ζωής και της Χαράς τις νότες.

Ύστερα τον Γεώργιο τον Πρώτο μού κουβάλησαν
και στον ισχνό το σβέρκο μου δραγάτη τόνε κάθισαν.
Και συμμαχίες ανίερες και πλούτος κλεψιμέϊκος
κάναν τού κάθε κλέφτη μου ο βίος να ’ναι μπέϊκος,
και να πληθαίνουν οι πολλοί και να πλουτούν οι λίγοι.
Αχ! τι ντροπή μου ένιωθα η δόλια να με πνίγει
που ενώ έδενα καρπούς να φάνε οι δικοί μου
άλλοι αυτούς να καλοτρών μοίρα ήτανε κακή μου!
Σαράντα χρόνια έκατσε ο βασιλιάς στο θρόνο
κι εγώ εκακοπάθαινα δεινά χρόνο το χρόνο.
Τα χρόνια αυτά, με δυο αυτοί που έκαναν Συνθήκες-
οι Ξένοι- μέσα εβγάλανε από τις αποθήκες
Μακεδονία κι Ήπειρο, πάνω μου τις εδέσαν
και σαν κοράκια πάνω μου κατόπι αμέσως πέσαν,
τρυγώντας μου ό,τι βρίσκανε να έχει απομείνει-
ό,τι είχε μείνει ατρύγητο από τα ντόπια κτήνη.

Κι ενώ οι Μεγάλες Δύναμες μ’ είχανε μεγαλώσει,
τον τίτλο Εθνάρχη σ’ έλληνα κάποιονε είχαν δώσει.
(πότε θα πάψουν τάχατες οι γιοι μου να προσμένουν
από άλλους την πατρίδα τους-εμένα- ν’ αβγαταίνουν;
Ως πότε αυτοί τη μοίρα τους στα χέρια δε θα παίρνουν
και μες σε ξένης ζυγαριάς το δίσκο θε’ να γέρνουν;)

Καλλίτερα κι άλλα να μη μου χάριζαν εδάφη
κι οι μαύροι ας τα έτρωγαν της μάνας Γης οι τάφοι
πάρα που δίνοντάς τα μου πιότερα μού ζητούσαν
και τα παιδιά μου έβλεπα που πιο εδυστυχούσαν.
Κάλλιο μικρό το σπίτι μου κι εύτυχα τα παιδιά μου
πάρα διπλάσια εγώ κι αυτά να δυστυχούν κοντά μου.
Μα δε με ρώταγε κανείς... οι πλούσιοι κυβερνούσαν
και ό,τι  εγώ τους έδινα στους ξένους το δωρούσαν.
Κι εγώ τι τάχα θέλατε να κάνω; Τα φτωχά μου
να προστατέψω τα παιδιά, ή να τ’ αφήσω χάμου
να τα πατούν τα πλούσια και τα καλοβαλμένα
σα να μού ήταν άγνωστα και φορτικά και ξένα;
Ό,τι και να μου λέγατε, δε θ’ άφηνα ποτέ μου
τ’ άμοιρα τέκνα μου στη βια όποιου έρχονταν ανέμου.
Πάντα γι αυτά θα πόναγα και θα παρακαλούσα
στις μυστικές μου προσευχές, και πάντα θα ζητούσα
από τη μάνα μου τη Γη ευχή καλή να βρούνε
και μ’ αξιοπρέπεια πάνω μου και μ’ ευλογιά να ζούνε.
Έτσι δεν κάνει μια καλή, πονετική μητέρα;
Ή άλλα παιδιά της αγαπά κι άλλα τα κάνει πέρα;

Μετά ο παγκόσμιος πόλεμος ο πρώτος με χτυπάει.
Κι αν πιο μεγάλο από πριν το μπόι μου μετράει,
όμως και μεγαλύτερα γινήκαν τα δεινά μου
και μένα κι όσων έφερε ο πόλεμος κοντά μου.
Μα λες δε μ’ έφταναν αυτά, και τη ντροπή επήρα
να γίνω βδελυρών σκοπών μέσο η κακομοίρα:
στα βορινά με στείλανε-μια λάμψη απ’ τη λεπίδα
που θα ’χανε την μοναχή πάνω στη γης ελπίδα.

Μετά ήρθ’ η ώρα κι η Τουρκιά το μέλλον να κοιτάξει
και μες στο χάος της αυτή λίγη να βάλει τάξη-
κι ήρθε η ώρα κι η Τουρκιά να δει το σπιτικό της
μέσα του να εμάζευε ό,τ’ ήτανε δικό της
και να κρατήσει μόνο αυτούς που της σταθήκαν φίλοι
κι όλους  τους άλλους από κει που ήρθαν να τους στείλει.
Και έδιωξε τους έλληνες. Και κείνοι ήρθαν σε μένα
σέρνοντας αξεδίπλωτα, μαύρα φτερά, καμένα.
Πρόσφυγες μου προσπέσανε ζητώντας να τους ζήσω.
Τους δέχτηκα. Τι να ’κανα; Να τους γυρίσω πίσω;


Χρόνια μετά ο πόλεμος ο δεύτερος ξεσπάει.
Κι οι γερμανοί με πάτησαν. Και τα παιδιά μου δώσαν
τον πιο καλό τους εαυτό. Και μ’ απολευτερώσαν.
Κι αντίς ετούτη τη στιγμή να μείνουν ενωμένοι,
το δρόμο αυτοί εστρώσανε για να ’ρθουνε οι ξένοι:
Ο Παπαντρέας, ο παππούς του σημερνού «Γιωργάκη»,
αιματωμένα ακόμα εγώ ενώ φορούσα ράκη
κι ενώ το αίμα έτρεχε απ’ τις πληγές μου ακόμα,
κι από τους πόνους έσκουζα, μου έφραξε το στόμα,
με αλυσόδεσε, και πια, σαν πράγμα ένα να ’μουν,
στους άγγλους με παράδωσε για να με αποκάμουν.
Και για ό,τι μου ’καμε κακό οι άγγλοι τόνε πληρώσαν:
μια χρυσοφόρα, αιμόσταχτη, πρωθυπουργία του δώσαν.

Αργότερα ο Καραμανλής πρωθυπουργός εγίνη.
Το πιο απ’ όλα τρύπιο μου ήταν αυτό λαγήνι.
Κι ως Αχιλλέας τον Πάτροκλο νεκρό γύρω τον έσερνε
κι αυτός εμένα ζωντανή πίσω απ’ το άτι του έδενε
κι έτσι και κείνος μ’ έσερνε ώστε ο λαός να μάθει
τι να μιλήσει αν θα ’θελε του έμελλε να πάθει.
Και όλο επαναλάβαινε σα μέσα σε μεθύσι,
κι ως να βραχνιάσει απ’ τις φωνές: «ανήκουμε στη Δύση!»
Αυτός ανήκε-ναι! Και αυτοί που τον χρυσοπληρώναν.
Κι όσοι γλεντώντας πάνω μου, εμένανε χρεώναν.

Και το Λαμπράκη εσκότωσε και μου ’φερε τη χούντα.
Κι ενώ το Κάντο Γκενεράλ έγραφε ο Νερούντα
εγώ με άλλους γκενεράλς να πολεμήσω είχα
για να ξανάβρω τον που αυτοί μου είχαν κόψει βήχα.
Όμως κρατούσανε καλά. Κι όσο κι αν προσπαθούσα
τίποτα εναντίον τους να κάνω δεν μπορούσα.
Ώσπου η Μεγάλη έκρινε Δύναμη-η Αμερικάνα-
Ότι πολύ οι στρατιωτικοί αυτοί το παρακάναν
και λεύτερη αποφάσισε και πάλι να μ’ αφήσει
πλέον αφού τσιράκι της με είχε κάνει η Δύση.
Και τότε είναι που ’ρθανε κάποιοι μου καιροσκόποι,
που βλέποντας πως στη δεξά δε μέναν άλλοι τρόποι,
μες στο Πολυτεχνείο μου εμπήκαν και φωνάζανε
πως θα με λευτερώσουνε κι ότι θα με αλλάζανε.

Κι όταν επήραν εντολή οι στρατηγοί να φύγουνε,
αυτοί σε μία πράσινη σημαία με τυλίγουνε
και με πρωθυπουργό το γιο του τότε Παπαντρέου
σε βάλτου μ’ έριξαν ενός τις βρώμιες λάσπες νέου.
Κι η πρωθυπουργοποίηση του τύπου εκείνου ήτανε
η πληρωμή του που άφησε και πάνω μου στρωθήκανε
οι φράγκοι κι οι αμερικανοί που νέοι αφέντες γίνανε
και του λαού το αίμα μου αχόρταγα επίνανε
για συνεταίρους παίρνοντας του Παπαντρέου την κλίκα
που κι απ’ τους ξένους πιο πολύ αχόρταγη τη βρήκα.

Κι ο νέος Παπαντρέου, αυτός, βορά με είχε ρίξει
στους σκύλους που την όρεξη για χρήμα είχε ανοίξει
το ότι εκείνοι τάχατες τη χούντα είχανε ρίξει.
Και κατακλέψανε κι αυτοί τον ίδρω και το αίμα
των τίμιών μου των παιδιών΄ και σ’ ένα μόνο γνέμα
του βρωμερού τους αρχηγού τα πάνω φέραν κάτω
μέχρι σε βούρκου ενός βαθιού που μ’ έριξαν τον πάτο.

Και από τότε μένω εκεί. Και μακριά στεκόντας
μη απ’ τις λάσπες λερωθούν, και ξαναμμένοι όντας,
παλεύουν τώρα οι αρχηγοί δύο τρανών κομμάτων-
που ζουν και που πλουταίνουνε απ’ το πάτημα πτωμάτων-
να με τραβήξουν και νεκρή στη βάρκα τους καθένας,
και να με φάνε ή μαζί ή ίσως κι ένας ένας.

Ο πρώτος είναι ένα παιδί με αέρα στα μυαλά του
που όλα, ξένα και δικά, τα θέλει όλα δικά του.
Ένας ακόμα απ’ τους πολλούς που εξουσία διψάνε
πάνω σ’ ανθρώπους να ’χουνε που εξουσία ζητάνε
για τον εαυτό του ο καθείς. Ένας ξεμωραμένος
πριν γίνει γέροντας. Γερά κι αυτός αρματωμένος
με υποσχέσεις, με ψευτιές και με αδηφαγία,
να κυβερνήσει αποζητά τη γη μου την αγία.

Ο δεύτερος, συνεχιστής των ιδεών εκείνου
του βρωμερού Καραμανλή, του μόνου υπευθύνου
για την κατάντια όπου ζω κι αυτός μου ’χει φερμένη:
μια χώρα καταγέλαστη να ’μαι στην οικουμένη.
Αυτοί λοιπόν τώρα οι δυο την ψήφο θέλουν να ’χουν
από κεινούς που για φαϊ μες στα σκουπίδια ψάχουν.

Και δέστε όσοι έχετε τα μάτια για να βλέπουν,
κι όχι το φύλο μοναχά το άλλο για να έλκουν-
Δέστε, Παιδεία ειν’ αυτή; Και ειν’ αυτή Υγεία;
Παρέχω εγώ ισότητα; Δε ζω στην αδικία;
Παιδιά δεν έχω που άλλα τους τρων με χρυσά κουτάλια
κι άλλα-φτωχά μου!-που πεινούν, ντύνονται με ρετάλια,
Ψάχνουνε κάτι για να φαν στων σκουπιδιών τη βρώμα,
αντί της ζωής το ρόδινο, ωχρό έχουν το χρώμα,
διασκέδαση δε βλέπουνε καθόλου στη ζωή τους
κι όπως στη φτώχεια είναι γραφτό τρώγονται μεταξύ τους;

Πέστε μου, κάποιον απ’ τους δυο θα στέρξουν να ψηφίσουν
αυτοί που  να τους ’γγίσουνε μονάχα θα βρωμίσουν;

Αχ! Οι άνθρωποι του τόπου μου! Θύτες και θύματα όλοι:
ένας να έχει κι ο άλλος τους να κλέβει πορτοφόλι!...
Κουτοί οι μεν, κουτότεροι οι άλλοι, ένας κι άλλος:
κουτός και όποιος κλέβεται, αλλά και πιο μεγάλος
αυτός που κλέβει. Ο δυστυχής! Δεν ξέρει η ευτυχία
πως αν δε σκέπει ολουνούς, τότε είναι δυστυχία.
Κουτά και δύστυχα παιδιά εγέννησα ωιμένα!
Που και αυτά κακοπερνούν και θλίβουνε κι εμένα.
Α! Όσο περισσότερο τον άνθρωπο γνωρίζω
τόσο τα ζώα εγώ αγαπώ που τρέφω και ταγίζω.
Γιατί αυτά απ’ της λογικής δεν ήπιαν τις πηγές
και απ’ αυτά δεν καρτερώ ενέργειες λογικές.

Λοιπόν τραβάτε όλοι εσείς στην κάλπη να ψηφίστε.
Το τελευταίο της ντροπής το μόριο αψηφήστε.
Μην ξεσκωθείτε τους μιαρούς μια κι έξω να πετάξτε.
Μόνο τον ένα με ίδιονε άλλονε κάποιο αλλάξτε.
Διαλέξτε τον καινούργιο σας αφέντη και δυνάστη
τα δάκρυά μου αφού από σας κανείς δεν εσεβάστη.

Όμως ορκίζομαι στο φως που κι είδατε και είδα,
πως ούτ’ εγώ έχω πια παιδιά, ούτε και σεις πατρίδα.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ο  ΠΑΠΑΓEΩΡΓΌΠΟΥΛΟΣ  ΙΣΌΒΙΑ

Ο Παπαγεωργόπουλος ισόβια.
Και τ’ άλλα της πενίας μας τα μικρόβια:
Οι βουλευτές; Οι υπουργοί; Οι «δικοί» τους;
Όλων αυτών ποια θα ’ναι η ποινή τους-


να παν στο σπίτι τους και να τα φάνε
ενώ τα θύματά τους θα πεινάνε;
Να τους στερήσουνε  την ιθαγένεια
ενώ έχουν χρυσά ως και τα γένια;

Και πού είναι τα λεφτά που έχουν κλέψει;
Τέτοια κανείς αρμόδιος κάνει σκέψη
ή με την ευλογία του τα κλεμμένα
γίνονται και αυτά ευλογημένα;

Και λαός που το αίμα του το ρουφηγμένο
στέργει να γίνεται κεμέρι ξένο,
στη γη επάνω πρέπει του να μένει
ή αποφορά του Άδη ν’ ανασαίνει;

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

         ΣΑΜΑΡΆΣ ΚΑΙ  ΉΤΤΑ ΜΌΝΤΙ
     ΔΟΎΛΟΙ ΤΏΡΑ ΟΙ ΠΡΙΝ ΑΡΧΌΝΤΟΙ

Και τώρα κύριε Σαμαρά; Τα ’μαθες για τον Μόντι…
Κι εκείνος τη λιτότητα σημαία του είχε κάνει.
Κι αυτός- αν και μας θύμιζε η εμφάνισή του κόντη-
κόντηνε τόσο που-ο φτωχός-τρέχει μα πια δε φτάνει…

Έτσι και συ δόλιε θα πας, ειπείν τε συνελόντι,
και συ θα θέλεις να κρυφτείς και κρύψιμο δε θα ’χει.
Και πριν ας είχες δύναμη σαν δέκα Τζίμυ Λόντοι,
θα είσαι τώρα αδύναμος και για μιας ώρας μάχη…

Κι ως απ’ την κάλτσα νάιλον τη γυναικεία οι πόντοι,
έτσι θα φεύγουν κι από σε οι βουλευτές τω όντι
και του Χαμού σου οι στριγκλιές θ’ ακούγονται κι οι βόγγοι
σαν κάποιου που ακοίμητα του βγάζουνε το δόντι…
ΆΝΤΕ ΠΆΛΙ ΜΕ ΤΟΥΣ «ΤΡΟΜΟΚΡΆΤΕΣ»…

Γιατί δεν με τρομάζουν εμένα οι τρομοκράτες;
Και όχι πως με τούτα που λέω τους κάνω πλάτες,
Αλλά πολύ δικούς μου και φίλους τους θεωρώ,
Να! Όπως το ρυάκι φίλο έχει το νερό.
Αντίθετα εμένα τα μέτρα με τρομάζουν
Που οι υπουργοί μας παίρνουν των Οικονομικών-
Αυτά μέχρι τα μύχια του είναι μου με σκιάζουν
Καθώς ερασιτέχνη οι γνώμες ειδικών.
Τρόμος με πιάνει μήπως αρρώστια σα με βρει
Χρήματα δε θα έχω γιατρός για να με δει.
Τρέμω μη και δεν έχω τα λίγα τα λεφτά
Το λιγοστό φαί μου να πάρω με αυτά.
Για μένα τρομοκράτης το κράτος είναι μόνο
Που πιο πολύ στη φτώχεια με ρίχνει κάθε χρόνο.
Κι αν οι πολιτικοί μας βαφτίζουν τρομοκράτες
Εκείνους που του δίκιου είναι σεμνοί εργάτες,
Εγώ με τα βαφτίσια αυτά δεν συμφωνώ,
Τον εαυτό μου κάνω αυτόβουλα νονό,
Και τρομοκράτη μέγα τον Σαμαρά βαφτίζω,
τα σάπια μου τα δόντια που όταν τον βλέπω τρίζω.
ΑΥΤΟΚΤΟΝΊΕΣ ΛΌΓΩ ΚΡΊΣΗΣ

Δεν περιμέναμε οι νεκροί να μας πονάνε
πιότερο από τους ζωντανούς
θαρούσαμε αγέρας είναι-πνοές και πάνε,
έτσι αλαφρές, στους ουρανούς.

Μα κείνες μπαίνουν στις μικρές ζωές μας
και μ' ένα τρόπο μαγικό
με τις λυγρές συμπλέουν αναπνοές μας
κι αλώνουν κάθε μας δικό.

Και είμαστε μαζί τους πια δεμένοι
και τρώει κι εμάς η αδικιά
κι ίδια η ζήση μας αναγκεμένη
και αξεπέραστη η δυστυχιά.

Κι ας καρτερούμε να ’ρθει κάποια ώρα
που δε θα ζέχνει συφορά,
μα η κάθε που ’ρχεται, θανάτου δώρα
σέρνει στα μαύρα της φτερά.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Πρωί Σαββάτου (24-2-13), ραδιόφωνο ΣΚΑΙ. Ο σπήκερ και σχολιαστής ακούει από τον καλεσμένο του ότι οι ξένοι πολιτικοί υπόσχονται στους πολίτες τους ότι θα φροντίσουν η χώρα τους «να μη γίνει Ελλάδα.»
Και η απορία του σπήκερ με φωνή διαμαρτυρόμενη: «Μα γιατί απαξιώνουν έτσι την Ελλάδα;..»
 Μαύρο χιούμορ; Σαρκασμός; Εξύβριση των αυτοκτονησάντων; Λοιδωρία (και τίνος;); Μάλλον τίποτε από αυτά παρά μαύρος σοβινισμός μαζί με καλοζωϊα του ατόμου, που δεν την έχει αγγίσει η κρίση-πρόκειται δηλαδή για πειθήνιο ενεργούμενο της σαμαρικής εξουσίας. 

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

…ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΊΑ ΤΟΥΣ…


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Κυβέρνηση δεν είχαμε ούτε κανονική
μας έλειπε -τρομάρα μας- η ηλεκτρονική.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Πετσί και κόκαλο έμεινε
η χώρα από την κρίση
και πια το Εσωτερικών
οστά να κυβερνήσει;..

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Εδώ δε χρειάζεται υπουργός
να ξέρει οικο-νομία
μα υπουργός με διατριβή
στην μπουρδελο-νομία.


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ

Γη και ύδωρ αφού δώσαμε
στους έξω αφειδώς,
κι άνυδροι και μετέωροι
εμείναμε (πού αιδώς;..)-

ήτοι αφού οι έλληνες
κράτος δεν έχουν πλέον
ας κλείσει και το υπουργεί-
ο αυτό το παραπαίον.


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΆΜΥΝΑΣ

Για τους νεκρούς ανεύθυνο
το Υπουργείο Αμύνης-
ηρωικά οι έλληνες
πεθαίνουν τώρα εκ πείνης.


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΩΝ

Αν ήσουν όχι Ανάπτυξης
μα υπουργείο Σύμπτυξης
τ’ όνομα θα σου πήγαινε.
Αν ήσουν όχι Υποδομών
αλλά υπουργείο Οικοδομών
η φτώχεια ίσως λίγαινε.
Μα σε μια χώρα ρημαδιό
δεν είσαι τίποτ’ απ’ τα δυο.


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Βαρύγδουπο ένα όνομα
για υπουργείο άχρηστο,
καλό όχι γι άλλο τίποτα
μα για τ’ αυτί μας το άπληστο…

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Παιδεία και Πολιτισμός,
ίσον κατάργηση επαιτών.
Μα εδώ Παιδεία-Πολιτισμός
βήμα βραδύ σημειωτόν…

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Χωρίς το ένα πάει και τ’ άλλο.
Χωρίς το άλλο ούτε το ένα.
(Αλληλεξάρτηση γερή!)
Όμως εδώ, απ’ τα δυο ουτ’ ένα!

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

«Νους υγιής…»-γι αυτό εμείς
χαζοί και χάνοι εκ γενετής.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

Ανάπτυξη Αγροτική-
απ’ έξω φέρνουμε φακή.
Και μάγειροι Τροφίμων,
παιδιά ούτε των φρονίμων…

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ,
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Διαφάνεια: τόσο διάφανη
που αόρατη κατάντησε!
Ανθρώπινα Δικαιώματα:
Φυτό που εδώ δεν κάρπισε!

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Τουρίστες ντόπιοι μπόλικοι:
Αδιαφορία χαχόλικη,
τρόμος, αυτοκτονίες,
αψώνιστες κυρίες.


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ

Ναι, είναι ολόκληρη δική
Η Εμπορική μας Ναυτιλία,
μα το Αιγαίο μισό μισό
έτσι… για λίγη ποικιλία…

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Ακόμα μία συλλαβούλα
και προστασία να! με τη βούλα:
«Πολιτικών» κι όχι «Πολίτη»…
Το θέτε αλλιώς;- «Κάθε Αλήτη»!

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ

Να βρούνε κάτι έτοιμο
να φάνε και οι τούρκοι
καθώς τις ρόγες σταφυλιών
οι χοντρουλοί τρων σκούρκοι.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

    ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΣΑΜΑΡΆ ΣΤΑ "ΛΌΓΙΑ"
   
Κραδαίνοντας στο χέρι μου το περιοδικό μου
και παίρνοντας για συντροφιά τη μοίρα την καλή μου
αγνοώντας πλήρως και φρουρούς και γράμμα όποιου νόμου
φτάνω και μπαίνω άνετος στο Μέγαρο Μαξίμου.

Ο Σαμαράς καθότανε σε μία πολυθρόνα
χτυπώντας με το χέρι του το γόνατό του το ’να
σε δήλωση-φως φανερό- κάποιας αδημονίας
για να μην πω μεγάλου ενός άγχους και αγωνίας.

«Ω! Επιτέλους ήλθατε!» Μου είπε μειδιών,
 Ξεύρετε, είχα φίλε μου μεγάλη ανησυχία
μη και τυχόν ξεχάσατε το ραντεβού αυτό μας
που στο Μαξίμου μόλις χτες είχαμε δώσει οι δυο μας!»

«Χαίρετε κύριε πρόεδρε», του είπα, «μα μ’ εκπλήσσετε:
δεν ήξερα πόσο πολύ με έχετε εκτιμήσει
και εδεχτήκατε σε με μονάχα να μιλήσετε-
κάτι που τόσα Μου Μου Ε σας έχουνε ζητήσει.»

«Διότι εσείς αγαπητέ αντίθετα από άλλους,
τους κόπους που κατέβαλα ξεύρετε τους μεγάλους
και πόσον δεν απέφυγα  λίαν να υποφέρω
ίνα στα ίσα  δυνηθώ τη χώρα μας να φέρω.

Κι οι έτεροι εκδόται μας μου το αναγνωρίζουν;
Ουχί. Αυτοί ξεύρουν δυστυχώς μονάχα να υβρίζουν…»
«Αφήστε αυτούς! Ιδού εγώ! Θα δημοσιογραφήσω
κι απληροφόρητο έλληνα κανέναν δε θ’ αφήσω.»

«Ελάτε, ας αρχίσωμε τας ερωταποκρίσεις
κι ας μη αναλωνόμεθα εις φρούδας συζητήσεις.
Ρωτήστε με! Ρωτήστε με κύριε Χολιαστέ μου!
και όλα τ’ άλλα αφέτε τα να πάνε κατ’ ανέμου.

Ποθώ η κάθε μια ελληνίς να πληροφορηθεί
ό,τι από το στόμα μου μέλλει να ειπωθεί!»
«Και ο κάθ’ έλλην ασφαλώς-τους άντρες λησμονήσατε…»
«Ναι και καλώς εκάματε και μου το υπενθυμίσατε.

Λοιπόν τι λέτε; Αρχίζουμε;» «βεβαίως κύριε πρόεδρε…»
«Φίλε μου κύριε Χολιαστέ, αυτό το «κύριε πρόεδρε»
που δεν ομοιοκαταληκτεί με άλλη κάποια λέξη
αφήσατέ το ώστε γοργά η συνέντευξις να τρέξει

και να μη καταφεύγατε εις περιφράσεις ίσως
διότι δι αυτάς θα χρειάζονταν χρόνος παραπανίσιος΄
και ασφαλώς γνωρίζετε εχέφρων ως τυγχάνετε
πως ακριβός ο χρόνος μου τα μάλα λογαριάζεται.»

ΛΟΓΙΑ (ΛΟ)
Ευχαριστώ σας πρόεδρε κι αμέσως αρχινώ.
Πλήρωσε ο Ολάντ ερχόμενος εδώ κάποιο κενό
ή άσκοπα ήρθε κι έφυγε χωρίς καμιά αιτία
έτσι γιατί ήθελε να βγει για λίγο απ’ τη Γαλλία;

ΣΑΜΑΡΆΣ (ΣΑ)
Καθόλου άσκοπα. Έφερε μαζί του συμπαράσταση
κι ευχές για μια της χώρας μας ταχύτατη ανάσταση
και πήρε κάτι οικόπεδα, κάτι μεταφορές
θάλασσες κάτι βρώμικες να κάνει καθαρές,
πήρε Υγεία, Άνυνα, πήρε τον Τουρισμό,
πήρε αέριο φυσικό, πετρέλαιο και νερό,
πήρε συντήρηση Υλικού τροχαίου και Δικτύου
και χρήση του αέρα μας και του ήλιου μας δια βίου.
Και φεύγοντας μου ζήτησε να πάρει και τον Δένδια.

ΛΟ
Γιατί;

ΣΑ
Σε άντρες τολμηρούς μου είπε πως έχουν ένδεια…

ΛΟ
…Πολλά δεν πήρε Πρόεδρε-κύριε πρωθυπουργέ μου;

ΣΑ
Τι να σας πω; Έδωσα εγώ, για να ‘ξερα, ποτέ μου;
Μα κι αν τα πήρε τι μ’ αυτό-ζυγίστε την κατάσταση:
βάλτε στο τάσι του ζυγού το ένα, τη συμπαράσταση
στ’ άλλο την ύλη-ποιος λοιπόν είχε πιο πλούσιο γεύμα;
Αυτός που πήρε υλικό ή εγώ που πήρα πνεύμα;

ΛΟ
Δηλαδή πήγανε καλά όλα με τον Ολάντ…

ΣΑ
Όσο καλά η φιλοσοφία πήγε με τον Καντ-
μάθαμε τίποτε απ’ αυτόν της λογικής τον βράχο;
(Και τι έωλο εκείνο του το «σκέπτομαι άρα υπάρχω»!..)

ΛΟ
Απ’ τον Ολάντ παράπονο θαρρώ πως κάποιο έχετε…

ΣΑ
Από εσάς πώς να κρυφτώ καθάρια που όλα βλέπετε:
Να! Ο Ζισκάρ  στην πλάτη του χτύπησε τον Σημίτη
και  «Μπράβο Κώστας!» του είχε πει. Πού; Σ’ έναν λωποδύτη!
Κι εμένα τίποτα ο Ολάντ… Εμένα, του σωτήρα
όχι μοναχά της φτωχής Ελλάδας αλλ’ ακόμα-
καθώς το λέει κι ο σοφός  λαός μας μ’ ένα στόμα-
και της Ευρώπης… Άτιμη… μπαμπέσα.. άδικη μοίρα…

ΛΟ
Καλά, μην κλαιτε Πρόεδρε… θέλετ’ ένα μαντήλι;

ΣΑ
Όχι. Ο Αβραμόπουλος πολλά μου έχει στείλει
απ’ το Μανχάταν-μέρες πριν έχει εκεί πέρα πάει
να δει το γιο του που ειν’ εκεί-τι κάνει… πώς περνάει…

ΛΟ
Και γιατί έστειλε αυτός μαντήλια από τις ΗΠΑ;

ΣΑ
Δεν ξέρετε; Μου διέφυγε ίσως και δεν σας είπα.
Κλαίω γιατί βλέπω το λαό να υποφέρει τόσο.

ΛΟ
Στο Ζάππειο δεν εκλαίγατε τόσο πολύ ωστόσο…
Καλά, γιατί δεν παίρνετε μέτρα ν’ ανακουφίστε
τη δυστυχία και του λαού, κι άκλαυτος σεις να είστε;

ΣΑ
Κουμάντο κύριε Χολιαστέ πως κάνω εγώ νομίζετε;
Πώς σας διαφεύγει εσάς αυτό που όλα τα γνωρίζετε;
Δεν ξέρετε ο Άδωνις πως μ’ έχει καπελώσει
και σ’ όλη την κυβέρνηση τα δίχτυα του έχει απλώσει
και ό,τι θέλει γίνεται αυτός κι άλλος κανείς;
Της θέσης μου τον ξεπεσμό αγνοείτε της δεινής;
Τη Μέρκελ θα πλησίαζα εγώ, μια γερμανίδα,
που η γιαγιά μου, γνήσια και βέρα ελληνίδα,
σα στην Αθήνα οι γερμανοί εμπήκαν αυτοκτόνησε;
Όμως αυτή τη στάση μου ο Άδωνις την καθόρισε
γιατί του Χίτλερ θαυμαστής όντας, φίλον κι εμένα
των γερμανών  με θέλησε και μ’ έχει καμωμένα.

ΛΟ
Πέστε μου κύριε Πρόεδρε

ΣΑ
Λέγε με, Γιώργο, Αντώνη.
Αυτή μας η συνέντευξις νοιώθω να μας ενώνει…

ΛΟ
Αφού το θέλετε καλά. Αντώνη ποια έχεις γνώμη-
η Ελλάς θα βασανίζεται πολύν καιρό ακόμη;

ΣΑ
Τα βάσανά της γρήγορα βλέπω να τελειώνουν
όπως τα χιόνια γρήγορα κάτω απ’ τον ήλιο λιώνουν.

ΛΟ
Κι ο ήλιος ποιος; Ποια η Ελλάς στην παρομοίωσή σου;

ΣΑ
Ο ήλιος είναι η Νου Δου και η Ελλάς τα χιόνια
 Η αν θες η Ελλάδα ο Διγενής -λίγο για συλλογίσου-
και η Νου Δου ο Χάροντας στα μαρμαρένια αλώνια.

ΛΟ
Πες μου Αντώνη, σκέπτεσαι την ΑΟΖ μας να κηρύξεις;

ΣΑ
Ναι, αλλά θα το κάνουμε με τις σωστές κινήσεις.

ΛΟ
Που δηλαδή πάει να πει για χρόνια δέκα ακόμα
πως δε θα ιδούμε απ’ την ΑΟΖ ούτε ποιο έχει χρώμα.

ΣΑ
Πρέπει να γίνουν οι σωστές κινήσεις-τι να κάνω,
αφού η πατρίς τα μάτια της σε μένα έχει επάνω…

ΛΟ
Αλήθεια με τα μάτια σου πως πάει Αντωνάκη;

ΣΑ
Αντώνη! Αντώνη είπαμε! Όχι και με το «-άκι»…

ΛΟ
Είναι που τόσο πιο μικρόν σε βλέπω λίγο λίγο
που θα ’χεις εξαφανιστεί η ώρα σα ’ρθεί να φύγω.
Τέλος. Λοιπόν για του ματιού πες μου τη φασαρία-
πώς έχει της υγείας τους η όλη ιστορία;

ΣΑ
Απ’ το δεξί μου έχασα την περιφέρεια μάτι.
Μα δε με νοιάζει γιατί εμέ- άκου και νέο κάτι-
η ύπαρξή μου ολάκερη οδεύει προς το Κέντρο
καθώς ο σκύλος έλκεται πάντοτε από το δέντρο.
Το Κέντρο είναι ο σκοπός, το τέλος, η επιδίωξη,
και της Νου Δυο ολόκληρης η διακαής αξίωση.
Εκεί τα πλήθη βρίσκονται του αδαούς λαού.
Το Ιερό είναι αυτό του εκλογικού ναού.
Έχεις το Κέντρο; Νίκησες! Δεν το ’χεις; Πάς χαμένος!
Γι αυτό εκεί οδεύω εγώ με λύσσα και με μένος.
Και τι άλλο να ’κανα ο φτωχός αφού άγρια με κοιτάζουν
η Μέρκελ και ο Άδωνις κι αυτό αφού προστάζουν;

ΛΟ
Και κάτι άλλο Αντώνη μου. Εκείνο σου το γέλιο
το πονηρό, τσαχπίνικο και όλο περιγέλιο,
και του ματιού το κλείσιμο το λάγνο και μαργιόλικο
και η όλη γοητεία σου-κάτι που το ’χεις μπόλικο-
διόλου βοηθούν στην άσκηση της εξουσίας τάχα;

ΣΑ
Της εξουσίας λες; Κι αυτής, μα όχι αυτής μονάχα.
Τη Μέρκελ πώς την έριξα και μ’ έχει αγαπήσει
και με προσέχει τόσο σαν να μ’ έχει υιοθετήσει
κι όλο μου λέει «κάνε αυτό» και όλο «κάνε εκείνο»
καταλαβαίνεις-σαν μικρό να ήμουνα μπαμπίνο…

ΛΟ
Πες τώρα κύριε Σαμαρά-πρωθυπουργέ και φίλε
και σε καλάθι άχρηστων την άγνοιά μου στείλε,
πώς και σου ήταν δυνατόν πολλά ενώ φθέγγεις έπη
να εξοστρακίσεις απ’ αυτά το άθλιο το «πρέπει»;

ΣΑ
Χάρις σε σας αγαπητέ αυτό το πέταξα έξω
από τους λόγους μου αυτούς τους τόσον ωφελίμους
και φθόγγους άλλους διάλεξα και νέους και εντίμους.
Ας πούμε: «οφείλουμε» λέω «να» ή: «έχουμε υποχρέωση»-
καταλαβαίνετε-υλικό ίδιο μα με ανανέωση…

ΛΟ
(μουρμουρίζει)
Κάτι εσύ δε θα ’βρισκες;..

ΣΑ
Αγαπητέ κάτι είπατε…

ΛΟ
Λέω ευτυχώς που ειστ’ έξυπνος και κάτι άλλο εβρήκατε…

ΣΑ
Α!..  Έχετε άλλο τίποτε σήμερα να ρωτήσετε;

 ΛΟ
Ναι, σ’ ένα μόνο θα ‘θελα πρόεδρε ν’ απαντήσετε:
Ο βούλγαρος πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του
παραιτηθήκανε προχτές λόγω των απεργιών
που ξέσπασαν ενάντια στην διακυβέρνησή του-
αυτού και των ανίκανων δικών του υπουργών.
Σκέπτεστε κύριε Πρόεδρε παραίτηση και σείς;

ΣΑ
Να σας ειπώ΄ αν και αυτό το ξέρει ο καθείς
το στάρι πρώτα σπέρνεται και ύστερα θερίζεται.

ΛΟ
Ο κύριος πρωθυπουργός σίγουρα θ' αστεϊζεται…
Ρώτησα αν για παραίτηση κάνετε ίσως σκέψη…

ΣΑ
Έχετε δίκιο, τα κουκιά βοηθάνε εις την πέψη.

ΛΟ
Μα κύριε πρωθυπουργέ…

ΣΑ
Μάλιστα αγαπητέ μου!

ΛΟ
Αν σκέπτεστε παραίτηση ερώτησα! Θεέ μου!

ΣΑ
Όχι και Θεός! Μα άγιος… κάποτε ναι, θα γίνω.
Μα ας έρθω στην απάντηση: κι εγώ, ναι, παίζω ΚΊΝΟ…
ΛΟ
Άλλο δεν έχω Πρόεδρε τίποτα να ρωτήσω
και πριν μ’ ευχαριστίες πολλές σας αποχαιρετήσω
σας εύχομαι όλα καλά να έρθουν στη ζωή σας
αφού πριν φύγετε κι εσείς, και η κυβέρνησή σας.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

(Γιάννος και Μήτρος συζητούν και τα δικά τους λένε
κι οι έξυπνοι μ’ αυτά γελούν και οι ανόητοι κλαίνε)

Στο σπίτι πάει τρέχοντας ο Μήτρακας του Γιάννη
χτυπάει την πόρτα δυνατά κι όταν αυτή ανοίγει
κοιτάει το Γιάννο τρέμοντας και: «Γιάννο μου» του κάνει,
η φτώχεια που ο Σαμαράς μας έφερε με πνίγει.
Μου κόψανε διακόσα ευρώ απ’ το μιστό που έπαιρνα
και με καμάρι χαρωπό στο σπίτι μου τον έφερνα,
προσεκτικά τον μοίραζα εκεί δια του τριάντα-
χωρίς να βάζω τίποτε από αυτόν στην πάντα,
και κάθε μέρα έπαιρνα όσο ήταν το πηλίκο
το σώμα μου σιτίζοντας με κείνα το αγροίκο.
Και τώρα πώς μ’ εφτά ευρώ τη μέρα ολιγότερα
θα ζήσω, που, αντίθετα, χρειαζόμουν περισσότερα;»
Κι ο Μήτρος ερωτώντας τον κι ο Γιάννος απαντώντας
περάσανε ένα δίωρο οι δυο τους συζητώντας:


ΜΉΤΡΟΣ
Γιάννο μου πώς εφτάσαμε σε τούτη την κατάντια
να είναι η πατρίδα μας σκαρί με δίχως ξάρτια
και να μην έρχεται κανείς να τήνε ρυμουλκήσει…
Τάχα της μέλλει στων νερών τον πάτο να βυθίσει;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Όπως σε βλέπω Μήτρο μου και όπως με θωρείς,
πάει-καπούτ-τετέλεσται η δόλια σου η πατρίς.

ΜΉΤΡΟΣ
Μα πώς Γιαννάκο μου-γιατί; ποια είναι η αιτία;
Μία πατρίδα σαν αυτήν, με τέτοια ιστορία
πάνω στης γης την απλωσιά θα πάψει να υπάρχει
και μάλιστα χωρίς καν μια να δώσει έστω μάχη;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ήτανε ληξιπρόθεσμο κράτος η Ελλάδα Μήτρο
όσο είν’ απάνω στην κιτριά το χαλασμένο κίτρο.

ΜΉΤΡΟΣ
Εσύ μιλάς Γιαννάκο μου για κίτρα χαλασμένα
ενώ για την Ελλάδα μας λέω εγώ σε σένα.
Πάψε αυτά να τσαμπουνάς και πες μου-ζωή να ’χεις-
τι τα βιβλία τα σοφά που ολημερίς συ ψάχεις
λένε για την κατάντια μας΄ και πες μου, αυτό το χάλι
που έχει η πατρίδα μας πότε θα το αποβάλει;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μήτρο μου δεν χρειάζονται βιβλία και σοφοί
ούτε να έχει κάποιος μας με αμβροσία τραφεί,
για να μπορέσει να ιδεί πού η Ελλάς τραβάει:
ευθεία στην αφάνεια της και στο χαμό της πάει!

ΜΉΤΡΟΣ
Και ποιος εκεί την οδηγεί; Γιάννο μου αυτό συ πες μου
γιατί το ακώ, αλλά –παρόλ-δεν το ’μαθα ποτέ μου.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Αφού έμαθες και το παρόλ, ε, τότε το αξίζεις
να μάθεις ό,τι ως σήμερα Μήτρο μου δε γνωρίζεις.
Άκου λοιπόν ποιος στο γκρεμό πηγαίνει την Ελλάδα!..

ΜΉΤΡΟΣ
…Γιάννο μου μη σου βρίσκεται καμιά πορτοκαλάδα
γιατί τα λόγια σου πολύ νομίζω θα τραβήξουν
κι ηλεκτρολύτες αν δεν πιω στον ύπνο θα με ρίξουν
κι η που θα κάνεις διάλεξη  θα πάει έτσι στο βρόντο.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ώστε στον ύπνο σου λοιπόν δεν κάνεις λίγο σκόντο
όταν για την πατρίδα σου θα μ’ άκουγες να λέω;

ΜΉΤΡΟΣ
Για σένανε Γιαννάκο μου δεν είναι κάτι νέο
ότι τον ύπνο αγαπώ. Αλλά ξέρεις ακόμα
όταν μιλάς πως κρέμομαι απ’ το δικό σου στόμα.
Πες μου λοιπό’ αν σου βρίσκεται κάποιο ποτό ή όχι
γιατί το θέλω όπως η γη ζητάει το πρωτοβρόχι.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Βρίσκεται. Πήγαινε λοιπόν και πάρε το ποτό σου
και μ’ αϋπνία και με ζωή φίλε Μητρούση ζώσου
και άκου το που ζήτησες να μάθεις-ποιος ο φταίχτης
που η Ελλάδα χάνεται-αυτό αφού ορέχτης.
… Την ήπιες;

ΜΉΤΡΟΣ
Ναι Γιαννάκο μου.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ωραία. Λοιπόν άκου.
Μα δώσε λίγη προσοχή να μη μιλώ του κάκου…

ΜΉΤΡΟΣ
Και προσοχή κι ανάπαυση κι επ’ ώμου κι ό,τι πεις.
Λέγε-σ’ ακούει ο πιο καλός στον κόσμο ακροατής.

 ΓΙΆΝΝΟΣ
Άκου λοιπόν Μητρούση μου πώς έχει το όλο θέμα
κι απ’ όσες λέξεις θα ειπώ καμιά δε θα’ ναι ψέμα.
Πεθαίνει η Ελλάδα απ’ αυτούς που κάποτε τη γέννησαν:
Τη θέλησαν-τη χτίσανε. Τη μίσησαν-τη γκρέμισαν.

ΜΉΤΡΟΣ
Σε δυο προτάσεις Γιάννο μου τα όσα εγίναν έκλεισες
Γόρδιος Δεσμός λες ήτανε και με σπαθί τον έλυσες;
Πες μου με λόγια πιο πολλά τι έχει γίνει Γιάννο
με τρόπο που κι ο βλαξ εγώ το νόημα να πιάνω.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Λοιπόν η επανάσταση Μήτρο του εικοσιένα
που τόσο μεγαλειώδικη σου φαίνεται εσένα
δεν ήταν επανάσταση κουτέ κάποιων ελλήνων
αλλά ανάγκη των τρανών Δυνάμεων εκείνων
όπου εκείνο τον καιρό  θέλαν θυσία πάσει
τα εδάφη που εκράταγε η Τουρκία να τα χάσει.
Μέσα σε κείνα Μήτρο μου κι η Πελοπόννησο ήτανε.
Οι ευρωπαίοι το λοιπόν μέσα σ’ αυτήν εμπήκανε
τους τούρκους διώξαν και απέ, σ’ όσους εκεί εζούσαν
τον τόπο αυτό τους νοίκιασαν για να τονε διοικούσαν
όσο εκείνοι θα ’θελαν. Κι αν άλλαζε η βουλή τους
το ακίνητο θα πήγαινε πάλι στην κατοχή τους.
Κι έτσι εφτιάχτηκε η Ελλάς γι αυτήν που εσύ σκοτώνεσαι
κι όταν τον ύμνο της ακούς σαν χάνος μεταρσιώνεσαι.

ΜΉΤΡΟΣ
Δηλαδή Γιάννο η Ελλάς ήταν καπρίτσιο κάποιο
των ισχυρών Δυνάμεων; Το κίτρο ήταν το σάπιο;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Όπως το λες Μητρούση μου. Και στους αρχόντους πήγανε
που ξεζουμίζαν το Μωρηά, κι εκεί τρεις ώρες μείνανε
και «το Μωρηά τον δίνουμε χτήμα δικό σας να ’ναι
όσο τα χρόνια φεύγουνε και οι καιροί γυρνάνε
για να τον έχετε και σεις και οι απόγονοί σας.
Κλέβετε και ρημάζετε και όσο θέτε φάτε΄
για μάς αυτό ειν’ αδιάφορο. Κι όποτε το ζητάτε»,
τους είπαν, «σ’ ότι θέλετε θα είμαστε βοηθοί σας.
Μόνο να βάλετε καλά στο κούφιο το μυαλό σας
πως τίποτ’ από τούτα δω δε θα ’ν’ ποτέ δικό σας-
πως όποτε το κρίνουμε, μία ωραία μέρα,
σας στέλνουμε στο διάολο κι ακόμα παραπέρα
και δίχως νάζια φεύγετε κι εμείς αναλαμβάνουμε.»
Κι είπαν αυτοί: «Ναι αφέντες μας, αυτό ακριβώς θα κάνουμε.
Κι ευχαριστούμε σας πολύ για την προτίμησή σας.
Και τώρα αντέστε στο καλό και ο θεός μαζί σας.»
Και από τότε κι ύστερα εκείνοι κυβερνήσαν
κι ύστερα γιοι κι αγγόνια τους κι όσοι αυτά γεννήσαν.
Κι ακόμα αυτοί αρμέγανε την άμοιρη Ελλάδα
που ένα κάνει η συννεφιά και δέκα η λιακάδα.
Ως τώρα. Γιατί έφτασε Μητρούση μου η ώρα
να πάρουν πίσω οι ισχυροί την που λατρεύεις χώρα.

ΜΉΤΡΟΣ
Καλά, μα γιατί κόβουνε εμένα το μιστό;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Χρήμα για να γεμίσουνε την τσέπη τους ζεστό.
Μήτρο οι παραδίδοντες σου κόβουν το μιστό σου
ώστε να φαν πριν φύγουνε ότι έχεις συ δικό σου.

ΜΉΤΡΟΣ
Και δεν τους φτάνουν οι εταιρείες που έχουν οι οφσόρ
και οι πισίνες και τα γιωτ και όλα τα κομφόρ
παρά γυρεύουν και μιστούς από φτωχούς ανθρώπους;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Γιατί όλα τούτα τ' αποκτούν με τους δικούς σου κόπους.

ΜΉΤΡΟΣ
Και δε μου λες Γιαννάκο μου, καλά οι τότε κλέφτες.
Μα οι κλέφτες οι σημερινοί κι οι σημερνοί οι ψεύτες
ποια σχέση έχουν –όχι, πες!-
με εκεινούς του χτες;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μήτρο μου άλλοτε με γιους που κάνουνε αβέρτα,
με κουμπαριές άλλες φορές που γίνονται στα σβέλτα,
με γνωριμιές, με παντρειές, με συνεταιρισμούς
και μ’ άλλους που αναπτύσσουνε παράνομους δεσμούς,
αλλάζουν χέρια οι τρανές θολές περιουσίες
και πάνε από τον ένανε στον άλλο λωποδύτη
πατώντας πάνω στο κορμί του κάθε ψωμοζήτη.
Και καθώς πάντα στη ζωή το χρήμα κυβερνάει,
και η εξουσία στον ένανε από τον άλλον πάει.
Κι οι ίδιες οικογένειες πάντα σε κυβερνάνε
κι αυτές και τις αδύναμες τις σάρκες σου θα φάνε
ώστε όταν θα τους πάρουνε οι ξένοι το γκοβέρνο
να μη αυτοί στις τόσες τους σπατάλες βάλουν φρένο,
αλλά με άλλο πρόσωπο, και μ’ όνομα  ίσως άλλο
αυτοί να έχουν πάντοτε κομπόδεμα μεγάλο.

ΜΉΤΡΟΣ
Κι ο Σαμαράς λες Γιάννο μου ότι κι αυτός ακόμα
στο ίδιο ανήκει των αισχρών καταστροφέων το κόμμα;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Απ’ όλους περισσότερο.

ΜΉΤΡΟΣ
Συμπέρασμα πώς τέτοιο
Γιάννο μου βγάζεις-ειν’ αυτός πρωθυπουργός-δεν είναι;!..

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ε και;

ΜΉΤΡΟΣ
Τι ε και; Τον θεωρείς κι αυτόν κλεψιάς υπαίτιον;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Στο πρωθυπουργιλίκι του εσύ Γιάννο μου μείνε.
Όμως εγώ που όπως εσύ δεν είμαι βλάξ κι ανόητος
απ’ όσα λες εσύ γι αυτόν, μένω, Μητρούση, απτόητος.
Έγγονο έναν βουλευτή, που έχει παραδώσει
τη χώρα του απροκάλυπτα-θα πει έχει προδώσει-
στα νύχια τότε της Αντάντ, και που στην Κατοχή
κόλος με τους εθνικιστές ήτανε και βρακί…
έγγονο έναν έμπορου που λήστεψε λαούς
και ήρθε εδώ και ύψωσε στο φασισμό ναούς…
έγγονο έναν μιας κυράς που ’γραφε παραμύθια
ενώ ο κόσμος γύρω της διψούσε την αλήθεια…
γιο έναν πάμπλουτης κυράς ελέω Ιπποκράτους
όπου τα στήθη άρμεγε του ταλαιπώρου κράτους…
από έναν τέτοιο άνθρωπο τι τάχα περιμένεις
όπου ποτίζει ολοζωής κήπους φυτείας ξένης;
Όπου όταν θέλει χρήματα τους μισθωτούς ρημάζει
ενώ ο κάθε φίλος του από το χρήμα σκάζει;
Που προστατεύει βουλευτές του ίδιου του το κόμματος
ενώ στους άλλους γίνεται βαρύς και μονοκόμματος;
Που συγκαλύπτει διαφθορά ΜΜΕ και υπουργών του
και κάνει ό,τι του ειπεί η φωνή των ελεγκτών του;
Που την Ελλάδα έδεσε στο άρμα της Ευρώπης
για να της φέρονται εκεί σαν να ’τανε της Πόπης;
Που αφήνει αφορολόγητους μεγαλοκαρχαρίες
και φορομπήχνει τους φτωχούς και τις κουρελαρίες;
Που δίνει εκατομμύρια στο πατρικό του Ίδρυμα
ενώ γεννάει καθημερνά η δυστυχία δίδυμα;
Που είναι με λόγο ένανε μεγάλη μαλαγάνα
κι είναι ατσίδα στην κλεψιά και στη ρεμούλα μάνα;
Που ενώ κάνει όλ’ αυτά μούτρα έχει και μιλάει
κι ένα κρατώντας θυμιατό Γεθσημανές πουλάει;
Που μ’ ένα λόγο συντηρεί κάθε παρανομία
ενώ απόφαση σωστή δεν πήρε ούτε μία;
Που την αντίσταση του λαού τη λέει τρομοκρατία
ενώ τη χούντα που έστησε τη λέει δημοκρατία;
Τι περιμένεις το λοιπόν Μήτρακα από κείνον
που κόβει εσένα το μισθό κι αξαίνει των κηφήνων;

ΜΉΤΡΟΣ
Το τελευταίο Γιάννο μου το ’πιασα και μου άρεσε.
Λάμψη ελέους το είναι μου Γιάννο μου το εβάρεσε
γιατί μου λες αν κι έμμεσα, πώς είμαι εργατικός
αν και δεν ξέρω από πού το έβγαλες και πώς.
Όμως με όλα τ’ άλλα σου για Σαμαρά που είπες
νομίζω πως μες στο νερό έκανες μόνο τρύπες.
Γιατί για λίγους μοναχά μετράν οι κατηγόριες-
γι άλλους αυτές είν’ από θεού ευχές και παρηγόριες.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Αλήθεια! Να που Μήτρο μου έχεις πολύ προοδέψει.
Με σκέψεις το κεφάλι σου θα ’χεις πολύ παιδέψει
για να μπορέσει και σ’ αυτό να φτάσει το συμπέρασμα.
Βλέπεις η σκέψη τελικά που έχει αποτέλεσμα;

ΜΉΤΡΟΣ
Γιάννο μου εσκεφτόμουνα και πριν-πολλές φορές!
Και σκέψεις μάλιστα έκανα κάποιες φορές γερές.
Να, όπως όταν σκέφτηκα πως σαν η νύχτα πέφτει
οι άνθρωποι των αστεριών τα φώτα τους ανάβουν
γι αυτό στον άλλως άναστρο ουράνιο καθρέφτη
τ’ αστέρια βγαίνουν τις νυχτιές και κόβουνε και ράβουν.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μπράβο ρε Μήτρο. Αληθινά σκέψη πολλών αστέρων!
Θα ’ναι περήφανος για σε ο ουράνιος ο γέρων.

ΜΉΤΡΟΣ
Ποιος;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Άστο Μήτρο μου. Γερές μη σκέψεις κάνεις άλλες
Τη μπόρα μην αποζητάς. Αρκέσου στις ψιχάλες.

ΜΉΤΡΟΣ
Τι μπόρες και ψιχάλες λες; Μη θες να με μπερδεύεις.
Κι ας μην αλλάξουμε την πριν που είχαμε κουβέντα.
Και πες μου, γίνεται κι εμείς νομίζεις-τι πιστεύεις;-
στο πόκερ της παλιοζωής να κάνουμε μια κέντα
αντί ζευγάρι ένα η δυο οι ντίλερς που μας δίνουνε
και κάποτε πρωθυπουργοί Γιάννο κι εμείς να γίνουμε;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μητρούση μου πρωθυπουργοί γίνονται οι ματσωμένοι
Είδες κανένανε φτωχό πρωθυπουργός να βγαίνει;

ΜΉΤΡΟΣ

Γιάννο μου όμως όλοι τους έχουν καλά σπουδάσει
κι έχουνε όλοι τους  γι αυτό το γένος τους δοξάσει.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ναι. Όμως πώς; Αλλάζοντας σε σένα τον αδόξαστο…
Αχ! Έχεις Μήτρο μου μυαλό άσκεφτο και αστόχαστο.
Έχουν λεφτά, πηγαίνουνε στα πιο καλά σχολεία
και έρχονται και βγάζουνε σε μας την Παναγία.
Σπουδάζουν πώς να γίνουνε βασανιστές ανθρώπων
στα μήκη όλων των χωρών, στα πλάτη όλων των τόπων. 
Σπουδάζουν καπιταλισμό και «στέρεη παιδεία»-
μα που ούτε είναι στέρεη ούτε είναι και Παιδεία.
Σπουδάζουν πώς να κλέβουνε αυτοί και οι δικοί τους
σπουδάζουν πώς να καταντούν τους άλλους ρακενδύτους
σπουδάζουν πώς θα κάνουνε να μη σπουδάσουν άλλοι
και πώς στη θέση της ψυχής να έχουνε κεφάλι.
Και παν και ζούνε ταιριαστά με άλλους όμοιούς τους
που τους λαούς αρμέγουνε καθείς τους τους δικούς τους.
Σπουδάζουν την απανθρωπιά, σπουδάζουνε τη βία,
το ψέμμα, το ξεγέλασμα, το μίσος, την κακία.
Με λόγια απλά σπουδάζουνε πώς θα επιβληθούνε
σε λαούς που στην κατάσταση του ζώου τους κρατούνε.

ΜΉΤΡΟΣ
Μιλάς για όλους τους λαούς Γιάννο, της οικουμένης;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Για της Ελλάδας το Λαό μιλάω της βλαμμένης,
χώρας που όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι
καθένας τον αγκλέουρα ολοζωής του τρώει
και για όσους άλλους απ’ αυτούς που ζουν στις άλλες χώρες
τις ίδιες με το Σαμαρά τραβάνε κατηφόρες.
Γιατί αλλού υπάρχουνε και σώφρονες ανθρώποι
που το λαό τους ωφελούν οι όσοι κάνουν κόποι
και που δε ζουν για να ρουφούν των δουλευτών το αίμα,
δεν ξέρουν τ’ είναι διαφθορά, δεν ξέρουν τ’ είναι ψέμα
και το λαό να υπηρετούν η μόνη τους ειν’ έγνοια
και όχι ξένων ηγετών να έχουνε την εύνοια.

ΜΉΤΡΟΣ
Όλα καλά Γιαννάκο μου γιατί όμως είπες ότι
βλαμμένη ειν’ η Ελλάδα μας; Με πείραξε αυτό.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Γιατί σε όλα τ’ άσχημα Μήτρο αυτή είναι πρώτη
και τελευταία σε κάθε τι ωραίο ή σωστό.
Και το χειρότερο γιατί, δεν το καταλαβαίνει
και πιο βαθιά στο χάλι της κάθε ημέρα μπαίνει.

ΜΉΤΡΟΣ
Μα ο λαός της Γιάννο μου τι φταίει ο κακομοίρης;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Φταίει γιατί στον τόπο του δεν είναι νοικοκύρης.
Γιατί τα εύκολα ζητά και όχι τα καλά
και τη ζωή του άκοπη τη θέλει να κυλά.
Γιατί αφήνει σαν το ζω’ να τον μεταχειρίζονται
εκείνοι που στο αίμα του επίορκα ορκίζονται.
Γιατί το «θα» αν και τ’ άκουγε δεκαετίες τώρα
τις δυστυχιές που του ’φερνε τις έπαιρνε για δώρα
και φάντασμα ένα ψήφιζε για να τον κυβερνήσει.
Κι όταν του «θα» τον όλεθρο είχε κατανοήσει-
και χρειαστήκανε γι αυτό σαράντα πέντε χρόνια-
τότε σε  άλλην έπεσε λούμπα, πιο καταχθόνια.
Αυτήνε που και σήμερα τον διαφεντεύει ακόμα
κι απ’ τη ζωή του και το φως του παίρνει και το χρώμα
και πλέον σκότιος κι άχρωμος στη γη του τριγυρίζει
και δεν χτυπά-και δεν ορμά-μονάχα κλαυθμηρίζει.
Και ειν’ αυτή το χαοτικό-το λαοβόρο «πρέπει»!
Πόσα δεν πήρε αυτό λεφτά από του λαού την τσέπη
κι άνομο πλούτο τα ’κανε για τους πολιτικούς!
Πόσα… μα ας μη και άλλα πω αφού δεν με ακούς…


ΜΉΤΡΟΣ
Με συγχωρείς Γιαννάκο μου, τη μύγα έβλεπα αυτή
που η κακομοίρα δεν μπορεί-κοίτα την-να πετάξει…

ΓΙΆΝΝΟΣ
Γι αυτό σου λέω Μήτρο μου, η μοίρα έχει γραφτεί
ενός λαού που δεν μπορεί μέσα του να κοιτάξει
και τα φτερά του να ιδεί τα σύρριζα κομμένα
κι όχι της μύγας… κι ύστερα… μου λες εσύ εμένα…

ΜΉΤΡΟΣ
Γιάννο μου μη μια μύγα εκεί το λόγο τελειώσει
που εγώ τον επερίμενα με αδημονία τόση…
Συνέχισε να μου μιλάς και να με δασκαλεύεις…

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μήτρο δεν ξέρω τι από με να σου ειπώ γυρεύεις,
αλλ’ αν μια μύγα κέρδισε τόσο την προσοχή σου
πιότερο απ’ τη συζήτηση που κάνω εγώ μαζί σου
τότε να συνεχίσουμε διόλου δεν ωφελεί
(όχι κι ως τώρα τάχατες που ωφέλησε πολύ…)
Γι αυτό και άλλο Μήτρο μου από μένα μη ζητάς
αφού εγώ λέω κι άφτερη μια μύγα εσύ κοιτάς.
Και πήγαινε στο σπίτι σου και δες μες στον καθρέφτη
ένα λαό μες στου χαμού το βάραθρο να πέφτει.

ΜΉΤΡΟΣ
Γιάννο μου βλέπω θύμωσες. Γι αυτό άλλο δε μιλάω
παρά στο σπίτι μου όπως λες θα φύγω και θα πάω,
κι αν ξεθυμώσεις Γιάννο μου μου λες κι εγώ ξανάρχομαι
αντί στο σπίτι μόνος μου δίχως παρέα να κάθομαι.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μήτρο μου δεν εθύμωσα-και πώς να σου θυμώσω
αφού τόσο είμαι φίλος σου και σε πηγαίνω τόσο.
Μα να, κι εγώ κουράστηκα μόνο να τσαμπουνώ
και να μην παίρνω  τ’ όπλο μου να πάω στο βουνό…
Γιατί νοιώθω ένοχος να ζω σε μία κοινωνία
που ενώ τάχα πολεμώ με τόση μια μανία
μα στη ουσία τρέφεται αυτή από τα λόγια
του κάθε που παραμιλά χαζού και κουτομόγια.
Κατάλαβες Μητρούση μου;

ΜΉΤΡΟΣ
Κατάλαβα Γιαννάκο.
Ή τέλος πάντων γρήγορα λέω θα καταλάβω.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Έτσι Γιαννάκο φίλε μου. Καλά τα λες και μπράβο
που ελπίζεις ότι κάποτε στο νόημα θα μπεις.

ΜΉΤΡΟΣ
Ευχαριστώ Γιαννάκο μου που έτσι μ’ επαινείς
σοφός εσύ εμένανε, τον άμαθο κι αγροίκο.

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μήτρο μου σουτ! Μην προχωρείς! Εν δήμω μη τα εν οίκω…

ΜΉΤΡΟΣ
Αυτό δεν ξέρω τι θα πει, μα κι ούτε θα ρωτήσω
γιατί απ’ αυτό η κουβέντα μας μπορεί ν’ αρχίσει πίσω
κι εσύ δεν θα το ήθελες. Γι αυτό γεια σου Γιαννιό μου.
κι αν με θελήσεις πάρε με-έχεις το νούμερό μου…

ΓΙΆΝΝΟΣ
Γεια σου ρε Μήτρο κι αν καμιά ερώτηση πάλι έχεις
μη πάλι απάντηση ζητάς κι εδώ τρεχάτος έρθεις…

ΜΉΤΡΟΣ
Και τι να κάνω Γιάννο μου; Στην απορία μου ποιος
απάντηση θα έδινε μεγάλος ή μικρός
αν όχι εσύ που με όρεξη και λέξεις όχι λίγες
μου τα εξηγείς…

ΓΙΆΝΝΟΣ
…ενώ εσύ χαζολογάς με μύγες…

ΜΉΤΡΟΣ
Καλά είπα ’γω μου θύμωσες-βλέπεις, το ξαναλές!

ΓΙΆΝΝΟΣ
Μήτρο μου τράβα στο καλό. Και γράψε μου ότι θες.

ΜΉΤΡΟΣ
Δε θα σου γράψω-θα σου ’ρθώ- αλλιώς τι φίλος θα ’σουν;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Καλά, μα λίγες άφησε ημέρες να περάσουν…

ΜΉΤΡΟΣ
Μήπως Γιαννάκο δε με θες; Μήπως…

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ρε Μήτρο τράβα!
προτού αντί για τον καπνό το ηφαίστειο βγάλει λάβα.
Κουράστηκε το χέρι μου να γράφει τόσην ώρα…

ΜΉΤΡΟΣ
Γιατί δεν μου το έλεγες; Φεύγω αμέσως τώρα!

(Κι ευθύς ο Μήτρος έφυγε και ο Γιαννιός ευχόταν
να μη όπως κάνει πάντοτε γρήγορα ξαναρχόταν)
Από τον Πρόεδρο της Βουλής εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση σχετικά με την πυρπόληση του μεταλλείου χρυσού στη Χαλκιδική σήμερα:
Κατά τη διάρκεια της ύπαρξής τους πάνω στη γη, οι έλληνες, αρχαίοι ή νεότεροι, έδειξαν  την αγάπη τους στην πατρίδα με διάφορους κατά καιρούς τρόπους σε πολλές περιστάσεις.
Σήμερα αποδείξαμε άλλη μια φορά στην οικουμένη ότι συνεχίζουμε αυτή την πατριωτική μας παράδοση. Επίθεση με μολότωφ 50 κουκουλοφόρων σημειώθηκε στο εργοτάξιο της «Ελληνικός Χρυσός» στις Σκουριές της Χαλκιδικής στη 1 τα ξημερώματα.
Η κυβέρνηση αλλά και όλοι οι βουλευτές αισθάνονται υπερήφανοι αλλά και δικαιωμένοι για την βοήθεια που απλοί κουκουλοφόροι προσφέρουν στην κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας το τιτάνιο έργο που αυτή έχει αναλάβει και με τόση αυταπάρνηση το προωθεί μέχρι το αίσιο πέρας του.    
 Με τη βοήθεια του θεού των Ελλήνων, έχουμε φέρει την πατρίδα όχι απλώς στο χείλος του γκρεμού, αλλά την έχουμε σπρώξει ήδη στον γκρεμό και αυτή πέφτει κάθετα προς τα πεπρωμένα της. Αλλά εμείς δεν καθόμαστε αργοί και πάλι. Με τη γνώση που διαθέτουμε και με τη βοήθεια ξένων ειδικών, στρίβουμε το τιμόνι της καθώς πέφτει, αλλάζοντας ταυτόχρονα θέση πάνω σ’ αυτήν, έτσι ώστε να πέσει σε βράχια και η καταστροφή της να είναι πλήρης.
Το σημερινό χτύπημα ας γίνει παράδειγμα σε όλους τους εθνικώς σκεπτόμενους πατριώτες και ας τους δώσει τη δύναμη να βάλουν κι αυτοί το χέρι τους με έργα και όχι με λόγια μόνο στην προσπάθειά μας να καταστρέψουμε την Ελλάδα και ας ας είναι σίγουροι ότι οι επόμενες γενιές, αν υπήρχαν, θα τους ευγνωμονούσαν.
Νυν υπέρ πάντων αγών.
Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

          ΑΓΡΌΤΕΣ  ΣΕ ΔΙΑΚΟΠΈΣ

«Καλοκαιράκι έρχεται, πάμε για διακοπές!»
Έτσι ελέγαν οι έλληνες, τουλάχιστον ως χτες.
Οι αγρότες πάλι, διακοπές έχουνε το χειμώνα.
Στο μεσοχείμωνο λοιπόν, κάθε χρονιάς ως τώρα,
λένε οι αγρότες μας «ρε σεις!», ο ένας τους στον άλλο,
"έτσι που όλο κάθομαι τη μπέμπελη θα βγάλω!
το καθισιό βαρέθηκα-δεν πάμε καμιά βόλτα;»
Κι αφού χορτάσει έχουνε της εξοχής τα κόλπα,
αντίθετα από τους αστούς που στα χωριά τραβάνε,
αυτοί βουτάνε τα τρακτέρ και στ’ άστεα ορμάνε.
Κι αντί μπανάκια δροσερά και σπορ κι ορειβασίες,
κι αντί χωριάτικο φαί  και στην Ηώ θυσίες,
οι αγρότες χύνουν γάλατα, φακές μοιράζουν, ρύζι,
κλείνουνε δρόμους κι απ’ αυτό το νέο μετερίζι
πια ορεξάτα ορμώμενοι στις πόλεις κατεβαίνουν
και κτίρια κυκλώνουνε, και σε γραφεία μπαίνουν
κι εν γένει διασκεδάζουνε τελείως αστικά
τερπόμενοι με τα πολλά των πόλεων μυστικά.
Και τον παράξενο οι αστοί θωρώντας τουρισμό
θαρρούν πως στην κυβέρνηση θα φέρει αυτός σεισμό
και λένε: «να! απ’ την αγροτιά η αυγή θα ανατείλει!
Να! πάλι θα γελάσουνε τα ολόπικρά μας χείλη!"
Και βαυκαλίζουν εαυτούς ου μην μα και αλλήλους
πως στους αγρότες βρήκανε εκδικητάς οργίλους
και περιμένουν απ’ αυτούς ν’ αλλάξουν την κατάσταση
νομίζοντας τις διακοπές που κάνουν, επανάσταση.
Όμως αυτοί, όταν ιδούν ν’ ανοίγει ο καιρός
καθείς τους, είτε δεξιός, είτε αριστερός,
θα τρέξουν στα χωράφια τους και θ’ αρχινίσουν πάλι
να οργώνουν και να σπέρνουνε με κάτω το κεφάλι.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΚΑΛΈ ΜΟΥ ΚΎΡΙΕ ΣΑΜΑΡΆ

Καλέ μου κύριε Σαμαρά
δεν έχετε άλλους πόρους
και θέτε κι άλλονε παρά;
Ιδού! Βάλετε φόρους!

Κοιτάξτε πώς οι έλληνες
αντέχουνε το βάρος
όσων τους στέλνετε δεινών,
και αποκτήστε θάρρος

κι αμέσως προχωρήσατε
εις νέαν φορολογίαν
κι ας είν' αυτή ασήκωτος
και βαρυτάτη λίαν.

Φορολογείστε το κρασί,
το σέλινο, το κρέας,
φορολογείστε το τουρσί,
τον τσίρο, τας ελαίας.

Και την ανάπνια μας-κι αυτήν
βαριά φορολογείστε
ώστε ασφυξία να πάθουμε
και μόνο εσείς να ζήστε.

Ακόμα φόρον βάλετε
βαρύ στη νεολαίαν,
ήτοι εις κάθε νέον μας
και εις την κάθε νέαν,

μικροί για να εθίζονται
στους φόρους και αυτοί
να μην μπορεί κανείς μετά
ούτε και να κλαφτεί.

Φορολογείστε τη βροχή,
τον κεραυνό, το χιόνι,
το χώμα, την αγράμπελη,
το νυφικό σεντόνι.

Φορολογείστε τα μωρά,
το γάλα τους, τις πάνες,
τις που σα μεγαλώσουνε
θα παίζουνε αλάνες.

Βάλε μας φόρους επαχθείς
στη σκέψη, στις σαρδέλες,
στη λύπη, στη λαχτάρα μας,
στη σκάφη, στις αβδέλες…

Αλλά μαζί με όλ’  αυτά
κάνε κι ακόμα κάτι:
Άραγμα φορολόγησε.
Και ξάπλα. Και ραχάτι.

Τότε ο έλληνας ευθύς
τον καναπέ θ’ αφήσει
πρωθυπουργός θ’ αυτοχριστεί
και θα φορολογήσει

τόσο τη ζωή σου, που εσύ,
μη έχοντας να πληρώσεις,
σαν πινακίδα γιώτα χι
θα τήνε παραδώσεις.
 ΚΡΆΤΟΣ

Τι μικρούλι αυτό το κράτος!
Ένα κράτος μια χαψιά!
Ποιος το έχει έτσι φκιάσει
Ζαρωμένο και κοντό…

Τοσοδούλι πώς αντέχει
Στον αγέρα που φυσά;
Η βροχούλα όταν πέφτει
Τάχα πώς δεν το χαλά;

Και μικρούλικα ανθρωπάκια
Πού μικρά τόσο βρεθήκαν
Και μικρά σπιτάκια εχτίσαν
Και κει μέσα βολευτήκαν;

Ένα κράτος λιλιπούτειο
Ένα κράτος σαν ψευτιά
Παιχνιδάκι για παιδάκια
Για μεγάλους γέλασμα.

Ένα κράτος που λιγαίνει
Κάθε μέρα πιο πολύ
ως να έρθει μία μέρα
που να μην ξαναφανεί.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

  ΩΔΉ ΣΤΟΝ ΣΎΓΧΡΟΝΟ ΝΕΟΈΛΛΗΝΑ

Πως θα γινόσουν κάποτε πρωταθλητής μεγάλος
Δεν το περίμενα ούτ’ εγώ ούτε κανένας άλλος.
Μα πρώτονε σε βλέπουμε σε κάθε συναπάντημα
Που οι αθλητές όλης της γης κάνουν για κάθε άθλημα.
Πρώτος στο άλμα επί κοντώ που με ορμή πηδάς
Όταν να φτάσεις τις τιμές τις υψηλές ζητάς.
Στων εκατό το τρέξιμο πάλι εκεί πρωτεύεις
Απ’ το χαράτσι των σπιτιών σα να σωθείς γυρεύεις.
Στο Μαραθώνιο τρεις χρονιές ως τώρα αγκομαχάς
Το κάτι τι γυρεύοντας να έβρεις για να φας,
Και επιδόσεις άριστες κάνεις και στο τριπλούν
Ώστε αφού τρεις τη χώρα μας αισίως κυβερνούν,
Ήγουν τουτέστιν Σαμαράς, Κουβέλης, Βενιζέλος
Κι εσύ τρεις πήδους να πηδάς-έναν για κάθε μέλος.
Ποδηλασία δεν μετρώ γιατί έτσι δα φτωχός
Θα ’τανε πολυτέλεια για σένα ο τροχός.
Επίδοση μόνο καμιά δεν έχεις εις τη σφαίρα
Και ούτε μια δεν έριξες που σκιώντας τον αέρα
Να πάει ευθεία να σφηνωθεί σε υπουργού κεφάλι
Ώστε κανένας υπουργός πια να μην κλέβει πάλι.
ΟΎΤΕ ΨΏΡΑ…

Θάρρος καημένε μου ρωμιέ!
Μη τα όπλα παραδίνεις!
Κι αν όλα σου ’ρχονται στραβά
Εσύ παρά μη δίνεις!

Τον καναπέ μην παρατάς
Και την τιβί μην κλείνεις 
Κι ας πέφτουν όλοι γύρω σου
Λιπόθυμοι εκ πείνης.

Το Γολγοθά σου ανέβαινε
Σέρνοντας το σταυρό σου
Και ας μην έχεις Σίμωνα
κανέναν στο πλευρό σου.

Κι αν κάποτε απ’ τα βάσανα 
Πάει να φύγει ο νους σου
Τράβα μια βόλτα στη Βουλή
Και δες τους υπουργούς σου

Που όλα τα βλέπουν όμορφα
Και όλο προσπαθούνε
Λεφτά να βρούνε και μ’ αυτά
Έτσι να ψευτοζούνε,

Με μια πισίνα κι όχι δυο
με μια οφσόρ και μόνο
και παίρνοντας χιλιάρικα
μόνο εκατό το χρόνο.

και πια προσπάθησε και συ
με μια να ζεις ντομάτα,
με μια σαρδέλα, μια ελιά
κι αγγούρια δυο δροσάτα.

Και τότε πια όλα καλά
Θα είναι μες στη χώρα
Αφού πια θα ’ναι Κώσταινα
Χωρίς ούτε καν ψώρα.
                     ΣΑΜΑΡΆΚΟΣ
Εγώ το Σαμαράκο πολύ τον εκτιμώ
Κι ούτε κακία έχω γι αυτόνε ούτε θυμό.
Ενώ καλά εζούσε εις την Αμερική
Τα βάρεσε όλα κάτου και έφυγε από κει
Για να ‘ρθει την Ελλάδα την τάλαινα να σώσει
Που ένα βαρύ Μνημόνιο ζητάει να την τελειώσει.

Μα όταν ήρθε κι είδε Μνημόνιο τι θα πει
Τα ρέστα του όλα δίνει και έμεινε ταπί.
Γιατ’ είδε πως η Ελλάδα δεν έχει γλυτωμό
Έλληνες κι αν θα σφάξει μυριάδες στο βωμό.
Και όσες κι αν ανοίξει στη χώρα πιτσαρίες
Δε θα τήνε γλιτώσει απ’ τις απενταρίες.

Μα είπε: «Μιας και ήρθα γιατί δεν κυβερνώ;
Αβέρτα υποσχέσεις τον κόσμο θα κερνώ,
Λεφτά όταν θα θέλω θα παίρνω απ’ τους μιστούς,
Απ’ τους συνταξιούχους θ’ αφήσω τους μισούς,
Κι έτσι από κει που ήμουν απόκληρος της Μοίρας
Γίνομαι και δυνάστης της χώρας, και σωτήρας!

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

ΣΑΜΑΡΙΚΉ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ

δημοκρατία
σαμαρική:
από αθλία
έως κακή.

αβέρτα φόροι
μιστοί κομμένοι
θλιμμένο αγόρι
κόρη κλαμένη

φαί απ’ τους κάδους
των σκουπιδιών
μαζί με γάτους
κεραμιδιών

στου ηλιού το γέρμα
τα σπίτια κλείνουν
συντάξεις τέρμα
οι γέροι σβήνουν

δημοκρατία
σαμαρική
Βουλή αχρεία
Μετρό χακί

η εργασία
εύρημα σπάνιο
χάλια υγεία
κρασί βιδάνιο

το μαγαζάκι
βάζει λουκέτο
το καφεδάκι
λαφρύ και σκέτο

δημοκρατία
σαμαρική:
παιδιού ευτυχία
αναιμική

κανένα πιόμα
μόνο νερό-
κι αυτό κομμένο
με τον καιρό.

και δίχως χρήμα
χειροπιαστό
κι ο έρως-κρίμα!
έχει ρεπό.

η Ελλάς πωλείται!
ξένοι κοπιάστε!
μη μας αργείτε!
ιδού! αγοράστε!

με ένα κίνο
να ο ΟΠΑΠ!
για ένα κινίνο
να κι η ΕΥΔΑΠ!

δρόμοι ορίστε!
να αεροδρόμια!
για μας αφήστε
τα πεζοδρόμια

δημοκρατία
σαμαρική-
κι η δυστυχία
λες δανεική…

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

    ΑΝΆΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΣΑΜΑΡΆΣ

«Δεν ξέρεις», μου ’λεγαν, «να κυβερνάς-
Πρωθυπουργός να γίνεις γιατί πας;»
Όμως εγώ μ’ έναν δικόν μου τρόπο-
Σοφά να! κυβερνώ αυτόν τον τόπο!

Θέλω λεφτά; Λιανίζω τις συντάξεις!
Θέλω μετρό; Διατάζω επιτάξεις!
Στους απεργούς στέλνω ευθύς τα ΜΑΤ
Και δίνω έτσι και δουλειά στο ΚΑΤ.

Κι αφού βρήκα λαό που όλα τα χάφτει
Του ’δωσα τον Στουρνάρα-έναν ράφτη
Που σάβανα καλά ξέρει και υφαίνει…
Ρούχα μακραίνει άλλα … άλλα κονταίνει…

Θέλω επενδύσεις; Πάω γραμμή Κατάρ
(Και δόξα τω θεώ, καλά so far)!
Κι αν θέλω κι άλλους να ’βρω ψηφοφόρους
(μαζόχες οι έλληνες), τους βάζω φόρους!

Και όλα  αυτά τόσο καλά τα κάνω
Που μα το θεό δεν πάει παραπάνω!
Άκου που θα μου πουν ότι δεν ξέρω
Πρόοδο στην Ελλάδα εγώ να φέρω…

Μου λεν: «αυτοκτονούνε οι πολίτες»-
Μπα! Προβοκάτσια είναι από τους κνίτες.
Εγώ τόση ανάπτυξη έχω φέρει
Στη σύμπτυξη που ως τώρα υποφέρει!

Δουλειά στην ανεργία έχω δώσει
-Ου μην μα και στη φτώχεια άλλη τόση-
Και ξέροντας καλά να κυβερνάω
Κι εγώ κι η Δεξιά καλά περνάω!

Και να μου το θυμάστε: έτσι που πάει,
Χάνουμε την Ελλάδα ως το Μάη,
Αφού τόση ανάπτυξη της δίνω,
Που ούτε θα τη βλέπουμε σε λίγο…