Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

ΠΊΤΕΣ

Είμαι τριγυρισμένος από πίτες που δεν τρώω:
Η πίτα των εκδρομών-Ούτε ψίχουλο.
Η πίτα της οικονομικής επάρκειας-Τίποτα.
Η πίτα των γυναικών- Ουδέν.
Η πίτα των ιδιοκτητών- Νιετ.
Η πίτα της αποδοχής κάτι δικού μου- Μηδέν.
Η πίτα της παρέας- Ούτε μερμήγκι
Η πίτα της αγάπης-Σταγόνα.
Η πίτα της οικειότητας- Σα να μην υπάρχει για μένα.
Η πίτα της δόξας- Αρνητικό.
Η πίτα της κοινωνίας με άλλους ανθρώπους- Μόνος.
Η πίτα …προσθέστε ότι καλό άλλο φανταστείτε-
Ουτ΄ ένα μικρό κομμάτι για δοκιμή.

Κι ύστερ’ απ’ ολ’ αυτά, δεν έχω δίκιο-πέστε μου-
να ρωτιέμαι: ζω;

ΤΟ ΤΖΆΚΙ

ΤΟ ΤΖΑΚΙ

Σα βγεις στον πηγαιμό να «χτίσεις» «τζάκι»
να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος
γεμάτος πράξεις άνομες και ατιμίες.
Τους Προλετάριους και τους Κόκκινους
Την άγια την ελευθερία μη φοβάσαι.
Τέτοια στο δρόμο σου ποτέ δε θα βρεις
αν η βρωμιά σου υψηλή, αν διαφθορά
κι αναλγησία το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Προλετάριους και τους Κόκκινους
Την άγια την ελευθερία μη φοβάσαι
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νά ναι μακρύς ο δρόμος.

Και τα κλεμμένα πλεούμενα πολλά να είναι
που με τι σκληρότητα, με τι απονιά
θα μπαίνεις σε λιμένες ματωμένους,
θα σταματήσεις σε φτωχά νοικοκυριά
και τες πραγμάτειες τους θα λεηλατήσεις
τις συναγμένες με ίδρωτα,
τη μπουκιά ’π’ το στόμα
κι αιματοστάλαχτα μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα αιμοστάζοντα μυρωδικά.
Σε πόλεις που ειν’ ελληνικές πολλές να πας
να πάρεις και να πάρεις απ’ τους πεινασμένους.
Πάντα στο νου σου να κρατάς το «τζάκι».
Το «χτίσιμόν» του ναν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
κι ας πας αργά στη βίλλα τη χρυσή…
στις εταιρίες οφ-σορ… στα κότερά σου…
κροίσος πια μ’ όσα έκλεψες στον δρόμο-
τόσα που δε χωράει μέσα του άλλα πια το «τζάκι».
Το «τζάκι» σ’ έδωσε το αισχρό ταξείδι.
Χωρίς αυτό δε θα ’βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι ας θέλεις κι άλλα, όμως το «τζάκι» δε σε γέλασε
κι ας μη το νιώθεις ίσως συ, που ανόητος είσαι:
δυστυχισμένον σ’ έκανε-ρήμαξε την ψυχή σου.