Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

«ΑΒΈΡΩΦ», ΑΞΊΕΣ ΚΑΙ ΑΝΆΓΚΕΣ

Λοιπόν στο «Αβέρωφ» έγιν' ένα πάρτι.
Ε και; Αυτός έπρεπε να ’ναι λόγος
τόσα να ειπωθούν και να γραφτούνε;
Οι άγγλοι τη σημαία έχουν βρακί τους-
λοιπόν; είναι απάτριδες οι εγγλέζοι;
Η Αγιασοφιά ως και τζαμί έχει γίνει-
δεν είναι το άστρο της Ορθοδοξίας;
Γίνονται δεξιώσεις στους στρατώνες
στις εκκλησές γινόνται πανηγύρια-
λοιπόν εχάσαν οι πιστοί την πίστη
και οι στρατιώτες σας τη γενναιότη;
Φτύσανε το Χριστό και τον εβρίσαν-
έχει απ’ αυτό Θεός να είναι πάψει;
Όργια οι παπάδες κάνουν κάθε τόσο-
λοιπόν δεν τους φιλάμε πια το χέρι;
Αν οι που τώρα βοούν για τον «Αβέρωφ»
φωνάζαν ίδια για των βουλευτών σας
τις τόσες τις κλεψιές που έχουν κάνει,
τότε καλά θα κάναν να φωνάζουν.
Μα όχι! τους εμάρανε η αξία
που τάχα έχει για κείνους ο «Αβέρωφ»,
ενώ ο νους τους είναι μ’ όσα λένε
ν’ απασχολήσουν το λαό, κι εκείνος
τις βρωμερές τις πράξεις να ξεχάσει
που κάνουν βουλευτές και υπουργοί του.

Παιδιά, σεις απ’ αυτά παρθένοι που είστε,
πετάξτε τις αξίες. Τις ανάγκες!
Υπηρετείστε, νέοι, τις ανάγκες!
Οι αξίες τα μαχαιροπήρουνα είναι
για να σας κομματιάζουν οι αχρείοι
και να σας καταπίνουν λίγο λίγο.
Όχι οι αξίες αλλά οι ανάγκες
είναι, που αν μπορέστε να καλύψτε,
θα ζήσετε ευτυχείς μέσα στον κόσμο!

Μα και γιατί ολ’ αυτά για τον «Αβέρωφ»;
Γιατί έκανε αυτό που είχε καθήκον;
Ή μήπως γιατί μόνο αυτό το πλοίο
έκανε κάτι, ενώ τ’ άλλα όλα
ήτανε νούλες και τα θαλασσώσαν;
Ή μήπως επειδή έφερ' απ’ το Κάϊρο
τον Παπαντρέα, για να μας πουλήσει
δεμένους χεροπόδαρα στους Άγγλους
με αντίτιμο πρωθυπουργός να γίνει;
Λέει, λευτέρωσαν με τον «Αβέρωφ»
μισή από τη σημερνή Ελλάδα.
Και που τη λευτερώσανε τι τρέχει;
Την πήρανε, τη φάγανε, την τρώνε…
ποιο κέρδος ο λαός είχε από τούτο
ώστε να δίνει αξία στον «Αβέρωφ»;
Τον φτιάξαν τον «Αβέρωφ», λέει, κάποιοι
που ευεργέτες έκτοτε τους λένε.
Και επειδή αποφασίσαν κάποιοι
λίγα από τα κλεμμένα τους να δώσουν
γιατί εσάς αυτό να σας δεσμεύει-
το τι οι λεφτάδες μεταξύ τους κάνουν-
συμφέροντα άνομα υπηρετώντας-,
γιατί αυτό εσας να ενδιαφέρει;;


Φίλοι, αν θέλετε να φκιάστε χώρα
περήφανοι για κείνηνε που θα ’στε,
ξεχάστε τις αξίες! Τις ανάγκες!
Υπηρετείστε, φίλοι, τις ανάγκες!
Οι αξίες τα μαχαιροπήρουνα είναι
εσάς για να ξεσχίζουν οι αχρείοι
και να σας καταπίνουν λίγο λίγο.
Κάτω οι αξίες! Τις ανάγκες φίλοι
με την ορμή σας όλη θεραπέψτε
ώστε ευτυχείς να ζήσετε στον κόσμο!

Γιώργης Χολιαστός

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

ΚΏΣΤΑΣ ΤΖΑΒΆΡΑΣ

Ρε Κωστάκη τι φατσούλα
γελαστή και πονηρούλα!
Τι παχούλια μαγουλάκια!
τΙ τσαχπίνικα ματάκια!

Τι κορμάκι φουσκωμένο
λες αέρα γεμισμένο!
Τι λαιμούλης χοντρουλός
σε μπουκάλι σαν φελλός!

Και τι γέλιο σαν παιδάκι
που ανθεί στο στοματάκι
είτε ακίνητος μιλάς
ή μιλάς καθώς κυλάς!

Α! Φασίστας αν δεν ήσουν
κι είχες φέρει να μιλήσουν
οι Κωστάκηδες οι δυο
που τα κάναν ρημαδιό,

ίσως γλίτωνες στην άλλη
Κρίση, που ρχεται Μεγάλη:
του Λαού, που διερευνά
ποιος τον έχει να πεινά.

Γιώργης Χολιαστός
ΖΉΤΗΜΑ ΜΕΣΤΏΜΑΤΟΣ

Όλα τα πράγματα στη γη αργούνε να μεστώσουν
και τον που έχουν προορισμό στη γη να ξεπληρώσουν.
Η ρίζα αργεί οδυνηρά να δώσει ανθούς και κλώνια.
Για να γενούν βασίλισσες θέλουν καιρούς τα πιόνια.
Με μιας μόν’ ώρας χιόνισμα τα όρη δε θ’ ασπρίσουν
και τα κορμιά θέλουν καιρό απ’ τον ήλιο να μαυρίσουν.
Θέλει καιρούς τα κάρβουνο για να δεθεί διαμάντι.
κι η Ποίηση δεν δόθηκε αδάκρυτα στον Δάντη.
Το μπουμπουκάκι όσο γλυκό, μ’ ακόμα δε μυρίζει.
Ο ήλιος ο κρύος το πρωί, το γιόμα τσουρουφλίζει.
Ο σκύμνος παίρνει τέρμινα ως να μεστώσει λιόντας
και η σοφία για να ’ρθει γερνάει περπατώντας.
Αχ! θέλει πάτημα πολύ να δώσει η ρόγα μούστο
κι οι κοπελιές πίκρα πολλή ως να μεστώσουν μπούστο.
Θέλει αστραπές ο ουρανός; Όχι ως να συννεφιάσει.
Και δίχως ίδρωτα κανείς ψωμί δε θα χορτάσει.
Για να φουσκώσει ποίημα ψυχής προζύμι θέλει.
Η αγουρίδα με καιρούς γλυκό θα γίνει μέλι.
Θέλει καημούς ώστε να ‘ρθει του έρωτα το θάμα
και θέλει αιώνων σκοτεινιά να ’βγει στο φως το νάμα.
Ε! Έτσι είναι κι οι Πρόεδροι κάθε Δημοκρατίας-
θέλουν το χρόνο έστω μιας τουλάχιστον θητείας
για να μεστώσουν και να πουν τα λόγια τα σοφά τους
που τύφλα οι δέκα εντολές να έχουνε μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν είπε ο σοφός κι έντιμος πρόεδρός μας
που έτρωγε χρόνια ως βουλευτής και ως πολιτικός μας
κι απ’ το φαί μεγάλωσε κι έπηξε το μυαλό του
κι αντάξιο έγινε πολύ ενός Πολίτου Πρώτου,
πως όλοι ξέρουμε γιατί εδώ έχουμε φτάσει
(που λίγο έλειψε να ’χαμε των πληρωμών μας στάση),
πως πρέπει να συλλάβουμε κάθε φοροφυγάδα
να σώσουμε αν θέλουμε την έρμη την Ελλάδα,
πως πρέπει στις συναλλαγές να έχουμε διαφάνεια,
και με σοφία περισσή κι ορθοφροσύνη σπάνια
ότι το «πόθεν», δήλωσε, το «έσχες» ακλουθάει.
Αλήθεια η σοφία του σκληρά καρύδια σπάει!-
ποιο άλλο θα εμπόρειγε μυαλό, στην οικουμένη
τόσο να βλέπει καθαρά; Σε ποιον είναι δοσμένη
τέτοια ικανότητα- με δυο ή τρεις εκεί φρασούλες
τόσα πρωτάκουστα να λέει που ευθύνης αναγούλες
να φέρνουν κι εντιμότητας σ’ αυτόν που τις ακούει;
Ω! καμπανούλες ηχηρές τόσο ποιος άλλος κρούει!..
Αλλά γι αυτό τον κάναμε και Πρώτο μας Πολίτη
και στο Λευκό τον βάλαμε-που λεν κι οι ΗΠΑ-σπίτι-
ώστε απερίσπαστος εκεί να σκέπτεται αδιακόπως
που ό,τι εν τέλει και να πει να μη το λέει ασκόπως
μ’ αυτό να είναι χτίσης νιας το στέριο αγκωνάρι
που όλα θα φέρει τα καλά και τα κακά θα πάρει.
Όχι, να μη κανείς θαρρεί πως άδικα πληρώνεται
(δηλαδή τι πληρώνεται, απλά χαρτζιλικώνεται).
Λοιπόν, οι χαμερπείς εμείς ας μεταρσιωθούμε
από τα λόγια, που-όλβιοι!-τύχη έχουμε ν’ ακούμε
και ας δημιουργήσουμε την ευτυχή Ελλάδα
αγνοώντας ότι χέστηκε στ’ αλώνια η φοράδα.