ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΤΡΑΓΟΎΔΙ
ΤΗΣ ΓΙΟΥΡΟΒΊΖΙΟΝ
Το γελοίο τραγούδι του Αλκαίου
και ο ίδιος ο γελοίος ο Αλκαίος.
Και τριγύρω οι ανόητοι κι οι γλύφτες
γαυριώντες για το «ΟΠΑ» να γιορτάζουν,
για τα λόγια τα μεστά φιλοσοφίας,
για τη δύναμη, το κέφι, τη ζωντάνια,
για τα λόγια ελληνικά που όλα είναι
κι η Ευρώπη πέρα ως πέρα θα λατρέψει.
«Περασμένα ξεχασμένα…» και κρατάει
στα γερά η προπαγάνδα η αχρεία
ότι όλα ο λαός θα τα πληρώσει
κι άλλων χρέη με χαρά θα ξεπληρώσει.
Και ακούμε τα ίδια πάλι και τα ίδια
σαν την κάθε τη χρονιά τέτοιες ημέρες:
αίνους πάλι απ’ της τιβί τους λυμεώνες
που ξερνάνε ό,τι τους πουν τ’ αφεντικά τους.
Και η λόξα της φυλής ξανά πετιέται
και η λύρα όπως χτυπάει κι αυτή χτυπιέται
και ακούς πως θεία είναι η μελωδία,
πως οι στίχοι αυτοί πηγαίνουνε για Νόμπελ,
ότι έχει ομοιογένεια ολ’ η παρέα
και μαζί δεμένα είν’ όλα της τα μέλη,
και σκοπό πως έχουν μόνον, όλ’ η Ευρώπη,
ως τα ουράνια ένα «ΟΠΑ» να φωνάξει-
επιδιώξεις ευγενείς, ελλήνων ίδιες,
στο δικό της σπίτι μόνο κατοικίδιες…
Κι οι χαζά γελώντας νέοι μας και νέες
ιαχές χαράς γεμίζουν τους αιθέρες
γιατί πάλι μεγαλούργησε η Ελλάδα
επειδή στα τελικά έχει περάσει
κι επειδή με πόζα οδεύει και με βιάση
την πρωτιά την ποθητή να καταλάβει
που την έχει κιόλας να! μες στο τσεπάκι.
Κι οι πιο ξύπνιοι απ’ τους χαζούς ελληνολάτρες
για να έχουν άλλοθι ένα για την ήττα
που μπορεί-παρά την τόση σιγουριά τους-
οι πανάξιοι να υποστούν τραγουδιστές μας,
«είδες;», λεν, «ο σκηνοθέτης, πόσο χάλια
παρουσίασε κινήσεις και φωνές μας;…
…αν τα ίδια και τη μέρα κάνει εκείνη…»
και με νόημα εκεί η φωνή τους σβήνει.