Ο ΛΑΌΣ ΜΟΥ
Να φωνάξω σε ποιον και ν’ ακούσει
τη ντροπή που στα στήθια μου κλείνω;
…Στο κενό θα την πω κι ας γνωρίζω
πως ματαίως μιλώ και σε κείνο:
«Το λαό μου οι φαύλοι τον κλέβουν.
Με άθλιους νόμους οι ίδιοι που φέρνουν
τον πετάνε στη λάσπη δεμένον
κι ό,τι έχει στις τσέπες του παίρνουν.
Το λαό μου οι φαύλοι ονειδίζουν.
Με υποσχέσεις που δεν τις τηρούνε
τον χορταίνουνε κι έτσι πρησμένον
για κοιλιόδουλο τον τιμωρούνε.
Το λαό μου οι φαύλοι πιο φαύλον
απ’ ό,τ’ οι ίδιοι τον έχουνε κάνει.
Και αυτός όλο κάτω τραβάει-
σκόνη γίνεται ό,τι κι αν πιάνει.
Λαέ κούφιε, λαέ κοιμισμένε,
μιαν υπόκλιση ακόμα και χάσου!
Και στον Άδη ζητούν Μαριονέτες:
στάδιο κι άλλο λαμπρό να! μπροστά σου!»
-----
Κρίση.
Καιρός να φωτιζόμαστε με λάμπες πετρελαίου.
Καιρός να τρώμε πάλι ψωμοτύρι.
Καιρός ν’ ακούμε πάλι παραμύθια απ’ της γιαγιάς το στόμα πρι’ να κοιμηθούμε.
Καιρός το μίσος τους να κρύβουνε τ' αδέρφια.
Καιρός για όλους με τα πόδια στη δουλειά μας να πηγαίνουμε.
Καιρός τα τρόφιμα να τα φυλάμε στο φανάρι.
Κρίση.
Καιρός να ’χουμε κότες στην αυλή μας
και με τα φλούδια απ’ τα καρπούζια να τις τρέφουμε.
Καιρός να 'ναι ντυμένες οι γυναίκες όλες έτσι,
που μόνο πρόσωπο να μένει ξέσκεπο από το κορμί τους.
Καιρός με μία βόλτα στην πλατεία να διασκεδάζουμε.
Καιρός να χάσκουμε σα βλέπουμε αερόπλανο.
Καιρός να ξαναβρούμε τα βιβλία.
Καιρός να ξανανοίξουνε οι κινηματογράφοι.
Κρίση.
Καιρός για τις βεγγέρες στα σκαλιά του παλαιού σπιτιού
ως να ’ ρθει του ύπνου η ώρα.
Καιρός να ξαναγράψουν οι ποιητές ποιήματα.
Καιρός να ξαναπάμε μετανάστες.
Καιρός να σκύβουμε να παίρνουμε τα κέρματα που βρίσκουμε.
Καιρός του κουμπαρά.
Καιρός ξανά λιβάνι να μυρίσουμε.
Καιρός να βάλουμε ξανά τις μάσκες της αγάπης.
Κρίση.
ΤΑ ΠΡΆΓΜΑΤΑ ΣΤΗ ΘΈΣΗ ΤΟΥΣ
(διάφοροι λένε διάφορα για το ποιος φταίει για το θάνατο των τεσσάρων στη Μάρφιν)
Κανένας απ’ αυτούς δεν έχει δίκιο.
Τους τρεις τους σκότωσε ο Παπαντρέου
με το ίδιο βόλι που έριξε, ανοίκειο,
κι έκλεψε τα όνειρα κάθε μας νέου.
Κτήνη δεν είναι οι κουκουλοφόροι
το θάνατο να θέλουν συνανθρώπων.
Μ’ αντίς να είν’ άκαρποι κοντυλοφόροι
της ΠΡΆΞΗΣ διάλεξαν αυτοί τον τρόπο.
Και αν και ’μεις για το χαμό θρηνούμε
τριών ζωών και μιας ζωής ελπίδα,
θα ’μασταν κούφοι αν μαζί δεν πούμε:
σβήστε τον πλούτο με της φτώχειας τη λεπίδα!
-----
ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΌΡΟΙ ΚΑΙ ΜΑΓΑΖΆΤΟΡΕΣ
Λένε οι μαγαζάτορες των χρυσοφόρων δρόμων:
«Ιδεολογία δεν έχει αυτή η ορδή λίγων ατόμων
που σπάζει τις βιτρίνες μας! καίει το εμπόρευμά μας!
μας καταστρέφει!.. Δείτε εδώ: πάνε τα υπάρχοντά μας!»
Και του λαού οι στεναγμοί, πλούτου τους είναι ανάσες.
Κι είναι το χρήμα ατέλειωτο μες στις χρυσές τους κάσες.
Και στα χρυσά τα σπίτια τους γάλα και μέλι ρέει.
Και της αισχρής τους της χλιδής πλούσια είναι τα ελέη.
Και οι κουκουλοφόροι λεν: Στης πείνας ’μεις τα βρόχια.
Τα που έχετε, τα κλέψατε-πού αλλού;-από μας-τη φτώχια!
Γι αυτό κι η φτώχια το έχει σας με ’μας θα σας το κάψει
να ζεσταθεί απ’ την τρανή φωτιά όπου θ’ ανάψει.
---
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ-
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ
Και είναι απορίας άξιον πώς,
ο πρώτος ο πολίτης μας εγκρίνει
τα μέτρα που δε θέλει ο Λαός;
(…και άραγε το θέμα έτσι κλείνει;..)
Καλά , ο Λαός δεν είναι ο Παπούλιας;
Δεν είναι αυτός ο πληρεξούσιός Του;
Πώς χούγια γίνεται να έχει Πούλιας
αντίς να είναι ο Αυγερινός Του;
Το χέρι το Λαό που προστατεύει
πώς τώρα γίνεται να Τον χτυπάει
και όσους Τον σκοτώνουν να χαϊδεύει,
να τους καλόχει και να τους φιλάει;
Ο Πρόεδρος φρενάρει τους πολίτες
ή δυνατά το γκάζι σανιδώνει-
σπρώχνει στη δυστυχία τους ψωμοζήτες
ή την αντίστασή τους δυναμώνει;
...Τουλάχιστο στα τόσα κούφια έπη
που θ’ ακουστούνε μέσα στο Συμβούλιο
ας ρίξει ο Πρόεδρος και λίγα «πρέπει»-
χωνευτικά για γεύμα ένα λουκούλλειο.
=====